Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2023

Δίχως χρόνο [2]


Μετά ἀπό μιά σύγκρουση μεταξύ ἑνός φορτηγοῦ καί μιᾶς ἐμπορικῆς ἁμαξοστοιχίας χημικά ἀπόβλητα ἀπελευθερώνονται στήν ἀτμόσφαιρα. Κατόπιν ἐντολῆς τῶν τοπικῶν ἀρχῶν κάποιοι φίλοι ἐγκαταλείπουν τά σπίτια τους καί στιβαγμένοι σ’ ἕνα ἠμιφορτηγό ἀναζητοῦν ἀσφαλές καταφύγιο. Τά διαζύγια, οἱ ἀναζητήσεις ἐργασίας, ἡ ἀνατροφή τῶν παιδιῶν, τά προβλήματα μέ τούς ὀσφυϊκούς δίσκους, τά ὀστά, τίς ἀρθρώσεις, ὁ προγραμματισμός περιουσιακῆς καταστάσεως καί τά τοιαῦτα κυριαρχοῦν στίς συζητήσεις τους.

Σέ κάποιο σημεῖο τοῦ δρόμου, πού ἐξελήφθη ὡς ἀσφαλής ζώνη, ὁ Κυρίαρχος βγαίνει ἀπό τό αὐτοκίνητο γιά βενζίνη καί ἐκτίθεται σέ τοξική βροχή γιά δυόμισι λεπτά. Ὅταν ἐπικοινωνεῖ μέ κάποιον κυβερνητικό ἀξιωματοῦχο γιά νά ρωτήσει ἄν πρόκειται νά πεθάνει, τοῦ λένε ὅτι ὁ τέως Βασιλεύς Κωνσταντῖνος θά ζήσει στό σύστημά του γιά τά ἐπόμενα εἴκοσι χρόνια. Ἡ συνέχεια στίς συζητήσεις ἄρχισε νά περιστρέφεται στό ποιός ἀπό τούς ἐπιβάτες θά πεθάνει πρῶτος. Εἶναι τά ἀνθρώπινα ὄντα θνητά, ὅπως ὑποθέτουν ἐμφατικά τά Ὁμηρικά ἔπη, ἤ ἔχουμε τή δυνατότητα νά ἐπιτύχουμε τήν ἀθανασία, ὅπως συχνά ὑποστηρίζει ὁ Πλάτωνας; Δέν ὑπάρχει ἀδικία πιό τρομακτική ἀπό τήν ἀνισότητα τοῦ προσδόκιμου ζωῆς. Μιά μορφή διάκρισης κατά τήν ὁποῖα χρόνια, μερικές φορές δεκαετίες, κλέβονται ἀπό τούς πολλούς καί δίδονται σέ λίγους καί ἐκλεκτούς, μέ βάση ἀποκλειστικά τόν πλοῦτο καί τήν κοινωνική τους τάξη. Ἡ πιό σημαντική μορφή “κοινωνικῆς ἀπόστασης” εἶναι ἡ χρονική ἀπόσταση τοῦ θανάτου μεταξύ τῶν εὐκατάστατων καί τῶν ἐνδεῶν, μεταξύ ἐκείνων πού μποροῦν νά ξεφύγουν ἀπό τίς χειρότερες ἐπιπτώσεις τῆς ἀγχωτικῆς ζωῆς καί ἐκείνων τῶν ὁποίων ἡ ζωή συντομεύεται ἀπό αὐτές.

Ἡ Χριστίνα ἐπιμένει πώς πρέπει κανείς νά στέκεται στίς μικρές στιγμές, νά ἀφουγκρἀζεται τίς “ἄσκοπες μέρες” καί μέ τήν διαλείπουσα φωνή της προτρέπει: “Μή ζήσετε τήν ὑπόλοιπη ζωή σας βασισμένοι σ’ ἕνα προδιαγεγραμμένο σχέδιο. Ἡ κατάληξη ὅλων τῶν σεναρίων εἶναι ὁ θάνατος. Δέν ἔχει σημασία πόσο σᾶς ἀρέσει νά βγάζετε ἔξω τά σκουπίδια, νά ἀπολαμβάνετε τίς μπάμιες μπάρμπα-Στάθης, τό κοτόπουλο Μιμίκος, ἤ τόν ἀνάλαφρο τρόπο ζωῆς τῶν ἄλλων.”

Ὁ Κυρίαρχος αἰσθάνεται ὅτι, στά πενήντα, ἡ ζωή του δέν ἔχει ἀκόμη ξεκινήσει. Τό δίλημμα γι’ αὐτόν δέν εἶναι πλέον ποιός θά πεθάνει πρῶτος, ἀλλά πώς θά διαχειριστεῖ τίς ἀπειλές γιά τό νέο του ἀγαπημένο καί εὔθραυστο status quo. Ἡ Μάρθα προσπαθώντας νά τόν ἐμψυχώσει τόν λέει πώς δέν εἶναι πλέον ἀνάγκη νά μάχεται γιά τήν ἐπιτυχία δίνοντας βάση στά πρότυπα τῶν ἄλλων. Μπορεῖ νά κρατήσει τίς ἰδέες του, τή δική του φιλοσοφία, δέν θά χρειάζεται πλέον νά παραθέτει ἐπιχειρήματα ἤ ἀποδείξεις πώς τά πράγματα δέν θά ἔπρεπε νά εἶναι ἔτσι. Τά ἰδανικά του πλέον δέν θά τοῦ ἐπιβάλονται ἀπό τόν πολιτισμό τῶν ἄλλων ἀλλά θά εἶναι πράγματα τά ὁποῖα ἔχει ὁ ἴδιος ἐπιλέξει. Θά μπορέσει νά ἐπιβάλει στήν κοινωνία διά νόμου νέα δεσμά στούς ἐνδεεῖς καί νά δώσει νέες ἐξουσίες στούς εὐκατάστατους φίλους του. Ὁ ἔξυπνος σφετερισμός θά καταστεῖ δικαίωμα καί θά λειτουργεῖ νόμιμα πρός ὄφελος λίγων φιλόδοξων ἀτόμων, πού θά ὑποβάλουν τούς ἐνδεεῖς σέ ἀέναη ἐργασία καί ἀθλιότητα. Ἐξάλου οἱ ἐπιστῆμες προοδεύουν, μέ ἄλλα λόγια, δέν κάνουν τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά ὀξύνουν τήν ἀνισότητα. Ἐξαθλίωση γιά τούς ἐνδεεῖς καί ἐξασφάλιση γιά τούς εὐκατάστατους. Πώς θά μποροῦσαν ὅλα αὐτά νά ἀποτύχουν νά ἐπιμηκύνουν τή ζωή τῶν κυρίαρχων καί νά συντομεύσουν ἐκείνη τῶν ὑπηκόων τους; Δέν ὑπάρχει κανένας λόγος ἀνησυχίας, ὅλα θά ἐξελιχθοῦν ὁμαλά.

Ὁ Κυρίαρχος μπορεῖ νά θέλει νά τά πιστέψει ὅλα αὐτά, ἀλλά φοβᾶται πώς ἡ κοινωνική σφαῖρα, παροῦσα σέ χιλιάδες λεπτομέρειες, θά τοῦ ἐπιβάλει ἕναν ὁρίζοντα ἐπιλογῆς, ἀκόμα κι ἄν αὐτός ὁ ὁρίζοντας εἶναι εὐρύτερος ἀπό ἐκεῖνον πού τοῦ ἐπέβαλε ἐπιλογές στό παρελθόν. Γνωρίζει πώς τό πρόσωπο τοῦ ἄνακτος εἶναι ἱερό καί ἀπαραβίαστο. Γνωρίζει πώς ὁ νόμος πού ἰσχύει γιά τούς κοινούς θνητούς δέν ἰσχύει γιά τούς μονάρχες, τοποθετώντας τους ἔτσι σέ μιά περιοχή ὅπου ὁ θάνατος παύει νά ἔχει ὁποιαδήποτε σημασία γι’αὐτούς. Ὡς ἀποτέλεσμα ὅμως ὁ ἄναξ, ἀποκλεισμένος ἀπό τήν ἀνθρώπινη κοινότητα, εἶναι μιά φιγούρα πού εἶναι τόσο ἀνθρώπινη ὅσο καί ἀπάνθρωπη.

Καθώς ὅλα αὐτά στριφογυρνοῦν στό μυαλό του ὁ Κυρίαρχος ἀντιλαμβάνεται ὅτι ὁ θάνατός του ἀποτελεῖ “εἰλημένη δικαστική ἀπόφαση”. Διαπιστώνει πώς οἱ κυβερνητικοί ἀξιωματοῦχοι στήν προσπάθειά τους νά ἐπιμηκύνουν τήν ζωή τοῦ ἄνακτος στήν οὐσία ἐπιμηκύνουν τόν θάνατό του διά μέσου τοῦ συστήματος τοῦ Κυρίαρχου. Μέ τό ἴδιο τρόπο πού οἱ κυρίαρχοι τοῦ Κόσμου προσπαθοῦν νά ἐπιτύχουν τήν ἀθανασία μέσω κρυοσυντήρησης, καί ἐπιθυμοῦν νά παγώσουν τά σώματά τους ὅταν πεθάνουν μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἀνάνηψης καί τῆς ἀνάπτυξης τῆς τεχνολογίας πού θά τούς ἐπιτρέπει νά κατεβάζουν τόν ἐγκέφαλό τους σέ ἕνα σκληρό δίσκο ὤστε νά μετενσαρκώνονται μέ ὅλη τή μνήμη τους ἄθικτη, ἔτσι τό σύστημα τοῦ Κυρίαρχου θά χρησιμοποιηθεῖ γιά τήν ἐπιμήκυνση τοῦ θανάτου τοῦ ἄνακτος. Ἐκείνη τή στιγμή ξυπνᾶ ἀναστατωμένος καί κάθιδρως καί ἀσθμαίνων ξεφωνίζει:

“Δέν ὑπάρχει τάφος στόν ὁποῖο θά βυθιστῶ”

Καθώς ἡ Μάρθα σφούγγιζε τόν ἰδρῶτα ἀπό τό πρόσωπό του, ὁ Κυρίαρχος συνειδητοποίησε πώς εἶχε ἀφομοιώσει τά πρῶτα μαθήματα τῆς ἐξουσίας. Στό ἐξῆς ἡ ἀποτυχία τῆς ἐπενδυτικῆς βαθμίδος θά μποροῦσε νά ἀποδίδεται στό ἀτυχές γεγονός τῆς ἔκθεσης στήν τοξική βροχή καί κατ' ἐπέκταση στήν μοναρχία.