Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

ΕΡΓΟΛΑΒΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑ-1 ( Ἤτοι τό Τ.Ε.Ε. μέσῳ τοῦ Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. ὡς ὀργανισμός διαλύσεως τῆς Ἑλλάδος)

...συνέχεια τῆς προηγούμενης ἀνάρτησης " Ἡ μεγάλη κεντρική γαστέρα...".
Εὐχαριστῶ τόν φίλο Γιῶργο ἀπό την Λευκάδα, πού μέ πληροφόρησε γιά τήν ὕπαρξη τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καί μοῦ τό ἔστειλε. Λόγῳ τῆς μεγάλης ἔκτασης του ( δημοσιεύθηκε σὲ 17 συνέχειες στὴν ἐφημερίδα «Λευκαδίτικος Λόγος», τὸ 1996-1997), ἡ σημερινὴ ἀνάρτηση περιλαμβάνει τὰ πρῶτα 5 μέρη του, τὰ δὲ ὑπόλοιπα 12 θὰ ἀποτελέσουν τὸ περιεχόμενο μελλοντικῶν ἀναρτήσεων. Οἱ φράσεις μέ ἔντονα γράμματα εἶναι ἐπιλογή δική μου.
ΕΡΓΟΛΑΒΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ( Ἤτοι τό Τ.Ε.Ε. μέσῳ τοῦ Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. ὡς ὀργανισμός διαλύσεως τῆς Ἑλλάδος) ( ὑπό τοῦ συνεργάτου μας Μ. Ἑπτανησίου )

1) Λευκαδίτικος λόγος -Τρίτη 16/7/1996

Στά κείμενα τοῦτα, τά ὁποῖα λόγῳ τῆς μεγάλης ἔκτασης θά ειναι σέ συνέχειες, ἐξετάζονται γιά πρώτη φορά ὁρισμένα θέματα πού ἀφοροῦν τούς πάντες. Τό σπίτι παραμένει γιά τόν ἄνθρωπο, ὅπως καί γιά κάθε ἔμβιο ὄν, ὁ ὕπατος σκοπός τῆς ζωῆς καί τό δικαίωμα. Τώρα τί θά πεῖ "σπίτι". Στά δικά μας πράγματα πρέπει νά ἔχει τήν ὑπομονή ὁ ἀναγνώστης νά παρακολουθήσει τοῦτες τίς συνέχειες μέχρι τό τέλος.
Πρόκειται νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸ ἑξῆς ζήτημα: Πῶς γίνεται καὶ στὴν Δ/νση Π.Π.Δ.Ε. ( Πολεοδομίας-Περιβάλλοντος –Δημοσίων Ἔργων) τῆς Νομαρχιακῆς Αὐτοδιοίκησης Λευκάδος, δηλαδὴ ἀκριβῶς στὴν ὑπηρεσία ποὺ διακινεῖ ὁλόκληρη τὴν οἰκονομικὴ καὶ συνεπῶς κοινωνικὴ ζωὴ τοῦ νησιοῦ, νὰ ὑπηρετοῦν ὡς δ/ντὲς τρεῖς ξένοι;


Οὔτε ὁ κ. Λεπεσιώτης ( προϊστάμενος τοῦ τμήματος «τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν»), οὔτε ὁ κ. Τσώλης ( προϊστάμενος τῆς Πολεοδομίας), οὔτε ἡ κ. Μέκαλη ( νῦν πρόεδρος τῆς ΕΠΑΕ καὶ ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν προϊσταμένη τοῦ τμήματος πολεοδομίας) εἶναι λευκαδίτες. Γιὰ τὸν κ. Λεπεσιώτη θὰ μποροῦσε νὰ γίνει κάποια … μισή ἐξαίρεση, γιατί εἶναι γαμπρὸς λευκαδίτικος. Σίγουρα θάθελε τὰ παιδιά του νὰ ζήσουν σὲ μίαν Λευκάδα ( ἔστω καὶ στὶς διακοπὲς) λίγο καλύτερη ἀπὸ ὅτι τὴν ζεῖ καὶ τὴν γνώρισε ὁ ἴδιος. Τουλάχιστον θεωρητικά. Γιατί βέβαια ὁ κ. Λεπεσιώτης σὰν Βορειοελλαδίτης, δηλαδὴ σὰν ἄνθρωπος ποὺ ἔχει κι’ ἄλλες παραστάσεις, ξέρει καλὰ πώς ἡ σημερινὴ Λευκάδα δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ κάποιο ἐξωχώρι τῆς Δράμας ἢ τῆς Κομοτινῆς, ἀπὸ αὐτὰ δηλαδὴ πού ζοῦσαν χρόνια καὶ χρόνια ὑπὸ τὴν μπότα τοῦ λοχαγοῦ καὶ τὸ φραγγέλιο τοῦ παπᾶ, μήπως γίνουν σώνει καὶ καλὰ «Ἑλλάδα».

Ὑπὸ τὸ φραγγέλιο τοῦ πεπωρωμένου καὶ ἐκπεπτωκότος παπᾶ, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ βάλει ἐθνικὰ σύνορα μὲ τὸν ὁμόδοξό του μακεδόνα, γιὰ νὰ μείνει ὁ ἴδιος ἡ κυρίαρχη διάσταση τῆς ἐσωτερικῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ὠφελημάτων της, καὶ ὑπὸ τὴν μπότα τοῦ ἀνεγκέφαλου λοχαγοῦ, ἐπειδὴ ἔτσι τοῦ εἶπαν στὴν σχολὴ Εὐελπίδων. Γιὰ «ἐχθροὺς» μιλοῦσαν. Καὶ σήμερα πού ἀπὸ τὶς ἀναγκαιότητες τῆς διεθνοῦς παραγωγῆς αὐτὲς οἱ ἔννοιες τῶν ἐκ βορρᾶ «ἐχθρῶν» ἐλαφρῶς ἀλλοιοῦνται, τοῦτοι οἱ «ἐθνοφύλακες» ξεπετιῶνται στοὺς δρόμους. Ἀνησυχοῦν γιὰ τὸ «ἔθνος» καὶ τὴν τσέπη τους καὶ συνασπίζονται. Ξέρουν πώς μάταια, ἀλλὰ ξέρουν – θὰ ἰδοῦμε περίπου πῶς – πώς καὶ λίγοι εἶναι αὐτοὶ πού τοὺς καταλαβαίνουν. Σημασία ἔχει ὅτι ἡ καλύτερη ὁδὸς πολιτικῆς κυριαρχίας εἶναι ἡ πολιτιστικὴ καταστροφὴ καὶ ἰσοπέδωση. Ὁ κ. Λεπεσιώτης ξέρει ἀπ’ αὐτὰ καὶ ξέρει πώς κάπως ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα μὲ τὰ Ἑπτάνησα καὶ τὴν Λευκάδα. Καὶ θὰ ἰδοῦμε ὅτι τὸ ξέρει.

Ἕνα λάθος ὀφείλομε ἐξ ἀρχῆς νὰ προλάβομε: μὲ τὰ πρόσωπα ἀπολύτως τίποτε δὲν ἔχομε, ἔστω καὶ ἂν πολλοὶ μποροῦν νὰ ἔχουν. Καὶ βεβαίως κανένα σύνδρομο ξενοφοβίας δὲν μᾶς διέπει. Εἴμαστε ἀντίθετα ὑπὲρ πάσης μορφῆς πολυεθνισμοῦ ( ὁ «διεθνισμὸς» εἶναι μία ἄλλη ἔννοια πού δὲν μποροῦμε νὰ συζητήσομε ἐδῶ), ποὺ ὡς φορέας πολιτιστικῶν συμμίξεων κατὰ ἱστορικὲς περιοχὲς προάγει τὴν πολιτιστικὴν ἅμιλλα καὶ ὁδηγεῖ σὲ διαρκῶς νέες ἱστορικὲς συνθέσεις. Ὁ πολυεθνισμὸς εἶναι σύμπτωμα τῶν αὐτοκρατοριῶν, δηλαδὴ τῶν κατ’ ἐξοχὴν δημιουργῶν ἱστορίας. Ὁ ἄνθρωπος στὸ πολυεθνικὸ περιβάλλον ( καὶ μίαν ἐπιβεβαίωση ἔχομε στὴν περίπτωση τοῦ κατοίκου τῶν μεγαλουπόλεων σχετικὰ μὲ τὸν κάτοικο τῆς ἐπαρχίας καὶ τοῦ χωριοῦ), εἶναι ἀσθενεστέρας μὲν βουλήσεως, ἀλλὰ λογικώτερος καὶ δικαιότερος, ἀντιλαμβανόμενος τοῦ κόσμου μέσῳ νοητικῶν λειτουργιῶν. Ὁ κοσμοπολιτισμὸς συνεπῶς ἐπιβάλλει τὴν ἀριστοκρατικὴ διάθεση, τὴν ἀπόσταση, τὴν ἐπιφύλαξη καὶ τὸ μετρημένο. Ὁ ξένος σ’ ἕναν τόπο φέρεται ἀναγκαστικὰ ἔτσι καὶ ἡ ἔννοια τῆς φιλοξενίας, ἀνάλογη μὲ τὴν πολιτιστικὴν ρωμαλεότητα τοῦ ἐγχωρίου, σκοπεῖ ἀκριβῶς στὴν κατάργηση αὐτῆς τῆς ἀπόστασης καὶ στὴν ἀφομοίωση. Οἱ παλαιότερες κοινωνίες τῶν Ἑπτανήσων ὑπῆρξαν κοινωνίες ποὺ δὲν φοβήθηκαν τοὺς ξένους. Εἰς… μνήμην λοιπὸν αὐτῶν τῶν κοινωνιῶν μποροῦμε νὰ ποῦμε πώς δὲν τοὺς φοβοῦνται καὶ σήμερα. Πολὺ περισσότερο, γιατί, σὰν ὑπηρετικὲς κοινωνίες ποὺ κατήντησαν , ζοῦν ἀπὸ τοὺς ξένους καὶ γιατί, τὰ Ἑπτάνησα καὶ τὸ Αἰγαῖο, ἀπὸ κάποιους λόγους ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ συζητήσουμε ἐδῶ, ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ μία φυσικὴ ἐγκατάσταση ἀλλοδαπῶν ξένων.

Θὰ ἔκανε συνεπῶς μεγάλο λάθος καὶ θὰ μᾶς ἀδικοῦσε ἀφόρητα ὅποιος ὑπέθετε ὅτι ἔχομε κάτι μὲ τὸν κ.Λεπεσιώτη, τὸν κ.Τσώλη καὶ τὴν κ. Μέκαλη ὡς πρόσωπα. Ὄχι μόνο δὲν ἔχομε, ἀλλὰ ἔχομε λόγους νὰ πιστεύομε, ὅτι ἂν δὲν ὑπῆρχαν διοικητικῆς φύσεως λόγοι καὶ καταναγμασμοί, ἡ ὅλη πολιτεία τους θὰ ἦταν πολὺ διαφορετική. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν ἔχομε κάτι ὡς πρόσωπα ἔχομα πάρα πολλὰ σὰν «ὑπηρεσία», σχεδὸν θὰ ἐλέγαμε σὰν ὑπηρεσία κατοχῆς! Καὶ αὐτὴν θὰ ἐξετάσομε.

Παλαιότερα γιὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὑπῆρχε ἕνα κώλυμα νὰ ὑπηρετοῦν στὸν τόπο τους, τὸ λεγόμενο «κώλυμα ἐντοπιότητος». Θὰ ἦταν ἐκτὸς θέματος ὅποιος ἐπιχειροῦσε νὰ καταλάβει τὸ «κώλυμα» αὐτὸ βάσει νομικῶν ἐννοιῶν, τοῦ διοικητικοῦ ἢ συνταγματικοῦ δικαίου. Τὸ νόημά του γιὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἁπλούστατο: Ἡ Ἑλλάδα ποτὲ δὲν εἶχε τὶς προϋποθέσεις ὑπάρξεως ἑνιαίου κράτους. Ἀποτελεσμένη οὖσα ἀπὸ περιοχὲς μὲ παράδοση τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως αἰώνων καὶ μὲ πολὺ διαφορετικὲς πολιτιστικὲς καταβολὲς ἦταν ὑποχρεωμένη νὰ ἐγκαθιδρύσει ἕνα εἶδος διοικητικῆς δικτατορίας, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ ὑπάρξει ἕνα εἶδος κεντρικῆς διοίκησης. Καίτοι ἐδῶ δὲν μποροῦμε νὰ ἐπεκταθοῦμε στὴν σημασία καὶ ἱστορία τῶν πραγμάτων, μποροῦμε νὰ θυμήσομε ὅτι μέχρι τὰ τέλη τοῦ περασμένου αἰώνα τὸ ἑλληνικὸ κράτος δὲν μποροῦσε νὰ κλείσει συμβάσεις γιὰ ξένες ἐπενδύσεις, γιατί τὰ συμβόλαια μαζὶ μὲ τὴν κυβέρνηση, ἔπρεπε νὰ τὰ ὑπογράψουν καὶ οἱ κλέφτες ποὺ εἶχαν τὶς περιοχές. Καὶ ἐπίσης, μόλις μετὰ τὸν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μπόρεσε νὰ τεθεῖ στὸν ἀστικὸ κώδικα ( μὲ πρωτοβουλίες τοῦ καθηγητῆ Μπαλῆ), ὅτι «τὸ ἔθιμο δὲν καταργεῖ νόμο», διότι μέχρι τότε τὰ ἔθιμα ( πού διέφεραν μεγάλως ἀπὸ περιοχὴ σὲ περιοχὴ) καθιστοῦσαν σχεδὸν ἀδύνατη τὴν λειτουργία ἑνιαίων κρατικῶν νόμων ( βλ. ἀναλυτικώτερα γι’ αὐτά: Γ.Κακλαμάνη: «Ἡ Ἑλλὰς ὡς κράτος δικαίου»). Μὲ τὰ διαρκῆ πραξικοπήματα, τὶς δικτατορίες, τὸ στρατό, τοὺς χωροφύλακες κ.λπ., δηλαδὴ μὲ τὰ μόνιμα χαρακτηριστικά της πολιτικῆς ἱστορίας τοῦ ἑλλαδικοῦ κράτους, μπόρεσε τελικὰ νὰ μπεῖ ὡς διοικητικὴ ἀρχὴ τὸ «κώλυμα ἐντοπιότητος» καὶ ἡ καταστολὴ τῶν διαφόρων πολιτιστικῶν δομῶν νὰ ἐπιτυγχάνεται μέσῳ τῆς «κεντρικῆς διοικήσεως» ἑνιαίως. Οἱ ταλαίπωροι ὑπάλληλοι παλιότερα ζοῦσαν σὲ διαρκῆ ἐξορία. Μὴν μπορώντας νὰ ἀναπτύξουν σχέσεις μὲ τοὺς γηγενεῖς, ἔβγαιναν περίπατο δυὸ-δυὸ μεταξύ τους σὰν τιμωρημένοι - ὁ νομάρχης μὲ τὸν πρωτοδίκη, ὁ πρωτοδίκης μὲ τὸν εἰσαγγελέα κ.ο.κ. Μὲ κανένα ντόπιο!

2) Λευκαδίτικος λόγος -Τρίτη 23/7/1996


Μετὰ τὴν τελευταία δικτατορία τὸ «κώλυμα» αὐτὸ ἀτόνησε καὶ μόνο σὲ ὁρισμένους κλάδους ἡμιδιατηρεῖται, π.χ. τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ΠΑΣΟΚ καταστρέφοντας τὴν γλῶσσα, διαλύοντας τὴν παιδεία ἐκ βάθρων, ἐκχυδαῒζοντας μὲ τὴν πολιτικὴ τῶν ἐπιδομάτων καὶ τῶν παροχῶν, κατέβασε τὸ γενικὸ ἐπίπεδο ὑπὸ τὸ μηδὲν καὶ τοὺς ἐξίσωσε ὅλους. Πραγματοποίησε δηλαδὴ πλήρως τὴν ἔννοια τῆς σοσιαλιστικῆς ἰσότητος, ὁπότε τὸ «κώλυμα» ἐντοπιότητος ἔμεινε ἄνευ παριεχομένου. Τί ντόπιος, τί ξένος, θὰ ἦσαν ἐξ ἴσου δεμένοι στὸ ἅρμα τῶν παροχῶν καὶ τῶν κομματικῶν ἐντολῶν. Ἔμμεσα ὁ «σοσιαλισμὸς» χαροποιεῖ ὅλους τούς κομματικοὺς ἀρχηγούς, ποὺ ὅλοι τους ὁμολογοῦν ὅτι γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Ἑλλάδα ἔπαψαν οἱ διχασμοὶ καὶ οἱ κοινωνικὲς ἀντιθέσεις καὶ τὸ «ἐκλογικὸ σῶμα» παρουσιάζεται πλήρως συμπαγές. Καὶ ὄντως ἐξισώνοντας τὸν κουτὸ μὲ τὸν ἔξυπνο, τὸν ἀνίκανο μὲ τὸν ἱκανό, τὸν τίμιο μὲ τὸν ἀπατεώνα, ἐπέρχεται κοινωνικὴ σταθερότης: ὅλοι κάθονται στὸν πάτο ὅπως ἡ λάσπη στὸν βυθό. Κατακαθίζουν πού λέμε. Τὴν ἴδια ἀκριβῶς θεωρία περὶ «σοσιαλισμοῦ» εἶχε διακηρύξει καὶ ἕνας ἥρωας στοὺς «Δαιμονισμένους» τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ὁ Σβιντριγκαῒλωφ…

Δὲν ὑφίσταται λοιπὸν κάποιο «κώλυμα ἐντοπιότητος» ἀλλὰ εἰδικὰ γιὰ τὶς Πολεοδομίες, ὅπως θὰ δοῦμε, ὀφείλει νὰ ὑφίσταται ἕνα. Καὶ πρόκειται ἀκριβῶς γιὰ τὶς ὑπηρεσίες ποὺ τὸ «προσὸν τῆς ἐντοπιότητος» θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ κανόνας – πάλι κατὰ τὰ ἐπιτάγματα τῆς μεταδικτατορικῆς ἐποχῆς καὶ τῆς Δημοκρατίας. Ἀλλὰ ὡστόσο δὲν εἶναι. Ὁπωσδήποτε δηλαδή, ὅση «Δημοκρατία» καὶ «σοσιαλισμὸ» κι ἂν βάλομε, ὅσο κι ἂν κάτσουν οἱ «εἰδικοὶ» στὰ γραφεῖα τους νὰ ἀλχημίσουν μὲ τὰ Συντάγματα καὶ τὶς «διατάξεις», ἡ Ἑλλάδα ὡς κράτος μακροβούτι δὲν βγάζει. Τὸ παρατράγουδο, τόσο στὴν διοίκηση, ὅσο καὶ στὴν δομὴ τοῦ κράτους, θὰ βγαίνει μονίμως. Στὸ ἐν ἰσχύϊ μεταχουντικὸ Σύνταγμα ὑπῆρξε μία νέα διάταξη, ποὺ δὲν ὑπῆρχε σὲ κανένα ἀπὸ τὰ προηγούμενα. Τὸ ἄρθρο 24. Λέει λοιπὸν τὸ ἄρθρο αὐτὸ στὸ ἐδάφιο 1: « Ἡ προστασία τοῦ φυσικοῦ καὶ πολιτιστικοῦ περιβάλλοντος ἀποτελεῖ ὑποχρέωση τοῦ κράτους. Γιὰ τὴν διαφύλαξη τους τὸ κράτος ἔχει ὑποχρέωση νὰ παίρνει ἰδιαίτερα προληπτικὰ ἢ κατασταλτικὰ μέτρα».

Βεβαίως ἡ πρώτη ἀπορία γεννιέται μὲ τὸ γιατί παρέστη καν ἀναγκαία μία τέτοια διάταξη στὸ Σύνταγμα. Ἡ πρώτη σκέψη εἶναι ὅτι λόγῳ τῆς γενικότερης ἐπιβάρυνσης τοῦ περιβάλλοντος κατὰ τοὺς νεώτερους καιρούς. Ἡ δεύτερη, γιὰ νὰ μπορέσει τὸ κράτος νὰ πάρει τὸν ἀέρα ἀπ’ τὰ πανιὰ τῶν διαφόρων οἰκολογικῶν κινημάτων, ποὺ ἀποτελοῦν σήμερα τὸν κατ’ ἐξοχὴν φορέα τῆς πολιτικῆς. Ἡ τρίτη, ἐπειδὴ ἡ κερδοσκοπία Γῆς – τὸ μόνο ἀποδοτικὸ «ἐπάγγελμα» στὴν Ἑλλάδα - ὑπερέβη πᾶν ὅριο ἀπειλώντας πράγματι νὰ μὴν ἀφήσει τίποτε. Στὴν περίπτωση αὐτὴ προκύπτει τὸ ἐρώτημα τί ἔκαμε ἢ τί θὰ μποροῦσε νὰ κάμει τὸ κράτος ὡς πρὸς τὴν διόρθωση τῆς πολιτικῆς ποὺ ἐπέβαλε μία τέτοια συμπεριφορὰ πρὸς τὸ περιβάλλον. Ἡ τέταρτη καὶ ἁμαρτωλή, γιὰ νὰ μπορέσει καὶ ἐπισήμως τὸ κράτος νὰ συμμετάσχει ὡς ἑταῖρος στὸ ἀποδοτικὸ ἔργο τῆς κερδοσκοπίας. Θὰ ἰδοῦμε πώς ἡ τέταρτη τούτη ὑπόθεση εἶναι καὶ ἡ πιὸ πιθανή.

Σημασία ἔχει ὅτι τὸ κράτος ἀνεκήρυξε ἑαυτὸν σὲ προστάτη γιὰ δυὸ πράγματα ποὺ δὲν δημιουργεῖ. Οὔτε τὸ φυσικὸ περιβάλλον ἀποτελεῖ δημιούργημα τοῦ κράτους, οὔτε τὸ πολιτιστικό. Ἰδιαίτερα ὡς πρὸς τὸ τελευταῖο τοῦτο πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι μὲ διϊστορικὰ κριτήρια, δηλαδὴ μὲ χρονικὸ μέτρο τοὺς αἰῶνες, τὸν «πολιτισμὸ» τὸν δημιουργεῖ πράγματι ὁ «λαός». Ὄχι ὅμως ὅλος μαζί. Ὁ πολιτισμὸς ὡς συνειδητὴ ἐπιδίωξη καὶ ὄχι μόνο ὡς φολκλόρ, δημιουργεῖται μὲ ὁρισμένους ἐκ τοῦ λαοῦ, καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ συγγραφεῖς, οἱ ποιητές, οἱ ζωγράφοι, οἱ μουσικοί, οἱ καλλιτέχνες γενικὰ καὶ ὅσοι πνευματικὰ καὶ ἐνσυνείδητα ἐργάζονται γι’ αὐτόν. Ἔχει καμιὰ πολιτικὴ τὸ κράτος ἀπέναντι σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο; Εἶναι περιττὸ νὰ ἐπιμείνομε σὲ λεπτομέρειες γιὰ πράγματα αὐτονόητα. Ὄχι μόνο καμιὰ πολιτικὴ δὲν ἔχει, ἀλλὰ μὲ τὸν λαϊκισμὸ καὶ τὸ φολκλὸρ ποὺ ἀνεκήρυξε ὡς «πολιτισμό», τοὺς ἔχει οὐσιαστικὰ ὑπονομεύσει στὸ ἔπακρο. Βέβαια ὅτι ἔτσι ἐκμηδενίζεται ἡ ὑπόσταση τῆς Ἑλλάδας στὶς διεθνεῖς σχέσεις, καθὼς παρατήρησε κάποτε κι ὁ ἴδιος ὁ Ἀνδρέας Παπανδρέου, αὐτὸ φυσικὰ ἐλάχιστοι μποροῦν νὰ τὸ καταλάβουν. Ὅλοι πιστεύουν πώς ἡ θέση μας αὐτὴ ἐξασφαλίζεται ἀπὸ τὸ Μπάσκετ. Πρέπει βέβαια νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι τὸ φολκλὸρ εἶναι αὐτὸ πού ἐνδιαφέρει τὸ ἑλλαδικὸ κράτος ὡς «πολιτισμός», διότι αὐτὸ προβάλλεται ὡς «ἐθνικὴ ὑπόσταση», ἀπὸ αὐτὸ οἰκονομάει τὸ συνάλλαγμα μὲ τὸν τουρισμό, αὐτὸ ἐν τέλει καθιστὰ τὸ ἔργο τῆς πολιτικῆς ἄκοπο καὶ ἀνέξοδο. Ὁρισμένα πράγματα λέγονται πολλαπλῶς νοοῦνται ὅμως πάντα μονοσημάντως. Στὸ διοικητικὸ δίκαιο, ψάχνοντας κανεὶς τὰ παραδείγματα γιὰ τὴν ὑπόσταση τοῦ κράτους ὡς «νομικοῦ προσώπου», σὲ ὅλα σχεδὸν θὰ βρεῖ τὸ κράτος ὡς FISCUS, δηλαδὴ ὡς εἰσπρακτικὴ μηχανή. Ἀνάλογες συνεπῶς εἶναι καὶ οἱ λοιπὲς ἔννοιες ὅπως «πολιτισμός», «περιβάλλον», «δημόσιο συμφέρον» κ.λπ., στὸ νοῦ τοῦ «νομοθέτου», πράγμα ποὺ θὰ διαπιστώσομε παρακατιόντως πολλαπλῶς. Ἡ ἐρώτηση ποὺ ἄμεσα μᾶς ἐνδιαφέρει τώρα εἶναι ἡ ἑξῆς: μπορῶ ἐγὼ νὰ μοῦ γίνει ἡ γλώσσα χάλι ἀπὸ τὸ γλείψιμο, ὥσπου νὰ πάρω τὸ «δίπλωμα» ἀπὸ κάποια «ἀρχιτεκτονικὴ σχολὴ» ἢ ὑποσχολὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ διορισθῶ «ἁρμόδιος» γιὰ τὴν «διαφύλαξη» τοῦ πολιτιστικοῦ περιβάλλοντος τῆς Θράκης; Ποῦ ξέρω ἐγὼ ἀπὸ τζαμιὰ καὶ ἀπὸ τὰ μυστικὰ τῆς τέχνης τοῦ Σινάν, γιὰ νὰ διαφυλάξω καὶ προαγάγω τὴν πολιτιστική του παρακαταθήκη; Ἐπειδὴ πῆρα τὸ «δίπλωμα» μὲ 5 καὶ τὸν ἀριθμὸ μητρώου ἀπ’ τὸ ΤΕΕ; Παίρνω μαζὶ μ’ αὐτὰ καὶ τοὺς τρόπους ἐπικοινωνίας τοῦ Σινάν μὲ τὸν Ἀλλάχ, γιὰ νὰ ξέρω τί ἔφκιαχνε καὶ νὰ μπορέσω νὰ τὸ διαφυλάξω; Ὑπάρχουν λοιπὸν περιοχὲς τῆς διοικήσεως» ποὺ τὸ «κώλυμα ἐντοπιότητος» ἰσοδυναμεῖ μὲ ἰσοπέδωση καὶ πολιτιστικὴν καταστροφή. Καὶ εἶναι αὐτὴ ποὺ καλλιεργεῖ καὶ προάγει μὲ τοὺς διοικητικούς του τρόπους τὸ ἑλλαδικὸ κράτος, διότι ἀπὸ τὴν ἰσοπέδωση καὶ τὴν ὁμοιομορφία ἔχει ( «ἐθνικὴ») ἀνάγκη γιὰ τὶς ἐκλογές. Ὅσο πιὸ πολὺ μάζα ὁ λαός, χωρὶς πολιτιστικὲς διαφορές, τόσο εὐκολώτερα κατευθύνεται καὶ ψηφίζει. Ἀπὸ τὴν μία μεριὰ ἡ «διαφύλαξη» τοῦ πολιτιστικοῦ περιβάλλοντος μὲ τὸ ἄρθρο 24 καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ ὑπαγορεύσεις κατὰ τὸ πνεῦμα ἐργολαβίας, ποὺ θὰ ἰδοῦμε στὰ κείμενα, καὶ οἱ…διοικητικὲς σκοπιμότητες.
 

3) Λευκαδίτικος λόγος -Τρίτη 30/7/1996

Οἱ ἔννοιες «πολιτισμὸς» καὶ «περιβάλλον» δὲν εἶναι καθόλου ἄσχετες μεταξύ τους. Ταξιδεύοντας π.χ. κανεὶς ἀπὸ τὸ Κάντιτς τῆς Ἱσπανίας πρὸς τὴν βόρεια Εὐρώπη, εὔκολα παρατηρεῖ πώς τὸ περιβάλλον ἐπιδρᾶ στὴν ἀρχιτεκτονική. Ὁ δυνατὸς Ἥλιος καθυποτάσσει τὴν ζωὴ πρὸς τὸ ἐσωτερικό τοῦ σπιτιοῦ, μὲ κέντρο τὴν αὐλὴ μὲ τὸ μονίμως ὑπάρχον συντριβάνι. Ἡ Ἀλάμπρα ἀπ’ ἔξω μοιάζει μὲ κοινὸ χαμόσπιτο, ἂν ὄχι μὲ κοτέτσι. Ὅσο ὁ Ἥλιος λιγοστεύει, τόσο ἀλλάζει καὶ ἡ δόμηση τοῦ σπιτιοῦ. Τὰ παράθυρα ἔρχονται πρὸς τοὺς ἐξωτερικοὺς τοίχους, στὴν ἀρχὴ μὲ μπατζούρια, γιὰ νὰ καταλήξουν στὴν βόρεια Εὐρώπη σκέτο τζάμι ποὺ ἀναζητεῖ μονίμως τὸ φῶς. Τοῦτα τὰ πράγματα ἐπιδροῦν καὶ στὴν ψυχικὴ δόμηση τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν πυκνὴ ἐσωτερικότητα τοῦ Ἰσλὰμ πρὸς τὸ λογοκρατικὸν σύστημα πού διέπει τὶς σύγχρονες σχέσεις, ἀπὸ τὴν ἀδιανόητη Γεωμετρία διακόσμησης τοῦ ἐσωτερικοῦ χώρου τῆς Ἄλαμπρας στὸ κτίριο ἀπὸ σίδερο καὶ γυαλί.

Ἑπομένως, ἡ λέξη «τζαμὶ» ποὺ ἀναφέραμε, ὅπως καὶ οἱ μονόκλιτες φραγκισκανοῦ ρυθμοῦ ἐκκλησίες πού ἔχομε στὰ Ἑπτάνησα ( στὶς ὁποῖες ὡστόσο λειτουργοῦν ὀρθόδοξοι παπάδες…), δὲν εἶναι κτίρια τῆς κοινῆς ἔννοιας τοῦ Γ.Ο.Κ., ἀλλὰ νοητικὲς καὶ ψυχικὲς κατηγορίες τῆς ἐσωτερικῆς δόμησης τῶν ἀνθρώπων καὶ ἄρα τῆς σχέσης των μὲ τὸ περιβάλλον.


Τὸ ἑνιαῖον καὶ ἀπέριττo τοῦ ἐξωτερικοῦ τῶν δικῶν μας ἐκκλησιῶν ἐπιβάλλει στὸ κτίσιμο ὄχι τὴν γαρνιτούρα καὶ τὸ αἰσθητικῶς περιττὸ ἢ τὸ τεχνικῶς περίτεχνο, ἤγουν κατὰ τὴν καθομιλουμένην τὸ βλαχομπαρὸκ συνδυασμοῦ ἑτερόκλητων στοιχείων, τὰ ὁποῖα μεμονωμένα, ὅπως στὶς ζωγραφιὲς τῶν παιδιῶν, «στέκουν» ἀλλὰ σὰν σύνολο συνιστοῦν ἀνορθογραφία, ἀλλὰ τὴν ἑνιαία μορφὴ τῆς δωρικῆς ἁπλότητος ποὺ καταλήγει στὴν ἁπλὴ γραμμὴ καὶ διὰ χρήσεως μορφολογικῶν στοιχείων μεταξὺ αἰσθητικοῦ ὕψους καὶ βάρους συνδέει τὸ κτίσμα σὲ πλαστικὴ ὀργανικότητα μὲ τὴν φύση τοῦ μεσογειακοῦ τοπίου. Τὰ ἐπιτυχημένα τέτοια σπίτια «κάθονται», δίνουν τὴν ἐντύπωση «βαριῶν» κτισμάτων, ἐνῶ αἰσθητικὰ τὸ μάτι ἐπάνω τους φεύγει καὶ τὸ βάρος ἀμβλύνεται σὲ μία φυσικὴ σύνδεση μὲ τὸν γύρω χῶρο. Τούτη ἡ σύνδεσή τους ἀλλάζει φυσιογνωμία κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας. Ἀλλοιῶς φαίνονται τὸ πρωὶ κι ἀλλοιῶς τὸ βράδυ, ἀλλοιῶς τὴν ἄνοιξη κι ἀλλοιῶς τὸν χειμώνα. Κλασσικὴ περίπτωση τέτοιων αἰσθητικῶν ἀποτελεσμάτων ἔχομε στὸ παλάτι τῶν δόγηδων στὴν Βενετία. Ἀπ’ ἔξω εἶναι τέσσαροι τοῖχοι, μία σκέτη κασέλα, ἕνα τεράστιο στὶς διαστάσεις του κτίσμα ἀλλὰ χωρὶς βάρος, ἀγουροξυπνημένο τὸ πρωὶ καὶ μισοκοιμισμένο στὸ σούρουπο. Καὶ τὰ τρία κτίρια πού ἀποτελοῦν τὴν ἀπέριττη πλατεία τοῦ Ἁγίου Μάρκου - ἴσως τὴν πιὸ ἀπέριττη πλατεῖα τῆς Εὐρώπης καὶ γι' αὐτὸ αἰσθητικὰ στερεότατη - , τὸ Παλάτι, ἡ Τσέκα καὶ ἡ βιλιοθήκη τοῦ Βησσαρίωνα, τὰ τρία στηρίγματα τοῦ κράτους δηλαδή, ἀκολουθοῦν τὴν ροὴ τοῦ φυσικοῦ χρόνου: ὅσα φῶτα κι ἂν ἔχουν τὸ βράδυ ἀπὸ τὴν πλατεῖα ἀπουσιάζουν. Ἡ νυκτερινὴ αἰσθητική τους ἐπιβάλλει τὴν σιωπὴ καὶ τὸ τράβηγμα τῆς ζωῆς στὰ καντούνια. Ὁ Ἅγιος Μάρκος ἀποτραβιέται τελείως. Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ ὅπως θὰ δοῦμε πιὸ κάτω ( ὅταν θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὶς ἄδειες καὶ τὸ «κοινωνικό» τους νόημα), δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει ἐκ τῶν προτέρων προγραμματισμό, ὅπως ἐπιδίωξαν νὰ τὴν ὁρίσουν κάποιες μεταπολεμικὲς τάσεις στηριζόμενες σὲ γενικὲς ἀντιλήψεις περὶ παγκοσμιότητος τῆς παραγωγῆς καὶ στὴν συνεχιζόμενη ἁλυσίδα μεγαλουπόλεων ἐπὶ τοῦ πλανήτη. Τὸ «περιβάλλον» στὴν ἀρχιτεκτονική, ὅπως καὶ στὴν τέχνη γενικά, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἔννοια ἱστορική, μὲ εἰδικὲς ἱστορικὲς μορφοποιήσεις καὶ περιεχόμενα. Ἀρχιτέκτονας ποὺ δὲν ξέρει ἀπὸ λογοτεχνία, ποίηση, μουσική, ζωγραφική, ἱστορία καὶ κοινωνιολογία ( σήμερα) – σὺν τὴν γνώση ποὺ ἐπιβάλλει ἡ ἀνάπτυξη τῆς τεχνολογίας ὡς πρὸς τὰ δομικὸ ὑλικό-, εἶναι ἁπλὸς χτίστης, ἂν μὴ ἁπλὸς μπετατζής. Πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ χαρακτηρίσουμε τὴν «προστασία τοῦ πολιτιστικοῦ περιβάλλοντος» στὴν Λευκάδα λ.χ., ὅταν ὑπάρχουν σύγχρονα σπίτια χτισμένα μὲ «πέτρα»; Ἡ «πέτρα» εἶναι αἰσθητικὰ τὸ πιὸ σκληρὸ στοιχεῖο, πού εἶναι ἀδύνατον νὰ συνδυασθεῖ μὲ τὴν ἁπαλότητα τοῦ νεροῦ. Ἄκρως ἐνδεδειγμένο γιὰ τὶς ὀρεινὲς περιοχὲς τῶν Βαλκανίων, ὅπου ὑπάρχει παντοῦ, ἐλάχιστα ἐνδεδειγμένο ὅμως γιὰ τὸ Ληξούρι καὶ τὴν Λευκάδα. Οἱ ἀρβανίτες, κατ’ ἐξοχὴν μαστόροι τῆς «πέτρας» καὶ ἀποκλειστικοὶ σχεδὸν οἰκοδόμοι τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, στὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου ποὺ κατοικοῦσαν δὲν ἀνέπτυξαν τὴν αἰσθητική της «πέτρας», ὅπως στὴν Ἀλβανία καὶ τὴν Ἤπειρο, παρ’ ὅτι αὐτὴ στὰ ξερονήσια ἦταν τὸ πιὸ πρόχειρο δομικὸ ὑλικό.

Ἀπὸ τὶς σύντομες τοῦτες παρατηρήσεις ( ἀπαραίτητες γιὰ τὴν ἔννοια τοῦ «πολιτιστικοῦ περιβάλλοντος») προκύπτει καὶ ἡ ἀπορία μὲ τὰ «κατασταλτικὰ μέτρα προστασίας» τοῦ ἄρθρου 24. Ἡ Ἑλλάδα στὶς διεθνεῖς σχέσεις ( π.χ. στὶς ἐκθέσεις τοῦ “HELSINKI WATCH”, πού γίνονται κάθε χρόνο) θεωρεῖται ἕνα κράτος μειονοτήτων, μὲ ἀνεγνωρισμένες στὸ Διεθνὲς Δίκαιο τούς μουσουλμάνους τῆς Θράκης καὶ τοὺς ἑβραίους ἕλληνες. Τὸ «πολιτιστικὸ περιβάλλον» τῶν μειονοτήτων αὐτῶν δὲν εἶναι τὸ πολιτιστικὸ περιβάλλον τοῦ «Ἑλληνικοῦ ἔθνους», ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἀσκεῖται ἡ ἐξουσία κατὰ τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα. Οἱ μειονότητες αὐτὲς περιλαμβάνονται μὲν στὸν «ἑλληνικὸ λαὸ» ( σήμ. ἡ ἔννοια τοῦ λαοῦ ἀποτελεῖ νομικὸν πλάσμα, ὁρισμὸς δὲν ὑπάρχει), ὄχι ὅμως καὶ στὸ «ἑλληνικὸ ἔθνος» μὲ προπάτορες τὸν Μεγαλέξανδρο καὶ τὸν Μακρυγιάννη. Οἱ ἴδιοι μηχανικούς, γιατροὺς καὶ δικηγόρους, γιὰ λόγους πού δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν τώρα, δὲν μποροῦν νὰ βγάλουν. Πῶς «προστατεύονται» πολιτιστικῶς μὲ τὸ «κώλυμα ἐξ ἐντοπιότητος» τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ΥΠΕΧΩΔΕ;

Ἀνάλογες εἶναι καὶ οἱ ἀπορίες ὡς πρὸς τὴν «προστασία» τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Ἡ «οἰκολογικὴ συνείδηση» δὲν εἶναι κάτι ποὺ πέφτει ἐξ οὐρανοῦ, ὅπου ὑπάρχουν πολλὲς σακκοῦλες. Εἶναι μία πολιτιστικὴ κατηγορία ποὺ ἔχει τὴν προϊστορία της. Ὅταν ἕνα βιομηχανικὰ ἀνεπτυγμένο κράτος λέει «προστασία τοῦ περιβάλλοντος» , εἶναι ἄλλο πράγμα ἀπὸ τὸ νὰ λέει τὸ ἴδιο κήρυγμα τὸ ΥΠΕΧΩΔΕ σὲ ἕνα κράτος πού ἔχει μὲν «Ὑπουργεῖο Βιομηχανίας», ἀλλὰ καμιὰ Βιομηχανία ( καὶ τοῦτο ὄχι ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουν ἐνδεχομένως φουγάρα ποὺ μολύνουν, ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ ἀπόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου δὲν ξέρουν νὰ λύσουν δευτεροβάθμιες ἐξισώσεις. Θὰ ἰδοῦμε πιὸ κάτω τὸν ἀγώνα τοῦ ΤΕΕ γιὰ τὴν μὴ ἵδρυση ἰδιωτικῶν ΑΕΙ, τὴν ὁποίαν εἰσηγηθήκαμε ἐμεῖς ἐν Ἑλλάδι…). Ἡ «οἰκολογικὴ συνείδηση» ἔχει τὴν προϊστορία της, ἡ ὁποία ἀνάγεται στοὺς μετὰ τὴν Μεταρρύθμιση χρόνους, στοὺς «ὀρθολογιστὲς» καλούμενους φιλοσόφους τοῦ 17ου αἰώνα. Ἡ ὀντολογία τοῦ θρησκευτικοῦ οἰκοδομήματος τοῦ μεσαίωνος γίνεται μ’ αὐτοὺς λογικὴ καὶ γνωσιολογία, γιὰ νὰ περάσει μέσῳ τοῦ γαλλικοῦ διαφωτισμοῦ καὶ τῆς ἀνάπτυξης τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν ὡς φιλοσοφία «κυριαρχίας τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς φύσης», διαμορφώνοντας τὸν σύγχρονον βιομηχανικὸν καὶ μὴ κόσμο. Μέσα στὶς ἱστορικὲς αὐτὲς διαμορφώσεις ἀναπτύσσεται ἡ τεχνολογία ὡς ἀντίποδας τῆς φύσεως, ὡς μία διαδικασία πού θέλει νὰ τὴν ἐξουσιάσει. Δὲν θὰ ἐπιμείνομε περισσότερο ἐπὶ τῆς ἱστορικῆς σημασίας τῶν πραγμάτων. Θὰ ποῦμε μόνο πώς ὅταν ἕνα σύγχρονο βιομηχανικὸ κράτος μιλάει γιὰ «προστασία τοῦ περιβάλλοντος» καὶ βγάζει νόμους, εἶναι ἐπειδὴ ἔχει δύο ἀντιτιθέμενες μεταβλητές, μὲ τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ κάνει πολιτική, τὴν τεχνολογία καὶ τὴν φύση. Ὅταν λέει τὸ ἑλληνικὸ κράτος γιὰ «προστασία φυσικοῦ περιβάλλοντος», ἀπὸ ποῦ νομιμοποιεῖται νὰ τὸ λέει; Ἡ «ἑλληνορθόδοξη» παράδοση μας σεμνύνεται νὰ τονίζει ὅτι ἐμεῖς ἐμείναμε ἀνέπαφοι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς «ἐκπεσμοὺς» τῆς Δύσεως, ἐνῷ τὸ ἑλληνικὸν κράτος ἔβγαλε τὸ ἄγαλμα τοῦ Κοραῆ μπροστὰ ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο ( γιὰ λόγους «ἀναπτύξεως» ἢ ἴσως καὶ διὰ τῆς «ἀναπτύξεως»…), ἀλλὰ φκιάχνει διαρκῶς νέα ἀγάλματα γιὰ τὸν Μακρυγιάννη!... Μιά λοιπὸν καὶ βιομηχανία ὡς ἱστορικὸ προϊὸν δὲν ἔχομε ( «θέσεις ἐργασίας» ἔχομε βέβαια), ἕπεται πώς «οἰκολογικὴ συνείδηση» ὡς κοινωνικὴ κατηγορία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει. Οἱ ἄνθρωποι ζοῦν, θεωρητικῶς, σὲ φυσικὴ σχέση μὲ τὸ περιβάλλον, ὅπως καὶ στὸ παρελθόν. Ἄρα τὸ «περιβάλλον» ὡς κινδυνεύουσα ὀντότης προέρχεται ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ κράτος καὶ ἀπὸ τὴν πολιτικὴ τοῦ κράτους. Θὰ μπορούσαμε ἐν συντομίᾳ νὰ ποῦμε ὅτι ὑπὸ τὸ σύνθημα «προστασία τοῦ περιβάλλοντος» ( τῆς ὑπολοίπου «οἰκολογικῆς» πολιτικῆς τοῦ κράτους τελείως ἀνυπάρκτου) νοεῖται διὰ τῶν διαφόρων Π.Π.Δ.Ε. ἡ ἔνταξη τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος στὸν προγραμματισμὸ τῶν «πρώτων ὑλῶν». Καθ’ ἑαυτὸ οὐδὲν κακό. Τὸ ἐρώτημα εἶναι μέσα σὲ ποιὰ γενικώτερα πλαίσια πολιτικῆς αὐτὸ γίνεται καὶ γιατί πρέπει νὰ γίνεται δι’ ἀσκήσεως κοινωνικῆς πολιτικῆς μέσω τῶν διαφόρων Π.Π.Δ.Ε. καὶ διὰ τοῦ «κωλύματος ἐξ ἐντοπιότητος». Αὐτὰ ὅμως θὰ τὰ ἐξετάσομε στὶς ἑπόμενες συνέχειες.

Δύο παρατηρήσεις μόνο πρέπει νὰ προσθέσομε ἐδῶ, μία πραγματολογικὴ καὶ μία… φιλολογική.
 

Ἡ πραγματολογικὴ εἶναι ἁπλή: ἀπὸ τὶς ὀκτὼ περιπτώσεις «κωλύματος ἐξ ἐντοπιότητος» πού ἀναφέρει τὸ ἄρθρο 83 τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος, μόνο ἡ στ) εἶναι σὲ πλήρη ἰσχὺ στὴν Λευκάδα. Καὶ αὐτὴ ἀφορᾷ ἀκριβῶς στὶς τεχνικὲς ὑπηρεσίες. Ὅλων τῶν τμημάτων οἱ προϊστάμενοι εἶναι ξένοι. Ματαιοπονοῦν συνεπῶς οἱ λευκαδίτες πού μαζεύονται κατὰ σύνολα στὴν Πολεοδομία, ἀφήνοντας τὶς δουλειὲς των καὶ ὑποβιβάζοντας ἔτσι ἀκόμη πιὸ πολὺ τὴν ὑποτυπώδη οἰκονομικὴ ζωὴ τοῦ νησιοῦ, καὶ φωνάζουν πώς θέλουν νὰ ζήσουν καὶ νὰ πληρώσουν τὰ φροντιστήρια τῶν παιδιῶν τους. Ἡ δουλειὰ τῶν ξένων εἶναι νὰ ἀδιαφοροῦν ἀκριβῶς γι’ αὐτά. Φυσικῶς δηλαδή.

Ἡ φιλολογικὴ παρατήρησή μας ἀναφέρεται στὸ κεφάλαιο τῶν προθέσεων τῆς Γραμματικῆς. Πρέπει νὰ γνωρίζει ὁ ἀναγνώστης, ὅτι εἰδικὰ οἱ προθέσεις παίζουν πρωταρχικὸν ρόλο στὶς «ἐπεξεργασίες» τῆς ἑλλαδικῆς νομολογίας. Στὸ Σύνταγμα π.χ. εἶναι ἄλλο «ἡ Δικαιοσύνη νὰ ἀπονέμεται ΥΠΟ τῶν Δικαστηρίων» καὶ τελείως ἄλλο νὰ ἀπονέμεται «ΔΙΑ τῶν Δικαστηρίων». Γιὰ τὸ ἡμίφως τῆς Νομολογίας μας οἱ προθέσεις παίζουν ρόλο καθοριστικό. Τὸ ἴδιο καὶ τὸ «ἐξ» στὸ «κώλυμα ἐξ ἐντοπιότητος», πού ἔτσι γραμμένο συνιστᾶ γλωσσικὸν βαρβαρισμό. Τὸ «ἐξ» ὅμως αὐτὸ παρέχει πλουσιοπάροχα μίαν διοικητικὴ καὶ πολιτικὴν «εὐχέρεια»: μπορεῖ νὰ μὴν εἶσαι ἐσὺ ντόπιος καὶ νὰ θέλεις νὰ διορισθεῖς κάπου, μπορεῖ ὅμως ὁ συμπέθερος τοῦ κουνιάδου τῆς νύφης τοῦ πεθεροῦ σου νὰ εἶναι ἐκεῖ «τοπικὸς παράγων». Πρόκειται περὶ ζητήματος «ἀποφάσεως» τοῦ ὑπουργοῦ, ποὺ θὰ ἰδοῦμε καλύτερα στὸ ἑπόμενο. Δεδομένου ὅτι καὶ ἡ θρησκευτικὴ ἐκπροσώπησή μας στὴν Λευκάδα εἶναι ξένη, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι οἱ πιὸ νευραλγικοὶ τομεῖς τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τοῦ νησιοῦ ξενοκρατοῦνται πλήρως. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχουν ντόπιοι μηχανικοὶ νὰ διορισθοῦν στὶς τεχνικὲς ὑπηρεσίες ( θὰ ἰδοῦμε πῶς, ἂν καὶ γιατί), ἀσφαλῶς δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε πώς πάσχομε ἀπὸ ἔλλειψη ντόπιων ὑπαλλήλων τοῦ ἄλλου κλάδου. Ἡ ἐσωτερικὴ ξενοκρατία ὅμως ἔχει τοὺς νόμους της. Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἂν μὲ τοὺς «νόμους» αὐτοὺς ἔχει καν νόημα ἡ ἀποκληθεῖσα «τοπικὴ αὐτοδιοίκηση».

4) Λευκαδίτικος λόγος -Τρίτη 6/8/1996


Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος «κώλυμα», δηλαδὴ τὸ «κώλυμα ἐξ ἐντοπιότητος» ποὺ συζητᾶμε, δὲν ἐπιδέχεται κριτήρια «πολιτικῶν ἀναλύσεων» καὶ γενικῶν θεωριῶν. Πρόκειται γιὰ ἕνα καθαρὰ κοινωνικῆς καὶ ἀστυνομικῆς σημασίας διοικητικὸ μέτρο, εἰδικῶς προσιδιάζον στὴν Ἑλλάδα καὶ σὲ ἄλλα τεχνικῶς κατασκευασθέντα κράτη. Σκοπός του δὲν εἶναι «νὰ μὴν γίνονται καταχρήσεις» στὴν διοίκηση ἀλλὰ τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο: διὰ προαγωγῆς τῆς διοικητικῆς διαφθορᾶς νὰ ὑπάρξει ὁ «συνεκτικὸς δεσμὸς» τῶν κομμάτων καὶ ἡ πελατειακὴ σχέση μὲ τὸ «ἐκλογικὸ σῶμα», ὥστε νὰ ἀποκτήσει «σταθεροὺς τρόπους» λειτουργίας ( καὶ τυπικὰ νομιμότητα ἀπὸ ἀπόψεως Διεθνοῦς Δικαίου) ἡ διὰ τῆς κάλπης «Δημοκρατία». Σὲ πολλὲς χῶρες τοῦ «τρίτου κόσμου» καὶ ἰδιαίτερα τῆς «Μέσης Ἀνατολῆς», δηλαδὴ σὲ τεχνικῶς κατασκευασμένα κράτη, ἡ διαφθορὰ τῶν πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἡγεσιῶν ἀποτελεῖ ἐπιδιωκτέον σκοπό, προκειμένου οἱ κυβερνήσεις νὰ καταστοῦν ἐλεγχόμενες καὶ νὰ λειτουργήσουν ξεκομμένες ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ σῶμα. Τὸ ὁποῖον, ὅσο πιὸ «ὁμοιογενὲς» καὶ «λειανθὲν» ὡς πρὸς τὶς κατὰ τόπους διαφορὲς καταστεῖ, τόσο πιὸ «ὁμοιογενῶς» καὶ «ἑνιαίως» λειτουργεῖ ἡ κεντρικὴ διοίκηση διὰ τῶν κομμάτων. Τὸ «κώλυμα» σ’ ἐμᾶς λειτούργησε ἰδεωδῶς γιὰ τοὺς σκοποὺς τούτους. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι βασικὰ υἱοθετήθηκε μετὰ τοὺς βαλκανικοὺς πολέμους μὲ τὴν προσάρτηση τῶν «νέων χωρῶν» καὶ τὴν νέα «διοικητικὴ διαίρεση» τῆς χώρας. Μόλις λίγο πρὶν μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 θεσμοθετεῖται ἡ μονιμότητα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μὲ ταυτόχρονη ἐπανίδρυση τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ( οἱ συμπτώσεις αὐτὲς δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖες). Τὸ πρόβλημα μὲ τὶς «νέες χῶρες» εἶναι νὰ χάσουν τὴν ἰδιαιτερότητα καὶ πολιτιστική τους φυσιογνωμία καὶ νὰ ἐνσωματωθοῦν στὸ ὑπάρχον κράτος. Βαθύτατα ἐξεγερμένος ὁ ἴδιος ὁ Μεταξᾶς σημειώνει στὸ Ἡμερολογιό του, ὅτι ἡ πρώτη πράξη τῶν βασιλιάδων μας μόλις πάτησαν στὰ Γιάννενα ἦταν νὰ συλήσουν τὰ τζαμιὰ καὶ ὅτι ἄλλο ἀλβανικὸ ἢ τούρκικο εὐρῆκαν μπροστά τους, προκειμένου αὐτὰ νὰ ἀποχτήσουν τὴν φυσιογνωμία τῆς ἑλλαδικῆς ἐπαρχίας. Καὶ θὰ πρέπει στὰ μάτια τοῦ Μεταξᾶ νὰ ὑπῆρξαν οἱ ἐνέργειες αὐτὲς πράξεις ἀνείπωτης βαρβαρότητας, ἂν σκεφθοῦμε ὅτι ἀποκαλεῖ τοὺς βασιλιάδες πληβείους γιὰ τὰ ὅσα εἶδε νὰ κάνουν ( οἱ ἴδιοι βέβαια «ἑνιαῖον κράτος» ἤθελαν…), ἐπαιρόμενος γιὰ τὴν δική του ἀριστοκρατικὴ καταγωγὴ καὶ νοοτροπία (ὁ Μεταξὰς ὡς γνωστὸν ἀνῆκε σὲ παλαιότατη βυζαντινοβενετικὴ οἰκογένεια, γραμμένη στὸ «Λίμπρο Ντ’ Ὄρο» ἀπὸ τὸν 16ο ἤδη αἰώνα, πάνω κάτω τὴν ἴδια περίπου ἐποχὴ ποὺ ἐγράφηκαν σ’ αὐτὸ καὶ κάποιες οἰκογένειες Γράψα, ἐγκατεστημὲνες τότε στὴν Κέρκυρα). Οἱ «διοικητικὲς» αὐτὲς ἀναγκαιότητες ποτὲ μέχρι σήμερα δὲν ἔπαψαν, ἀφ’ ὅτου ἡ Ἑλλάδα ἀπέκτησε «σταθερὰ» σύνορα ( μετὰ τὸν Β παγκόσμιο πόλεμο μόνο τὰ Δωδεκάνησα προσαρτήθηκαν ), καὶ κατὰ ἀναγκαστικὴν συνέπεια ὁ μόνος τρόπος γι’ αὐτὸ ἦταν ὁ ρόλος τοῦ ὑπαλλήλου ὡς φρουράρχου καὶ τοποπαρατηρητοὺ τῆς «κεντρικῆς διοικησέως». Κλασσικὸ ἔχει μείνει τὸ παράδειγμα τῆς ἔκθεσης ἑνὸς «ἐπιθεωρητοῦ τῆς διοικήσεως» τῶν χρόνων ἐκείνων γιά κάποιον αὐτόχθονα ὑπάλληλον: « Ὁ ἐν λόγῳ ὑπάλληλος εἶναι τίμιος, εὐθὺς καὶ δίκαιος. Προτείνομεν τὴν ἀντικατάστασίν του, ἴνα ἡ ὑπηρεσία διεξάγεται ἀνετώτερον».

Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι κοινωνικῆς φύσεως οἱ λόγοι τοῦ «κωλύματος», γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει ἡ ἔξαρσή του μὲ τὴν ταύτιση κράτους καὶ κόμματος τοῦ παρελθόντος ( τὰ αὐταρχικὰ κράτη τῆς παλαιᾶς Δεξιᾶς δηλαδή), ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ μερικὴ ἀτονία του μὲ τὴν ταύτιση κράτους καὶ κόμματος ἐπὶ ΠΑΣΟΚ ( ὑπὸ ἄλλες προϋποθέσεις ποὺ ἐξηγήσαμε). Συνεπῶς τὸ «κώλυμα» δὲν ἐπιδέχεται πολιτικὲς ἁπλῶς ἑρμηνεύσεις, καὶ μάλιστα τῆς μικροπολιτικῆς. Ἡ ἀναγκαιότητά του εἶναι κοινωνικῆς καὶ ἱστορικῆς ὑφῆς καὶ ἐκφράζεται ἁπλῶς διὰ τῆς πολιτικῆς μὲ πρωταρχικὸν στόχο τὴν πελατειακὴ σχέση τοῦ κόμματος, διὰ τῆς ὁποίας μπορεῖ νὰ λειτουργήσει «κεντρικὴ διοίκηση» ὡς ἐκλεγμένη διοίκηση. Διά τοῦ διορισμένου ξένου Δ/ντῆ στὴν Διοίκηση, ὁ μόνος ἱκανὸς γιὰ τὸ ρουσφέτι εἶναι ὁ βουλευτὴς στὴν Ἀθήνα. Εἴτε τῆς συμπολίτευσης εἴτε τῆς ἀντιπολίτευσης, ἀνάλογα μὲ τὴν τοποθέτηση τοῦ ὑπαλλήλου. Στὸν βουλευτὴ θὰ τρέξει ὁ ψηφοφόρος γιὰ τὸ ρουσφέτι καὶ ἡ πελατειακὴ σχέση μὲ τὸ κόμμα θὰ διατηρηθεῖ κατ’ ἀνάγκην. Μὲ τὸν ξένον, ποὺ δὲν ἔχει γνωριμίες καὶ δεσμοὺς μὲ τὸν τόπο, καὶ μέσα σὲ ἕνα θεσμοθετημένο διοικητικὸ χάος, ἐλάχιστα προστατευτικὸ γιὰ τὸν πολίτη ( τὴν ἄκρως μελετημένη του σημασία ὡς πρὸς τὰ Πολεοδομικὰ θὰ τὴν ἰδοῦμε σὲ ἄλλες «συνέχειες»), ἀναγκαστικά τόν τελευταῖον λόγο γιά ἀτομικὰ ἢ κοινωνικὰ ζητήματα τὸν ἔχει ὁ πολιτικὸς καὶ τὸ κόμμα. Οἱ τακτικὲς αὐτὲς ἀποτελοῦσαν καὶ ἀποτελοῦν τὶς προϋποθέσεις «ἐθνικῆς ἑνότητας», καὶ σὲ πολλὲς περιοχὲς ἀμφιβόλου «ἐθνικοῦ» παρελθόντος καὶ ἐκκρεμοῦς πολιτικῆς σημασίας ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως, ὅπως τὰ Ἑπτάνησα, τὰ Δωδεκάνησα, οἱ Κυκλάδες, ἡ Μακεδονία κ.λπ., ὑπῆρξαν κατ’ ἐξοχὴν ἐν ἰσχύι. Καὶ συνεχίζονται. Ἄμεσο ἀποτελεσμάτων τῶν τακτικῶν αὐτῶν καὶ τῶν διαφόρων «μέτρων» δὲν ἦταν βέβαια νὰ γίνουν «ἐθνικότερες» οἱ περιοχὲς ποὺ λέμε, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ γεννοκτονηθοῦν καὶ πληθυσμιακὰ ν’ ἀδειάσουν. Σήμερα τρέχουμε καὶ δὲν σώνουμε γιὰ τὴν Μακεδονία, τὴν Θράκη καὶ τὸ Αἰγαῖο.
 

Πρόκειται συνεπῶς περὶ καλῶς θεμελιωμένου ψέμματος καὶ θολούρας πρὸς ἀγραμμάτους, ὅταν λέγεται ἤ θεωρεῖται ὅτι ἡ ξενοκρατία στὴν Πολεοδομία Λευκάδος εἶναι τυχαία. Εἰδικὰ στὴν «ὑπηρεσία» αὐτὴ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τυχαῖο, διότι εἶναι ἡ μόνη ὑπηρεσία ποὺ ἀσκεῖ καθαρὰ κοινωνικὸ καὶ πολιτικὸ ἔργο. Ἡ «οἰκοδομή» εἶναι ἡ μόνη ἐγχώρια «βιομηχανία» στὴν Ἑλλάδα. Διά τῆς «οἰκοδομῆς» διακινεῖται τὸ σύνολο σχεδὸν τῶν κεφαλαίων τῆς ἐσωτερικῆς ἀγορᾶς ( κατὰ ὁρισμένους ὑπολογισμούς, περίπου τὸ 80%). Καὶ πρόκειται γιὰ μία «βιομηχανία» ἀναγκαστική, διότι τοῦ κράτους μὴ παρέχοντος καμιὰν ἐγγύηση ὡς πρὸς τὴν ἐργασία ( στὸ Σύνταγμα δὲν ὑπάρχει κατοχυρωμένο τὸ τέτοιο δικαίωμα), ὄλοι ἐπιδιώκουν νὰ ἐπενδύσουν στὸν μὴ παραγωγικὸ τομέα τῆς Γῆς ὡς οἰκοπέδου. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τῶν ἀποδήμων ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι τὶς ὅποιες οἰκονομίες των φροντίζουν πρὶν ἀπ’ ὅλα νὰ τὶς ἐπενδύσουν στὸ «σπίτι» ( ὡς κατοικία καὶ ἐπιχείρηση). Στὴν εἰσροὴ χρήματος ἀπὸ τοὺς βιομηχανικοὺς ἐργάτες τῆς Γερμανίας, αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ ἐξήγαγε ἡ Ἑλλάδα ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴ τῶν μεταπολεμικῶν της ἐξαγγελιῶν περὶ ἱδρύσεως «ἐγχωρίου βιομηχανίας» καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἄδειασε οὐσιαστικὰ ἡ ὕπαιθρος, ὀφείλεται σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ οἰκοδομικὸ «μποὺμ» στὶς δεκαετίες τοῦ 60 καὶ τοῦ 70. ( Ἀναλυτικὰ στοιχεῖα γιὰ τὰ πράγματα αὐτὰ ποὺ ἐμεῖς ἁπλῶς νὰ θίξουμε ἐδῶ μποροῦμε, μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς σὲ πολλὰ βιβλία. Μεταξὺ αὐτῶν, μὲ ἠλεγμένα νεώτερα στοιχεῖα ἀλλὰ καὶ μὲ πολλὲς σχηματοποιημένες ἀντιλήψεις ἐπὶ πολλῶν θεμάτων, τὸ “C.Lienau: Griechenland Geographie eines Staates der Europaeischen Suedperipherie” στὴν σειρὰ “ Wissenschaftliche Laenderkunden”, ὑπὸ W. Storkebaum, Bd.32, Darmstadt 1989).

Μὲ τὴν «οἰκοδομή» δὲν ἐξασφαλίζονται ἁπλῶς θέσεις ἐργασίας, ἀλλὰ αὐτὴ σέρνει πίσω της ἕνα ὁλόκληρο φάσμα βιομηχανικῶν ὑλικῶν: τσιμέντα, μπετονιέρες, σίδερα, χαλκούς, μολύβια, τζάμια, ξύλο, κεραμίδια κ.ο.κ. Καὶ ὅλος ὁ κόσμος ἔχει τὸ νοῦ του στὸ «σπίτι». Ἐδῶ λοιπὸν δὲν παρουσιάζεται ἁπλῶς μία εὐκαιρία ἰδιωτικοῦ πλουτισμοῦ ( π.χ. μία βιομηχανία μέσῳ τοῦ βουλευτῆ νὰ δώσει κάποιο κατάλληλο «δῶρο» σὲ κατάλληλα διοικητικὰ πρόσωπα γιὰ τὴν προτίμηση τῶν δικῶν της ὑλικῶν) ἀλλὰ καὶ μία ἐξέχουσα εὐκαιρία ἀσκήσεως κοινωνικῆς πολιτικῆς. Καὶ πῶς μὲν τὸ κράτος βρίσκει τρόπους νὰ χαρατσώνει τὴν «οἰκοδομή», θὰ τὸ ἰδοῦμε ἀργότερα μὲ τὰ «Προεδρικὰ Διατάγματα διὰ τὴν ἔκδοσιν οἰκοδομικῶν ἀδειῶν», πῶς ὅμως ἀσκεῖται κοινωνικὴ πολιτική, τὸ πράγμα εἶναι ἁπλούστερο καὶ χονδροειδέστερο. Ἕνας π.χ. ἔχει μαγαζί, πρόσκειται στὸ κόμμα ποὺ κρατάει καὶ τὸν δ/ντὴ ἑνὸς τμήματος τῶν «τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν» στὴ θέση του καὶ μπορεῖ τέλος πάντων νὰ εἶναι ἁπλοχέρης καὶ γενναιόδωρος. Ἕνας ἄλλος, ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν πρόσκειται στὸ ἴδιο κόμμα καὶ νὰ ἔχει τήν ἴδια ἁπλοχεριά, θέλει ν’ ἀνοίξει ἕνα ἴδιο μαγαζὶ παρακάτω. Καταχρεώνεται στὴν Τράπεζα καὶ καρτερεῖ τοῦτο τὸ καλοκαίρι νὰ τ’ ἀνοίξει. Νὰ ὅμως ξαφνικὰ ποὺ παρουσιάζεται κάποια «παράβαση» κατὰ τὴν «αὐτοψία» ( π.χ. ἕνα παραθύρι εἶναι 12 πόντους μικρότερο ἢ μεγαλύτερο) καὶ δὲν παίρνει «ἄδεια» γιὰ ρεῦμα καὶ νερό. Τὸ μαγαζὶ δὲν ἀνοίγει, ἡ Τράπεζα προβαίνει σὲ κατάσχεση καὶ ὁ ἐπιχειρηματίας ἀλλάζει δουλειά. Ὁ «καλὸς» ἐπιχειρηματίας πού εἶχε τὸ ἄλλο μαγαζί, συνεχίζει νὰ προσφέρει τὶς κοινωνικές του «ὑπηρεσίες». Ἕνα πλῆθος ἐρωτημάτων γεννιέται βέβαια. Ἀφοῦ ὑπεβλήθησαν σχέδια καὶ ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἐπεδίωξε καμμιὰ παράβαση, πῶς γίνεται καὶ βρέθηκαν τέτοιες κατὰ τὴν «αὐτοψία»; Πῶς γίνεται ἀκόμη καὶ ὁ δ/ντὴς τῆς πολεοδομίας εἶναι καὶ δ/ντὴς τῆς ΔΕΗ καὶ τῆς Ἑταιρείας Ὑδάτων, πού εἶναι ἐπιχειρήσεις δημοσίου συμφέροντος ( ἄρα ἔχουν ἰδίαν σχέση δημοσίου δικαίου μὲ τὸν πολίτη) καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι καὶ ἰδιωτικὲς ὅπως ἔγινε καὶ ὁ ΟΤΕ; Ἡ ἀπάντηση στὸ πρῶτο ἐρώτημα ( τῶν σχεδίων) δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη, ἐπειδὴ εἶναι νομοθετικῶς προβλεπόμενη, καὶ πρέπει νὰ ἔχει λίγην ἀκόμη ὑπομονὴ ὁ ἀναγνώστης.

Οἱ μηχανικοὶ δὲν χωρίζονται σὲ καλοὺς καὶ κακούς, ἀλλὰ σὲ «ἀδειάδες» καὶ μή. Ὁ καλὸς μηχανικὸς ποὺ ξέρει τὴν δουλειά του καὶ τὴν κάνει σωστά, δὲν παρέχει διαφυγὲς γιὰ ἄσκηση κοινωνικῆς πολιτικῆς πού εἶναι τὸ κύριο ἔργο τῆς Πολεοδομίας. Καὶ κυρίως, ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι καλὸς μηχανικός, δὲν παρέχει τὶς νομοθετικῶς προβλεπόμενες περιπτώσεις χαρατσώματος τῆς «οἰκοδομῆς» ἀπὸ τὸ κράτος. Αὐτὸς λοιπόν, μέσα σὲ ἕνα συντεχνιακῶς δομημένο κλίμα, θὰ περιθωριοποιηθεῖ καὶ θὰ εἶναι ὁ ἄγνωστος. Θὰ ἐπικρατήσει ὁ «ἀδειᾶς» μηχανικός, αὐτὸς ποὺ ξέρει στὴν κοινὴ συνείδηση νὰ βγάζει «ἄδειες» καὶ νὰ «νομιμοποιεῖ» ἐκ τῶν ὑστέρων. Καὶ ποὺ καθ’ ὃ «ἀδειᾶς» ἐλάχιστα τοῦ χρειάζεται γιὰ τὴν καριέρα του ἡ ἐπιστήμη ποὺ ἔμαθε καὶ ἐλάχιστα συμμερίζεται τὴν διαβεβαίωση τοῦ προέδρου τοῦ Τ.Ε.Ε. κ. Λιάσκα, ὅτι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ μηχανικοῦ σήμερα, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἐξέλιξη τῆς τεχνολογίας, εἶναι ὁ πιὸ δοκιμαζόμενος κλάδος τῶν τεχνικῶν ἐπαγγελμάτων. Ὄχι ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ κατοχύρωση τοῦ συνταγματικῶς προστατευομένου ἀγαθοῦ της ζωῆς τῶν ἀνθρώπων ( θὰ ἰδοῦμε ὡς ποῦ φθάνουν τὰ πράγματα σχετικῶς) ἀλλὰ οἱ «ἄδειες». Διότι αὐτὲς ἐπιτρέπουν τὴν ἄσκηση κοινωνικῆς πολιτικῆς καὶ τὴν λειτουργία τοῦ πολιτικοῦ μηχανήματος.

Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ἐρώτημα τώρα, τί σχέση ἔχει ἡ Δ.Ε.Η. μὲ τὴν Πολεοδομία, ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλούστερη: Πρόκειται γιὰ καθαρὰ ἀστυνομικὸ μέτρο ἀσκήσεως κοινωνικῆς πολιτικῆς, οὐδεμία συνταγματικὴ ἢ νομικὴ κατοχύρωση ἐπιδεχόμενο, στηριζόμενο ἁπλῶς στὴν κρατικὴ ( διοικητικὴ) αὐθαιρεσία καὶ τὴν ἀγραμματωσύνη τῶν ἀνθρώπων. Ἕνα μεγάλο «ἔργο ὑποδομῆς», ὅμως, χωρὶς ρεῦμα καὶ νερὸ ἕνα χρόνο, εἶναι πολὺ εὔκολο ν’ ἀλλάξει χέρια καὶ σκοπό. Καὶ φυσικὰ νὰ ἐξυπηρετήσει ἀνάλογα πολιτικὰ ὀφέλη. Ἀλλὰ ἡ ἄσκηση κοινωνικῆς πολιτικῆς μὲ τὴν « οἰκοδομῆ» πάει ἀκόμα μακρύτερα. Ἐπεκτείνεται καὶ σὲ ἰδεολογικὲς σφαῖρες.

Αὐτές, σὺν μερικὲς γενικώτερες σημειώσεις περὶ τῶν πολιτικῶν νοημάτων ποὺ συνεπάγονται, θὰ τὶς ἰδοῦμε στὸ ἑπόμενο.

5) Λευκαδίτικος λόγος -Τρίτη 13/8/1996


Τὰ παραδείγματα ἀσκήσεως κοινωνικῆς πολιτικῆς διὰ τῆς «οἰκοδομῆς», ἰδίως στὴν ἐπαρχία, δὲν περιορίζονται σὲ ἀριθμοὺς καὶ μεμονωμένες περιπτώσεις. Εἶναι γενικῆς καὶ συνεχοῦς φύσεως. Ἀφοῦ ἡ Ἑλλάδα ἔχει συνταγματικῶς κατοχυρωμένη «ἐπικρατοῦσα θρησκεία», ἕπεται πὼς ἀποδέχεται, καὶ κατὰ πράξιν ἐπιβάλλει, συγκεκριμένο κώδικα κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς. Ὅποιος ἀποκλίνει τοῦ μέσου ὄρου τῆς ἐπιτηρούμενης τούτης συμπεριφορᾶς, φανερὸ εἶναι ὅτι εἰσάγεται στὶς ἔμμεσες διαδικασίες διοικητικῆς καταστολῆς. Ἡ πολυνομία καὶ ταυτόχρονη ἀχρησία τῶν νόμων τῆς ἑλλαδικῆς διοικήσεως σκοπὸ ἔχουν νὰ μπορεῖ ἡ διοίκηση διαρκῶς νὰ καταγίνεται μὲ τὸ ἔργο τῆς κοινωνικῆς καταστολῆς, χωρὶς τὴ δυνατότητα καταφυγῆς τοῦ πολίτη σὲ ἐπίσημους μηχανισμοὺς προστασίας. Τὸ μικρὸ παιδάκι, ποὺ δὲν φαίνεται νὰ ἔμαθε ἀπὸ τὴν οἰκογένειά του νὰ φοβᾶται τὶς εἰκόνες τῶν ἁγίων ποὺ εἶναι παντοῦ ἀνηρτημένες στὰ δημοτικὰ σχολεῖα ( ὅπου μαζὶ μὲ τὶς «προτομὲς» τοῦ Μεγαλέξανδρου καὶ τῆς Μπουμπουλίνας κατασκευάζεται ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων ἡ «ἐθνικὴ» ἰδεολογία ), πρέπει νὰ ἐκβληθεῖ ἐγκαίρως. Μὲ τὴν βαθμολογία καὶ τὶς τιμωρίες τῶν δασκάλων νὰ μὴ μάθει γράμματα, νὰ καθυστερήσει, οἱ γονεῖς του νὰ τὸ πάρουν καὶ νὰ τραπεῖ σὲ ἐπάγγελμα. Μηχανισμοὶ ἀμύνης γιὰ τὸ παιδί, σχεδὸν ἀδύνατον νὰ βρεθοῦν. Ἀργότερα ὡς νέοι ὀφείλουν νὰ ἔχουν τὴν κόμμωση «σεμνή», οὔτε κοντή, οὔτε μακριά, ὄχι ἔνδυση ἐξεζητημένη. Παλιότερα, σὲ ἐποχὲς πλήρους σχολικῆς στρατιωτικοποίησης, ὑπῆρχαν τὰ πηλίκια καὶ οἱ ποδιές. Εἰδικὰ στὴν Λευκάδα παλαιοὶ κατηχητὲς καὶ ἱεράρχες μὲ ἰδιαίτερες ἐπιδόσεις στὴν εὐσεβιστικὴ δραστηριότητα, σὲ πλήρη ὁμοφωνία μὲ ὑπαλλήλους τοῦ ὑπουργείου Παιδείας, ὅπου οἱ νεώτεροι ἐπίγονοί τους ἀπεγνωσμένα ἐπιδιώκουν νὰ τοὺς προσδώσουν ὑστεροφήμως τὸν τίτλο τῶν «παιδαγωγῶν», ἀσκοῦσαν τὴν ὑψηλὴ παιδαγωγική τους «ἀποστολὴ» μὲ τὸν Ἀργύρη τὸν παιδονόμο! Φυσικῶς ὁ νῦν Δήμαρχος, ἐχόμενος τῶν παιδαγωγικῶν τούτων «ἀρχῶν», τὸ μόνο ποὺ ζήτησε προεκλογικὰ ἦταν περισσότερη ἀστυνομία. Καὶ τὸν ψήφισαν!!...Κανένας δὲν διαμαρτυρήθηκε γιὰ τὴν ἐπινοημένην αὐτὴν βαρβαρότητα ἀστυνόμευσης κι’ αὐτοῦ ἀκόμα τοῦ παιχνιδιοῦ τῶν παιδιῶν. Ἡ κοινωνία τῶν Ἑπτανήσων ὤφειλε μὲ κάθε τρόπο νὰ γίνει κοινωνία τῆς καμπάνας, τοῦ πανηγυριοῦ καὶ τῆς «ἐθνικῆς» ὁμοιομορφίας. Ἡ παλαιὰ κοινωνία τῶν μπουρανέλλων, μία κοινωνία φιλελεύθερη καὶ ἀρωματισμένη, διατηροῦσα μία παλαιᾶς ἱστορικῆς καταγωγῆς λεπτὴ ἰσορροπία μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ ἤθους, ἔπρεπε νὰ ἀποδεκατισθεῖ ὁπωσδήποτε. Οἱ καντάδες ἀπαγορεύθηκαν μὲ τὶς διατάξεις περὶ «διαταράξεως τῆς κοινῆς ἡσυχίας», ἔμειναν ἔτσι τὰ ναρκωτικὰ καὶ ἡ σεξουαλικὴ ἔκλυση, ποὺ προσπαθοῦν τώρα νὰ καλύψουν τὰ μεγάφωνα τῶν ἐκκλησιῶν. Αὐτὰ ἔχουν τὴν ἄδεια τῆς Ἀστυνομίας. Τώρα βέβαια τὸ ἐρώτημα, πῶς μπορεῖ νὰ ἀστυνομεύεται ἔμμεσα τὸ κόψιμο τῶν μαλλιῶν καὶ τὸ φάρδος τοῦ παντελονιοῦ καὶ τῆς φούστας, καὶ ταυτόχρονα τὸ Σύνταγμα νὰ μιλάει περὶ «ἐλεύθερης ἀνάπτυξης τῆς προσωπικότητος», εἶναι ἕνα ἐρώτημα τῆς μελλούσης συνταγματικῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος. Σημασία ἔχει ὅτι ἡ διοίκηση εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων ὑποχρεωμένη, ἰδιαίτερα στὴν ἐπαρχία, νὰ ἀσκεῖ ἔργα κοινωνικῆς πολιτικῆς καὶ νὰ «προστατεύει» τὶς συνταγματικὲς παραδοχές. Ὅτι στὸ κέντρο ἀσκήσεως τῆς κοινωνικῆς τούτης πολιτικῆς βρίσκονται οἱ ὑπηρεσίες τοῦ ΥΠΕΧΩΔΕ, προκύπτει αὐτομάτως ἀπὸ τὸν ρόλο τῆς «οἰκοδομῆς» στὸ σύνολο τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Καὶ ὄχι μόνο τῆς οἰκοδομῆς, ἀλλὰ καὶ τῶν «χωροταξικῶν μελετῶν». Ἂν κανένας εἶναι «καλὸς χριστιανὸς» καὶ «χρηστὸς πολίτης», εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ «βγάλει ἄδεια» καὶ νὰ καταπατήσει καὶ κάποιο κομμάτι τοῦ διπλανοῦ του, ποὺ εἶναι λιγότερο «καλός». Ἂν ἔτσι θὰ βρίσκεται σὲ αἰώνια ἔχθρα μαζί του, δὲν ἔχει σημασία.

Σημασία ἔχει ὅτι ὅσο πιὸ εὐτελισμένο τὸ κοινωνικὸ ἐπίπεδο, τόσο καλύτερα προσβλέπει στὴν ἐξ οὐρανῶν σωτηρία. Καὶ τὸ προέχον εἶναι νὰ ἐξασφαλισθεῖ ἡ προτεραιότης τῶν οὐρανῶν. Ὅσο τώρα γιὰ τὶς «χωροταξικὲς μελέτες», ἡ κοινωνική τους σημασία εἶναι ἁπλή: ὑπάρχει κάπου μία περιοχή, ὅπου ἀρχίζει νὰ διαμορφώνεται κάποιος νέος πυρήνας οἰκονομικῆς ζωῆς. Ἐκεῖ μία νέα «χωροταξικὴ μελέτη» ἢ κάποια «τροποποίηση» παλαιᾶς θὰ σπεύσει νὰ τὸν καταστρέψει. Ἄλλες πάλι «χωροταξικὲς μελέτες» θὰ εὐνοήσουν περιουσίες ἡμετέρων καὶ νέων «καλῶν χριστιανῶν», ὥσπου κάποιες ἄλλες νὰ εὐνοήσουν ἄλλους κ.ο.κ. Ὑπάρχουν «χωροταξικὲς μελέτες» καὶ γι’ αὐτὸν ἀκόμα τὸν ἱστορικὸ πυρήνα τῆς πόλης τῆς Λευκάδας. Ποῦ τώρα ἀνὰ τὸν κόσμο ὑπάρχουν ἀνάλογες «μελέτες» γιὰ ἱστορικοὺς πυρῆνες πόλεων, μένει νὰ μᾶς τὸ ποῦν αὐτοὶ πού τὶς «συλλαμβάνουν». Ἀλλὰ βέβαια ξέρουν πῶς δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ ἐρωτηθοῦν. Αὐτὸ τὸ ἰσοζύγισμα κοινωνικῆς τραμπάλας καλεῖται στὸ Σύνταγμα «προστασία τοῦ φυσικοῦ καὶ πολιτιστικοῦ περιβάλλοντος». Ὅτι τελικῶς εἶναι οἱ κοινωνικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων ποὺ κατασκευάζουν τὶς πόλεις ( πόλη δὲν εἶναι τὸ ἄθροισμα τῶν σπιτιῶν ποὺ τὴν ἀποτελοῦν) καὶ ὄχι οἱ «χωροταξικὲς μελέτες» καὶ τὰ «πολεοδομικὰ προγράμματα», μία ἁπλὴ σύγκριση μεταξὺ παλιᾶς πόλης καὶ νεάπολης εἶναι ἱκανὴ νὰ τὸ δείξει. Στὴν παλιὰ πόλη μαγειρεύει ἕνας φασολάδα καὶ μυρίζουν δέκα μαζί. Στὴν νεάπολη ὅλα εἶναι μὲ τὶς νέες προδιαγραφές, «μελετημένα» καὶ «χωροταξικά». Δὲν παίζουν παιδιὰ στοὺς δρόμους, οὔτε καὶ τὰ λουλούδια μυρίζουν. Ὑπάρχει ἡ διάσταση τῆς δομικῆς καταπίεσης ποὺ προβλέπουν ὁ Γ.Ο.Κ. καὶ οἱ ἐκλογές…
 

Εἶναι φανερὸ ὅτι ἂν ὑπάρχουν νομοθετημένοι τρόποι κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς καὶ καθορισμένα πλαίσια λειτουργίας τοῦ πολιτιστικοῦ μηχανήματος, ἡ ἀπὸ γραφείου «διοικητικὴ σωτηρία» τοῦ περιβάλλοντος καμιὰ προστασία γὶ αὐτὸ δὲν συνιστᾷ. Ἡ κάθε ἀπόφαση γιὰ τὸ κάθε τί τῆς «διοίκησης» θὰ σκοπεῖ κατ’ ἀνάγκην στὴν διατήρηση τῆς ἰδίας, δηλαδὴ στὴν κατοχύρωση τῶν κεκτημένων συμφερόντων τῶν ὁμάδων ποὺ τὴν ἀποτελοῦν. Καὶ τὸ βλέπομε: παρὰ τὴν πολυετῆ θητεία μας στὴν «Εὐρώπη», παρὰ τοὺς «σοσιαλιστικοὺς» ἐκσυγχρονισμούς μας, παρὰ τὶς ἀνακηρύξεις τοῦ πολιτικοῦ γάμου κ.λπ., τὰ πάντα μένουν ὅπως ἦταν. Κάθε προσπάθεια «ἐκσυγχρονισμοῦ» ἀποβαίνει πρὸς τὸ χειρότερο. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι ἡ καλύτερη ἀπόδειξη, ὅτι εἶναι οἱ ἰδεολογικὲς δομὲς τοῦ κράτους ποὺ δὲν μποροῦν ν’ ἀλλάξουν, ἐπειδὴ αὖτες ὁρίσθηκε ἱστορικὰ ἐπὶ μὴ δεδομένων κοινωνικῶν προϋποθέσεων νὰ ἀποτελοῦν τὸν φορέα ὕπαρξης τοῦ κράτους. Οἱ παλιὲς εἰκόνες τῶν βασιλιάδων ( ποὺ ἀντιπροσώπευαν καὶ κάτι ἀπὸ τὸν…Ἅγιο Κωνσταντῖνο) ἔφυγαν ἀπὸ τὶς δημόσιες ὑπηρεσίες καὶ ἀντικαταστάθηκαν ἄμεσα μὲ τὶς εἰκόνες ἁγίων. Ἡ ἑλλαδικὴ ἐκκλησία ὡς διοικητικὸς μηχανισμὸς ( ποὺ ἐλπίζομε σύντομα νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι ἔχει τόσην σχέση μὲ τὸ ἱστορικὸ θησαύρισμα τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅσην καὶ ὁ φάντης μὲ τὸ ρετσινόλαδο) μετέβαλε τὴν θρησκεία σὲ θρησκεία φόβου καὶ κοινωνικῆς καταστολῆς καὶ σὲ κύριο ἐργαλεῖο τελέσεως τῆς «ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας». Καθόλου συνεπῶς παράξενο ποὺ ἐπισκεπτόμενος κανεὶς τὴν Δ/νση «τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν» ( ὅπως καὶ παντοῦ ἀλλοῦ) βλέπει ἀπέναντί του ( καὶ στὰ ὀπίσθια πάντοτε τοῦ δ/ντῆ), τεράστιες εἰκόνες ἁγίων νὰ τὸν κοιτάζουν, ἂν τολμάει μέσα του, ἂς κουνηθεῖ νὰ διεκδικήσει τὰ συμφέροντά του!... Ἐδῶ στὴν Λευκάδα ἔχομε τὴν «Κυρὰ Φανερωμένη», ποὺ ἀπὸ προστάτιδα τῆς νήσου, ὅπως ἦταν στὴν συνείδηση τῶν παλαιῶν, κοντεύει νὰ γίνει προστάτης μὲ τὴν ἔννοια τοῦ Μεταξουργείου, δηλαδὴ καταπιεστικὸς προστάτης, καὶ «προσκύνημα δυτικῆς Ἑλλάδος». Ἀνθοῦσα οἰκονομικὴ ἐπιχείρηση δηλαδή, ὅπως κατάντησαν πολλὲς Παναγίες στὴν Ἑλλάδα, καὶ τελείως ἀντιστρατευομένη στὰ ἱστορικὰ νοήματα τῆς εὐρωπαϊκῆς διάστασης τῶν Ἑπτανήσων καὶ τῆς διακηρυγμένης «τοπικῆς αὐτοδιοίκησης». Ἀλλὰ ἐδῶ ἐγγίσαμε ἕνα πρόβλημα εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς ποὺ θὰ μᾶς ἀπασχολήσει παρακάτω.

Σημασία ἔχει ὅτι εἶναι νομοθετικῶς καὶ συνταγματικῶς κατοχυρωμένο ἡ «ἐκτελεστικὴ ἐξουσία» νὰ δουλεύει μὲ παράλληλες ἐξουσίες ποὺ ἔχουν κάποιους «συνεκτικοὺς δεσμούς», ἀγνοώντας ἔτσι κάθε ἔννοια πολίτη καὶ κράτους δικαίου. Ἀκριβῶς δίπλα ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ὡς κέντρου ἐξουσίας βρίσκεται βαθύτατα ἐσφηνωμένο στὴν καρδιὰ τοῦ κράτους τὸ Τ.Ε.Ε., μὲ πλήρεις νομοθετικὲς κατοχυρώσεις ποὺ θὰ ἰδοῦμε σὲ λίγο. Εἶναι φανερὸ ποιὲς μπορεῖ νὰ εἶναι οἱ δίοδοι ἐπικοινωνίας μεταξὺ ἑνὸς συνόλου ἱερωμένων καὶ ἑνὸς συνόλου «θετικῶν ἐπιστημόνων» καὶ τεχνικῶν, ποὺ θεωρητικῶς φαίνεται νὰ μὴν ἔχουν κανένα σημεῖο ἐπαφῆς: κάποιος «ὑπέρτερος δεσμὸς»- καὶ αὐτὸς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὴ μασονία. Βέβαια ἡ διεθνὴς αὐτὴ ὀργάνωση – καὶ τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἐπιτήρηση τῆς ἀσκούμενης κοινωνικῆς πολιτικῆς τελεῖται πολλαπλῶς- δὲν παίζει σήμερα τὸν ρόλο πού ἔπαιζε κάποτε. Ἱδρυθεῖσα πρὸ αἰώνων ὡς ἔνα ἀντίβαρο τῆς προτεσταντικῆς Εὐρώπης ἔναντι τῶν ἰησουϊτῶν τῆς καθολικῆς Εὐρώπης, διεδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο στὴν ἐξέλιξη καὶ διαμόρφωση τοῦ φιλελεύθερου κράτους. Ἐπιδιώκοντας νὰ συμπεριλαμβάνει στοὺς κόλπους της τὴν ELITE τῆς κοσμικῆς καὶ πνευματικῆς ἐξουσίας, δὲν εἶχε μέλη της μόνο βασιλεῖς καὶ γόνους βασιλικῶν οἴκων, ἀλλὰ καὶ πολλὰ φωτισμένα πνεύματα, ἔτσι ὥστε μέσα ἀπὸ τὸ ἰσοζύγιο τῶν ἀντιτιθεμένων τούτων τάσεων νὰ διευκολυνθεῖ ἱστορικὰ ἡ μετάβαση ἀπὸ τὴν ἀπόλυτη μοναρχία στὴν συνταγματικὴ καὶ ἀπὸ τούτη στὴν κοινοβουλευτικὴ καλούμενη δημοκρατία. Ἡ κοσμική της διανόηση, ἐνίοτε ἀκραίων φιλελευθέρων ἀπόψεων, συνετέλεσε στὴν διαφοροποίηση τῶν ἐπαναστατικῶν ἰδεολογιῶν τοῦ σοσιαλισμοῦ, πού εἶναι τὸ κύριο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ 19ου αἰῶνος ( περὶ μασονίας ἔχουν γραφεῖ πάρα πολλά, ἐξ ὧν λίγα ἔγκυρα. Ἐξακριβωμένα στοιχεῖα γιὰ τὴν δομὴ τῆς ὀργανώσεως αὐτῆς βρίσκει κανεὶς σὲ μία πολύτομη ἔκδοση τῶν ἀρχείων της, ποὺ κατέσχεσαν τὰ SS σὲ ὅλες τὶς κατεχόμενες χῶρες κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ β' παγκοσμίου πολέμου). Στὴν μεταβιομηχανικὴ ἐποχὴ τῆς μαζικῆς κατανάλωσης καὶ τῆς μετατροπῆς τῶν κομμάτων ἀπὸ «ἀμορτισὲρ» μεταξὺ λαοῦ καὶ ἐξουσίας σὲ συνισταμένη ὁμάδων συμφερόντων τῆς παραγωγῆς, φυσικὸ ἦταν καὶ ὁ προεξάρχων ρόλος τῆς μασονίας ν’ ἀλλάξει. Σήμερα αὐτή, μὴ ἔχουσα νέες ἰδέες νὰ προσφέρει, μετεβλήθη σὲ στοιχεῖο συντηρήσεως καὶ κατεστημένων συμφερόντων, καὶ ἀπὸ τὴν πολλὴν μετριότητα ποὺ κρύβει στοὺς κόλπους της, συμπαρασύρει στὴν κατεστημένην ἀπραξία καὶ τὶς ἱκανότητες τῶν λίγων καλῶν ποὺ μπορεῖ νὰ τὴν ἀκολουθοῦν. Ὁ κάθε μικρομεσαῖος διανοητικὰ καὶ ἠθικὰ θὰ κοιτάξει νὰ κατοχυρώσει τὴν μετριότητά του καὶ τὴν τσέπη του γενόμενος μασόνος. Χρειάζεται μήπως νὰ διερευνήσει ἰδιαίτερα κανεὶς μὲ ποιὸν ἐπαγγελματικὸ κλάδο ὑπὸ τὰ ἑλλαδικὰ δεδομένα βρίσκεται ἡ μασονία στὶς πιὸ ἀγαθὲς σχέσεις; Ἐναντίον τῆς μασονίας εἶναι δυνατὸν νὰ γράφονται πολλὰ γιὰ τοὺς πολλούς. Σημασία ἔχει ὅτι αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ μία πολύτιμη δίοδο στὴν παραλληλία δομῶν ἐξουσίας. Καὶ ὅταν πρόκειται γιὰ τὴν κατοχύρωση κεκτημένων συμφερόντων δι’ ἀσκήσεως κοινωνικῆς πολιτικῆς, δηλαδὴ γιὰ λεφτὰ καὶ γιὰ ὑποθετικοὺς φόβους γι' αὐτά, αὐτὸ πάει πάνω ἀπ’ ὅλα καὶ οἱ συμφωνίες βρίσκονται.

Θὰ ἰδοῦμε στὸ ἑπόμενο τὶς ἱστορικὲς καταβολὲς ἱδρύσεως τοῦ ΤΕΕ, γιὰ νὰ καταλάβομε καλύτερα τὶς κοινωνικές του λειτουργίες.


συνεχίζεται ΕΔΩ

2 σχόλια:

  1. Η άποψη λοιπόν πως στην Ελλάδα οι διοικητικές αποφάσεις χαρακτηρίζονται κυρίως από την έλλειψη σχεδιασμού, προγραμματισμού και οράματος και λαμβάνονται κυρίως στο πόδι και αφού πρώτα οι κυβερνώντες αναμένουν την εμφάνιση του προβλήματος και κατόπιν την υπαγόρευση εντολών από το εξωτερικό για τον τρόπο αντιμετώπισής του, είναι σε μεγάλο βαθμό λανθασμένη. Διαβάζοντας κανείς το κείμενο διαπιστώνει πως υπάρχει σχέδιο, υπολογισμός, εκτίμηση του αποτελέσματος, ακόμα και για τον τρόπο διοίκησης περιφερειακών δημοτικών γραφείων. Λαμβανομένου δε υπ΄όψιν ότι οι κυβερνώντες έχουν δυσκολία στην επίλυση δευτεροβάθμιων εξισώσεων είναι ενδιαφέρον να δούμε τη συνέχεια αναζητώντας απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γιά νά δοῦμε ἄν ὑπάρχει ἤ ὄχι προγραμματιμσός νομίζω ἐξαρτᾶται ἀπό τόν καθορισμό καί τήν φύση τοῦ σκοπού. Ἀπό ποῦ καί πῶς καθορίζεταιὁ σκοπός; Ὁ προγραμματισμός ἑνός σκοπού εἷναι ἱκανό προαπαιτούμενο γιά τήν, ἔστω καί θεωρητική, ἐπίτευξή του;

    Μήπως ἡ ἐπίτευξή τοῦ σκοποῦ ἐπηρεάζεται περισσότερο ἀπό ὅτι νομίζουμε ἀπό τό ἄν ἔχουν ληφθεῖ ὑπ' ὄψιν τά ἱστορικά πράγματα;

    Τά πράγματα εἷναι αὐτά πού εἷναι. Δέν μποροῦν νά παραβλέπονται ἐπ' ἄπειρον. Ἡ ἐπ' αὐτῶν ἰδεολογία εἷναι τό ζητούμενο.

    Πάντως κάπως ἔτσι ἔχουν τά πράγματα γιά τήν Ἑλλάδα, ὅπως τά λές στό σχόλιο. Βέβαια αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὁ ὅποιος ἐγχώριος σχεδιαστής ἤ ἐκτελεστής πολιτικῆς ( τοπικῆς ἤ εὐρύτερης) κατανοεῖ πάντα τήν βαθύτερη σημασία της. Σέ μερικές περιπτώσεις μπορεῖ νά κατανοεῖ τό ἄσκοπον τοῦ πράγματος...Ἀπό τήν ἄλλη, ἀκόμα καί ὅραμα μπορεῖ νά ἔχει ἀλλά νά μήν συνειδητοποιεῖ ἀπό ποῦ τοῦ προέκυψε...

    Πάντως, ὅπως παντοῦ ἔτσι καί έδῶ, ἡ ἱστορία ἔκανε τήν ἀρχή, μετά ἧρθε ἡ κατοπινή "διανόηση" καί σιγά σιγά ἔδενε τό γλυκό. Ἀπό ἕνα σημεῖο καί μετά τό νερό μπῆκε γιά τά καλά στ' αὐλάκι. Γιά μένα τό σημεῖο αὐτό εἷναι τό τέλος τοῦ Β Παγκοσμίου Πολέμου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή