"…Τὸ βιβλίο αὐτὸ εἶναι ἕνα ταξίδι καὶ μία βιογραφία,
Ὁ χῶρος εἶναι ὁ κόσμος πού ἀνοίγεται πέρα ἀπὸ τὸ Βόσπορο καὶ τὶς Συμπληγάδες- ὁ κόσμος τῆς Μαύρης θάλασσας- Ὁ ἥρωας ἀνήκει στὴν τελευταία γενιὰ τῶν Ἑλλήνων τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Γεννήθηκε τὸ 1899 σ’ ἕνα θρακικὸ χωριὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας- Οἱ περιπέτειες του ἀρχίζουν τὸ 14, μετὰ τοὺς Βαλκανικούς, ὅταν, μαθητὴς ἀκόμα, δίχως πατρίδα καὶ περιουσία, πῆγε στὴ Ρουμανία νὰ δουλέψει- Ὁ Πρῶτος Πόλεμος τὸν βρῆκε στὴν Κωνστάντζα. Ἔφυγε γιὰ τὸ Γαλάτσι. Τὸ μέτωπο ἔσπασε. Ἀπὸ τὸν Δούναβη βρέθηκε στὸν Δόν. Μπερντιάνσκα στὴν Ἀζοφική. Ξέσπασε ἢ Ὀκτωβριανὴ Ἔπανάσταση. Νοβορωσίσκ. Οἱ Λευκορῶσοι ὑποχωροῦν, οἱ Ἄγγλοι ἀποχωροῦν. Ἀπὸ τὸν Καύκασο βρέθηκε στὴν Πόλη λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Καταστροφή. Κωνστάντζα ὡς τὸ 44. Βουκουρέστι μετὰ τὸν Δεύτερο Πόλεμο. Ὥσπου, τὸ 1950, ἐγκαταλείποντας πιὰ τὴ Μαύρη Θάλασσα, ἔφτασε μὲ τὴ γυναίκα του καὶ δυὸ μικρὰ παιδιὰ στὸν ρουμάνο-προσφυγικὸ καταυλισμὸ τοῦ Λαυρίου. Ἡ μεταπολεμικὴ Ἑλλάδα: ἕνας νέος κι ἄγνωστος κόσμος. Στὰ πενήντα ἕνα του χρόνια, ὁ πολυταξιδεμένος μεγαλέμπορος, ἀρχίζει γιὰ ἕβδομη φορὰ τὴ ζωή του ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ἀγρότης στὸ Κορωπί.
Ἡ ἱστορία εἶναι πέρα γιὰ πέρα ἀληθινὴ καὶ βασίζεται στὴν αὐτοβιογραφία τοΰ Γιάνκου Δανιηλόπουλου…
…Γεννήθηκα στὴν Ἀθήνα, τὸ 1949. Ἀνήκω στὴ γενιὰ τῆς ἀναδίπλωσης μετὰ τὴν ἐπικράτηση τῶν κρατικῶν ἐθνικισμῶν καὶ τὸ κλείσιμο τῶν συνόρων. Στὴ γενιὰ πού στερήθηκε τὰ μεγάλα ταξίδια κι ἔχασε τὴ συνείδηση τῆς ἀπεραντοσύνης τοῦ παλιοῦ ἑλληνικοῦ ὁρίζοντα. Ἡ ἀντικατάστασή του ἀπὸ τὸ στεῖρο ἑλληνοκεντρισμό, ποὺ μᾶς φουσκώνει τὰ μυαλά, μὲ ἀπωθοῦσε πάντα. Ἢ βαθύτατη ἄγνοια κι ὁ ἀθεράπευτος νεοελληνικὸς ἐπαρχιωτισμὸς μὲ ἐξόργιζε. Ἄρχισα νὰ ταξιδεύω καὶ νὰ διαβάζω προσπαθώντας νὰ βρῶ μίαν ἄκρη, γιὰ ν' ἀποκαταστήσω αὐτὸ πού ἔνοιωθα χαμένο.
Ἂν ζοῦσα τὸν καιρὸ τῶν Σουλτάνων θὰ γινόμουν περιπλανώμενος παραμυθὰς νὰ διηγοῦμαι στοὺς καφενέδες αὐτὰ πού εἶδα κι ἔμαθα. Μὰ κανεὶς δὲν ξεφεύγει εὔκολα ἀπὸ τὸν περίγυρο καὶ τὰ πατροπαράδοτα. Ἔτσι τὸ πρῶτο μου κείμενο δημοσιεύτηκε στὴ «Μεσημβρινὴ» στὶς 23/11/63. Ὅμως ἡ δύναμη καὶ ἡ γοητεία τοῦ προφορικοῦ λόγου καὶ ἡ δυνατότητα τῆς προσωπικῆς ἐπαφῆς μὲ τραβοῦσαν ἀλλοῦ. Ἀπὸ τὸ 1970 ἄρχισα νὰ ξεναγῶ, ξένους πρῶτα κι ἀργότερα μόνον Ἕλληνες, κι ἀπὸ τὸ 75 καὶ πέρα διοχέτευσα ἕνα μέρος τῆς δουλειᾶς μου σὲ ραδιοφωνικὲς παραγωγές, ὥσπου πιὰ κατάλαβα πώς βρῆκα τὴν ἄκρη: θὰ μιλῶ καὶ θὰ γράφω ταξιδεύοντας τοὺς ἀκροατὲς καὶ τοὺς ἀναγνῶστες στὸν κόσμο ποὺ γνώρισα κι ἀγάπησα.
Ὑπάρχει λοιπόν, ἀκόμα κάποιος χῶρος γιὰ τοὺς περιπλανώμενους παραμυθάδες. Γιὰ τὰ ὑπόλοιπα ἂς φροντίζουν ἄλλοι..."
Ὁ χῶρος εἶναι ὁ κόσμος πού ἀνοίγεται πέρα ἀπὸ τὸ Βόσπορο καὶ τὶς Συμπληγάδες- ὁ κόσμος τῆς Μαύρης θάλασσας- Ὁ ἥρωας ἀνήκει στὴν τελευταία γενιὰ τῶν Ἑλλήνων τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Γεννήθηκε τὸ 1899 σ’ ἕνα θρακικὸ χωριὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας- Οἱ περιπέτειες του ἀρχίζουν τὸ 14, μετὰ τοὺς Βαλκανικούς, ὅταν, μαθητὴς ἀκόμα, δίχως πατρίδα καὶ περιουσία, πῆγε στὴ Ρουμανία νὰ δουλέψει- Ὁ Πρῶτος Πόλεμος τὸν βρῆκε στὴν Κωνστάντζα. Ἔφυγε γιὰ τὸ Γαλάτσι. Τὸ μέτωπο ἔσπασε. Ἀπὸ τὸν Δούναβη βρέθηκε στὸν Δόν. Μπερντιάνσκα στὴν Ἀζοφική. Ξέσπασε ἢ Ὀκτωβριανὴ Ἔπανάσταση. Νοβορωσίσκ. Οἱ Λευκορῶσοι ὑποχωροῦν, οἱ Ἄγγλοι ἀποχωροῦν. Ἀπὸ τὸν Καύκασο βρέθηκε στὴν Πόλη λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Καταστροφή. Κωνστάντζα ὡς τὸ 44. Βουκουρέστι μετὰ τὸν Δεύτερο Πόλεμο. Ὥσπου, τὸ 1950, ἐγκαταλείποντας πιὰ τὴ Μαύρη Θάλασσα, ἔφτασε μὲ τὴ γυναίκα του καὶ δυὸ μικρὰ παιδιὰ στὸν ρουμάνο-προσφυγικὸ καταυλισμὸ τοῦ Λαυρίου. Ἡ μεταπολεμικὴ Ἑλλάδα: ἕνας νέος κι ἄγνωστος κόσμος. Στὰ πενήντα ἕνα του χρόνια, ὁ πολυταξιδεμένος μεγαλέμπορος, ἀρχίζει γιὰ ἕβδομη φορὰ τὴ ζωή του ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ἀγρότης στὸ Κορωπί.
Ἡ ἱστορία εἶναι πέρα γιὰ πέρα ἀληθινὴ καὶ βασίζεται στὴν αὐτοβιογραφία τοΰ Γιάνκου Δανιηλόπουλου…
…Γεννήθηκα στὴν Ἀθήνα, τὸ 1949. Ἀνήκω στὴ γενιὰ τῆς ἀναδίπλωσης μετὰ τὴν ἐπικράτηση τῶν κρατικῶν ἐθνικισμῶν καὶ τὸ κλείσιμο τῶν συνόρων. Στὴ γενιὰ πού στερήθηκε τὰ μεγάλα ταξίδια κι ἔχασε τὴ συνείδηση τῆς ἀπεραντοσύνης τοῦ παλιοῦ ἑλληνικοῦ ὁρίζοντα. Ἡ ἀντικατάστασή του ἀπὸ τὸ στεῖρο ἑλληνοκεντρισμό, ποὺ μᾶς φουσκώνει τὰ μυαλά, μὲ ἀπωθοῦσε πάντα. Ἢ βαθύτατη ἄγνοια κι ὁ ἀθεράπευτος νεοελληνικὸς ἐπαρχιωτισμὸς μὲ ἐξόργιζε. Ἄρχισα νὰ ταξιδεύω καὶ νὰ διαβάζω προσπαθώντας νὰ βρῶ μίαν ἄκρη, γιὰ ν' ἀποκαταστήσω αὐτὸ πού ἔνοιωθα χαμένο.
Ἂν ζοῦσα τὸν καιρὸ τῶν Σουλτάνων θὰ γινόμουν περιπλανώμενος παραμυθὰς νὰ διηγοῦμαι στοὺς καφενέδες αὐτὰ πού εἶδα κι ἔμαθα. Μὰ κανεὶς δὲν ξεφεύγει εὔκολα ἀπὸ τὸν περίγυρο καὶ τὰ πατροπαράδοτα. Ἔτσι τὸ πρῶτο μου κείμενο δημοσιεύτηκε στὴ «Μεσημβρινὴ» στὶς 23/11/63. Ὅμως ἡ δύναμη καὶ ἡ γοητεία τοῦ προφορικοῦ λόγου καὶ ἡ δυνατότητα τῆς προσωπικῆς ἐπαφῆς μὲ τραβοῦσαν ἀλλοῦ. Ἀπὸ τὸ 1970 ἄρχισα νὰ ξεναγῶ, ξένους πρῶτα κι ἀργότερα μόνον Ἕλληνες, κι ἀπὸ τὸ 75 καὶ πέρα διοχέτευσα ἕνα μέρος τῆς δουλειᾶς μου σὲ ραδιοφωνικὲς παραγωγές, ὥσπου πιὰ κατάλαβα πώς βρῆκα τὴν ἄκρη: θὰ μιλῶ καὶ θὰ γράφω ταξιδεύοντας τοὺς ἀκροατὲς καὶ τοὺς ἀναγνῶστες στὸν κόσμο ποὺ γνώρισα κι ἀγάπησα.
Ὑπάρχει λοιπόν, ἀκόμα κάποιος χῶρος γιὰ τοὺς περιπλανώμενους παραμυθάδες. Γιὰ τὰ ὑπόλοιπα ἂς φροντίζουν ἄλλοι..."











