Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

Παπαδιαμάντης καί γλῶσσα - Κωστῆς Παπαγιώργης

Τόν Βασίλη Ραφαηλίδη τόν γνώρισα ἀπό τά ἄρθρα του στίς ἐφημερίδες. Ἐκτός ἀπό τά πολύ ὡραῖα κείμενα καί βιβλία του, πού ξεχώριζαν γιά τό πλῆθος τῶν ἱστορικῶν στοιχείων καί πληροφοριῶν, ὅπως καί γιά τίς συγκροτημένες καί ξεκάθαρες θέσεις του, ἕνα ἐπί πλέον κέρδος γιά μένα ἦταν ἡ ἀναφορά του ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν σέ συγγραφεῖς καί λογοτέχνες. Εἴτε ὡς ἀναφορά ἀποσπασματική λόγω τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἄρθρου, εἴτε πιό ἐκτεταμένη. Ἀπό τίς στῆλες του, μεταξύ ἄλλων, ἔμαθα γιά τόν Γεράσιμο Κακλαμάνη, τόν Κωστῆ Παπαγιώργη, καί τόν Παναγιώτη Κονδύλη. Γιά τόν Γεράσιμο Κακλαμάνη, τόν πιό ἄγνωστο στό ἑλληνικό κοινό, καί κατά κάποιο τρόπο τόν πιό ἀδικημένο –ἀδικημένο καί μέ εὐθύνη δικιά μας πού ἀνεχόμαστε ὁτιδήποτε μᾶς σερβίρουν ὡς ποιότητα, δημιουργία καί τέχνη – ἴσως ἀναφερθῶ στό μέλλον. Γιά τόν Κονδύλη εἶχα ψιλοακούσει ἐπιτιμητικές ἀναφορές ἀπό κάτι ψωνισμένες γραφίδες γιά τό ἔργο του « Ἡ θεωρία τοῦ πολέμου» καί μέχρι ἕνα σημεῖο μέ εἶχαν ἐπηρεάσει. Δυστυχῶς γιά αὐτούς καί γιά ὅσους ἄλλους κάτω του μετρίου προσπαθοῦν εἴτε νά προσαρμόσουν στό μηδαμινό τους ἀνάστημα τίς ἀξίες πού ἀπό μόνες τους ξεχωρίζουν –ἀλλιῶς τί ἀξίες θά ἦταν – , εἴτε ἐπειδή βρίσκονται σέ διατεταγμένη ὑπηρεσία, ὁ Βασίλης Ραφαηλίδης ἔσωσε τήν παρτίδα καί μέ ἔκανε νά διαβάσω Κονδύλη.
 

Ἄν γιά τόν Κονδύλη εἶχα ἀκούσει ὅτι τό πνευματικό κατεστημένο ἐπιθυμοῦσε, γιά τόν Παπαγιώργη ἀγνοοῦσα τήν ὕπαρξή του. Τό πρῶτο βιβλίο του πού ἀγόρασα ἦταν τό « Περί μέθης». Κάποιοι ἄνθρωποι, καί ὁ Παπαγιώργης ἀνήκει σέ αὐτούς, ἔχουν τόν τρόπο τους γράφοντας νά προσελκύουν τό ἐνδιαφέρον γιά κάτι πού προηγουμένως σέ ἔκανε νά ἀδιαφορεῖς. Ἐκτός ἀπό τήν σέ βάθος γνώση τοῦ ἀντικειμένου μέ τό ὁποῖο καταπιάνεται καί τήν διεισδυτικότητα πού τόν διακρίνει, ὁ τρόπος γραφῆς καί ἔκφρασης εἶναι ἕνα δυνατό ἐργαλεῖο καί ὁ ἴδιος ξέρει νά τό χειρίζεται ἐντυπωσιακά. Μέ μέτρο καί χωρίς καμιά μά καμιά ἐπιτήδευση. Μέ τά χρόνια δέν μέ ἀπασχολοῦσε ποιό θά ἦταν τό ἑπόμενο βιβλίο του. Ἀρκεῖ νά μάθαινα ὅτι κυκλοφόρησε κάτι, τό ἀγόραζα σίγουρος ὅτι θά τό ἀπολαύσω. Στά μέχρι τώρα 21 βιβλία του ἔχει ἀσχοληθεῖ μέ τά ἀνθρώπινα πάθη καί συμπεριφορές, φιλοσοφικά , ἰδεολογικά ρεύματα, Ὅμηρο, Σωκράτη, Ντοστογιέφσκυ, Παπαδιαμάντη, τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Αὐτή ὅμως εἶναι μία ἁπλή περιγραφή τῆς θεματολογίας του. Κατά τήν ἀνάπτυξη καί τήν παρουσίαση τοῦ θέματος, ἀντί γιά ξερή καί κουραστική ἀναφορά στοιχείων καί πάσης φύσεως λεπτομερειῶν καί ἀπόψεων, ὁ Παπαγιώργης συνδυάζοντας, αὐτός ξέρει τόν τρόπο, γνώσεις ἱστορικές, γνώση τῆς γλώσσας καί πάνω ἀπό ὅλα βίωμα - τό τελευταῖο μπορεῖ νά μήν φαίνεται ἀλλά ἄν δέν τόχεις δέν γίνεται νά γράψεις κάτι ἀξιόλογο– παρουσιάζει ἕνα ζωντανό δημιούργημα. Μέ ἐντυπωσιάζει πώς θέματα τοῦ παρελθόντος ἤ καταστάσεις καί θεωρίες ἀπομακρυσμένες στόν χῶρο καί τό χρόνο, ὁ Παπαγιώργης τίς κάνει ὄχι ἁπλά κτῆμα τοῦ ἀναγνώστη ἀλλά ἐπί πλέον εἴτε τόν ἀναγκάζει εἴτε τόν βοηθάει νά συλλογιστεῖ καί στό τέλος νά ἀνακαλύψει πόσο οἰκεῖα μᾶς εἶναι ὅσα γράφει.
Ἀνάμεσα στά γραπτά του περιλαμβάνεται καί τό « Γειά σου Ἀσημάκη», ἕνα βιβλίο γιά τόν φίλο του Χρῆστο Βακαλόπουλο, συγγραφέα τῆς ἐκπληκτικῆς « Γραμμῆς τοῦ ὁρίζοντος»
Ἀκολουθεῖ ἕνα κείμενο τοῦ Κωστῆ Παπαγιώργη, ἀπό τό βιβλίο του γιά τόν Παπαδιαμάντη,
« Ἀλέξανδρος Ἀδαμαντίου Ἐμμανουήλ», στό ὁποῖο ἀπόσπασμα, λίγο ἐκτεταμένο, ἀσχολεῖται μέ τό γλωσσικό του ὕφος.



 ====================================================

…Ἡ μεγάλη του συγγραφική ἐκλογή, ἡ αἱρετική ἰδιοτυπία τοῦ διηγήματός του, ἦταν ἡ γλωσσική ἀπόσταση. Μολονότι λαικός συγγραφέας, προσηλωμένος στόν δῆμο καί τούς «δημώδεις τύπους», ἀρνήθηκε τήν πιό στοιχειώδη ἐπιταγή τοῦ ρεαλισμοῦ: τήν γλώσσα τῶν προσώπων του. Φυσικά δέν εἶχε σχέση μέ τήν περίπτωση τοῦ Ροΐδη, γιά παράδειγμα, πού, ἀκραιφνής καθαρευουσιάνος, ὑποστήριζε φανατικά τήν δημοτική γλώσσα. Οὔτε ἀντιμετώπιζε ἐκφραστικά διλήμματα σάν τοῦ Καρκαβίτσα, πού ἔγραψε τήν Λυγερή σέ καθαρεύουσα γλώσσα, γιά νά συνεχίσει κατόπιν μέ τόν Ζητιάνο καί τά Λόγια της πλώρης σέ ἄκρα δημοτική. Ἄν σκεφτοῦμε ὅτι τό Χριστόψωμο κυκλοφορεῖ τήν ἴδια χρονιά μέ τό Ταξίδι τοῦ Ψυχάρη(1877), μποροῦμε νά σκεφτοῦμε πόσο σύγχρονος καί πόσο ἀναχρονιστικός ἦταν σέ σχέση μέ τούς συγγραφεῖς τῆς γενιᾶς του. « Τήν δημοτικήν γλῶσσαν ποῦ τήν εἶδε, ποῦ τήν ἐσπούδασεν, ποῦ τήν ἔμαθεν ὁ Ψυχάρης; Αὐτός εἶναι Χῖος, σχεδόν ξένος, ἀριστοκράτης Φαναριώτης, ἐπιχειρῶν μ’ ἕν στρεβλωτικόν ἰδίωμα νά ἐπιβληθῆ ὡς δημιουργός καί διδάσκαλος ὁλοκλήρου ἔθνους. Ὄχι! Αἵ γλῶσσαι δέν ἐπιβάλλονται οὕτω, εἰς τά καλά καθούμενα ὑπό τῶν ἀτόμων εἰς τούς λαούς».
 

Ἕνας συγγραφέας πού ἔβλεπε τή ζωή μέσα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική παράδοση καί ἑρμήνευε τό κάθε γεγονός σέ ἀναγωγή στήν ἀτμόσφαιρα τῆς Μεγαλοβδομάδας, δέν μποροῦσε νά ἔχει παρόμοια γλωσσικά διλήμματα οὔτε νά νοιώθει εἰκονοκλαστικούς πειρασμούς. Τή γλώσσα δέν τήν ἐπινοεῖς, τῆς παραδίνεσαι. Ὅπως παραδίνεσαι καί στήν παράδοση. Ἀρκεῖ νά ἔχεις. Ἡ ριζική διαφορά τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπό τόν Ψυχάρη ἀλλά καί ἀπό τόν Σολωμό ἦταν ὅτι, γι’ αὐτούς –συγγραφεῖς πού κατέφθαναν στήν ἑλληνική ἀπό μία ξένη γλῶσσα -, ἡ δημοτική μποροῦσε νά ἀποτελέσει ἀφετηρία, γιά τόν ἴδιο ὅμως, αὐτό ἦταν ἀδύνατο. Ἀρχαία, βυζαντινά, μεσαιωνικά, νέα ἑλληνικά, ὅλα ἀφομοιώνονταν ἁρμονικά μέσα στό ἐνδιάθετο γλωσσικό του φρόνημα.
 

Ἐν τούτοις, ἡ παρατήρηση ὅτι « ὅσα λέγονται συνήθως, πώς ἡ γλώσσα του εἶναι ἐπηρεασμένη ἀπό τήν γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀνεύθυνα καί ἀτεκμηρίωτα», δέν εἶναι ἀδικαιολόγητη. Δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἡ διηγηματογραφία του υἱοθέτησε τή γλώσσα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Νικόδημου Ἁγιορείτη, τοῦ Ἀθανάσιου Πάριου, ἤ τῶν Εὐαγγελίων. Ἁπλῶς ἐκεῖ μαθήτευσε, χωρίς νά λησμονοῦμε τή γλώσσα τοῦ Ὁμήρου καί τῶν τραγικῶν. Ὅταν λοιπόν κλήθηκε στά λογοτεχνικά του καθήκοντα, τό ζήτημα δέν ἦταν σέ ποιά γλώσσα θά γράψει, ἀλλά πώς θά καταφέρει νά ἐκφρασθεῖ μέ τρόπο πού δέν θά ἄφηνε καμιά γλώσσα παραγκωνισμένη. Ἀρχαΐζουσα, καθαρεύουσα, γλώσσα τῶν ἐφημερίδων, ἐκκλησιαστική, δημοτική, χυδαία, ὅλες διεκδικοῦσαν πιεστικά τό αἴσθημά του. Σέ ἕνα πασίγνωστο ἄρθρο του, ἀφηγεῖται ὁ ἴδιος πώς μία γριά τοῦ δίδαξε –καίτοι ἀγράμματη – ὅτι στήν ἑλληνική γλώσσα
« ἄ λ λ ω ς ν ο ο ῦ μ ε ν, ἄ λ λ ω ς ὁ μ ι λ ο ῦ μ ε ν κ α ί ἄ λ λ ω ς γ ρ ά φ ο μ ε ν». 

Παρόμοια φαινόμενα μόνο στίς μεγάλες παραδόσεις συμβαίνουν. Τί ἄλλο διδάσκει ἡ γλωσσική παράδοση; Ἀπό τήν ὁμηρική, τήν ἀττική, τήν ἐκκλησιαστική καί τήν κοινή, ὡς τήν καθαρεύουσα καί τήν δημώδη, σημειωνόταν πάντα μία περίσσεια τοῦ παρελθόντος ἔναντι του παρόντος. Ἡ γραφόμενη γλώσσα σχεδόν ποτέ δέν ταυτίστηκε μέ τή ζῶσα φωνή. Ἔτσι τό «ἄλλως», ἐνῶ θά μποροῦσε νά ὑπονοεῖ διχασμό, ἀλαλία, σύγχυση, οὐσιαστικά ἀντιστοιχοῦσε σέ μία ἐθνική βαθύτητα, πού ἦταν πιά ζήτημα τοῦ συγγραφέα νά τήν ἀποτιμήσει καί νά τήν ἐγκολπωθεῖ.
 

Ὁ Παπαδιαμάντης ἀντέδρασε μέ πλήρη αὐθορμησία σέ αὐτό τό περίπλοκο αἴτημα. Ἀρνούμενος μέ σφοδρότητα τό γλωσσικό ζήτημα –πού συνεπαγόταν τομή, καινοτομία, ἀπόσταση ἀπό τό παρελθόν, ἄρα ἀφελληνισμό – ξανοίχτηκε γενναία σέ μία γλωσσική πρόσμειξη πού ἔδινε στόν ἑαυτό της κάθε ἐλευθερία. Ἀπό τή λαική ντοπιολαλιά καί τήν εὐρέως ἐννοούμενη δημοτική, ὡς τήν αὐστηρή καθαρεύουσα μέ ἀρχαΐζουσες μνῆμες. Ἄλλωστε ἦταν κάτι πού τοῦ τό ὑπαγόρευε ἡ συγγραφική του ἠθική. Κινούμενος μόνιμα μέσα στούς κόλπους τῆς μικρῆς κοινότητας, θά ἔχανε ὅλα τά πλεονεκτήματα ἄν ἀκολουθοῦσε τήν γλώσσα της. Ἡ φωνογραφική πιστότητα, σέ αὐτή τή περίπτωση, ἀντί νά ἀποτελεῖ πιστοποιητικό αὐθεντικότητας, θά σήμαινε ἁπλούστατα ἀποτυχία. Ἀντίθετα, ἐπιβάλλοντας γλωσσικούς ἀναβαθμούς, ἔπλαθε μία ἀτμόσφαιρα πού, ἔστω καί ὡς δαιμόνιο τέχνασμα, πρόσφερε στά πρόσωπά του μία ὑπόσταση, πού ἀπό μόνη της ἡ ἀφήγηση τῶν ἱστοριῶν πιθανῶς ἀδυνατοῦσε νά χορηγήσει.
 

Τό ἅλας τῆς διηγηματογραφίας τοῦ εἶναι ἕνα περίπλοκο σύστημα διολισθήσεων καί ἀναγωγῶν, οἱ ὁποῖες μεταμορφώνουν τό περιγραφόμενο, ἀναδεικνύοντας τή βαθύτερη ἀλήθειά του. Πέρα ἀπό τήν ἁπλοική ὑποψία τοῦ ἄν ὁ ἀφηγητής ἀλλιῶς ἔβλεπε τούς Σκιαθίτες, ἀλλιῶς τούς μιλοῦσε καί ἀλλιῶς ἔγραφε τόν βίο τους, τό οὐσιῶδες εἶναι ὅτι, γιά νά περισώσει τή φυσιογνωμία τῆς κοινότητας, εἶχε ἐπείγουσα ἀνάγκη μιά γλωσσική διάσταση τήν ὁποίαν δέν διέθεταν τά ἴδια τά πρόσωπα. Στήν ὅποια φράση, ἐνῶ ἡ παράσταση εἶναι οἰκεία, τά μέσα ποῦ τήν ἀναδεικνύουν ἀπέχουν πολύ ἀπό τήν ἴδια τήν παράσταση.
« Ἔπασχεν ἀπό συνεχῆ πλιγμονήν, εἶχε λήρους, λιποθυμίας, παραληρήματα, ἔκλαιε κι ἐκόπτετο ἄνευ αἰτίας παννυχί, ὑπό τόν σκληρόν ἐφιάλτη». Μέ ἕνα λόγο τό

«ἄ λ λ ω ς» ἐπιβάλλεται σάν καταστατική τάξη. Τά πρόσωπα μποροῦν νά συναντηθοῦν μέ τήν ἀλήθειά τους μόνο μέσα ἀπό τίς γλωσσικές μεθοδεύσεις τοῦ ἀφηγητῆ, ποῦ εἶναι τό πιό κοντινό πρόσωπο -ὡς μέλος τῆς κοινότητας καί θεατής -, καί τό πιό ἀπόμακρο -ὡς κομιστής τῶν λογοτεχνικῶν καί ἄλλων μέσων.
 

Σάν τόν ζωγράφο πού, γιά νά ἀνακαλύψει τήν οὐσία ἑνός προσώπου, μετέρχεται στήν προσωπογραφία του τεχνικές προοπτικῆς καί φωτοσκίασης ἄγνωστες στόν προσωπογραφούμενο, ὁ ἀφηγητής ἔπρεπε νά ἐπινοήσει ὅλα τά τεχνάσματα ἀνάδειξης τῶν προσώπων –ἄρα τά τεχνάσματα γλωσσικῆς ἐγγύτητας καί ἀπόστασης.
Ὅταν, γιά παράδειγμα, διαβάζουμε πῶς ὁ διαβάτης, ὁ ὁποῖος περνοῦσε τυχαία, « ἐγύριζε μέ ἀπορίαν πρός τό μέρος τῆς μεσήλικος γυναικός, ἱσταμένης καί αὐτῆς παρά τήν θύραν τῆς οἰκίας της, νηθούσης ὀρθοστάδην μέ μεγάλην ρόκαν» , δέν εἶναι εὔκολον νά καταλάβουμε ἀπό ποῦ κοιτάζει ὁ ἀφηγητής. Φυσικά, βλέπει αὐτό πού βλέπει καί ὁ τυχαῖος διαβάτης: μία γυναίκα νά γνέθει. Ἀλλά τό «νηθούσης ὀρθοστάδην» συνιστᾶ μία παράσταση πού μεσιτεύεται ἀπό ἕνα φίλτρο τό ὁποῖο δέν ἐνυπάρχει στό πραγματικό. Ὁ ἀφηγητής ἔχει τήν φυσική του ὅραση, πλήν ὅμως, ὅταν αὐτή ἡ ὅραση προικίζεται καί μέ τή γλωσσική, τό ἀποτέλεσμα εἶναι ριζικά διαφορετικό. Σέ ὅλα τά διηγήματα, ἡ ὅποια κατάσταση ζωοποιεῖται εὐεργετούμενη ἀπό ἕνα στοιχεῖο πού δέν ἐνυπάρχει σέ αὐτήν.
 

Ὅσο πιό τεχνητό εἶναι κάτι, τόσο πιό φυσικό καί ἀκέραιο φαίνεται –στήν λογοτεχνία, ἐννοοῦμε. Δέν ὑπάρχει ὑλικό πού νά μεταφέρεται ἀτόφιο στό χαρτί. Ὅταν λοιπόν ὁ ἀφηγητής μᾶς βεβαιώνει –μιλώντας ἀπευθείας στόν ἀναγνώστη –ὅτι δέν « πλάττω ἤ ἐπινοῶ τί ἐκ τῶν ἐν τῷ κειμένῳ» ἤ ὅτι ἀρκεῖται στήν ἀλήθεια, διότι «οὐδέν ἀπιθανώτερον τῆς ἁπλῆς ἀληθείας», ἡ σκέψη του ἰσχύει ἀναφορικά μέ τό ἀφηγηματικό ὑλικό, ποτέ ὅμως μέ τόν τρόπο. Δίκην camera oscura γιά νά θυμηθοῦμε τό γνωστό παράδειγμα, τό κάθε ἀντικείμενο ἀντιστρέφεται μέσα ἀπό τίς ψυχικές ἀναπλάσεις, γιά νά βρεῖ τή «φυσική» του θέση. Μέσα στήν πραγματική κοινότητα, ἕνα βρέφος πεθαίνει στό βυζί τῆς μάνας του, μέσα στό διήγημα πεθαίνει « εἰς τόν μαζόν τῆς μητρός». Μέ ἄλλα λόγια, δέν μποροῦμε νά ταυτίζουμε τό λογοτέχνημα μέ τήν φυσική σκιαθίτικη κοινότητα, τήν ὁποία ἕνας τυχερός συγγραφέας βρῆκε καί περιέσωσε. Αὐτό ἰσχύει γιά τίς ἀνασκαφές, ἤ τούς συλλέκτες, ποτέ γιά τή λογοτεχνία. Ἀπεναντίας, τό κείμενο - λεκτικό πλάσμα πέρα γιά πέρα – εἶναι ἕνα κατασκεύασμα τό ὁποῖο δέν ἀνάγεται ἐπ’ οὐδενί σέ αὐτά πού ὀνομάζει. Ἄν αὐτό ἦταν γεγονός, τότε δέν θά εἶχε σημασία ὁ τρόπος, ἀλλά μόνο τό ὀνομαζόμενο.
 

Ἤδη ἔχει ἑδραιωθεῖ ὡς ἀκλόνητη λογοτεχνική ἀρχή, ὅτι ὁ τρόπος γραφῆς, ἐκτός ἀπό εἰδική μέθοδος νά βλέπουμε τά πράγματα, εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα, τρόπος νά δημιουργοῦμε αὐτό πού βλέπουμε.

« Τήν νύκτα, εἰς τάς ὥρας τάς βαθείας τοῦ μυστηρίου, ὅταν εἶχε ἀνατείλει ἡ φθίνουσα σελήνη, εἶχα ἐξέλθει πρός στιγμήν ἀπό τήν ὁλόφωτον παννυχίδα τοῦ ναΐσκου, κ’ ἐκάθισα κοντά εἰς τούς θάμνους τούς πρός τό χεῖλος τοῦ βράχου, διά νά ἀπολαύσω τήν μεγάλην μαγείαν τῆς σελήνης, ἀργυρᾶς ἐπί τῶν βράχων, μαργαρώδους ἀνά τά φωσφορίζοντα κύματα, τήν ἄπειρον σκιαυγή θέαν, μέ τόν ψίθυρον τῆς αὔρας ἐπί τῶν θάμνων καί ἀγριελαιῶν, τούς μακρυσμένους φλοίσβους τῶν κυμάτων κάτω, τούς δούπους τοῦ ρεύματος εἰς τήν χαράδραν τῆς βαθείας κοιλάδος, καί τούς μυστηριώδεις θρούς, ἤχους, μορμύρους τῆς κοιμωμένης φύσεως ὡς ἐν ὀνείρῳ κοιμωμένης καί ἀναφρισσούσης»
 

Χωρίς καμιά ὑπερβολή, αὐτή ἡ περίπλοκη παράσταση –καθαρά λογοτεχνικό πλάσμα – θάλλει καί ἀναψύχεται χάρη στό λογοτεχνικό τέχνασμα. Παρά τήν κοινοτοπία της – ἕνας ἄνθρωπος μέσα στή νύχτα ἀφουγκράζεται τή φύση – καθίσταται μνημειώδης, ἐπειδή ἐξυφαίνει μία αἴσθηση τοῦ γύρω κόσμου πού δέν ἐνυπάρχει στά πράγματα, ἀλλά πλάθεται ἀπό ἐκεῖνον πού τήν ἀτενίζει μέ τήν ἐσωτερική του ὅραση. Παρά τό γεγονός ὅτι ἡ εὔκολη συγκίνηση ἤ ἡ εὔκολη ποίηση εἶναι ὁ χειρότερος μυστικοσύμβουλος τοῦ ἀναγνώστη, ἀπό τά παραπάνω συνάγονται καί ὅλα τά παιδαγωγικά μαθήματα περί μεταφράσεως. Κάθε ἀπόπειρα νά μεταφρασθεῖ ὁ Παπαδιαμάντης –ἁπλοελληνιστί, ἀγγλιστί ἤ γαλλιστί – συνεπάγεται μερικές γενναῖες παραχωρήσεις: ὅτι ἡ γλσσα θά στερηθεῖ τήν ἱστορική παρασημαντική της, ὅτι οἱ ἀναβαθμοί στά ἰδιώματα θά ἐξισωθοῦν ἐπί τό διεθνικότερον, τέλος ὅτι τό διήγημα θά ἔχει νόημα ἀλλά ὄχι γλῶσσα. Ἄρα τί ἀπομένει; Οὐσιαστικά ἡ μεταγλώττιση ἀδυνατεῖ νά γυρίσει στήν ἄλλη γλώσσα –κυρίως στήν δημοτική –τήν ἰθαγένεια τοῦ κειμένου, τήν ψυχική βαθύτητα πού καθιστά τήν γλῶσσα, ἐκτός ἀπό λογοτεχνικό μέσο, πατρίδα καί καταγωγή.

11 σχόλια:

  1. Φίλε Ζάρα,
    Τα αναγνωσματά σου είναι πάρα πολύ ενδιαφέροντα και πολύ χαίρομαι που βρήκα τις σελίδες σου. Το ότι γνωρίζω πως υπάρχουν τέτοιες σελίδες στο blog επάγει μέσα μου ένα καθησυχαστικό συναίσθημα.
    Ευχαριστώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Επί της ουσίας τώρα.
    Φυσικά δεν έχω διαβάσει 21 βιβλία του Παπαγιώργη θυμάμαι θαμπά από δω κι από κεί μερικούς τίτλους βιβλίων του. Εκείνο που θυμάμαι πολύ καλά είναι το τι με παρακίνησε να αγοράσω βιβλίο του. Ξεφυλλίζοντας διάφορα σε κάποιο βιβλιοπωλείο το μάτι μου έπεσε στην βιογραφία του η οποία ανέφερε πως μεγάλο μέρος των γνώσεων που έχει αποκτήσει προέρχεται απο αναγνώσεις κλεμένων βιβλίων. Μου έκανε εντύπωση αυτή η απασχόληση καθώς βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα αυτή την ιδιορυθμία του να κλέβει κανείς βιβλία. Ακούμε πολύ συχνά για ληστείες τραπεζών, πολυκαταστημάτων, χρηματαποστολών, για μικροκλέφτες πορτοφολάδες, ή ακόμα και κλέφτες ποδηλάτων ή μιάς φρατζόλας ψωμιού αλλά η βιβλιοκλοπή σίγουρα δεν θα ανεβάσει την τηλεθέαση του δελτίου του Αντένα. Τι αξία μεταπώλησης άλλωστε έχει ένα βιβλίο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Έλα μωρέ τώρα! Επειδή έγραφε την άκοπη βρωμονυχάρα του "παννυχίδα", την μαργαρίνη "μαργαρώδη",τη μουρμούρα (βρωμόψαρο τρίτης διαλογής) "μόρμυρο" κι αυτην που της έχει σηκωθεί η τρίχα κάγκελο "αναφρίσσουσα" ήταν και λογοτέχνης?
    Απορία, ψάλτου βηξ. Α, ήταν και ψάλτης αυτός. Ένας λόγος παραπάνω για κράξιμο. Βρε ουστ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. γλυκούλη προβοκάτορα usound ὅταν μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ λαοπρόβλητου ἐθνικομπολσεβίκικου κινήματός μας ἀνέλθουμε στήν ἐξουσία θά εἶσαι ὁ πρὼτος στόχος ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. κοίταξε αυτό που λες για τα βιβλία που έκλεβε ισχύει, το γράφει ό ίδιος , αλλά δεν το έκανε μόνο για διάβασμα, πλήρωνε το νοίκι του όσο ζούσε στο Παρίσι, και άλλα έξοδα, έκανε δώρα, διάφορα τρελλά. Περιγράφει μάλιστα, γλαφυρά όπως πάντα, πολλές πτυχές αυτής της δραστηριότητας, αντιμετώπιση από τους βιβλιοπώλες, κ.λπ.
    Τον θεωρώ αξιόλογη προσωπικότητα και θα αφιερώσω μερικές αναρτήσεις ακόμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ὁ Χρῆστος Βακαλόπουλος ἔγραψε γιά τόν Παπαδιαμάντη.

    Ὁ Παπαδιαμάντης δέν ἔγραψε γιά νά ἀποδείξει κάτι, ἀλλά γιά νά ὑπηρετήσει τό κοινό ἑλληνικό αἴσθημα, τόν παράξενο τρόπο τῶν Ἑλλήνων, αὐτόν τόν τρόπο πού σήμερα πολεμᾶμε μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις, μπλεγμένοι στήν ἄρνηση τῆς ζωῆς καί στήν αἰσθητικοποίηση τοῦ θανάτου. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέχτηκε νά σηκώσει ἕνα βάρος χωρίς νά κερδίσει τίποτα, καί ἡ φήμη πού τοῦ παραχωροῦμε σήμερα περισσότερο δείχνει τί προσπαθοῦμε νά κερδίσουμε ἐμεῖς χωρίς κανέναν ἀπολύτως κόπο, ὅλοι ἐμεῖς πού δέν δεχόμαστε ὅτι ὑπάρχει κάποιο σημάδι ἡ κάποιο νῆμα πού νά μᾶς ὁδηγεῖ σ’αὐτό πού εἴμαστε κι ὄχι σ’ ἐκεῖνο πού θέλουμε νά εἴμαστε βιάζοντας τόν ἑαυτό μας. Μέ δυό λόγια ἐμεῖς πρέπει νά πλησιάσουμε τόν Παπαδιαμάντη κι ὄχι νά προσπαθήσουμε νά τόν φέρουμε στά νερά μας.


    Χρῆστος Βακαλόπουλος ( Ἀπό τό Χάος στό Χαρτί)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Τι τσιμπας μωρε Ζαρα και εσυ;Υπαρχει μεγαλυτερο πειραχτηρι απο τον usound;
    Να προσθεσω το "Η μαγεια του Παπαδιαμαντη" του Ελυτη και τον "Κοσμοκαλογερο" του Περανθη.Αρκουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. zara,περιδιαβαζοντας το διαδικτυο επεσα εδω:
    http://vardaraxios.wordpress.com/2009/01/14/fyrom-fascism-in-action/

    Αν καταλαβα καλα προκειται για σκοπιανο μπλογκερ,που καταγγελει τον ψευδομακεδονισμο του μουρλοΓκρουεφσκι και αν εχω καταλαβει καλα οι αλητες τον συνελαβαν και τον εχουν κλεισει σε ψυχιατρικη κλινικη.Για ψαξτο και εσυ αν μπορεις.Αμα οντως εχουν ετσι τα πραγματα να τον στηριξουμε με τις ελαχιστες δυναμεις μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. πρωτεσίλαε πρέπει νά εἶναι αὐτἠ ἡ περίπτωση


    Ἐλεύθερος ο Βασίλι Γκριγκόριεβιτς
    "
    ὅσο γιά τόν usound, χεχεχε θά εἶναι ὑπό ἐπιτήρηση, γιατί μόλις τό καθεστώς τύπου Κιμ Ιλ Σουνγκ ἐπικρατήσει δέν τόν βλέπω καλά, καί νά θέλω δέν θά μπορῶ νά τόν σώσω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Το περισσότερο ανησυχητικό απ΄όλα είναι πως δεν ακούγονται στις μέρες μας φωνές διανοούμενων. Οι διανοούμενοι έχουν γίνει βαρετοί και μία από τα ίδια. Οποιαδήποτε φωνή υπάρχει είναι ψίθυρος και οι άλλες οι βροντερές έχουν γίνει από χρόνια ανάμνηση για λίγους τυχερούς. Δεν έχουμε στη λογοτεχνία κάτι παρόμοιο με τον Παπαδιαμάντη, αλλά ούτε και σε άλλες δραστηριότητες κανένα Κούν, κανένα Χατζιδάκη. Δεχόμαστε πως στις κοινωνικές εξεγέρσεις λείπει ο πνευματικός ηγέτης και αφού κάνουμε αυτή τη διαπίστωση είμαστε ευχαριστημένοι και περιμένουμε βυθισμένοι κι αβοήθητοι στις πολυθρόνες μας από τους αμερικανούς να εκλέξουν κανένα χαρισματικό πρόεδρο μήπως και κάτι αρχίσει να σαλεύει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή