Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

Κώστας Σημίτης ὡς ὁ μέγιστος τῶν λαϊκιστῶν



Ἡ ἀρνητική κριτική κατά τῶν λεγομένων «εὐρωπαϊκῶν» ἀξιῶν, τό ἐνδεχόμενο ἀποχώρησης ἀπό τήν ἴδια τήν ΕΕ, ἡ συζήτηση καί μόνον γιά καθιέρωση ἐθνικοῦ νομίσματος,  ὅλα αὐτά εἶναι ἐπαρκεῖς λόγοι, ἄν κρίνουμε ἀπό τόν πρόσφατο ἀντιπολιτευτικό λόγο τοῦ κ. Μητσοτάκη, ἀλλά κυρίως ἀπό τόν ὀρυμαγδό ἁπάντων τῶν τηλεοπτικῶν δελτίων, κυβερνητικῶν καί μή, γιά νά χαρακτηρισθεῖ ὁ προβληματιζόμενος πολίτης,  πόσῳ  μᾶλλον ὁ φανατικός ὑποστηρικτής τέτοιων θέσεων, ὡς λαϊκιστής. Ἀνάλογη ἰσοπέδωση ἰσχύει – μέ τίς εὐλογίες τῶν εὐρωπαϊκῶν ἀρχῶν  - γιά ὅσους  στέκονται κριτικά ἕως ἀρνητικά ἀπέναντι στήν προπαγάνδα τῶν «ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων». Δηλαδή ἀρκεῖ νά ἐκφρασθεῖ  μιά ἀντίθετη πρός τό κρατοῦν σύστημα ἄποψη ὥστε νά ἀπαξιωθεῖ στό ἄψε σβῆσε καί  πρός δόξαν τῆς δημοκρατίας, χαρακτηριζόμενη μέ περισσή εὐκολία ὡς λαϊκιστική. Πρόκειται ὅμως ὄντως περί τοῦ λαϊκισμοῦ ὡς ἐχθροῦ τῆς δημοκρατίας;

Ἡ δημαγωγία, ὅπως καί ὁ λαϊκισμός, περισσότερο ἀπό ὅλα τά πολιτικά συστήματα εἶναι σύμφυτη μέ τήν κοινοβουλευτική δημοκρατία δι’ ἀντιπροσώπου. Ὡς κοινοβουλευτικοί καί ὁ δημαγωγός καί ὁ λαϊκιστής δέν εἶναι οὔτε ἀπατεῶνες οὔτε προδότες.  Τό πολύ πολύ νά εἶναι ἀποτελεσματικοί ἤ ἀναποτελεσματικοί διαχειριστές μιᾶς δεδομένης κατάστασης. Ἀπό τήν στιγμή πού ὅλες οἱ μεγάλες κοινωνικές ἐπαναστάσεις ἀναπόφευκτα καταλήγουν σέ μια σχετική συντηρητικοποίηση, οἱ ὑποσχέσεις καί ἡ ἀθέτησή τους, ἡ κολακεία τοῦ λαϊκοῦ αἰσθήματος δέν εἶναι ἐξαπάτηση, ἀλλά ἀποτελεῖ τόν πλέον φυσιολογικό τρόπο ἀνόδου στήν ἐξουσία καί ἀπόκτησης τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας. Ὅποιος μέμφεται τόν λαϊκισμό ὀφείλει πρῶτα νά μεμφθεῖ τόν κοινοβουλευτισμό.
Στούς ἀδαεῖς ἤ  κουτοπόνηρους πού ἐξανίστανται κατά τοῦ λαϊκισμοῦ, ἀπαντοῦμε ὅτι ἄν αὐτός πού λέει ψέμματα θέλει  κρέμασμα ἀπό τήν γλῶσσα, τότε αὐτός πού τόν ἀκούει θέλει κρέμασμα ἀπό τά αὐτιά. Καί ὅμως,  βλέπω τούς διαμαρτυρόμενους θιασῶτες τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ νά ἔχουν μιά χαρά τά αὐτιά τους στήν θέση τους, ἐνῷ τήν ἴδια στιγμή μέμφονται τήν γλῶσσα τῶν ἐκλεγμένων πολιτικῶν.
