Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2019

Ἐργασία

Ὅλα αὐτά τά χρόνια εἶναι μᾶλλον ἡ ἀνοησία πού ὑπερισχύει τῆς νοήσεως παρά ἡ ἀδικία πού ὑπερισχύει τοῦ δικαίου. Θά μποροῦσε κανείς νά θεωρήσει πώς στήν ἀνθρωπότητα ἐδόθη ἡ νοημοσύνη προκειμένου νά ὁρκίζεται ἐπ’ ἄπειρον στήν ἀνοησία. Τό μόνο πού πέτυχαν οἱ εὐφυέστεροι ἄνθρωποι ἦταν νά ἐπιδείξουν κάποια στοιχεῖα ἐξαιρετικά ἰδιαίτερης νοημοσύνης. Οἱ προσπάθειές τους ἀργότερα, κρίθηκαν ἀκριβῶς ὅπως οἱ ἴδιοι ἔκριναν τίς προσπάθειες τῶν προκατόχων τους. Στό τέλος στήν καλύτερη τῶν περιπτώσεων τό θέμα περιορίστηκε στήν πρόσθεση ἑνός ὀνόματος στόν κατάλογο τιμῶν καί διακρίσεων, στήν διανομή βραβείων πού ἐπιδεικνύουν ἀκατάπαυστη ἐπιμονή στήν διαίρεση παρά στήν σύνθεση.

Προκειμένου νά μπορεῖ κανείς νά ζήσει, προκειμένου νά μπορεῖ νά ὑπάρξει, ἡ ἐργασία εἶναι ἀπαραίτητη. Ὅμως τό ὅτι ἡ διαβίωση δέν εἶναι δυνατή παρά μόνον μέ τό πρόσχημα τῆς ἐργασίας εἶναι μιά παραπλανητική ἀποδοχή. Ἡ ἐργασία μᾶς ἐξαντλεῖ καί ἀναζητοῦμε μέ δίψα τήν ἀνάπαυση. Πρέπει νά παράγουμε καί ἡ ἀνάπαυση δικαιολογεῖται μόνον ὅταν αὐτό πού ἔχει παραχθεῖ εἶναι σέ μιά ἱκανοποιητική ποσότητα. Ἀναπαυόμαστε γιά νά συσσωρεύσουμε νέες δυνάμεις πού θά μᾶς βοηθήσουν νά αὐξήσουμε στό μέλλον τήν παραγωγή μας. Ἀντιθέτως ἡ ἀνάπαυσις ἀποσυνδεδεμένη ἀπό τό αἴσθημα τῆς αὔξησης τῆς παραγωγῆς, δημιουργεῖ συναισθήματα ἀφόρητης ἐνοχῆς καί ἐγκατάλειψης. Ἔτσι διαιωνίζεται ἡ ὑποδούλωσή μας στό πλαίσιο μιᾶς οἰκονομίας σπάταλης ὑπερβολῆς.

Στήν τρέχουσα παγκόσμια τάξη πραγμάτων ὅπου τό προϊόν τῆς ἐργασίας ἀδυνατεῖ νά ἐνταχθεῖ στήν οἰκονομία τῆς χρησιμότητος, παρά τό γεγονός ὅτι ἡ χρησιμότητά της ὑπονοεῖται ὡς ἀναγκαιότης γιά τήν ὕπαρξή μας, ὑπάρχει μιά ὁλίσθηση πρός τήν ζωϊκή κατάσταση. Ἡ διαφορά εἶναι πώς στό ζωϊκό βασίλειο ἡ ἐργασία στερεῖται σχέσεων κυριαρχίας. Οἱ κοινωνίες τῶν ἀνθρώπων διαχωρίζονται σέ ἐπιμέρους ὁμάδες μέ κύριο σημεῖο κατηγοριοποίησης τή χρησιμότητα τοῦ ἔργου πού παράγουν γιά τήν κυρίαρχη τάξη. Ὁ ἄνθρωπος μέ τήν ἐργασία του παρέχει τό προνόμιο στήν κυρίαρχη τάξη νά καθορίζει αὐτό πού εἶναι χρήσιμο καί αὐτό πού εἶναι ἄχρηστο. Ἔτσι μέ τήν ἐργασία του ὁ ἐργαζόμενος ὑποδουλώνει τόν ἐαυτό του στίς ἔννοιες τῆς χρησιμότητας καί τῆς ἀχρηστίας. Ἡ ἀποδοχή αὐτῆς τῆς ἀλήθειας ὅμως θά ἐρχόταν σέ ἀντίθεση μέ τόν σκοπό τῆς ἐργασίας ὅπως αὐτή ὁρίζεται ἀπό τήν κυρίαρχη τάξη ἀλλά καί μέ τόν μετασχηματισμό τοῦ προϊόντος της σέ ἄχρηστη ὑπερβολή. Σ’αὐτή τή μυστική συμφωνία ὁ ἀκούσιος σκλάβος -ὄχι ὁ νοήμων ἐργάτης- διατηρεῖται σέ κατάσταση ἀέναης δουλείας.  

Δέν εἴμαστε σέ θέση νἀ σεβόμαστε ὁτιδήποτε φέρει σημάδια ὑποταγῆς. Ὡστόσο, στό σύνολό του, ὁ κόσμος ἀπό τόν ὁποῖο προερχόμαστε, ἀπό τόν ὁποῖο γινόμαστε αὐτό πού εἴμαστε, ζεῖ σε μιά κατάσταση ἀτέρμονης ὑποταγῆς. Αὐτή μας ἡ καταγωγή δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά ἀφήσουμε τή σκέψη καί τά συναισθήματά μας νά μᾶς καθοδηγήσουν σέ αὐτόνομες κρίσεις καί ὑπαγορεύει τήν ὑποταγή μας στήν ἀνοησία. Ἡ αὐτόνομη σκέψη καί ἡ δημιουργικότητα ἐκλαμβάνονται ὡς ἀνυπακοή.

Ἡ ποίηση εἶναι ἐργασία. Ἡ ποίηση καί τό κάπνισμα δέν ἀνήκουν στήν ἄχρηστη κατανάλωση ἤ στίς “μή παραγωγικές δαπάνες”. Ἡ ἀντικαπνιστική νομοθεσία βοηθᾶ τήν ἐξέλιξη χαζοχαρούμενων καί ὄχι χαρούμενων πολιτῶν. Ἡ ποίηση δέν μπορεῖ ἀποτελεσματικά νά ἀποικοδομήσει τό ψέμα. Ἡ ποίηση δέν πιστοποιεῖ οὔτε τό ὁρατό οὔτε τό ἀληθές. Ἡ ποίηση ἀνατρέπει τήν τάξη στήν ὁποία εἴμαστε ἐσώκλειστοι, εἶναι ὁ τραγικός μας σύμμαχος, μᾶς φέρνει κοντύτερα στόν ἔνδοξο θάνατο, ἄς ἀφεθοῦμε στό παραλήρημά της. Καπνίστε...