Ἡ νεαρὴ κυρία ἐπιθεωρεῖ ἀπεγνωσμένα
τὸ κινητό της καὶ ὅταν διαπιστώνει πὼς δὲν ὑπάρχουν πρόσφατα μηνύματα, κάνει
μία γκριμάτσα δυσαρέσκειας, θυμωμένη μὲ τὸν ἑαυτό της, καὶ τὸ πετὰ στὴν
πολυθρόνα δίπλα της. Οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις τῆς ἀποστραγγίζουν τὸν ἐλεύθερο
χρόνο της. Ἂν διαθέσει χρόνο γιὰ ἄσκοπες συνομιλίες θὰ τὸν χάσει ἀπὸ τὸν ἑαυτό
της, ἀπὸ τὶς διακοπές της, τὴ γυμναστική της, τὶς σπουδές της. Ἔτσι τίποτα δὲ
μπορεῖ νὰ τὴν ἁπαλύνει τὴ μοναξιά της.
Ὁ φόβος μὲ κατακυρίευσε ὅταν χθὲς τὸ πρωὶ ἡ Julie μὲ εἶπε πὼς ἕνας φίλος της ὁμολόγησε πὼς δὲν ὑπάρχει τίποτα πού θὰ μποροῦσε νὰ τὸν διατηρήσει στὴ ζωή, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ παραισθησιογόνα καὶ τὴ σχέση τους. Τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον. Λίγα ἀπομείνανε, συνεχῶς μαχόμαστε νὰ δημιουργήσουμε νέες βεβαιότητες.