Ἐξαπάτηση καί ὑποκρισία εἶναι οἱ ὑποσχέσεις πού ἐντός τους ἐμπεριέχουν τήν ἄρνηση τῆς ὑπόσχεσης. Π.χ. ἡ «ἀξιολογήση» στό Δημόσιο ὅταν ἑξαγγέλεται ὡς πρόσχημα γιά ἁπλή ἐξεύρεση οἰκονομικῶν πόρων, ἤ ὅταν εὐαγγελίζεσαι ἕνα «λειτουργικό» δημόσιο σέ ρόλο κομπάρσου ἔναντι τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Ἐξαπάτηση καί λαϊκισμός εἶναι ἡ εἴσοδος στό εὐρώ, μέ ἀπώτερο στόχο νά καταφέρεις νά πάρεις δάνεια σέ σκληρό νόμισμα τήν στιγμή πού παραγωγικά εἶσαι σάν χώρα, καί κοινωνία ἀνίκανος νά τό ὑποστηρίξεις. Ἐξαπάτηση εἶναι ἡ προβολή τοῦ καταναλωτισμοῦ ὡς τρόπου ζωῆς ὅταν δέν μπορεῖς νά παράγεις παρά μόνο μανταλάκια.
Ἰσχυρίζομαι δηλαδή ὅτι ὁ Κώστας Σημίτης ὑπῆρξε ἀπείρως πιό δημαγωγός ἀπό τόν Ἀνδρέα Παπανδρέου,  ὅπως καί ὁ ἐπερχόμενος Κυριάκος Μητσοτάκης ἀπείρως πιό δημαγωγός ἀπό τόν Ἀλέξη Τσίπρα. Ὄχι λόγῳ ὑποσχέσεων πού δέν τηρήθηκαν ἤ δέν θά τηρηθοῦν, ὄχι λόγω κολακείας ἤ μή τοῦ λαϊκοῦ αἰσθήματος. Ὄχι διότι δέν ἐπραγματοποίησε τίς ὑποσχέσεις του ὁ Κώστας Σημίτης, ἀλλά διότι ἀποδόμησε καί διαστρέβλωσε τίς γνήσιες λαϊκές ἐπιθυμίες, ὅποιες καί ἄν ἦταν αὐτές ὅπως καί ἄν ἐξεφράζοντο, βάζοντας στήν θέση τους πολύχρωμες φοῦσκες. Καί αὐτές τίς φοῦσκες ἀφοῦ τίς ἐδημιούργησε κατόπιν τίς ἐκολάκευσε ὡς λαϊκή ἐπιθυμία. Ἁπτό παράδειγμα εἶναι ἡ διοργάνωση τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων τοῦ 2004 καί ἡ ἀναγορευσή τους, μέσῳ τῆς προπαγάνδας  τῶν ΜΜΕ, σέ λαϊκό ὅραμα.
Ὁ Ἀνδρέας Παπανδρέου ἀντίθετα, πέραν ἀπό καθαρός λαϊκιστής, ὑπῆρξε ὁ εἰλικρινέστερος καί δημοκρατικώτερος τῶν νεοελλήνων πολιτικῶν ἀφοῦ ἡ οὐσία τῆς πολιτικῆς του ἦταν « κάνετε ὅτι θέλετε ἀρκεῖ νά μέ ψηφίζετε». Προτίμησε πολύ ἁπλά νά διαχυθεῖ στήν ἀτμόσφαιρα ὅλη ἡ πολιτική καί κοινωνική ἀποφορά τοῦ νεοέλληνα, ὡς ἀναγκαῖο κακό καί πρῶτο βῆμα γιά τόν μετασχηματισμό του. Ἐγνώριζε πολύ καλά προφανῶς, ὡς πνευματικά ἀνώτερος τοῦ διαδόχου του Κώστα Σημίτη, ὅτι μέ ὅση ζάχαρη καί νά πασπαλίσεις τά σκατά, λουκουμάδες δέν πρόκειται μέ τίποτε νά φτιάξεις. Ὁ Κώστας Σημίτης κατέφυγε στήν χρήση τῆς λουκουμόσκονης τοῦ εὐρώ, τῶν ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, καί στό ἐκσυγχρονιστικό μπλοκάκι. Ὁ Κυριάκος Μητσοτάκης, ὡς καρικατούρα τοῦ πολιτικοῦ νάνου Σημίτη ( δηλαδή ὡς ἕνας πολιτικός νάνος εἰς τό τετράγωνο ), μασκαρεύει τόν ντεμέκ ἀναπτυξιακό ἐκσυγχρονισμό τοῦ Σημίτη, τόν ξαναζεσταίνει, καί τόν σερβίρει ὡς «πατριωτισμό τῆς ἀλήθειας»….
Πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως, ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά νά χρησιμοποιοῦμε τόν ὅρο «λαϊκισμός» εἶναι νά κατανοήσουμε τί σημαίνει ἡ λέξη. Σέ πεῖσμα τὼν ἀργυρώνητων δημοσιογραφικῶν γραφίδων, σέ πεῖσμα καλοπροαίρετων λαϊκιστῶν ὅπως ὁ Ἀνδρέας Παπανδρέου καί ὁ Ἀλέξης Τσίπρας καί κυρίως σέ πεῖσμα τῶν κακοπροαίρετων καί ὑστερόβουλων, ὅπως οἱ σχολές Σημίτη καί Μητσοτάκη, προτείνουμε τό παρακάτω ἄρθρο τοῦ Εὐαγγέλου Λεμπέση, δημοσιευμένου τό 1930 στό περιοδικό ΕΡΓΑΣΙΑ. Προσωπικά ἡ ἀνάγνωσή του μοῦ ἐπιβεβαίωσε,  ὅτι μέχρι νά δραστηριοποιηθεῖ ἡ νεοελληνική διανόηση, ὁ λαϊκισμός εἶναι ἐν Ἑλλάδι ἀναπότρεπτος, ὄχι τόσο λόγῳ ἑνός κοινοβουλευτικοῦ συστήματος μέ χαρακτηριστικά παράγκας. Ἀλλά για ἕναν βαθύτερο λόγο εἶναι καταδικασμένος νά τσοντάρει στά ἰδεολογικά πασαλείματα φιλελευθερισμοῦ, φασισμοῦ καί κομμουνισμοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἀπουσία κοινωνικῶν τάξεων, καί τό κουκούλωμα της πίσω ἀπό τήν ἀνύπαρκτη ἔννοια νεοελληνικός «λαός» ἀντί τῆς ὀρθῆς «ὄχλος», μᾶς ἐμποδίζει νά ἔχουμε ἕναν λαϊκισμό τῆς προκοπῆς…
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΑΓΩΓΙΑΣ
( Εὐάγγελος Λεμπέσης 15/3/1930, περιοδικό ΕΡΓΑΣΙΑ )

Τεραστίαν ἔκτασιν κατέλαβεν ἡ ἐπ’ ἐσχάτων περί δημαγωγίας συζήτησις, καί τοῦτο ὄχι βέβαια ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἄλλων σοβαρῶν ζητημάτων. Ἡ δημαγωγία, παρουσιασθεῖσα τελευταίως τόσον ἐντόνως, κατώρθωσε ν ἀναγνωρισθῆ ὡς σπουδαῖος παράγων ἱκανός νά βαυκαλίση τόν λαόν μέ μίαν ὑπέρμετρον αἰσιοδοξίαν, ὡς ἰσχυρίζονται οἱ μέν, ἤ νά ἐξουδετερώση εἰς τήν συνείδησιν τοῦ λαοῦ τά ἀποτελεσματικώτερα ὑπέρ αὐτοῦ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἰσχυρίζονται οἱ ἄλλοι. Μία μόνον «λεπτομέρεια» διέφυγε τούς συζητοῦντας: τό τί ἐστι δημαγωγία.
Εἰς τήν Ἑλλάδα, τό νά γνωρίζη κάνεις περί τίνος συζητεῖ, προτοῦ ἀρχίση τήν συζήτησιν, θεωρεῖται ὡς πολυτέλεια καί μεταφυσική. Ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες — καθώς τουλάχιστον διαβάζομεν εἰς τάς ἐφημερίδας— εἴμεθα λαός ὀξύνους, μέ διάνοιαν διαυγῆ καί διά τοῦτο μόνον ὅταν σκοτισθῆ ἡ διάνοιά μας, ὅταν παραπαίωμεν μέσα εἰς λέξεις, τῶν ὁποίων ἡ σημασία ἔχει ἐξατμισθῆ, τότε μόνον ἀρχίζομεν, ὄχι βέβαια ν ἀναζητοῦμεν τήν ἔννοιαν τῶν λέξεων, πράγμα κοπιῶδες, ἀλλά νά δυσπιστοῦμεν πρός πᾶσαν σκέψιν καί, χρησιμοποιοῦντες καί τήν φιλοσοφίαν τοῦ... Μάξ Νορδάου, νά ἐξυψούμεθα, (βαθύτατοι ἡμεῖς φιλόσοφοι), ὑπέρ τά ἐγκόσμια ἐν γένει, ἀρχίζοντες ἀπό τήν ἐπίθεσιν κατά τῆς Ἐπιστήμης καί τελειώνοντες εἰς τήν μοιρολατρείαν. Οὕτως ἐπιτελοῦμεν τό ἐκπληκτικόν διά τούς «μεταφυσικούς» λαούς τῆς Εὐρώπης κατόρθωμα, νά εὑρισκώμεθα πάντοτε ἐκτός τοῦ ζητήματος, τό ὁποῖον ἀκριβῶς συζητοῦμεν.
Ἀλλά τό θαυμαστόν ὄντως νεοελληνικόν δόγμα «ἄλλο ἡ θεωρία καί ἄλλο ἤ πράξις»(!), τό ὁποῖον μᾶς ἄγει εἰς ἄλλου εἴδους μεταφυσικήν, τήν ἀνωτέρω, ἔχει τεραστίαν πρακτικήν σημασίαν, ὅταν τήν « φιλοσοφικήν ἐξύψωσίν μας ὑπέρ τά ἐγκόσμια», (ὁ Ἕλλην ἐκφράζεται πάντοτε μέ ἠχηράς λέξεις, προκειμένου νά δικαιολογήση λ. χ. τήν νωθρότητά του), δηλαδὴ τήν μοιρολατρείαν, τήν πληρώνωμεν...
α) Ἀφ ἧς λοιπόν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κατέλαβε τήν ἀρχήν, μερίς τοῦ δῆθεν κυβερνητικοῦ (μᾶλλον, βενιζελικοῦ) τύπου ἠκολούθησε μίαν τακτικήν, ἡ ὁποία συνί- στατο εἰς τοῦτο: Ἐπετίθετο συστηματικῶς κατά τῆς Κυβερνήσεως, διαστρέφουσα ἐναντίον της καί ἐκεῖνα τά γεγονότα, πού ἦσαν προφανῶς εἰς τό ἐνεργητικόν της. Αἱ ἐπιθέσεις της κατηυθύνοντο μόνον κατά τῶν ὑπουργῶν, οὐδέποτε δέ κατά τοῦ πρωθυπουργοῦ καί ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος. (Διά τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ μερίς αὔτη τοῦ τύπου ἦτο βενιζελικὴ καί οὐχί κυβερνητική — μία ἀντίφασις, ὡς θά ἴδωμεν κατωτέρω, χαρακτηριστικὴ διά μίαν «μαζώδη» κοινωνίαν). Ἡ τακτικὴ αὕτη ἐχαρακτηρίσθη ὡς δημαγωγική.
β) Ἡ προσκείμενη πρός τήν Κυβέρνησιν μερίς τοῦ τύπου, ἐκτός ἀξιολόγων τινῶν ἐξαιρέσεων, ἠκολούθει τήν ἑξῆς τακτικήν: 1) Ὑπεστήριζε πάσας ἀνεξαιρέτως τάς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδή τοῦ κόμματος. 2) Ὑπεστήριζε τό κόμμα, πάλιν χάριν τοῦ ἀρχηγοῦ. Τό ὅτι ὑπεστἠριζε καί ἕκαστον ὑπουργόν ἰδιαιτέρως, δέν δημιουργεῖ καμμίαν διαφοράν, διότι τό ὅλον κυβερνητικόν καί κομματικόν συγκρότημα ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικῶς ἐκ τοῦ ἀρχηγοῦ. Δέν εἶναι ἑπομένως ὀρθὴ ἡ ἄποψις, ὅτι ἡ πρώτη, ὡς ἄνω, κατηγορία τοῦ τύπου δέν εἶναι «ἐντός τοῦ πλαισίου τοῦ κόμματος», διότι ἐπιτίθεται ἐναντίον τῶν Φιλελευθέρων ὑπουργῶν. Ἡ πρώτη μερίς τοῦ βενιζελικοῦ τύπου ἐπετίθετο μόνον κατά τῶν ὑπουργῶν (καί ὄχι καί κατά τοῦ ἀρχηγοῦ) πρός χάριν τοῦ τελευταίου τούτου. Ἡ δευτέρα ὑπεστήριζε μαζί μέ τόν ἀρχηγόν καί τούς ὑπουργους, πάλιν πρός χάριν τοῦ ἀρχηγοῦ. Καί ἐάν δέ δεχθῶμεν τάς προσωπικάς σχέσεις τῶν ὑπουργῶν χωριστά πρός τήν μερίδα ταύτην τοῦ τύπου, καί πάλιν τό ζήτημα δέν ἔχει δι ἡμᾶς σημασίαν, διότι δέν πρόκειται νά ἐξετάσωμεν προσωπικάς εὐθύνας. Ὁπωσδήποτε καί ἡ τακτικὴ αὕτη ἐχαρακτηρίσθη ὡς δημαγωγική.
Αἱ δύο αὕται κατηγορίαι ἔχουν δύο κοινά χαρακτηριστικά: Πρῶτον ὅτι ἐπιτίθενται ἤ ὑποστηρίζουν μονομερῶς. Καί δεύτερον ὅτι ὀχυροῦνται ἀμφότεραι ὄπισθεν τοῦ ἀρχηγοῦ. Οὕτως ἔχομεν δύο ἔννοιας δημαγωγίας, ἐφαρμοζόμενας καί εἰς τάς δύο συγχρόνως κατηγορίας. Τοῦτο δέν ἐμποδίζει τήν μίαν μερίδα ν’ ἀποκαλῆ τήν ἄλλην δημαγωγόν, νά ἔχη δηλαδὴ μίαν ἰδικήν της ἔννοιαν δημαγωγίας, ἔννοιαν ἐπίσης δημαγωγικήν. Διότι δέν ἔχει ἰδικήν της ἔννοιαν, παρά ἐκτοξεύει μόνον τήν λέξιν, ὄπισθεν τῆς ὁποίας δῆθεν κρύπτεται μία ἔννοια. Διότι αἱ δύο ἀνωτέρω ἔννοιαι τῆς δημαγωγίας εἶναι καί εἰς τάς δύο κατηγορίας κοινά χαρακτηριστικά, παρ ὅλον ὅτι αὐτό ἀκριβῶς ἀρνοῦνται ἀμφότεραι ν’ ἀναγνωρίσουν. Οὕτω μέ τάς διαφόρους ἀσυμφωνίας, διαφωνίας καί παραφωνίας, παρά τήν ἔννοιαν τῆς δημαγωγίας, ὁ λαός δέν γνωρίζει ἀκόμη τί ἔστι δημαγωγία καί ποῖοι οἱ δημαγωγοί, ἀρχίζει δέ ἴσως, κουρασθείς, νά « ἐξυψοῦται ὑπέρ τα ἐγκόσμια,..».
γ) Εἰς ταῦτα προσετέθη τέλος, ὡς ἦτο ἑπόμενον, καί ἡ μέθοδος τῆς διαφωνοσυμφωνίας, ἀρθεῖσα εἰς ὕψη δημοσιογραφικῆς φρασεολογίας καί ὡς γνωστόν ἀείποτε ἑλληνική. Ἡ μέθοδος αὕτη συνίσταται ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει εἰς μίαν πρωτότυπον, νεοελληνικήν, ἐκδοχήν τῆς διαλεκτικῆς: εἰς τό νά διαφωνῆ κανείς μέ τά ἀποτελέσματα, ἀλλά νά συμφωνῆ μέ τά αἴτια τῶν ἀποτελεσμάτων! Καί ἡ μέθοδος αὕτη δέν διανοίγει μόνον νέους ὁρίζοντας εἰς τήν λογικήν, ὡς θά ἠδύνατο ὁ ἀφιλοσόφητος νοῦς νά ὑποθέση, ἀλλά καταργεῖ συγχρόνως καί τό χάσμα πού χωρίζει δύο γνωστάς εἰς τήν Κοινωνιολογίαν ἐννοίας, τήν Στατικήν καί τήν Δυναμικήν, αἵρουσα ἐπί τέλους τήν προαιωνίαν μεταξύ των ἀντίθεσιν...
Ἄλλ ἐάν ἀφήσωμεν πρός στιγμήν τάς ἀστειότητας, τό ζήτημα εἶναι πολύ βαθύτερον ἀπό τήν νεοελληνικήν λογικήν, εἶναι δέ θλιβερόν ὅτι οὐδείς νόμος μέχρι τοῦδε ἐφευρέθη (οἱ κοινωνικοί νόμοι δέν ἐφευρίσκονται, καί τοῦτο ἀγνοοῦν πάρα πολλοί ἐκ τῶν γραφόντων ἐν Ἑλλάδι), ὁ ὁποῖος ν’ ἀλλάξη τ’ ἀποτελέσματα, ἐνῷ τά αἴτια νά παραμένουν τά αὐτά. Θά ἠδύνατο ἴσως, ἐκ πρώτης ὄψεως, να θεωρηθῆ ὡς συνεπές, το ὅτι αὐτή ἡ τρἰτη κατηγορία τοῦ τύπου, πού χαρακτηρίζεται ἀπό τούς ἄλλους ὡς δημαγωγική, ἐπιτίθεται ὄχι μόνον κατά τῶν ὑπουργων ἀλλά καί κατά τοῦ πρωθυπουργοῦ, διατηροῦσα, καθ ὅ ἔχει δικαίωμα, τήν θέσιν της ἐντός τοῦ δημοκρατικοῦ πλαισίου. Θά ἠδύνατο νά θεωρηθῆ συνεπής, ὡς ἐπιτιθέμενη καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ προσωπικοῦ συστήματος πού διοικεῖ, ὡς λέγει, σήμερον τήν χώραν. Ἀλλά τοῦτο εἶναι ἔργον καθαρῶς ἀρνητικόν καί ἐάν ἀκόμη αἵρεται ὑπέρ τά πρόσωπα. Καί ἐάν βεβαίως οὐδείς δύναται νά ἰσχυρισθῆ ὅτι ἡ ἄρνησις αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν ἀποτελεῖ δημαγωγίαν, οὔχ ἧττον δημαγωγίαν ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς ἡ ἄνευ προγράμματος ἄρνησις, ἡ ὁποία δέν γνωρίζει, ἤ, φοβουμένη νά ἐξαγάγη τάς τελευταίας συνεπείας, ἀποσιωπᾶ αὐτάς, μέ τήν πρόθεσιν, ὅπως, μέσα εἰς τήν ἐπί τῆς ἐννοίας τῆς δημαγωγίας σύγχυσιν, «ψαρεύση» αὔριον «εἰς θολά νερά».
Ἡ τελευταία συνέπεια δηλαδὴ τοῦ ἀγῶνος κατά τοῦ προσωπικοῦ συστήματος καί ὑπέρ τῆς ἐπανορθώσεως τοῦ δι αὐτοῦ πληγέντος κοινοβουλευτισμοῦ θά ἦτο ἡ ἀξίωσις νά σχηματισθοῦν κόμματα ἀρχῶν, τουτέστι τάξεων. Ἀλλ’ ἡ ἀξίωσις αὕτη, ἄλλωστε τόσον εὐρείας φύσεως, δέν προβάλλεται. Καί δέν προβάλλεται διότι ὅλα τά κόμματα ἐν Ἐλλάδι εἶναι προσωπικά. Δέν τίθεται, διότι δέν κυμαίνεται μόνον ὁ κ. Βενιζέλος μεταξύ τῶν πλέον ἀντιθέτων καί τῶν πλέον ἀσυμβιβάστων κοινωνικῶν τάξεων, ἀλλά καί ὁ κ. Καφαντάρης. Δέν τίθεται ἡ ἀξίωσις νά δηλώσουν τά πολιτικά κόμματα ποίαν τάξιν ἐκπροσωποῦν καί νά παύσουν ἐπί τέλους νά ὁμιλοῦν περί τοῦ «λαοῦ» καί νά θέλουν νά εὐχαριστήσουν ὁλόκληρον τόν «λαόν», - καί τοῦτο διότι ὄχι μόνον ὁ κ. Βενιζέλος δέν ἐπιθυμεῖ ν’ ἀπαρνηθῆ ἑαυτόν, ἄλλ οὔτε καί ὁ κ. Καφαντάρης. Τί ἀπάντησις εἶναι λοιπόν δυνατόν νά δοθεῖ εἰς τό ἐρώτημα: Διατί διαμαρτύρεσθε κατά τῆς δημαγωγικῆς, ὡς λέγετε, μεθόδου τοῦ κ. Βενιζέλου, νά δίδη εἰς τόν λαόν ἀνεκπληρώτους ἐλπίδας, τήν στιγμήν πού σεῖς οἱ ἴδιοι ἀναγνωρίζετε τήν ἔννοιαν «λαός», διότι φοβεῖσθε νά εἴπετε: τάξεις; Ἐάν αἱ ἐλπίδες τάς ὁποίας δίδει ὁ κ. Βενιζέλος εἰς τόν «λαόν» εἶναι ἀνεκπλήρωτοι, καί ἄν ἀκόμη μάλιστα ἐκπληρωθοῦν, δέν θά τόν εὐχαριστήσουν ὁλόκληρον, διότι κάθε κοινωνική τάξις μόνον εἰς βάρος τῆς ἄλλης δύναται νά ἱκανοποιηθῆ, ταῦτα πάντα διότι ἀκριβῶς ἡ ἔννοια «λαός» εἶναι ἀνύπαρκτος. Πῶς λοιπόν σεῖς, οἱ πλέον ἀναρμόδιοι, ἐπιρρίπτετε εἰς τόν κ. Βενιζέλον δημαγωγίαν, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι πιστεύετε, ὅτι, ἔστω καί μέ ὀλιγωτέρας ὑποσχέσεις, δύναται πράγματι νά ἱκανοποιηθῆ ὁ «λαός», γνωρίζοντες ὅτι «λαός» εἶναι μόνον μία ὡρισμένη τάξις; Οἱ ἀγωνισταί, λοιπόν, κατά τῆς «δημαγωγίας» παρέβλεψαν, ὅτι ἡ πλέον δημαγωγικὴ ἀκριβῶς λέξις εἶναι ἡ λέξις «λαός», διά τόν ὁποῖον δῆθεν κόπτονται. Οἱ ἴδιοι ἀγωνισταί, ἤ οἱ πολιτικοί τούς ὁποίους θά ὑποστηρίξουν, θ’ ἀπευθυνθοῦν αὔριον εἰς τόν «λαόν», διά νά τοῦ ὑποσχεθοῦν μικρότερα, ἴσως, πράγματα, ἐνῷ ἀπολύτως τίποτε δέν ἠμπορεῖ νά γίνη, παρά πρός ὄφελος μιᾶς τάξεως καί μόνον εἰς βάρος τῆς ἄλλης, ὁμιλοῦντες πάντοτε περί τοῦ «λαοῦ», τόν ὁποῖον ὑπονοοῦν χωρίς τάξεις, παρομοιάζοντες αὐτόν καί τήν κοινωνίαν μέ τούς κατωτάτους, ἀδιαφοροποιήτους ὀργανισμούς, οἷον ὁ σκώληξ τῶν ζωολόγων. Οὕτω, ( καἰ βέβαια μόνον εἰς καθυστερημένας χωρας παρατηρεῖται γενικώτερα τό ἐκπληκτικόν αὐτό καθ’ ἑαυτό καί βαθύτερα δημαγωγικόν φαινόμενον), ὁμιλοῦν περί τοῦ «λαοῦ» ἄνευ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ, ἄνευ τάξεων, τόσον δημαγωγικῶς, ὅσον θά ἠδύνατο κανείς νά ὁμιλήση περί τοῦ ἄνευ ὡρισμένων καί διαφόρων μελῶν ἀνθρώπου, ἐνῷ εἶναι φανερόν, ὅτι ἤ ἔννοια «ἄνθρωπος», ὡς ἀνεξάρτητος καί ὑπέρ τά μέλη ταῦτα εἶναι τόσον ἀνύπαρκτος, ὅσον ὁ «λαός». Καί δέν θά ἐξετάσω βέβαια τήν πλάνην περί τῆς «κοινωνικῆς ἁρμονίας», ὅπως τήν ἐννοοῦν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἐνῷ ἡ «κοινωνικὴ ἁρμονία», ὑπάρχουσα βέβαια ἐν τῇ πράξει, μόνον διά τῆς ἐλευθέρας συγκρούσεως τῶν ταξικῶν συμφερόντων δύναται νά ἐπιτευχθῆ, κατ' οὐδένα λόγον δέ ἀσφαλῶς διά τῆς δημαγωγίας, ἡ ὁποία παρεμποδίζει τήν ἐκ τῆς ὀργανώσεως τῶν δυνάμεων μόνον ἀποκτώμενην «φρόνησιν», εἴτε κατά τούς συμβιβασμούς, εἴτε κατά τάς συγκρούσεις δρᾶ αὕτη. Διότι ἡ πεῖρα τῶν πολιτισμένων χωρῶν τοῦτο ἀκριβῶς ἀπέδειξεν: ὅτι ὅσον περισσότερον ὠργανωμέναι εἶναι αἱ δυνάμεις τῶν ἀντιπάλων στρατοπέδων, (εἴτε στρατιωτικῶν, εἴτε κοινωνικῶν), τόσον ἡ «φρόνησις» πρός ἀποφυγήν συγκρούσεων εἶναι ὡριμοτέρα, καί τόσον ὀλιγώτεραι εἶναι αἱ θυσίαι τῆς τυχόν ἀναποτρέπτου συγκρούσεως. Ἐνῷ εἰς χώρας μέ ἀνοργανώτους κοινωνικάς τάξεις, τόσον αἱ συγκρούσεις ἀποτελοῦν τάς μόνας λύσεις τῶν κοινωνικῶν ζητημάτων, ἐλλείψει ὀργανώσεως, τουτέστι τοῦ ὀργάνου τῆς φρονήσεως καί τῶν συμβιβασμῶν, καί τόσον περισσότερον καί συχνότερον ἐπαναλαμβάνονται αὗται, ἐπειδὴ ἀκριβῶς αἱ δυνάμεις τοῦ ἀνοργανώτου ἀντιπάλου εἶναι ἄγνωστοι. Ἀλλά τί νά εἴπη κανείς, ὅταν πολιτικός ἀνήρ φιλοδοξῶν νά ἀντιπροσωπεύση αὐστηρότερον τήν ἀστικήν τάξιν, καί φυσικά ὀπαδός τῆς ἐννοίας «λαός», ἐκλαμβάνη τόν τελευταῖον τοῦτον ὡς ὀργανισμόν μαλακίου καί ἐπιζητῆ νά λύση τό πρόβλημα τῶν κοινωνικῶν λειτουργιῶν δι’ ἐνέσεως ναρκωτικοῦ ἐπί τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, καί, ὡς εἰσηγητής «ἰδιωνύμου» νόμου, θέλει νά καταδικάση τό κόμμα τῆς ἐργατικῆς τάξεως εἰς ἀφάνειαν, ἀποκρύπτων οὕτω τήν πραγματικήν αὐτῆς δύναμιν ἀπό τά ὄμματα τῆς ἀντιπάλου ἀστικῆς τάξεως καί προσφέρων τοιουτοτρόπως εἰς αὕτην τήν χειρίστην ὑπηρεσίαν; Ἡ ἀστικὴ ὅμως τάξις θά ἱκανοποιεῖτο καί ἡ δημαγωγία θά «ἔπιανε»... Γιατί ὄχι; Μέ τήν ἐξαθλίωσιν τῆς ἐργατικῆς τάξεως, συστηματικῶς πλέον ἀσκούμενην παρά τῆς ἀστικῆς (ἐλλείψει καί πάσης πλέον πολιτικῆς ἀντιδράσεως), μέ τήν συνεπείᾳ ταύτης μείωσιν τῆς ἀποδοτικότητός της καί μέ τάς διαφόρους κρίσεις πού διατρέχει ἡ ἀναρχικὴ ἰδιωτικὴ μας οἰκονομία, καί συνεπῶς καί ἡ πολιτική, ἴσως μάθωμεν σύν τῷ χρόνῳ, φυσικά πάντοτε κατόπιν ἑορτῆς, ὅτι ὁ «λαός» δέν εἶναι ὀργανισμός μαλακίου, καί τί ἔστι ἐπί τέλους δημαγωγία, ποία ἡ ὀρθή ἔννοια αὐτῆς - ἡ μόνη καθαρά καί συγκεκριμένη: ἡ ἔννοια «λαός», καί ποῖοι τέλος οἱ δημαγωγοί: οἱ χρησιμοποιοῦντες ταύτην εἰς ὅλα τα κοινωνικά, οἰκονομικά καί πολιτικά ζητήματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου