Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Ἡ ἐπίθεση τοῦ σκληροῦ ποιήματος


Ἡ κόρη τοῦ Ξέφωτου (τοῦ Γιώργου τοῦ φαλάκρα) περιέγραφε στὸ καφενεῖο τί ἀκριβῶς σημαίνει νὰ μὴν ἔχεις ἀρκετὰ λεφτὰ γιὰ νὰ ἀγοράσεις παγωτό, ἢ νὰ πᾶς γιὰ μπάνιο μὲ τὸ λεωφορεῖο. "Ἔχεις ἐπίγνωση ὅτι ὑπάρχει κάποια διαφορὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Δὲν ἔχεις τὴ δυνατότητα νὰ ἀποκτήσεις αὐτὰ πού ἔχουν ἢ νὰ κάνεις αὐτὰ πού μποροῦν νὰ κάνουν κι ἔτσι αἰσθάνεσαι λιγότερο πολύτιμη ἀπὸ ἐκείνους. Τὸ πόσο πιὸ πολύτιμοι εἶναι τὸ καθιστοῦν ἐμφανὲς ἐπιδιώκοντας τὸν ἐκφοβισμό σου. Αὐτὸς ὁ ἐκφοβισμὸς τονίζει μέσα σου τὴν αἴσθηση τοῦ ἀνάξιου πού νοιώθεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου, καὶ τὴ μόνη ἀνακούφιση ἀπ’ αὐτὴ τὴν αἴσθηση τὴ βρίσκεις στὴν αὐτοκαταστροφή."

Οἱ ἐνδεεῖς δὲν εἶναι φτωχοὶ ἀλλὰ ἁπλῶς "ἀτελεῖς καταναλωτές". Οἱ "ἀτελεῖς καταναλωτὲς" δὲν εἶναι χρήσιμοι γιὰ καμμία ὠφέλιμη γιὰ τὶς ἀγορὲς ἐργασία καὶ θὰ πρέπει ἀδιάκοπα νὰ αὐτοκατηγοροῦνται γιὰ τὴν κατάστασή τους ἀφοῦ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ φροντίζουν τὸν ἑαυτό τους. Ὁ μόνος ρόλος πού ἀπέμεινε λοιπὸν στοὺς ἐνδεεῖς εἶναι νὰ συμπεριφέρονται σὰν νὰ μὴν ὑπάρχουν. Ἡ ἀνυπαρξία τους θὰ μποροῦσε ἐπίσης νὰ τονιστεῖ ἀποτελεσματικότερα ἐὰν τοὺς ἐστερεῖτο ἡ ἀξιοπρέπεια.

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

" Φῶτα" ἄφωτα, δηλαδή βουτιά σέ θολά νερά ...


Διαβάζοντας τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη « Φῶτα ὁλόφωτα », ἀποκομίζεις μία αἴσθηση πληρότητας καὶ ἁρμονίας. Πολὺ φυσικό, γιατί στὸ διήγημα, ὅπως καὶ σὲ ὅλο του τὸ ἔργο, οἱ ἄνθρωποι ἀναπνέουν καὶ τὴν ἀναπνοὴ τους τὴν ἀκοῦς. Περιγράφοντας τὴν γέννα καὶ τὴν βάφτιση ἑνὸς νεογέννητου καί ἕνα παρ’ ὀλίγον ναυάγιον, ὅλα αὐτά τίς ἡμέρες τῶν Θεοφανείων, πράγματα δηλαδή ἁπλά καί συνηθισμένα, ἀναδεικνύει καί τήν ἐσωτερικότητα τῶν καταστάσεων, ὄχι γιά νά τήν ἐξηγήσῃ. Ὁ Παπαδιαμάντης δέν εἶναι ψυχαναλυτής, δέν βλέπει τό βάθος τῶν πραγμάτων μέσα ἀπό μιά γυάλα, ἀλλά γράφοντας ὅπως ἔζησε, μετέχει στό θαῦμα καί τό μυστήριο τῆς ὕπαρξης.

Μερικοὶ ξινίζουν μέ κάτι τέτοια, κάποιοι ἄλλοι συγκαταβατικοὶ θὰ προτιμοῦσαν νὰ « ἀξιοποιήσουν» τὴν παρουσία του ἐντάσσοντάς την σε μια λαογραφική ἐγκυκλοπαίδεια ἢ νὰ παραχωρήσουν στὸ ἔργο του σελίδες μιᾶς ἀνθολογίας ἢ κάποια λεπτὰ μιᾶς φιλολογικῆς βραδυᾶς. Ἕνας τους ἀναζητᾶ τὸν ἐντυπωσιασμὸ τοῦ σεναρίου ἢ τῆς πλοκῆς. Δέν τόν βρίσκει καί ἀπογοητεύεται. Κάποιος ἐκστασιάζεται μὲ τὶς ὑποτιθέμενες γλωσσικὲς « ἰδιομορφίες» καί παιχνιδίσματα ἤ περιορίζει τὴν οὐσία καὶ ἀξία τοῦ λόγου στὴν διαμάχη τῶν λεγομένων « λογοτεχνικῶν» ρευμάτων. Ἄλλοι, ἀναζητῶντας μανιωδῶς βαρύγδουπες θεωρίες καί ἀναλύσεις, ἀδιαφορῶντας γιὰ ἔννοιες στέρεες καὶ νοήματα  πού πατᾶνε γερὰ στὴν πραγματικότητα καὶ δὲν ὑπηρετοῦν τό θόλωμα τῶν ὑδάτων, θὰ τὸν βαρεθοῦν χαρίζοντάς του τόν χαρακτηρισμό "γραφικός". Καί οἱ πιό καπάτσοι θά τόν μετατρέψουν σέ εἶδος μουσειακό.

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

Δῶσε λίγο ἀπ΄αὐτό πού καπνίζεις


David Gilmour: Coming back to life
Παρόλο πού εἶναι δύσκολο κανεὶς νὰ προσδιορίσει τὴ διαφορὰ μεταξύ τοῦ παρελθόντος αὐτοῦ καθεαυτοῦ καὶ τῆς ἐμπειρίας τοῦ ὅταν ἐξετάζεται στὸ παρόν, ἂν τολμούσαμε ἕνα ταξίδι στὸ χρόνο ἀπὸ τὸ 1900 μέχρι τὸ 1950 θὰ μέναμε ἔκπληκτοι ἀπὸ τὸ τηλέφωνο, τὸ ἀεροπλάνο, τὸ αὐτοκίνητο, τὴν ἠλεκτρικὴ ἐνέργεια, τὸ ψυγεῖο, τὸ ραδιόφωνο, τὴν τηλεόραση, τὴν πενικιλλίνη καὶ οὕτω καθεξῆς, ἐνῷ οἱ ταξιδιῶτες ἀπὸ τὸ 1950 ἕως σήμερα θὰ ἔβρισκαν λίγα πράγματα πού θὰ τοὺς ἐξέπληταν. Καμία ἐξέλιξη τῶν τελευταίων 50 ἐτῶν, δὲν ἔχει να προσθέσει κοινωνικὰ ἐπωφελεῖς καινοτομίες συγκρίσιμες μὲ ἐκεῖνες τοῦ πλυντηρίου καὶ τῆς ἠλεκτρικῆς σκούπας.
Τὰ σοῦπερ μάρκετ εἶναι γεμάτα ἀπὸ προϊόντα πού οἱ διαφημιστὲς τους ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι "νέα καὶ βελτιωμένα". Τεχνολογικὰ ἐμπλουτισμένα λαχανικὰ καὶ φροῦτα ἀπαλλαγμένα ἀπὸ κουκούτσια καὶ σπόρους πού διαρκοῦν περισσότερο ἐκτὸς ψυγείου, μεταφέρονται εὐκολότερα, καὶ προσδίδουν τὴν ἴδια ἄγευστη αἴσθηση ἁπανταχοῦ. Ψηφιακὰ ραδιόφωνα καὶ τηλεοράσεις ὑψηλῆς εὐκρίνειας, πού ἀγωνίζονται ἀκατάπαυστα νὰ ὡραιοποιήσουν τὸ ψεῦδος. Ἐν ὀλίγοις, κερδοσκοπικὲς καινοτομίες πού δὲν ἔχουν τίποτα νὰ κάνουν μὲ κοινωνικὲς παροχὲς παρὰ μόνο τὸ ἀντίθετο. Διευθυντικὰ στελέχη μεγάλων ἐπιχειρήσεων καὶ ἔμποροι πού ἀνταμοίβονται γενναιόδωρα ἐπιβάλλοντας φόρους ἐπενδύσεων καὶ σκληρὴ δουλειὰ σὲ ὅλους ἐκείνους πού ἐπιθυμοῦν νὰ ἀποκτήσουν ἄχρηστα ἀντικείμενα ὥστε νὰ παραμείνουν μονάδες ὑπολογίσιμες.