Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Ἡ ἀποκατάσταση τοῦ ρόλου τοῦ Αἰγαίου καί τῆς εὐρύτερης ἀνατολικῆς Μεσογείου εἶναι ἐπιτακτική...



Τὸ Αἰγαῖο δὲν ἀνήκει οὔτε στὴν Ἑλλάδα, οὔτε στὴν Τουρκία, οὔτε στὰ ψάρια του. Ἢ μᾶλλον ἀνήκει περισσότερο στὰ ψάρια του, ἀφοῦ αὐτά σίγουρα δὲν παρεμποδίζουν τὴν φυσικὴ ἱστορική του λειτουργία. Τό Αἰγαῖο δέν εἶναι τό φολκλόρ τοῦ Ἐλύτη, οὔτε οἱ αὐθαίρετες βίλες τῶν νεόπλουτων, οὔτε τά θαλάσσια οἰκόπεδα γιά πετρελαϊκή ἐκμετάλλευση. Δυστυχῶς τὸ Αἰγαῖο ἀπὸ παραγωγὸς πολιτισμοῦ καὶ ζωῆς ἔχει μεταβληθῆ σὲ ἕνα σύμπλεγμα ἀγόνων γραμμῶν καὶ ἀεριτζίδικου τουριστικοῦ νεοπλουτισμοῦ. Καί λίαν προσφάτως σέ χῶρο διακίνησης προσφύγων καί λαθρομεταναστῶν. Τὴν φυσική του λειτουργία ἀκύρωσαν κρατικὲς ὀντότητες σὰν τὴν ἑλλαδικὴ καὶ τὴν τουρκική, μὲ τὶς ἀπίθανες κυριαρχίες τῶν μὲν καὶ τὶς ἐξ ἴσου παράλογες διεκδικήσεις τῶν δέ. Κυριαρχίες καὶ διεκδικήσεις πού ἑδράζονται σὲ ἀνιστόρητα «διεθνῆ», « εὐρωπαϊκὰ» ἢ « ἐθνικὰ» δίκαια. Τά συμπληρωματικά καί ἀνεπαρκῆ συνθηματολογικά ἰδεολογήματα –κραυγές, τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας ἀπό τήν μιά, καί τῶν ἀνοικτῶν συνόρων ἀπό τήν ἄλλη παραπλανοῦν. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ ἐπιβολὴ συνόρων, σὲ χώρους ὅπου ἡ ἱστορία χιλιετιῶν δούλεψε συνειδητὰ γιὰ τὴν κατάργησή τους, συνέβαλλε στην καθίζηση τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἂς μὴν σπεύσουν οἱ κλακαδόροι τῶν « ἀνοικτῶν συνόρων» νὰ χειροκροτήσουν, αὐτοὶ πού τὰ ἀνοιγοκλείνουν κατὰ τὶς βουλὲς καὶ τὰ συμφέροντα τῆς «ἀνάπτυξης» καὶ τῆς « προόδου». Μὲ ὁδηγὸ τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γερασίμου Κακλαμάνη Η ΕΛΛΑΣ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ, δὲν ὑποστηρίζουμε τὴν κατάργησή τους στὸ ὄνομα μιᾶς στείρας καὶ οἰκονομικίστικης παγκοσμιοποίησης, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν « ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων». Προτείνουμε ὅμως τὸ ξεσκέπασμα τῶν σημερινῶν ἱστορικῶν ἀδιεξόδων. Τὰ ἐθνικὰ δίκαια τῶν μασκαρεμένων «πατριωτῶν» καὶ ὁ ἐπιδοτούμενος ἀνθρωπισμὸς τῶν «ἀλληλέγγυων» πρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦν ὥστε τὰ πράγματα, στὸν ἱστορικώτερο τῶν χώρων παγκοσμίως, νὰ ἐπανέλθουν στὴν φυσικὴ των τάξη. 
 
 Η ΕΛΛΑΣ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ( Γεράσιμος Κακλαμάνης )

Συμπεριληπτικῶς μποροῦμε νὰ παρατηρήσωμε ὅτι ὅσο αὐξάνει ἱστορικὰ ἡ κρίση τοῦ νεωτέρου ἑλληνικοῦ κράτους, τόσο αὐξάνει ὁ ἀριθμὸς τῶν Συνταγμάτων. Κατὰ τὸν προηγούμενον αἰῶνα προσαρτήθηκε μόνο ἡ Θεσσαλία καὶ ἔχομε δύο μόνο Συντάγματα. Κατὰ τὸν παρόντα ἔχομε πολλὲς «προσαρτήσεις», ἀλλὰ καὶ μεγάλες κρίσεις, καὶ ἔτσι ἔχομε ἑπτά. Μετὰ ἀπὸ κάθε μεγάλη κρίση καὶ ἕνα Σύνταγμα! Τὸ κοινωνικὸ καὶ ἱστορικὸ ἀδιέξοδο ἐπιχειρεῖται νὰ ξεπερασθῆ μὲ χαρτιά. Δὲν εἶναι ἄραγε αὐτὸ ἐνδεικτικὸ περὶ τοῦ βασικῶς ἀδυνάτου ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος ὡς κράτους; Πληθωρισμὸς Συνταγμάτων καὶ Νόμων γιὰ τὰ «ἀνθρώπινα δικαιώματα», δὲν μπορεῖ βέβαια νὰ σημαίνη παρὰ ὅ,τι καὶ ὁ πληθωρισμὸς τοῦ χρήματος γιὰ τὴν ἀξία του.

Σήμερα, τουλάχιστον πολιτικά, ἡ ἀνθρωπότητα τείνει νὰ πραγματοποίηση σὲ ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδο, ὅ,τι ὑπῆρξε καὶ στὸ παρελθὸν ἀρκετὲς φορὲς πραγματοποιημένο, δηλαδὴ μίαν ὑπερεθνικὴ ὕπαρξη μὲ βάση τὸν ἄνθρωπο ὡς πραγματούμενη ἀτομικότητα χωρὶς ἀλλά  χαρακτηριστικά. Οἱ θρησκευτικὲς ὑπάρξεις τῆς ἀνθρωπότητας στὸ παρελθὸν (Βυζάντιο, μεσαιωνικὸς Χριστιανισμὸς στὴν Δύση, Ἰσλὰμ κ.λπ.) τέτοιου εἴδους «νοήματα» ἦσαν. Ἡ εὐεργετικὴ κατάσταση τῶν πυραύλων μᾶς ἐπέβαλε νὰ ξαναγυρίσωμε στὰ ἴδια πράγματα, πού εἶναι καὶ τὰ φυσικὰ — ἀπὸ ὅλα τὰ βιολογικὰ εἴδη, μόνο ὁ ἄνθρωπος πολεμάει τὸ εἶδος του —, μὲ μίαν ἀνώτερη κατανόηση. Ἀλλὰ ἡ κατάργηση τῶν πυραύλων ὡς μέσον συνεννόησης δὲν εἶναι κάποιο σπουδαῖο ἐπίτευγμα. Τελικῶς σημαίνει ὅτι παραδεχόμαστε τὴν ἀνάγκη νὰ ὑπάρχουν στὴν Φύση δένδρα — πρᾶγμα πού δηλοῖ ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα ἀπὸ κάποια μεγάλα ἀκρωτήρια παρανοϊκότητος πέρασε. Ἡ δουλειὰ πού ὑπολείπεται εἶναι τεράστια σὲ ὄγκο. Καὶ θὰ παραμένη τέτοια ὅσο ἕνας Ἰρλανδὸς δὲν ξέρει τίποτε γιὰ τὸν Γιαπωνέζο ἤ ὁ Γιαπωνέζος γιὰ τὸν Ἰρλανδό. Ἡ γνῶση στὴν Ἱστορία παραμένει πάντα τὸ πιὸ δυσκατάκτητο. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐπείγει ἡ κατανόηση τῆς περὶ «προσώπου» ἀντίληψης τῶν δύο χριστιανικῶν μας κόσμων, ἀνατολικοῦ καὶ δυτικοῦ. Ὅπως εἴπαμε, οἱ βλέποντες κάποιες «ὑπεροχὲς» καὶ «ἧττες» στὶς διαμορφούμενες καταστάσεις τῶν καιρῶν μας, δὲν βλέπουν καλά. Πολλὲς ἀπὸ τὶς πλέον προχωρημένες ἀνακαλύψεις στὸν τομέα τῆς μικροηλεκτρονικῆς καὶ τῆς διαστημικῆς τεχνολογίας ἔγιναν πρῶτα ἀπὸ Ρώσσους. Μὲ τὴν δίκη τοῦ Ρόζενμπεργκ ἀπεδείχθη ὅτι οἱ σοβιετικοὶ ἐπιστήμονες εἶχαν φθάσει στὴν ἀνακάλυψη τῆς ἀτομικῆς βόμβας πρὶν ἀπὸ τὸν πόλεμο καί, ὅταν μεταπολεμικὰ ἐκλήθηκε κάποιος σοβιετικὸς ἐπιστήμονας νὰ κάνη μιὰ διάλεξη στὴν Ἀγγλία, ἔμειναν ὅλοι μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτὸ βλέποντας νὰ ἀναλύη στὸν πίνακα ἐξισώσεις γιὰ τὶς ὁποῖες οἱ "Ἀγγλοι εἶχαν φκιάξη καμμιὰ ἑξηνταριὰ πρόσθετες «μυστικὲς ὑπηρεσίες», γιὰ νὰ τὶς «διαφυλάξουν» ὡς «κρατικὰ μυστικά». Χρειάζεται νὰ ἐπαναλάβωμε δηλαδή, ὅτι ἡ σύγχρονη τεχνολογία σὰν στάδιο πολιτισμοῦ συνιστᾶ μονόδρομο, ὅπου δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξη ἀνταγωνισμός, ἀλλὰ μόνο συναγωνισμὸς καὶ ἅμιλλα, ὅπως ἀκριβῶς μὲ τὸ χτίσιμο τῶν καθεδρὰλ τοῦ μεσαίωνα. Τὰ κτήρια εἶναι διαφορετικὰ, τὰ νοήματα εἶναι τὰ ἴδια. Ἀλλὰ ὁ συναγωνισμὸς ὡς ἔννοια εἶναι πολὺ πιὸ δύσκολη ἀπὸ τὸν ἀνταγωνισμό, τοῦ ὁποίου τὸ ἀρχικὸ νόημα τελικῶς δὲν εἶναι εἰ μή ἐκεῖνο τῆς φυσικῆς βίας. Αὐτὰ ἀκριβῶς συγκροτοῦν καὶ τὴν ἱστορικὴ συνθετότητα τῶν καιρῶν μας. Ἀκόμη καὶ τὰ Βαλκάνια τοῦ περασμένου αἰῶνα εἶχαν μετοχὴ τὴν θεωρία τῆς σχετικότητας διὰ τῆς πρώτης γυναίκας τοῦ Ἀϊνστάιν πού ἦταν γιουγκοσλάβα, ὁμοίως ἀτομικὸς φυσικὸς καὶ συνεργὰτις του. (Τὰ «ὑπανάπτυκτα» Βαλκάνια μὲ «σουφραζέττες» τοῦ τότε νὰ σπουδάζουν πυρηνικὴ φυσικὴ στὴν Ἐλβετία...).

Μπορεῖ τώρα μέσα σὲ ὅλα αὐτὰ νὰ χωρέση ἀκόμη ἡ Ἑλλάδα σὰν κράτος; Ὅπου καὶ νὰ κυττάξωμε, στὴν κοινωνική της σύνθεση, στὸ δίκαιο, στὴν διοίκηση, στὴν οἰκονομία, τὸ βλέπομε καλά: λείπει κάθε προϋπόθεση ὑπάρξεως κράτους. Καὶ ἐξωτερικῶς ἀπὸ τὸ 1821 κι ἐδῶ δὲν παρατηροῦμε παρὰ μιὰ διαδικασία μαζώματος, ἡ ὁποία συνεχίζεται ἀκόμη μὲ τοὺς σημερινοὺς ποντίους. Ἂν τώρα θελήσωμε νὰ πληροφορηθοῦμε κάτι ἀκόμη περὶ Ἑλλάδος καὶ ἀνοίξωμε ἕνα Λεξικό, ὅπως π.χ. στὴν γνωστὴ σειρὰ «Hermes-Lexikon» τὸ μικρὸ τετράτομο ἔργο γιὰ τὰ κράτη τοῦ κόσμου, βλέπομε ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀπὸ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ ἐντεῦθεν ὑπῆρξαν ἕνας λαὸς διαρκῶς ὑπόδουλος, τὴν μεγαλύτερη δὲ ὑποδούλωση τους τὴν ὑπέστησαν ἀπό τους «βυζαντινούς»! Μποροῦμε ὅμως νὰ συνεχίσωμε μὲ τέτοια νοήματα;

Ἡ γεωγραφικὴ διάταξη τῶν τελευταίων αἰώνων — καὶ ἀσφαλῶς ὅσοι δὲν μπόρεσαν νὰ τὴν διακρίνουν λίγα πράγματα καὶ ἀπὸ ἱστορία θὰ κατάλαβαν — ἦταν: πρωτεύουσα τῆς Ἀγγλίας τὸ Λονδῖνο καὶ πρωτεύουσα τοῦ Λονδίνου ἡ Ἑλλάς. Τὰ πράγματα ὑπῆρξαν ἀναγκαστικῆς ὑφῆς καὶ ἄρα «πέραν τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ». Ὅτι ὅμως ὑπῆρξαν καὶ ἐξόχως παρανοϊκὰ μποροῦμε νὰ τὸ καταλάβωμε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὤθησαν τὸν Κεμὰλ Ἀτατοὺρκ νὰ ζητήση νὰ «ἐξευρωπαΐση» τὴν Τουρκία ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα. Νὰ ἀφήση δηλαδὴ τὴν Κων/πολη, πού ἦταν μὲσ’ τὴν καρδιὰ τῆς Εὐρώπης ὡς ἱστορικῆς κατηγορίας, καὶ νὰ ζητήση τὸν «ἐξευρωπαϊσμὸ» ἀπὸ ἐκεῖ πού δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γίνη. Καὶ εὐτυχῶς βέβαια πού ὁ «ἐξευρωπαϊσμὸς» σταμάτησε μόνο στὴν κατάργηση τοῦ ἀραβικοῦ ἀλφαβήτου καὶ δὲν προχώρησε καταστροφικώτερα... Εὐτυχῶς γιὰ τὴν Εὐρώπη λέμε... Καὶ ὅτι φυσικὰ ἡ εὐρωπαϊκὴ ἱστορία τοῦ μέλλοντος θὰ σταματήση νὰ γράφεται μὲ βάση τὶς ληξιαρχικὲς πράξεις τῶν δημάρχων τῆς Βρέμης καὶ τῆς Λίλλης, αὐτὸ εἶναι πλέον ἤ βέβαιον. Μιὰ κάποια εὐρυχωρία μᾶς χρειάζεται ἤδη. Ὁ Βολταῖρος σίγουρα δὲν ἤξερε τί θὰ πῆ «ἱστοριογραφία»... Ὅτι τὸ μέλλον τῆς εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας εὑρίσκεται πέριξ τῆς Μεσογείου, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὸ παρελθόν, εἶναι τόσο προφανὲς ὥστε νὰ μὴν χρειάζεται ἰδιαιτέραν συζήτηση.

Ἀλλά, ἂν πάψη ἡ Ἑλλάδα νὰ ὑφίσταται σὰν κράτος, σὰν τί θὰ ὑφίσταται; Θὰ ὑφίσταται ἀκριβῶς σὰν αὐτὸ πού ὑπῆρξε ἀνέκαθεν, σὰν αὐτὸ πού ἐκ φύσεως εἶναι καὶ πού ἔδωσε τὰ τόσα πολύτιμα πράγματα στὸ παρελθόν: ὡς γεωγραφικὴ καὶ μόνον ἔννοια μὲ πολλὲς ἑστίες ἑλληνισμοῦ. Οἱ δρόμοι τῆς Εὐρώπης πρὸς τὴν Ἀνατολικὴ Μεσόγειο εἶναι δύο: ἀπ’ τὴν μεριὰ τῆς Ἀδριατικῆς καὶ ἡ γραμμὴ Βελιγραδίου - Θεσ/νίκης. Ὅταν λέμε «δρόμοι» δὲν ἐννοοῦμε βέβαια «ἄσφαλτο», ἀλλά  τὴν ἀρχαία «ὁδό». Στὰ λεξικὰ αὐτὴ ἡ λέξη ἔχει μίαν ὑπέρμετρη πληθώρα συνθετικῶν καὶ παραγώγων, πού ὅλα ἔχουν νὰ κάνουν μὲ βασικὲς ἔννοιες τῆς ζωῆς. Ὁδός ἤ παζάρι δὲν εἶναι τὸ μέρος πού ἀνταλλάζει κανεὶς ἐμπορεύματα, ὅπως στὴν Τράπεζα ἤ τὸ Χρηματιστήριο π.χ. ἀνταλλάζει λεφτά, ἀλλά  οἱ «ἀρτηρίες» πέριξ τῶν ὁποίων συγκεντροῦται ἡ ζωὴ πού ἀπορροφᾶ τὰ προϊόντα. Στὸ παζάρι δὲν πάει κανένας γιὰ ν ἀγοράση μόνο. Πάει καὶ γιὰ ν’ ἀνταλλάξη ζωὴ — κάτι νὰ ἴδη, κάτι νὰ προσδεχθῆ, κάτι ὁ ἴδιος νὰ δώση μὲ τὴν παρουσία του. Γιὰ νὰ γίνη «κόσμος» δηλαδή. Τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐννοοῦμε, ὅταν λέμε «δρόμος» μεταξὺ Μονάχου Μεσολογγίου λ.χ. Πρόκειται γιὰ τὴν «ἀρτηρία» πού δὲν διαπερνᾶ ἁπλῶς τελωνεῖα καὶ σύνορα ἀλλά  κατὰ μῆκος τῆς ὁποίας ὑπάρχουν τὰ ἱστορικὰ καὶ πολιτισμικὰ κέντρα «παραγωγῆς ζωῆς» πού ἀπορροφᾶ τὰ προϊόντα. Κάπως ἔτσι λειτούργησαν οἱ «ἐμπορικὲς ὁδοὶ» παληὸτερα στὸν χάρτη. Συνεκτικὸ ἱστὸ μεταξύ τους οἱ παραπάνω «δρόμοι» εἶχαν αὐτὸ πού ἔπαψε νὰ ὕπαρχη: μιὰ ἐν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ Μακεδονία. Καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἐμπορικότητος καὶ λειτουργίας ἐδημιουργήθηκε σ’ αὐτὴν τήν περιοχὴ τὸ συνονθύλευμα ἐκεῖνο τῶν λαῶν καὶ τῶν φυλῶν, τὸ ὁποῖον οἱ εὐρωπαϊκὲς δυνάμεις τοῦ παρελθόντος, μὴ βοηθούμενες ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς συνθῆκες νὰ ἀξιοποιήσουν διαφορετικά, πίστεψαν πώς ἔπρεπε νὰ «λύσουν» διὰ τῶν συνόρων, δημιουργῶντας ἕνα ἐπιζήμιο, ὡς ἔδειχθη, καὶ γιὰ τὸν ἑαυτὸ τους χάος πού κρατιέται ἔκτοτε διὰ τῆς διαρκοῦς καταστολῆς. Ἡ Θεσ/νίκη ἀπὸ φυσικὸς «συλλέκτης» ἐμπορικῆς ζωῆς τῶν βορείων Βαλκανίων ἀπέκτησε ἐνδοχώρα τὰ Κύθηρα καὶ τὰ Γιάννενα, ἕνας παραπλήσιος «συλλέκτης» στὴν ἀνατολικὴ μεριὰ τῆς Ἀδριατικῆς, τὸ Καστελλόριζο...

Ὅ,τι ὑπάρχει ἀπὸ ἐκεῖ καὶ κάτω — ἂς ποῦμε ἀπὸ τὴν Λαμία περίπου καὶ κάτω, γεωγραφικῶς καὶ ἱστορικῶς ἐξεταζόμενο —, εἶναι ἁπλῶς ὁδικὴ προέκταση τῶν παραπάνω «δρόμων» πού εἴπαμε. Ἡ πολυτιμότης τῆς Πελ/νὴσου συνίσταται ἀκριβῶς σ’ αὐτὴν τὴν ἱστορικὴ λειτουργία. Ἀπὸ τὴν Λαμία καὶ κάτω, μόνο ἡ ἀρχαία Ἀθήνα μπόρεσε «κάτι» νὰ δημιουργήση. Ἀλλὰ ἡ Ἀθήνα ἦταν ἡ Βενετία τῆς ἀρχαιότητος, πού ἐνδοχώρα της ἦταν τὸ Αἰγαῖο. Αὐτὸ ἔπαψε ὁριστικὰ γεωπολιτικῶς ἀπὸ τοὺς χρόνους τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ ἐντεῦθεν. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἔπειτα ἡ Πελ/νησος, λόγῳ τῆς φυσικῆς μονώσεώς της ἐντός τῆς Μεσογείου ἦταν ἁπλῶς ἕνας χῶρος «βάσεων» τρόπον τινά, ἕνας ἐνδιάμεσος χῶρος ὑπὸ διαδοχικὲς κατοχές, μὲ ὄχι συνεχῆ μεσαιωνικὴ ἱστορία, πράγματα πού μᾶς φανερώνουν τὴν σημερινή του πολυτιμότητα ὡς χώρου. Ἀπὸ τὴν Πελ/νησο δὲν ἔχομε καμμίαν ἰδιαίτερη πολιτισμικὴ δημιουργία — φυσικὴ συνέπεια τῆς διαρκῶς ἐναλλασσόμενης ἱστορίας της —, ἔχομε ὅμως ὡς ἐκ τούτου μίαν καταπλήσσουσα προσαρμογὴ πρὸς τὰ ἑκάστοτε ἱστορικὰ δεδομένα. Ἡ Βενετία κατὰ τοὺς νεώτερους αἰῶνες, δὲν ἀρκέσθηκε μόνο στὴν διατήρηση τῶν βάσεων της ἐκεῖ, ἀλλὰ κατέβαλε καὶ ἰδιαίτερες προσπάθειες νὰ διατηρήση ἄσβεστον τὸ χριστιανικὸ φρόνημα. Οἱ μεγάλες πόλεις τῆς Πελ/νήσου ὀφείλουν νὰ γίνουν τὰ κοσμοπολίτικα κέντρα πού ἦσαν, ὅπως καὶ ἡ ἴδια ἕνας χῶρος γονίμων ἐπενδύσεων γιὰ ὅλη τὴν μεσογειακὴ περιοχή.

Γιὰ τὸ Αἰγαῖο ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν μπορεῖ τίποτε νὰ εἰπωθῇ, διότι αὐτὸ ἀποτελεῖ πλεούμενο σὲ πρωτοφανῆ δεκακυμία ἐν κρανίοις. Οὐδεὶς μπορεῖ νὰ ἀντιληφθῆ πώς προέκυψε ἡ «ἑλληνοτουρκικὴ διένεξη» γιὰ τὸ Αἰγαῖο - οὐδεὶς μπορεῖ νὰ ἀντιληφθῆ τί δουλειὰ ἔχουν ἡ Ἑλλάδα καὶ ἡ Τουρκία μὲ τὸ Αἰγαῖο καὶ πώς ἀνακατώνονται σ’ αὐτό. Οὐδεὶς μπορεῖ νὰ καταλάβη γιατί τὸ Αἰγαῖο ἄδειασε καὶ οὐδεὶς μπορεῖ νὰ ἀντιληφθῆ γιατί ὁ EOT δὲν σταματᾶ πλέον νὰ συζητῆ περὶ «ἔργων ὑποδομῆς».

Ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ μὲ τὸ «δίκαιον τῆς θαλάσσης», τὸ «διεθνὲς δίκαιον», τοὺς «ἐναέριους χώρους», τοὺς «αἰγιαλούς», τὰ «χωρικὰ ὕδατα», τὶς «ὑφαλοκρηπίδες», τοὺς «εἰδικοὺς» καὶ τὰ «σεμινάρια», κοντεύομε νὰ πάθωμε κυριολεκτικὴν σύνθλιψη ἐγκεφάλου. Αὐτὰ ὅλα προέρχονται ἀπὸ ἕνα καὶ μόνο γεγονός: ὅτι οἱ ὁμιλοῦντες περὶ θαλάσσης δὲν εἶναι εἰς θέση νὰ γνωρίζουν ὅτι τὸ νερὸ ἔχει ποιότητες καὶ δὲν εἶναι ὅλη ἡ θάλασσα τὸ ἴδιο. Ὅτι δηλαδὴ τὰ διάφορα πελάγη ἀποτελοῦν διαφόρου εἴδους βιοαισθητικὲς ἑνότητες κι ἂς φαίνωνται ὅλα τὸ ἴδιο. Δὲν μποροῦν νὰ ξεχωρίσουν πού τὸ νερὸ σχηματίζει βουνὸ καὶ πού πεδιάδα, πού δάσος καὶ πού ξέφωτο, καὶ γι’ αὐτὸ καταφεύγουν στὰ ἄνευ περιεχομένου νοήματα καὶ στὰ βιβλία. Ἀλλὰ οὔτε κι ἐκεῖ βλέπουν τὰ πράγματα, διότι τοὺς ἐμποδίζουν ἄλλες τρέχουσες ἔννοιες, ὅπως «Ἑλλάς», «Τουρκία» κ.λπ. Ἂν ὅμως ἀνοίξη κανεὶς ὁποιονδήποτε χάρτη μεσαιωνικῆς ἱστορίας σὲ ὁποιανδήποτε γλῶσσα τοῦ κόσμου, θὰ ἴδη νὰ σχηματίζωνται ἀνὰ τοὺς αἰῶνες οἱ πιὸ παράξενοι σχηματισμοὶ ἐπὶ τοῦ χώρου τοῦ Αἰγαίου. Αὐτὸ ὅμως δὲν μποροῦν νὰ τὸ «διαβάσουν», τὸ θεωροῦν «παρελθὸν τῆς ἱστορίας» καὶ εἰσάγουν ἔννοιες καὶ «παραγράφους» τοῦ διεθνοῦς δικαίου πού οὐδεμίαν ἐφαρμογὴ μποροῦν νὰ ἔχουν. Διότι αὐτοὶ οἱ συνεχεῖς ἐπὶ τοῦ Αἰγαίου σχηματισμοὶ κατὰ τὴν ἱστορία τῆς Μεσογείου δείχνουν ἀκριβῶς ὅτι τὸ Αἰγαίου δὲν ἔχει νὰ κάμη μὲ τίποτε τὸ «παράκτιο». Τὰ ὅρια του εἶναι καθαρὸ θέμα διαβήτη (τῆς Εὐβοίας συμπεριλαμβανομένης). Τὸ Αἰγαῖον ὑπῆρξε ἕνας αὐτοδύναμος ὀργανισμὸς τῆς Μεσογείου, μία αὐτοτελὴς διάσταση τῆς εὐρύτερης εὐρωρωμαϊκῆς περιοχῆς καὶ ὡς ἐκ τούτου διεθνής. Ἡ ἀνατολικὴ Μεσόγειος εἶναι τόσο ἑλληνική, τουρκικὴ ἤ εὐρωπαϊκή, ὅσο εἶναι καὶ ἀραβική. Καὶ αὐτὴ τὴν λειτουργία της τῆς τὴν δίνει τὸ κυριώτερο μέρος της πρὸς ἀνατολάς, πού εἶναι τὸ Αἰγαῖο. Μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι γιὰ νὰ λειτουργήση τὸ Αἰγαῖο ἔτσι, δηλαδὴ γιὰ νὰ δείξη τὴν διεθνῆ του σημασία ὡς διασυνδετικὴ περιοχὴ κόσμων, χρειάζεται καὶ κάτι ἄλλο: τὸ Ἰόνιον Πέλαγος ὡς ζῶσαν ὁλότητα. Τώρα γιατί τὰ πράγματα εἶναι ἔτσι, εἶναι ἐρώτημα ἄνευ σημασίας. Εἶναι σὰν νὰ ρωτᾶμε, γιατί ὁ ἄνθρωπος ἔχει δύο πόδια κι ὄχι τρία. Καὶ ὅπως ὅταν ἔχωμε τὸν ἄνθρωπο χωρὶς πόδια στὸ καροτσάκι, ἔχομε πάλι τὸν «ἄνθρωπο» ἀλλά  τὸν ἄνθρωπο τῆς ἰατρικῆς καὶ ὄχι τῶν δασῶν, ἔτσι ἔχομε καὶ τὸ Αἰγαῖο θέμα «νομικῶν ἐννοιῶν» διότι ἔχομε καταστρέψει τὶς ὀργανικὲς δομὲς τῆς Μεσογείου. Ἐὰν καλῶς ἤ κακῶς, ἀναγκαίως ἤ μή, καὶ τί αὐτὰ ἐξυπηρέτησαν δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τώρα. Σημασία ἔχει ὅτι τὴν Ἀδριατική, πού εἶναι ὁ φυσικὸς πνεύμων τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης πρὸς τὴν Μεσόγειο ἀφοῦ εἰσχωρεῖ τόσο βαθιὰ σὰν θάλασα στὴν καρδιὰ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἠπείρου, μπορεῖ νὰ τὴν ἴδη κανεὶς κατὰ δύο τρόπους: εἴτε σὰν «νερό», ὅπου τὸ καράβι μεταφέρει τὶς κονσέρβες ἀπ’ τὴν Τεργέστη στὴν Ἀλεξάνδρεια, καὶ φορτώνει ἀπ’ ἐκεῖ χουρμάδες, εἴτε σὰν συνεχῆ διαδικασία, σὰν «δρόμο» πού λέγαμε πρίν, ὅπου οἱ κονσέρβες καὶ οἱ χουρμάδες μεταφέρονται μέσῳ ἐνδιαμέσων λειτουργιῶν (διὰ τῆς πολλαπλῆς δράσεως τοῦ Ἰονίου μέσῳ Κρήτης, ἀπὸ ἐκεῖ μέσῳ Κύπρου κ.λπ.) μὲ μικρότερο κόστος καὶ πολὺ μεγαλύτερο πολιτικὸ καὶ πολιτιστικὸ κέρδος λόγῳ τῆς φυσικῆς δράσεως τοῦ μεσογειακοῦ ὀργανισμοῦ. Ὅταν λέμε Ἰόνιο, δὲν ἐννοοῦμε μόνο τὴν μεσογειακὴ βάση τῆς ἀδριατικῆς θαλάσσης, ἀλλὰ κυρίως κάτι πού — μέσῳ μίας αὐτονόμου Ἠπείρου καὶ δυτικῆς Στερεᾶς — ἔχει σχέση καὶ μὲ τὴν «Μακεδονία», δηλαδὴ τὴν φυσικὴ προϋπόθεση λειτουργίας τοῦ ἄλλου «δρόμου» πρὸς τὸ Αἰγαῖον. Τὰ πράγματα στὴν φυσικὴν των τάξη.

Δὲν θὰ μποῦμε σὲ παραπέρα λεπτομέρειες γιὰ τὴν λειτουργία τοῦ μεσογειακοῦ ὀργανισμοῦ. Κατὰ ἕναν μυστήριον τρόπο, ὁ χῶρος τοῦτος στὴν εὐρωπαϊκὴ βιβλιογραφία κατέχει τὴν μικρότερη θέση. Ἐν τῷ μεταξύ, ὅλο τὸ ἐμπόριο τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης πρὸς Νότον διεξάγεται μέσῳ τῆς Γιουγκοσλαβίας, ἂν δὲ ἀπὸ κάποιες ταραχὲς (ἀπολύτως ἐν πολλοῖς δικαιολογημένες μὲ βαλκανικὰ κριτήρια) σταματήσουν τὰ φορτηγὰ γιὰ μακρύτερο διάστημα, γιὰ νὰ λυθῆ τὸ πρόβλημα πρέπει νὰ γίνη... τρίτος παγκόσμιος πόλεμος. Ἀλλὰ ὑποθέτομε πώς ἡ ἀπαίτηση τῶν λαῶν τῆς ὑπολοίπου ἀνατολικῆς Εὐρώπης νὰ ζήσουν κάπως καλύτερα θὰ δημιουργήσουν κάποιες συνθῆκες γιὰ ὅλους εὐνοϊκές. Καὶ θέλομε νὰ ποῦμε ποιὲς εἶναι οἱ εὐκαιρίες πού δὲν πρέπει νὰ χάση ὁ ἑλληνισμός. Ἀλλὰ γιὰ τοῦτο βέβαια χρειάζονται οἱ πραγματικοὶ ὅροι συννενόησης καὶ ὄχι οἱ παγιωμένες ἔννοιες τῶν προεκλογικῶν συνθημάτων. Τὸ Ἰόνιο καὶ τὸ Αἰγαῖο, ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ δυτικὴ Στερεά, ἀντλοῦν τὴν ὀντότητά τους γιὰ τὸν ἑλληνισμὸ ὄχι ἀπὸ τὰ «ἐθνικὰ» συνθήματα, ἀλλά  ἀπὸ τὴν φυσική τους λειτουργία, πού τὴν ἀποδεικνύει τὸ ἱστορικὸ παρελθὸν καὶ οἱ ἀνάγκες τοῦ μέλλοντος. Τὸ Αἰγαῖον ὑπῆρξε πάντα μιὰ ἱστορικῶς αὐτοδύναμη διασυνδετικὴ περιοχή, τῆς ὁποίας ἡ λειτουργία διεκόπη μόνον προσωρινῶς γιὰ λίγο διάστημα ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ κατάκτηση (ἀλλά  καὶ τότε μὲ μέγιστον βαθμὸ αὐτοδυναμίας). Καὶ ἀκριβῶς ἀπὸ τούτην τὴν αὐτοτελῆ λειτουργία τοῦ Αἰγαίου ὠφελεῖτο ἡ Μικρὰ Ἀσία (καὶ γενικώτερα ἡ Μέση Ἀνατολὴ) καὶ ἡ ἠπειρωτικὴ Ἑλλάς. Αὐτὸ ἀκριβῶς σημαίνει ὅτι τὸ Αἰγαῖο δὲν εἶναι οὔτε τουρκικό, οὔτε ἑλληνικό, ἀλλά  μιὰ αὐτοδύναμη μορφὴ μεσογειακοῦ ἑλληνισμοῦ — καὶ τέτοια φυσικὰ πρέπει νὰ παραμείνη, διότι ἄλλως πώς τὰ πάντα χάνουν τὴν σημασία τους γιὰ τοὺς πάντες —, ὅπως ἀκριβῶς ἦταν γιὰ χιλιετίες ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὸ Ἰόνιο. «Μορφὴ μεσογειακοῦ ἑλληνισμοῦ» δὲν σημαίνει τίποτα τὸ «ἑλληνικό», ἀλλά  μόνο μορφὴ καὶ τρόπο ἱστορικῆς λειτουργίας. Εἶναι δηλαδὴ ἑλληνισμὸς «συγκλίσεων» καὶ τίποτε τὸ ἀμιγὲς ἡ «ἐθνικόν». Αὐτὰ ἔχουν νόημα ἐκεῖ πού μποροῦν νὰ στήνονται χαρακώματα, ἐνῷ ἡ λειτουργία τοῦ νεροῦ εἶναι πρᾶγμα διαφορετικό. Δὲν θέλει «ἀπολυτότητες» ἀλλά  τὴν εὐχέρεια ἐκείνη τῆς ἱστορικῆς διάρκειας, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν δομὴ τοῦ μεσογειακοῦ χώρου, πού καμμιὰ φορά ἄθελά του χαμογελάει κανεὶς ὅταν τὴν συναντᾶ σὲ βιβλία σὰν «Corruption du Levant». Καὶ αὐτὰ ὅλα σημαίνουν ὅτι αὐτοὶ πού σκέφθηκαν πώς ἡ Κύπρος εἶναι μιὰ καλὴ πρώτη «ψαλιδιὰ» γιὰ τὸν χωρισμὸ τοῦ Αἰγαίου — στερῶντας ἔτσι ἀπὸ ὅλους τὴν διεθνικότητα του —, εἶναι ἀκατάλληλοι γιὰ νὰ διοικοῦν τὸν κόσμο καὶ πρέπει νὰ ὑποβιβασθοῦν στὸ νηπιαγωγεῖο. Στὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Τουρκία, δηλαδὴ στὶς φυσικὲς διεξόδους τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ἐμπορίου πρὸς τὴν Μέση Ἀνατολή, θὰ ἔκαναν ἀπροσμέτρητο κακό, βλάπτοντας ἔτσι κι ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἤδη τὸ Κυπριακὸ ἡ Ἑλλάδα καὶ ἡ Τουρκία τὸ ἔχουν πληρώσει ἀρκετά...

Ἀλλὰ ἐκτὸς αὐτῶν, λέμε, τὰ νησιὰ ἔχουν ρόλους πανεπιστημιακῆς μορφώσεως νὰ παίξουν μέσα στὶς ἀνάγκες τοῦ μέλλοντος. Δὲν μποροῦν νὰ μείνουν στὶς τουριστικὲς σκοπιμότητες καὶ στὸ Greek Love τῆς ἐποχῆς τοῦ Καγκελαρίου Ἔρχαρτ, δηλαδὴ στὸν νεοανακαλυπτόμενον Ζορμπᾶ τοῦ Νότου. Παρ’ ὅτι βέβαια ὁ πολιτισμὸς μας δέχεται — καὶ τοῦτο εἶναι σὲ μεγάλο βαθμὸ σωστὸ — ὅτι ἡ συγκράτηση στὸ σὲξ εἶναι προϋπόθεση καὶ συνέπεια ἀνώτερης πνευματικῆς ζωῆς (βλ. π.χ. Η. Schelsky: «Soziologie der Sexualitat», Rowohlt, D. Enz. Nr. 2), δεδομένου ὅτι ὁ ἔρωτας γίνεται διὰ τοῦ ἐγκεφάλου κυρίως, ἕπεται ὅτι οἱ μορφωτικὲς καταστάσεις τοῦ μέλλοντος θὰ ἐπιβάλουν καὶ νέες ἀνάγκες περὶ τοῦ τουριστικοῦ σέξ, μὴ ἀρκούμενες πλέον εἰς ἐκεῖνες τοῦ Ζορμπᾶ. Ἤδη ἡ παλαιὰ σεμνοτυφία, πού ἐπέβαλε τὸ «ξέσπασμα» ἅμα τῇ καθὸδῳ ἐκ τοῦ ἀεροπλάνου, ἔχει ἤδη ὑποχωρήσει πρὸς μίαν παραμόνιμον φιλοσοφικὴν θεώρηση τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος ὡς φυσικῆς δημιουργίας. Ὅτι πλέον τὰ τουριστικά μας πράγματα δὲν μποροῦν νὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν ἔκτοτε ἐξέλιξη, ἀποδεικνύει καὶ ἡ πλήρης ἀποτυχία τοῦ ἑλληνικοῦ τουρισμοῦ. Ἐνῷ ἡ φιλοσοφικὴ θεώρηση πού λέμε ἐπενδύει σήμερα τεράστια κεφάλαια ἐπὶ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, οἱ δικές μας τουριστικὲς ἀντιλήψεις ἔχουν μείνει στὴν ἐποχὴ μὲ τὶς «φουρνιὲς» πούλμαν συνταξιούχων (τοῦ εὔκολου τουριστικοῦ χρήματος) καὶ συζητᾶμε πάντα γιὰ «ὑποδομή». Τί ὑποδομὴ ὅμως; Τὰ νησιὰ τὴν ἔχουν τὴν ὑποδομὴ καὶ αὐτὴ εἶναι οἱ βράχοι καὶ οἱ ὡραῖες ἀκρογιαλιές. Δὲν εἶναι τὰ ξενοδοχεῖα (γιὰ νὰ «πέφτη» τὸ χρῆμα μαζεμένο!). Οἱ βράχοι καὶ τὸ φῶς πρέπει νὰ ἐνταχθοῦν στὶς σύγχρονες αἰσθητικὲς ἀντιλήψεις καὶ ὄχι γιὰ νὰ καταστραφοῦν μὲ τὶς «ὑποδομὲς» καὶ τὶς «μελέτες».

Γιὰ νὰ δείξωμε ὅτι τὰ πράγματα χωλαίνουν εἰς τοὺς «διευθυντικούς» μας ἐγκεφάλους καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ, θὰ φέρωμε ἕνα θλιβερὸ παράδειγμα: τὴν Μύκονο. Βγαίνοντας κανεὶς ἀπ’ τὸ πλοῖο καὶ βαδίζοντας στὸν δρόμο, θὰ ἴδη ἀριστερὰ πολυτελῆ καταστήματα μὲ γοῦνες καὶ δεξιὰ ἐξ ἴσου πολυτελεῖς «Χρυσοτέκ». Βεβαίως οἱ τουρίστες πάντα κάτι ἀγοράζουν ὡς ψυχικὸν συμπλήρωμα τῶν διακοπῶν. Ἀλλὰ ποιὲς κυρίες θ’ ἀγοράσουν γοῦνες τὸ καλοκαίρι στὴν Μύκονο μὲ 50° ὑπὸ σκιάν; Ἡ κυρία Ροκφέλλερ ἀσφαλῶς ὄχι. Αὐτὴ θὰ πάη στὴν Μόσχα ν ἀγοράση γοῦνες ἀπὸ λύκους Σιβηρίας, στὸ Παρίσι ἤ τὸ Λονδῖνο, ἂν δὲν τὴν φθάνουν οἱ οἴκοι μόδας στὴν Ἀμερική. Τὶς γοῦνες θὰ τὶς ἀγοράση ὁ ἑκατομμυριοῦχος σύζυγος, ὄχι ὅμως γιὰ τὴν κυρία — ἡ ὁποία παραθερίζει στὴν Καραϊβικὴ κατὰ κάποιους ἀνάλογους τρόπους —, ἀλλά  γιὰ τὰ 2-3 δεσποινίδια πού ἐνοικίασε γιὰ τὶς θερινὲς διακοπές του στὴν θαλαμηγό. Ἀπὸ ἐδῶ ὅμως φαίνεται καὶ ἡ ποιότητα τοῦ τουρισμοῦ πού ἔχομε ἐμεῖς κατὰ νοῦν. Διότι τὶς γοῦνες τὶς προτιμοῦν μὲν οἱ κυρίες τοῦ Κολωνακίου τὸν Μάη, ὄχι ὅμως καὶ οἱ εὔπορες μεσαῖες ἀστικὲς τάξεις στὴν Εὐρώπη — αὐτὲς δηλαδὴ πού ἔρχονται καθ’ ὑπόθεση στὴν Μύκονο. Οἱ γοῦνες ὡς μόδα φοριῶνται ἀπὸ δυὸ εἰδῶν τάξεις: ἡ πολὺ ψηλὰ — ὁπότε πρέπει νὰ εἶναι πανάκριβες —, ἤ ἀπὸ ἐργάτες καὶ τσιγγάνους... Καὶ ἀπὸ τὴν ἑλλαδικὴ ἀριστοκρατία τὴν ἄνοιξη! Ἄρα λοιπὸν δὲν ἔχομε ἐμεῖς τὴν... δέουσα ἐγκεφαλικὴ ὑποδομὴ καὶ μᾶς λείπει ἡ «ὑποδομή». Δὲν εἶναι ὅμως αὐτὴ πού φέρνει τὰ λεφτά. Ποιοὶ κρατᾶνε τὸν τουρισμὸ στὰ νησιά; Ὄχι οἱ ντόπιοι βέβαια, ἀλλὰ οἱ ξένοι πού κάνουν ἐπιχειρήσεις σ’ αὐτά. Σκέτες οἱ φλοκάτες δὲν μποροῦν νὰ κρατήσουν τουρισμό, οὔτε καὶ ἡ... μπριζόλα στὰ κάρβουνα (πού ψήνεται χωρὶς κόπο καὶ φέρνει τὸ μεγάλο κέρδος). Ὁ τουρίστας δὲν ἔρχεται νὰ φάη τὸ δευτέρας διαλογῆς κρέας πού ἐξάγει στὴν Ἑλλάδα, γιατί στὸν τόπο του ἔχει τὴν πρώτη ποιότητα. Ἔρχεται νὰ φάη φασολάκια, μπάμιες, κολοκυθάκια, σαλάτες κ.λπ. Αὐτὰ ὅμως θέλουν πολλὴ δουλειά, ἐνῷ δὲν ἀφήνουν τὸ εὔκολο κέρδος τῆς μπριζόλας...

Αὐτὰ ὅμως — ὅπως καὶ ἀλλά  πολλὰ παρόμοια — εἶναι ἀθεράπευτες «ἐθνικὲς» πληγές. Πίσω ἀπ’ ὅλα αὐτὰ κρύβεται τὸ «ἔθνος», καὶ δὲν μποροῦν ν’ ἀλλάξουν καὶ κάτι νὰ σωθῆ ἐκτὸς ἂν καταστροφῆ τὸ «ἔθνος». Ὁ καθένας μπορεῖ νὰ πάη τὸ καλοκαίρι ν’ ἀνοίξη σοῦπερ μάρκετ σ’ ὅποιο νησὶ θέλει ἤ νὰ νοικιάση τὴν ἐπιχείρηση ἑνὸς ρεστωράν. Στὴν μία περίπτωση νὰ πουλάη ξυραφάκια 2.000 δρχ. τὸ ἕνα καὶ στὴν ἄλλη οἱ τουρίστες νὰ τὴν γλυτώνουν, ἂν κατὰ τύχη τὸ πρωΐ πέρασε ἡ ἀγορανομία. Ἀλλὰ μὲ ἀγορανομίες καὶ χωροφύλακες δὲν γίνεται τουρισμός. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ πῆ τίποτε, ἀφοῦ εἴμαστε ὅλοι «Ἕλληνες» καὶ προέχει ἡ «ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία». Τὸ ἴδιο καὶ ὁ «Ἕλλην», ὁ ὁποῖος ἀγοράζει οἰκόπεδα στὰ νησιὰ προκειμένου νὰ ἐπενδύση.

Θὰ λέγαμε λοιπόν, ὅτι πᾶν περιουσιακὸ στοιχεῖο πού βρίσκεται στὰ νησιὰ ἀπὸ μὴ νησιῶτες, χτισμένο εἴτε ἄχτιστο, πρέπει πάραυτα νὰ ἀπαλλοτριωθῆ ἀνεξαιρέτως συνθηκῶν. Τὸ αὐτὸ καὶ διὰ πᾶσαν «ἰδιοκτησία» σὲ ἀπόσταση 50 χιλιομέτρων ἀπὸ τῶν ἀκτῶν ἐπὶ τῆς ἠπειρωτικῆς χώρας. Ἐὰν αὐτὸ εἶναι «νομικῶς» δύσκολο, τότε οἱ εὐγενεῖς νέοι θὰ ρημάζουν τὶς «βὶλλες» κατὰ τακτὰ διαστήματα, ἕως ὄτου ἐγκαταλειφθοῦν. Καὶ τοῦτο γιὰ τὸν ἑξῆς λόγο: ναὶ μὲν εἴμαστε ὅλοι «Ἕλληνες», ἀλλά  πουθενὰ ἀλλοῦ στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια «αὐθαίρετα». Τί θὰ πῆ «αὐθαίρετα»; Θὰ πῆ ὅτι δὲν ὑπάρχουν τίτλοι κυριότητος. Καὶ φυσικὰ δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρχουν τίτλοι μὲ τὸ διαρκὲς «πήγαιν-ἔλα» τῶν φυλῶν. Τί τίτλο νὰ ἔχη αὐτὸς πού πῆρε τὰ οἰκόπεδα στὴν Θεσπρωτία ὡς «ἐθνικόφρων» (ἤγουν καλὸς ψηφοφόρος) ἀπὸ αὐτὸν πού διώχθηκε ὡς μὴ «ἐθνικόφρων»; Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἐν Ἑλλάδι καταντήσαμε ὅλοι «ἑτερόχθονες» καὶ δεδομένου ὅτι τὸ πρόβλημα Γῆς δὲν λύθηκε ποτέ, διότι δὲν ἦταν δυνατὸν μὲ τὸ «πήγαιν-ἔλα» νὰ λυθῆ (ἐννοοῦμε ἀπὸ ἐποχῆς Ἐπιδαύρου• ὡς γνωστὸν ἡ Γῆ στὴν ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία ἀνῆκε μόνο στὸν Σουλτάνο συμβολαιογραφικῶς), μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὰ πάντα εἶναι αὐθαίρετα. Συνεπῶς μποροῦν ν’ ἁπαλλοτριωθοῦν ὅποια κι ἄν εἶναι, καὶ εἰδικὰ στὰ νησιὰ ἐπιβάλλεται τὸ συντομώτερον. Διότι αὐτὸς πού «ἐπένδυσε» σὰν ἐπιχείρηση, χωρὶς νὰ εἶναι ἀπὸ ἐκεῖ καὶ χωρὶς νὰ τὸν ἀπασχολῆ ἄν μπορῆ νὰ καταλάβη τὴν πολιτιστικὴ παράδοση (στὰ νησιὰ αὐτὸ παίζει τεράστιον ρόλο), ἀπέδειξε τὸ ἀντεθνικό του φρόνημα. Βέβαια κι αὐτὸς δίκηο ἔχει. Ἂν καταδιωκόμενος ἀπὸ τὸν Νάσερ μπόρεσε καὶ πῆρε λίγες λίρες μαζί του, θὰ κύτταζε τὸ πολιτιστικὸ φόντο στὴν Ἑλλάδα; Δὲν εἴπαμε ὅτι ἡ Ἑλλάδα μπόρεσε ποτὲ ν’ ἀνάπτυξη πολιτικὴ προστασίας τῶν πληθυσμῶν της σὲ ἀλλά  κράτη. Κι αὐτὸ τὸ βλέπομε ἀκόμη σήμερα μὲ τοὺς ἑλληνόφωνες τῆς  Ἀλβανίας. Πρέπει ὅμως κι αὐτὸς ὁ «ἐπενδυτὴς» νὰ καταλάβη ( ἐφ’ ὅσον βέβαια ὑπάγεται στὴν κατηγορία τοῦ «μείζονος ἑλληνισμοῦ» πού λέμε- ἄν δὲν ὑπάγεται, τότε εἶναι καὶ ποινικῶς ὑπόλογος ὡς ἀδίστακτος ἀετονύχης ὀλκῆς...), ὅτι αὐτὰ πού λέμε εἶναι βοηθητικὰ γιὰ νὰ ξαναγυρίση στὸν τόπο του. Ὅσο ἀκόμη εἶναι καιρός... Ἂν οἱ καταστάσεις διαμορφωθοῦν κατὰ τὴν φυσική τους λειτουργία, θὰ τὸ καλέσουν τὰ ἴδια τὰ πράγματα μὲ ὅσες δυνατότητες ἀπομένουν. Σήμερα πιὰ δὲν θὰ μπορῆ νὰ χρησιμοποιῆται ἀπὸ ἰμπεριαλιστικὲς τακτικὲς εἰς βάρος τῶν γηγενῶν, γιὰ νὰ τὸν ξαναδιώξουν. Ὁ ἑλληνισμὸς καὶ ὁ ἑβραϊσμὸς (πού εἶναι διαφορετικὰ πράγματα ἀπ’ τὴν ἑλλαδικὴ «Μ. Ἰδέα» καὶ τὸν σιωνισμὸ) ὑπῆρξαν οἱ σπουδαιότεροι καταλύτες γιὰ τὴν λειτουργία τοῦ μεσογειακοῦ ὀργανισμοῦ ὡς μεσογειακῆς διάστασης...

Γιὰ νὰ λάβη τὸν διεθνικό του χαρακτήρα ὡς ἑλληνισμὸς τὸ Αἰγαῖο, εἶναι ἀνάγκη νὰ καθαρίση πρῶτα ὡς ἔννοια ἀπὸ κάθε εἴδους «ἐθνικὴ» λαθροχειρία (εἴτε ἑλληνική, εἴτε τουρκική). Καὶ ἐπειδὴ ὡς λέμε ἡ σημασία του εἶναι φύσεως ἱστορικῆς καὶ μορφωτικῆς (μέσα στὴν ἔννοια τοῦ «διεθνοῦς τουριστικοῦ δικαίου» πού ἀνελύσαμε), δὲν μπορεῖ νὰ μετατραπῆ — ἔτσι σιγὰ καὶ πονηρὰ ὡς γίνονται τὰ πράγματα — σὲ θέρετρο μὲ βίλλες πλουσίων εὐρωπαίων. Θὰ ἀπαγορευθῆ κάθε μορφὴ ἰδιοκτησίας, γιὰ νὰ ἐξασφαλισθῆ ἡ διεθνὴς μετοχὴ στὸ μορφωτικὸ ἀγαθό. Τὸ Αἰγαῖο εἶναι χῶρος παραγωγῆς θρησκειῶν, καὶ μιὰ νέα θρησκεία ὀφείλει νὰ ξεπεταχθῆ ἀπὸ κεῖ.

Πῶς τώρα θὰ ὀργανωθῆ ἡ μορφωτικὴ δράση τοῦ μεσογειακοῦ αὐτοῦ ὀργανισμοῦ ὡς σύγχρονο καταναλωτικὸ ἀγαθό, δὲν μποροῦμε νὰ διαλάβωμε ἐδῶ, διότι εἶναι θέμα πολλαπλῶν παραγόντων καὶ καταστάσεως τῶν διεθνῶν σχέσεων. Ὅτι πάντως μιὰ ὑπηρεσία ὑπὸ τὴν ὀνομασία «Ἀποδυτήρια», ὑποχρεωτικὴ γιὰ πάντα μὴ γηγενῆ ἀπὸ Ἀπριλίου ἕως Ὀκτωβρίου σὲ κάθε νησί, θὰ παραστῆ ἴσως ἀναγκαῖα, εἶναι προφανές. Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὸ πρῶτο πρᾶγμα πού ἐπεδίωξαν οἱ μεταπολιτεύσεις στὴν Ἱσπανία, ἀμέσως μετὰ τὴν πτώση τοῦ Φράνκο, ἦταν νὰ κερδίσουν τὴν χαμένη ἀπόσταση σχετικὰ μὲ τὴν Γαλλία καὶ Γιουγκοσλαβία ὡς πρὸς τὴν φυσικὴν καλλιέργεια τοῦ σώματος. Τὶς μεγάλες προσπάθειες πού κατεβλήθησαν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὶς πληροφορηθῆ ἀμερόληπτος ἀπὸ σχετικὲς στατιστικὲς τῶν εἰδικῶν τουριστικῶν ὀδηγών. Οἱ Γιουγκοσλάβοι ἐπίσης δὲν ἐνίσχυσαν μόνο αὐτὴ τὴν κατεύθυνση τοῦ τουρισμοῦ, ἀλλά  καὶ ἐχάριζαν βίλλες πού ἔφκιαχνε τὸ κράτος σὲ διάφορες στάρ, προκειμένου νὰ τὸ πετύχουν. Ἡ Ἀδριατικὴ εἶναι σαφῶς μειονεκτοῦσα, ὡς πρὸς τὸ Αἰγαῖο. Τὸ Αἰγαῖο, ἐκ φύσεως προορισμένο νὰ ἀποτελέση χῶρον ἀνωτέρας πανεπιστημιακῆς ἀντιλήψεως ὡς πρὸς αὐτά, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀναλόγων «στρατηγικῶν». Ἡ ἀναγωγὴ στὴν φυσικὴν ἁπλότητα τῶν πραγμάτων ἀρκεῖ. Ὅτι βέβαια τὸ Αἰγαῖο ὡς «μορφωτικὴ κατάκτηση» (καὶ ὄχι ὡς «τουρισμός»), ἐνσωματωμένη ὡς ψυχικὴ διάσταση καὶ ὄχι ὡς κατανάλωση στὶς ἀνάγκες τῆς συγχρόνου παραγωγῆς, θὰ ἀπαιτήση βιομηχανικὰ κεφάλαια, εἶναι αὐτονόητο. Μόνο μὲ τέτοια μποροῦν νὰ ἀπογειοῦνται ἑλικόπτερα καὶ νὰ πλέουν δεξαμενόπλοια, προκειμένου νὰ ποτίσουν δένδρα καὶ κήπους σὲ πολλὰ ξερονήσια, ὅπου οἱ φοιτητὲς τῶν σχολῶν καλῶν τεχνῶν καὶ οἱ ζωγράφοι θὰ μελετοῦν τὴν σπουδὴ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ἀνεξαρτήτως φυλῆς καὶ χώρας, οἱ δὲ ἄλλοι καλλιτέχνες θὰ ζητοῦν νὰ ἐμπνευσθοῦν γιὰ τὶς νέες κατακτήσεις τοῦ χώρου των. Αὐτὰ δὲν λέγονται «τουρισμός», ἀλλά  ἀνώτερες ἐλευσινιακές μυήσεις στὸν χῶρο τοῦ πνεύματος γιὰ τὶς σύγχρονες βιομηχανικὲς κοινωνίες.

Ἀλλὰ αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ γίνουν μέσα σὲ μιὰ «ἐθνικὴ» κατάσταση κοτετσιοῦ καὶ τὴν ἀντίστοιχη «ἠθική» της. Μόνο στὴν Ἑλλάδα ἦταν δυνατὸν νὰ μεταβληθῆ τὸ Αἰγαῖο ὡς ἔννοια σὲ ἕνα σύνολο «ἄγονων γραμμῶν». Στὴν Γιουγκοσλαβία, ἡ Ἐκκλησία, ἔχουσα τοὺς ἴδιους «ἱεροὺς κανόνες» μὲ τὴν δική μας, δὲν ἐθεώρησε μὲ τίποτε ἀπὸ τὰ σχετικὰ ἑαυτήν θιγεῖσα, οὔτε καὶ ἐβλάβη. Οὔτε ὁ «γιουγκοσλαβισμὸς» διεφθάρη, ὅπως δὲν ἔφθαρη ὁ « ἱσπανισμός» καὶ ὁ «γαλλισμός». Ἀλλὰ βέβαια στὶς χῶρες αὐτὲς ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει τὴν μέσῳ τοῦ κράτους σημασία τοῦ ἐπιχειρησιακοῦ ὀργανισμοῦ, οὔτε καὶ στὶς διαφορές της μὲ τὸ κράτος καταφεύγει στὸ Πατριαρχεῖο, δίνοντας του τὴν σημασία τοῦ «ἐθνικοῦ θεσμοῦ»... Γιὰ τὶς μορφωτικὲς ἀνάγκες τῆς ἀνθρωπότητας ὅμως ἡ ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία δὲν θάχη λόγο νὰ πῆ, διότι ἀκριβῶς αὐτὰ σημαίνουν καὶ τὴν κατάργησή της ὡς «ἐθνικοῦ» ὀργανισμοῦ... Ἄλλωστε τὸ Αἰγαῖο οὔτε καὶ θρησκευτικῶς εἶναι ἑλλαδικόν.

Δὲν συζητοῦμε ἐδῶ περὶ «ἀδειῶν» καὶ «νόμων», ἀλλά  περὶ τῆς βιομηχανικῆς ὀργανώσεως τῶν πραγμάτων ὡς τέτοιων. Περὶ αὐτονόμου βιομηχανίας καὶ ὄχι περὶ ἑλλαδικοῦ συναλλάγματος, ἀφοῦ λέμε ὅτι τὸ κοτέτσι θὰ λήξη καὶ ὁ ἑλληνικὸς χῶρος θὰ βρῆ τρόπο παραγωγικῆς ἀπασχόλησης. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα τὰ «οἰκολογικὰ» κόμματα στὴν Εὐρώπη — ὅπως καὶ οἱ αὐτοκινητοβιομηχανίες μὲ τὰ «Camping Busse» γιὰ τὶς ἀκτὲς τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ βιομηχανίες ἰδιωτικῶν σκαφῶν (βλ. πιὸ κάτω) — θὰ βροῦν τρόπο νὰ ἀξιοποιηθῆ ἡ Φύση καὶ νὰ διατηρηθῆ γιὰ τὶς μέλλουσες γενεὲς στὴν Μεσόγειο. Εἶναι ἡ προϋπόθεση καὶ τῶν μακροχρονίων συμφερόντων τους ἄλλωστε. Ὅτι μόνο ἔτσι, δηλαδὴ μέσα ἀπὸ τὶς φυσικὲς ἀναδιατάξεις τοῦ χώρου καὶ ἐφ’ ὅσον μεταβληθοῦν τὰ πράγματα σὲ νοήματα καὶ ἀνάγκες, εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῆ ἡ Φύση στὴν Ἑλλάδα, εἶναι αὐτονόητο. Ἡ ἔννοια «αὐθαίρετα» καὶ ἡ συνεπομένη φυσικὴ καταστροφὴ εἶναι ἄμεση συνέπεια τοῦ «ἔθνους». Σὲ μιὰ χώρα ὅπου ἡ Γῆ ἀποτελοῦσε ἰδιοκτησία τοῦ Σουλτάνου καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀμέσως ὑποθηκεύτηκε ἐξ ἀδιαιρέτου διὰ τῶν ξένων δανείων, ἡ ἔννοια «αὐθαίρετα» εἶναι κοινὴ γιὰ ὅλα τὰ πληθυσμιακὰ στρώματα (παρὰ τὶς διατάξεις τῶν πρώτων συνταγμάτων περὶ «ἀποκτήσεως περιουσίας». Ποιὸς θὰ πουλοῦσε;). Καὶ ἐκ τῶν «ἄνω» κυρίως προέρχεται σὰν κατάσταση, παρὰ τὶς «ἀναδασώσεις». Κάθε δέκα χρόνια περίπου πρέπει κανεὶς νὰ ὑπολογίζη μὲ τριακόσιες βουλευτικὲς βίλλες ἀνὰ τὰ παράλια. Καὶ μὲ «βουλευτικὰ» σὲ δασικοὺς πνεύμονες. Ὁ κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται μὲ τὴν συνοδεία ἱερέων στοὺς προεκλογικούς του λόγους, ἀδίκως ἐκατηγορήθη ἀπὸ τὸν κ. Κάπλαν. Δὲν τὸ ἤθελε ὁ ἴδιος, τὸ κόμμα τὸ εἶχε ἀνάγκη. Ἐχρειάζονταν νέες περιοχὲς γιὰ νὰ γίνουν «ὑποδομὲς» καὶ νὰ «ἀξιοποιηθοῦν» γιὰ τὴν «ἀνάπτυξη» τῆς χώρας. Οἱ παληὲς ἦσαν κατειλημμένες... Τὸ ὅλον νόημα βρίσκεται στὸ «Γκόλφ», πού παίζει ὁ κ. Καραμανλὴς μὲ τὸν κ. Ράλλη στὴν Κέρκυρα... Καὶ κοντὰ σ’ αὐτὰ πρέπει νὰ βάλωμε τοὺς πανεπιστημιακούς, τοὺς νέους ἐπιχειρηματίες κ.λπ. Μποροῦμε νὰ βροῦμε ποιοὶ ἀγοράζουν στὸ Πήλιο καὶ στὴν Μάνη ἤ τὶς ἄλλες περιοχές. Οἱ ξένοι εἶναι τὸ λιγώτερο. Στὴν Χαλκιδικὴ μπορεῖ κανεὶς βλέποντας τὶς βίλλες τῶν παν/μιακῶν νὰ καταλάβη πού ἐσπούδασαν! Δὲν εἶναι ὁ κοσμάκης στὴν Δραπετσώνα πού χτίζει τὶς παράγκες (ἀφοῦ τὸν γέλασαν μὲ τὶς «ἀποκαταστάσεις»)• εἶναι ἡ βιομηχανία τοῦ «ἔθνους» πού βάζει τὶς φωτιές. Καὶ αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν μποροῦν νὰ διορθωθοῦν ὅσο ὑπάρχει «ἔθνος». Ὅσες «ἀναδασώσεις» κι ἂν γίνουν. Τὸ ἀπαγορεύει τὸ «Σύνταγμα»... Ἀφοῦ οἱ ἐπὶ τουρκοκρατίας χρήσεις ἔγιναν ἐν συνεχείᾳ κυριότητες, εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ μόνη «ἰδιοκτησία» πού ἀπέμενε ἦταν τὸ «ἔθνος». Κι αὐτὸ καταστρέφει ὁλοένα τὴν Φύση καὶ τὰ νησιά, γιὰ νὰ τὰ μεταβάλη σὲ οἰκόπεδα... Εἶναι μιὰ διαδικασία τῶν πραγμάτων ἀναπότρεπτη. Καὶ θὰ διαρκέση ὅσο ὑπάρχουν τὸ «ἔθνος» καὶ οἱ «ἑρμηνεῖες». Τὸ νομικὸν χάος μὲ τὰ «αὐθαίρετα», ὅπου ἂν χτισθῆ τὸ βράδυ τὸ πρωὶ δὲν μπορεῖ νὰ γκρεμισθῆ, ὅπου οἱ «αἰγιαλοὶ» μπαινοβγαίνουν στὴν θάλασσα καὶ ὄχι ἡ θάλασσα σ αὐτοὺς (ἐξαρτᾶται ὁ καθορισμός τους ἀπὸ τὸ πόσα «αὐθαίρετα» θὰ χτισθοῦν, ὁπότε τὰ πράγματα δὲν εἶναι πλέον νομικὲς ἓννοιες ἀλλὰ ζητήματα «πολιτικοῦ κόστους»...), ὅπου δὲν ὑπάρχουν μπουλντόζες γιατί... κάποια διάταξη τοῦ ὑπουργείου ὑγείας τὸ ἀπαγορεύει, καὶ ὅλο τὸ σχετικὸ κομφούζιο, εἶναι ἕνα δικαιακὸ κομφούζιο πού σκοπίμως καλλιεργεῖται, γιὰ νὰ μποροῦν οἱ ἑκάστοτε «ἀνώτερες τάξεις» νὰ βουτᾶνε περιοχές. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχουν καὶ μερικὰ ἄλλα παράνομα στὴν περιοχὴ ἤ τὰ «αὐθαίρετα» σὰν κατάσταση, ἡ νομοθετημένη παρανομία φαίνεται (ὁπότε πάλι ὑπάρχει «κόστος» καὶ μπορεῖ νὰ τοὺς τὰ κάψουν!). Οἱ ἑκάστοτε «ἀνώτερες τάξεις», σύντομα μεταβαλλόμενες (ἄλλοτε ἀπὸ κόμματα, ἄλλοτε ἀπὸ «πολιτικὰ προγράμματα» καὶ ἄλλοτε ἀπὸ «διεθνεῖς συγκυρίες»), ἔχουν ἀνάγκη καὶ ἀπὸ σύντομη ἐξεύρεση βιλλῶν. Καὶ αὐτὸ μόνο μὲ τὸ χάος μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῆ. «Ἐπιχειρηματίας» ἤ «νέος βιομήχανος» χωρὶς βίλλα; «Μεγαλοεπιχειρηματίας»: — δηλαδὴ κάτι γρήγορα νὰ μαζευτῆ γιὰ ἴσως καὶ μέχρι τὰ ἐγγόνια... Σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς βρίσκεται ἡ νομιμότης τῆς παρανόμου ἐννοίας «αὐθαίρετα». Μπορεῖ ὅμως μὲ τὰ «προγράμματα ἀναπτύξεως» καὶ τὶς «ἐθνικὲς» αἰσιοδοξίες αὐτὸ νὰ σταματήση ποτέ;

Ἀλλά, δεδομένου ὅτι τὰ ὅσα λέμε δὲν εἶναι καθόλου συναλλαγματικὲς ἔννοιες τύπου «γκαρσονιῶν» καὶ ζορμπάδων, ἡ ἱστορικὴ δράση τοῦ μεσογειακοῦ ἑλληνισμοῦ πρέπει νὰ προκύψη. Ὅμως αὐτὸ ἀπαιτεῖ καὶ κάτι ἄλλο: νὰ ἐπιστραφοῦν οἱ μὴ διεθνοῦς σημασίας πολιτιστικοὶ θησαυροὶ στοὺς τόπους πού ἦσαν. Ἡ πρωτεύουσα, πάντα «ἐθνικὰ» καὶ «στοργικὰ» σκεπτόμενη, ἄδειασε τὶς διάφορες περιοχές, ἀπ’ ὅ,τι ὑπῆρχε, γιὰ νὰ τὸ «σώση». Ὅτι ἔμεινε λοιπὸν ἀπὸ τὴν «σωτηρία», πρέπει τώρα νὰ τὸ δώση πίσω. Δηλαδή, ὅπως θὰ λέγαμε σὲ γλῶσσα πιὸ οἰκεία στὸν ποινικὸν κώδικα, νὰ τὸ ἐπιστρέψη... Ὁ γενιτσαρισμὸς ὡς μισθοδοσία εἶναι πιὰ φαινόμενο τοῦ παρελθόντος. Τώρα μᾶς χρειάζονται ἄλλα.

Τὸ πρόβλημα τῶν πολιτιστικῶν θησαυρῶν τῆς μεσογειακῆς ἀρχαιότητος εἶναι βέβαια ἕνα διεθνὲς πρόβλημα. Τὸ κατὰ πόσον οἱ χῶρες πού τοὺς ἔχουν εἶναι εἰς θέση νὰ τοὺς συντηρήσουν, εἶναι ἐπίσης ἕνα ἄλλο καὶ μεγαλύτερο. Ἡ γενικὴ μόλυνση τοῦ περιβάλλοντος, ἡ ρύπανση τῆς ἀτμοσφαίρας μὲ χημικὲς οὐσίες, ἡ γενικὴ κλιματολογικὴ ἀλλαγὴ καὶ πολλοὶ ἄλλοι παράγοντες ἔχουν θανατηφόρες ἐπιπτώσεις ἐπὶ τῶν θησαυρῶν αὐτῶν. Τὰ σύγχρονα μουσεῖα συνιστοῦν ἰδιαίτερες οἰκονομικὲς μονάδες γιὰ τὴν συντήρησή τους. Ἀπαιτοῦν μίαν ὑψηλότατη τεχνολογία, προηγμένες τεχνολογικὲς μεθόδους προστασίας, λεπτότατα ὄργανα παρακολουθήσεως καὶ ἐλέγχου τῶν περιβαλλοντολογικῶν συνθηκῶν. Οἱ χῶρες πού τοὺς ἔχουν δὲν τὰ διαθέτουν βέβαια αὐτά. Ἀλλὰ δὲν διαθέτουν καὶ τὸ κυριώτερο προστατευτικὸ μέσον τῶν ἀρχαίων πολυτιμοτήτων: τὴν πολιτιστικὴ σχέση μαζί τους. Ὄχι ὅτι δὲν τοὺς «καταλαβαίνουν»• δὲν ἐμφανίζονται ἁπλῶς ἀναγκαῖοι στὴν καθημερινή τους ζωή. Ἀντὶ γιὰ ἱστορικούς τῆς τέχνης, ἔχουν συνήθως οἰκονομολόγους.

Δυστυχῶς, τὸ «ἔθνος» μέχρι τώρα δὲν ἐπέτρεψε οἱ ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἀρχαῖοι θησαυροὶ νὰ καταστοῦν ἀντικείμενο τοῦ διεθνοῦς δικαίου. οἱ τοῦρκοι μὲ τὶς ἑλληνικὲς ἀρχαιότητες εὑρῆκαν τὴν δέουσα λύση: ἀνέθεσαν τὴν συντήρηση τους ἀπ’ εὐθείας σὲ ξένες ἀρχαιολογικὲς ἑταιρεῖες καὶ διεθνεῖς ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι, ὅσα μὲν πρέπει νὰ σωθοῦν σὲ ξένα μουσεῖα, τὰ μεταφέρουν ἐκεῖ - ὅσα μποροῦν νὰ παραμείνουν, τὰ ἀναστηλώνουν. Ἔτσι π.χ. ὁ σημερινὸς ἐπισκέπτης μπορεῖ νὰ ἀπολαμβάνη τὶς ὑπέροχες ἀναστηλώσεις τῆς Ἐφέσου καὶ τῆς Περγάμου. Στὴν Ἑλλάδα δυστυχῶς τὸ «ἔθνος» δουλεύει μ αὐτὰ τὰ πράγματα διαφορετικά, καὶ δουλεύει πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸ 21 ἔτσι. Μεγάλη καταστροφὴ οἱ διάσπαρτες στὴν περιοχὴ Ἀθηνῶν ἀρχαιότητες ὑπέστησαν τῷ 1777, ὅπου ὁ τότε βοεβόδας Χατζὴ Ἀλῆς Χασεκῆς, προκειμένου νὰ ἀντιμετώπιση τοὺς μωαμεθανοὺς Ἕλληνες τῆς Ἀλβανίας μὲ τὰ ὀρλωφικά, ἔχτισε ἕνα τεράστιο τεῖχος γύρω ἀπὸ τὴν πόλη, χρησιμοποιῶντας μεγάλες ποσότητες ἀρχαίου ὑλικοῦ καὶ ἀγαλμάτων γιὰ νὰ πετύχη τὸ σὲ τρεῖς σχεδὸν μῆνες μέσα ἐπεῖγον χτίσιμό του. Ὅ,τι ἔμεινε συνέχισε νὰ χρησιμοποιῆται γιὰ τὴν ἐπισκευὴ καταστροφῶν καὶ ὅ,τι ἐσωζέτο φαίνεται ὅτι εὕρισκε τὴν δέουσα ἀξιοποίησή του — καὶ πολὺ σωστὰ — δι’ ἐκποιήσεως στοὺς τότε φιλέλληνες. Χάρις στὴν μανία αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἐσώθηκαν πολλὰ πράγματα τότε, καὶ σ’ αὐτὴ τὴν δραστηριότητα φαίνεται ὅτι διέπρεψε, πρὶν ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση ἀκόμη, καὶ ὁ Μακρυγιάννης. Δὲν θὰ λέγαμε ὅτι εἶναι ἕνας ἀπό τους θεμελιωτὲς τῆς ἀρχαιολογικῆς ἐπιστήμης στὴν Ἑλλάδα, ἀλλά  πάντως οἱ γνώσεις του περὶ τὰ ἀρχαῖα θὰ πρέπει νὰ ἦσαν ἐξόχως εἰδικές. Κατὰ τὸ 1821, ὅταν ξέσπασε ἡ Ἐπανάσταση δηλαδή, ὁ Μακρυγιάννης ἦταν 27 ἐτῶν καὶ εἶχε, παρὰ τὸ νεαρόν της ἡλικίας του, μιὰ μυθώδη σχεδὸν περιουσία. Δυστυχῶς δὲν διαθέτομε αὐτὴ τὴ στιγμὴ τὴν δυνατότητα (τὸ ἀρχεῖο μας) νὰ ἀναφερθῶμε σὲ νούμερα, ἀλλά , κατὰ προχείρους ὑπολογισμοὺς τοῦ παρελθόντος, ὁ Μακρυγιάννης κατὰ τὴν ὥρα τῆς Ἐπανάστασης διέθετε περίπου τὸ τρίτο ὡς προσωπικὴ περιουσία σὲ γρόσια ἀπὸ ὅ,τι ἐπλήρωσε τὸ Ἅγιο Ὅρος νὰ ἀγοράση τὰ προνόμια του ἀπὸ τὸν Σελὴμ τὸν Β (ὁ ὁποῖος προηγουμένως τοῦ εἶχε κατάσχει ὅλη τὴν κτηματικὴ περιουσία). Ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα τεράστιο ποσὸν τῆς ἐποχῆς, τὸ ὁποῖον πολλοὶ ἱστορικοὶ βεβαιώνουν σὰν τέτοιο. Ὅπως καὶ ἂν ἦταν, ἐπρόκειτο γιὰ σύμβαση μεταξὺ κρατῶν. Ὅποιες καὶ ἂν ὑπῆρξαν οἱ νομισματικὲς μεταβολὲς ἔκτοτε στὴν ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία, ἡ ἀναλογία ὡς πρὸς τὴν περιουσία νεαροῦ ἰδιώτη δὲν ἔπαυε νὰ εἶναι σημαντικὴ (αὐτὸ θὰ ἦταν εὔκολα διαπιστώσιμο διὰ συναλλακτικῆς μελέτης). Καὶ ὁ Μακρυγιάννης τὴν ἐμπορικὴ δραστηριότητα του τὴν ἄσκησε στὸ πασαλίκι τοῦ Ἀλῆ πασὰ (γιὰ τὰ ἐλάχιστα χρόνια πού λέμε), στὸ ὁποῖον τὸ φορολογικὸ σύστημα ἐπίβλεψης ἦταν ἐξόχου ἀκριβείας.  Ἀπὸ τὶς δραστηριότητες τοῦ Μακρυγιάννη οἱ φορολογικὲς ὑπηρεσίες τοῦ Ἀλῆ δὲν πῆραν εἴδηση ποτέ. Τί εἴδους ἐμπόριο ἦταν αὐτὸ πού ἔκανε ὁ Μακρυγιάννης, πού τὸν ἔκανε νεαρὸ πλούσιο καὶ πού κανεὶς δὲν τὸ πρόσεξε; Ὑποθέτομε ὅτι τὰ πράγματα εἶναι φανερὰ καὶ οἱ ἱστορικοὶ θὰ μπορέσουν εὔκολα νὰ μᾶς τὰ ἐπιβεβαιώσουν. Ἀπό τούς τότε ἀγωνιστὲς μόνο ὁ Μακρυγιάννης βρέθηκε μὲ τόσα λεφτά, γιὰ νὰ ἀγοράση ἐκτάσεις στὴν Ἀθήνα (ὅπως προέβλεπαν τὰ Συντάγματα) πού ἔχουν ἀκόμα τὸ ὄνομά του. Ἄρα λοιπὸν οἱ θαυμασμοί του γιὰ τὶς φλέβες τῶν ἀγαλμάτων καὶ τὴν ἀκρίβεια τῶν σωματικῶν τους μελῶν, προέκυπταν ἀπὸ ἀκριβῆ γνώση καὶ βαθύτατη σχέση μαζί τους. Καὶ ὅταν χολώνεται τόσο πολὺ μὲ τοὺς συντρόφους του, πού ἔβλεπε νὰ τὰ καταστρέφουν καὶ τοὺς λέει «διὰ ταῦτα ἐπολεμήσαμεν», ἐννοοῦσε κάτι γιὰ τὸν ἴδιον ἀπολύτως προφανές: τόσο κεφάλαιο, θὰ ἀφήναμε στοὺς Τούρκους;... Γιατί ἄλλο θ’ ἄξιζε κανεὶς νὰ πολεμήση, ὅταν ἀκόμη καὶ 23 χρόνια μετὰ τὴν Ἐπανάσταση διαθέτει ἀνεξαργύρωτους τίτλους «ἀντίστασης»; Γιὰ τὴν «Ἐλευθερίαν» εἴδαμε πάντως ὅτι δὲν ἦταν...

Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὸ Χρηματιστήριο ἔργων Τέχνης σήμερα δουλεύει μὲ ἐξόχως ὑψηλὰ οἰκονομικὰ μεγέθη. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλός: ἡ μεταφορὰ τῶν ἔργων τέχνης ἀπὸ τόπου σὲ τόπο γιὰ τὶς ἐκθέσεις, ἀπαιτεῖ μυθώδη ὕψη ἀσφαλειῶν, εἰδικὲς μεθόδους μεταφορᾶς, εἰδικὰ μέτρα προστασίας κ.λπ. Τὰ ἀεροπλάνα πρέπει νὰ ἔχουν μηχανὲς πού νὰ προξενοῦν ὡρισμένο ὕψος παλμῶν στὸ ἔργο τέχνης, τὰ αὐτοκίνητα πρέπει νὰ ἔχουν εἰδικὲς ἀναρτήσεις καὶ εἰδικὴ ἐσωτερικὴ διαρρύθμιση, ὥστε τὸ ἔργο νὰ μὴν πάλλεται κατὰ τὴν μεταφορά, ὅσο λίγο καὶ ἂν αὐτὸ εἶναι. Ἡ ἀτμόσφαιρα στὰ μέσα μεταφορᾶς πρέπει νὰ παραμένη σταθερὴ καὶ ἀνεπηρέαστη ἀπὸ τὶς ἐξωτερικὲς συνθῆκες ταξιδιοῦ. Αὐτὰ καὶ ἀλλά  πολλά, πού ἐπιβάλλουν τεράστια ἔξοδα, ἀπαιτεῖ ἡ διακίνηση τῶν ἔργων τέχνης. Καὶ αὐτὰ βέβαια ὅλα, μιὰ καὶ ἕνας πίνακας δὲν τρώγεται λ.χ., διότι ἡ λεγομένη αἰσθητικὴ ἀξία τῶν ἔργων τέχνης μεταφράζεται σὲ οἰκονομικὰ μεγέθη, ἐπειδὴ τὸ ὑπ’ αὐτῶν μυθολογούμενο μέσα στὸ ἀξιολογικὸ σύστημα τοῦ πολιτισμοῦ συνιστᾶ παραγωγικὴ δύναμη μεταβαλλόμενο σὲ πνεῦμα. Αὐτὸ δηλαδὴ θὰ πῆ «μορφωτικὴ ἀξία».

Δυστυχῶς ὅμως μὲ τὸ δικό μας «ἔθνος» (καὶ κράτος) τὰ πράγματα δὲν ἔχουν φθάσει σ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Οἱ ἀρχαιότητες ἀποτελοῦν ἀκόμη «θησαυροὺς» κατὰ τὴν ἔννοια τοῦ Μακρυγιάννη, ἔστω καὶ ἂν ὄχι κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο (ἂς ποῦμε σὰν εἰσιτήρια). Δὲν εἶναι νοήματα, πού σὰν τέτοια μποροῦν νὰ ἐπενδυθοῦν σὲ ἀλλά  νοήματα καὶ ν ἀνεβάσουν τὴν ἀξία τους ἀνεβάζοντας τὴν ζωή, δηλαδὴ ἐκτελῶντας τὸν προορισμό τους. Καὶ οἱ «θησαυροὶ» φυλάγονται πάντα μὲ φύλακες, ὡς γνωστόν, δηλαδὴ μὲ χωροφύλακες πού κατὰ περίπτωση ὀνομάζονται καὶ «ὑπηρεσία διώξεως ἀρχαιοκαπηλείας». Τὰ ἀγάλματα ὅμως ἀντιπροσωπεύουν ἴσως θησαυρούς, ἀλλά  θησαυροὶ δὲν εἶναι. Καταλήγουν ἀναγκαστικὰ στὰ χέρια ὅσων ἔχουν ἄλλη ἀντίληψη γι’ αὐτὰ — ἂς τὸ ποῦμε ἁπλούστερα: βίωση —, ὅπως καὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ Μακρυγιάννη. Καὶ πολὺ σωστά. Ποιὸ λοιπὸν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ὁ Ρέμπραντ νὰ ταξιδεύη φανερὰ καὶ μὲ εἰδικές ἀποστολές, ἐνῷ τὰ ἑλληνικὰ ἀγάλματα νὰ γεμίζουν τὰ τριαξονικά, δίπλα ἀπ’ τοὺς τενεκέδες μὲ τὶς παστὲς σαρδέλλες, καὶ νὰ φεύγουν χέρια, μασέλες καὶ κεφαλές... Ἀλλὰ τὰ ἀρχαῖα ἀγάλματα εἶναι ὅσα ἀνακαλύπτουν κάθε φορά οἱ ἀρχαιοκάπηλοι; Στὶς περισσότερες περιοχὲς τῆς Ἑλλάδος, σὲ ἕνα μέτρο βάθος ὑπάρχουν ἀγάλματα. Ποιὰ λοιπὸν λύση μπορεῖ νὰ ὑπάρχη γιὰ τὸν ὑπέδαφον αὐτὸν πλοῦτο, πού τὸ «ἔθνος» μας ἐλάχιστα εἶναι σὲ θέση νὰ διαφυλάξη; Ὑποθέτομε λοιπὸν ὅτι εἶναι καιρὸς τοῦτος ὁ βαρβαρισμός, πού διάφορες ἄδικες ἔννοιες τοῦ διεθνοῦς δικαίου ὅπως «ἐθνικὴ κυριαρχία» κ.λπ. ἐξωραῒζουν τὴν πραγματικότητά του, νὰ πάψη. Οἱ ἑλληνικὲς ἀρχαιότητες πρέπει νὰ κηρυχθοῦν διεθνὲς ἀγαθό, παροῦσες καὶ μέλλουσες, καὶ νὰ πάψουν νὰ ἔχουν ὁποιαδήποτε σχέση μ’ αὐτὲς οἱ ὁποιεσδήποτε ἑλληνικὲς ὑπηρεσίες. Εἴτε «ὑπουργεῖα πολιτισμοῦ» λέγονται αὐτά, εἴτε ὅπως ἀλλοιῶς. Μὲ τὴν πρόοδο τῆς τεχνολογίας θὰ ἐντοπίζονται ἀγάλματα καὶ ἄλλοι πολιτιστικοὶ θησαυροὶ σὲ βάθος δέκα μέτρων καὶ περισσότερο. Θὰ εἶναι λύση γι’ αὐτοὺς ἡ «ὀργάνωση τῶν ὑπηρεσιῶν» καὶ τά... τριαξονικά; Ἡ κωμωδία τοῦ «ἔθνους» μας ἐκράτησε ἐγκληματικῶς περισσότερο ἀπὸ ὅσο ἔπρεπε. Σήμερα λοιπὸν πού αὐτὸ πιὰ τίποτε δὲν ἀντιπροσωπεύει, εἶναι ὥρα καὶ οἱ ἀρχαιότητες νὰ προστατευθοῦν ἀποτελεσματικά. Δηλαδὴ φανερὰ καὶ ὑπεύθυνα, ἀφοῦ ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ κάνωμε τίποτε γι’ αὐτές.

Εἴπαμε: ἡ ἀνέκαθεν δυσκολία μας ἦταν νὰ μετατρέψωμε τὴν πραγματικότητα σὲ νοήματα. Γιὰ νὰ μάθωμε κάτι γιὰ τὸν ἀρχαῖον μας πρόγονο τὸν Ὅμηρο, πρέπει ν ἀνοίξωμε κάποιο γερμανικό, γαλλικὸ ἤ ἀγγλικὸ βιβλίο. Καὶ τοῦτο σημαίνει πώς ὁ Ὅμηρος κάπου ἀκόμα ὑπάρχει σὰν ἔγνοια καὶ κάπου ἀκόμα δρᾶ. Ἔννοιες καὶ λειτουργίες θὰ μᾶς ἔλεγεν ὁ Ὅμηρος εἶναι τὰ ἀγάλματα, πού ἡ ἀξία τους ἀνεβαίνει ὅταν σ’ αὐτὰ προστίθενται ἀκόμα ἔννοιες. Ποιὸς ὅμως νὰ βρῆ τὶς σύγχρονες ἔννοιες, πού συνιστοῦν τὴν προστασία τῶν ἀγαλμάτων μεταβάλλοντας τα σὲ μοναδικότητες; Αὐτὸ εἶναι τὸ αἰώνιο πρόβλημά μας! Ζοῦμε σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες στιγμὲς τῆς παγκόσμιας ἱστορίας.Τείχη ἔπεσαν, ἐλπίδες γεννήθηκαν, ψυχὲς ἔπαλαν. Ποιὸς τάχα ἐσκέφθηκε νὰ χαρίση πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα ἕνα διάσημο ἑλληνικὸ ἄγαλμα, νὰ στηθῆ ἀκριβῶς μπροστὰ στὴν πύλη τοῦ Βραδεμβούργου ἐκεῖ ποὺ ἦταν τὸ τεῖχος, μέσα σ’ ἕνα ἐξαίρετο μαυσωλεῖο αἰώνων, σύμβολο τῆς Εἰρήνης καὶ στήριγμα τοῦ ἀνθρώπου; Θὰ ὑπῆρχε μεγαλύτερη καλλιτεχνικὴ ἀξία πού θὰ μποροῦσε νὰ τὸ ξεπεράση στὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα;

Ἀλλὰ ὄχι. Τὰ ἀγάλματα εἶναι νὰ βρίσκωνται στὴν Ὀλυμπία καὶ τοὺς Δελφούς, νὰ τὰ φυλᾶνε οἱ ἀγροφύλακες μαζὶ μὲ τὰ γίδια, γιὰ νὰ κόβωνται εἰσιτήρια... Καὶ τὸ σκοτισμένο «ἔθνος» μας σὰν ἱστορία νὰ ἀναζητῆ τὴν μαζοχιστική του γελοιοποίηση στοὺς... ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες. Μικρὲς δόξες... Γιατί γελοιοποίηση; Γιατί ἁπλούστατα οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τοὺς νικητὲς τοὺς στεφάνωναν στὸ κεφάλι κι ὄχι στὰ πόδια — κι ἂς ἔτρεχαν μὲ τὰ πόδια. Καὶ τοῦτο ἤθελε νὰ πῆ πώς μόνο ἕνα τρόπο ἔχει ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνη ὁπουδήποτε νικητής. Αὐτὸν ἀκριβῶς πού μᾶς λείπει. Μὰ γιὰ τοῦτο ἀκριβῶς πρέπει καὶ τὰ ἀγάλματα νὰ ἀνακηρυχθοῦν σὲ ἀγαθὸ διεθνῶν ἐγγυήσεων. Εἶναι πιὰ καιρὸς νὰ βροῦμε κάποιον λογαριασμὸ μὲ τὸ «ἔθνος». Μπορεῖ νὰ μὴν ἔχη τὴν πρωτοτυπία τῶν ἰδεῶν — πού ἀπαιτεῖ βέβαια βαθύτατην αἴσθηση τῶν νοημάτων τῆς τέχνης — δὲν ἔχει ὅμως οὔτε καὶ τὴν ἔννοια τῆς ὀφειλῆς. Γιατί μιὰ ἐνέργεια σὰν τὴν παραπάνω δὲν θὰ ἦταν παρὰ ἡ ὀφειλὴ μίας μικρῆς ἀντιπροσφορᾶς. Ἔναντι δηλαδὴ τῶν ὅσων ἀνεπανάληπτων μνημείων τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ κατέστρεψε τὸ «ἔθνος» συνειδητὰ στὰ Ἑπτάνησα καὶ πού τόσο θὰ λείψουν ἀπὸ τὸ μέλλον τοῦ αὐτονόμου αὐτοῦ Κράτους...

1 σχόλιο:

  1. Καὶ τὸ σχόλιό σου καὶ τὸ κείμενο τοῦ Κακλαμάνη παρουσιάζουν ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον. Τὰ ἐπεσήμανα καὶ στὸ ἰδικό μου μπλόγκ, τὴν ''Ενδιάμεση Περιοχή". Δημήτρης Κιτσίκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή