Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοροναϊός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοροναϊός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Μαΐου 2021

Πενικιλλίνη

Ἡ καινοτομία καθεαυτή εἶναι μιά διαδικασία πού ὠθεῖται ἀπό ἀσυναίσθητες συναισθηματικές κινήσεις. Θεωρητικολογώντας τό ἔνστικτο τοῦ καινοτόμου καθορίζεται ἀπό μιά ἔμφυτη ἀνάγκη τῶν ἀνθρώπων πρός τήν χρησιμότητα καί τήν ἁπλότητα. Ἄλλοι θεωροῦν πώς ἡ βάση τῶν καινοτομιῶν βρίσκεται στήν ἀνάγκη τῶν ἀνθρώπων γιά μή παραγωγικές δαπάνες. Εἶναι ὅμως κοινή ἀποδοχή πώς ἡ καινοτομία δέν κατευθύνεται πρός τή λύση σαφῶς καθορισμένων προβλημάτων, ἀλλά εἶναι ἀποτέλεσμα διαδικασιῶν πού ἔχουν νά κάνουν μέ ἐκκεντρικά ἐνδιαφέροντα ὁρισμένων ἐρευνητῶν στήν προσπαθειά τους νά ἐρμηνεύσουν φαινόμενα τά ὁποῖα παρατηροῦν ἐπίμονα. Ἐπιδιώκοντας ὅμως κανείς νά κατανοήσει τά κίνητρα πού δίνουν ἀφορμή γιά τή δημιουργία καινοτόμων ἰδεῶν θά διεπίστωνε πώς ἡ σύγχρονη καινοτομία ἐξυπηρετεῖ φθονερούς σκοπούς, πού παρέχουν τά μέσα γιά κοινωνική διάκριση, καί πρόσβαση τῶν καιτοτόμων στούς κυρίαρχους μηχανισμούς ἐξουσίας. Μέ αὐτή τους τή μορφή οἱ καινοτομίες περιορίζονται στά πλαίσια πού ὁριοθετοῦν οἱ ρυθμίσεις τῶν ἀγορῶν.

Ἄν τολμοῦσε κανείς τή σύγκριση μεταξύ τῆς πενικιλλίνης καί τοῦ ἐμβολίου γιά τόν κοροναϊό θά διεπίστωνε πώς ἡ ἀνακἀλυψη τῆς πενικιλλίνης εἶναι συνδεδεμένη μέ τούς ἐπιστήμονες πού τήν ἐφηύραν ἐνῶ τό ἐμβόλιο τοῦ κορωναϊοῦ μέ πολιτικούς ἀνταγωνισμούς τῶν μηχανισμῶν ἐξουσίας καί ὡς μοχλοῦ ἐπιρροῆς καί κυριαρχίας ἐπί τῶν ἐνδεῶν.

Ὁ θόρυβος μέ τίς πατέντες μᾶς ὑπενθυμίζει πώς τά μέρη τοῦ κόσμου ὅπου οἱ οἰκονομικές ρυθμίσεις εἶναι λιγότερο σημαντικές ἀπό τήν εὐγένεια καί τό ἐνδιαφέρον γιά τήν ἀνθρώπινη ζωή περιορίζονται ὧρα μέ τήν ὧρα. Ὅπως ὑπέδειξε ὁ Antonio Gramsci "ἡ ἱστορία διδάσκει ἀλλά δέν ἔχει μαθητές".

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021

Ἀπομόνωση

 


Ἡ ἀπομόνωση εἶναι μιά κατάσταση πολύ διαφορετική ἀπό τή μοναχικότητα. Ἡ ἀπομόνωση ἀπό ἄλλους ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εἶναι καί αὐτοί ἀπομονωμένοι εἶναι ἐπίσης μιά ἐξ ὁλοκλήρου διαφορετική ἐμπειρία ἀπό αὐτή τῆς ἀπομόνωσης κάποιου ἀπό ἄλλους ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δέν εἶναι ἀπομονωμένοι. Ἐκεῖνοι γιά τούς ὁποίους ἡ ἀπομόνωση, ὅταν οἱ ἄλλοι ἔχουν τή δυνατότητα νά ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους εἶναι δυσάρεστη κατάσταση, ἔχουν ὑποκαταστήσει τήν κοινωνική τους ζωή μέ τήν ἀναψυχή στόν κυβερνοχῶρο. Οἱ ἠλεκτρονικές συμμαζώξεις βεβαίως εἶναι συμπαθητικές καθώς ἐπιτρέπουν κάποιο εἶδος ἐπικοινωνίας πού χωρίς αὐτήν ἡ ἀπομόνωση θά ἦταν ἀκόμα δυσκολότερη.  

Τά πράγματα ὅμως ἔχουν πάρει μιά παράδοξη τροπή. Ἡ ἀπομόνωση ἐνῶ στό παρελθόν θά ἐθεωρεῖτο ἀντικοινωνική συνήθεια συνοδευόμενη ἀπό ἀρνητικούς χαρακτηρισμούς ὅπως μονήρης, μονόχνωτος, μοναχοφάης καί τά τοιαῦτα στήν τρέχουσα περίοδο ἔχει ἀποκτήσει κάποια μορφή ἔκφρασης ἐνδιαφέροντος γιά τούς συνανθρώπους. Τό καλύτερο πού θά μπορούσατε νά κάνετε γιά τό κοινωνικό σύνολο εἶναι νά παραμείνετε στό σπίτι. Αὐτό διατάσσσουν οἱ ἐφημερίδες καί τα ραδιόφωνα. Ὑπάρχει κατά συνέπεια μιά ἀντιστροφή. Τό νά εἶναι κανείς κοινωνικός εἶναι ἔκφραση παθολογικοῦ ἀτομικισμοῦ, ἀδιαφορίας γιά τό σύνολο καί ἐγωκεντρισμοῦ. Ἡ ἀπομόνωση ἔχει μετατραπεῖ σέ πατριωτικό καθῆκον κάτι τό ὁποῖο ἡ ἀστυνομία ἔχει καθῆκον νά ἐπιτηρεῖ.

Ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ Ἄλλου, ἡ ἀμοιβαία ἐκτίμηση τῆς ἀτομικότητας καί ἰδιαιτερότητας τῶν πολιτῶν μεταξύ τους θά ἤθελε νά πιστεύει κανείς πώς ἐξακολουθεῖ νά ἀποτελεῖ τό κάτοπτρο μιᾶς εὐνομούμενης πολιτείας. Ὁ κοροναϊός ὡστόσο, ἔχει ἐπιβάλλει μιά νέα δομή σχέσεων μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Μπορεῖ κανείς νά ἀντιληφθεῖ αὐτή τή νέα δομή ἀσκώντας τήν ἀπλούστερη ἐγκόσμια δραστηριότητα. Νά βγεῖ γιά μιά βόλτα στήν πλατεῖα. Οἱ διαβάτες, εἴτε σέ μικρές ὁμάδες εἴτε ὡς μεμονωμένα ἄτομα, διατηροῦν ἀπόσταση μεταξύ τους ὅταν διασταυρώνονται ἤ προσπερνοῦν προσεκτικά τούς ἄλλους διαβάτες. Στήν ἐποχή τοῦ κοροναϊοῦ ὁ ἀφηρημένος, μοναχικός διαβάτης τῆς πρό τοῦ κοροναϊοῦ ἐποχῆς δέν ὑφίσταται. Ὁ κάθε διαβάτης βλέπει στόν ἄλλο τήν ἀπειλή τοῦ θανάτου, καθώς ὁ καθένας μας εἶναι ἕνας πιθανός φορέας τοῦ ἰοῦ. Τό ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς κατάστασης εἶναι ἡ ἔξαρση τοῦ παραλογισμοῦ ἐκείνων πού θεωροῦν καθῆκον τους τόν περιορισμό τῆς κυκλοφορίας. 

Φυλακές, ὁπλισμένοι ἀνεγκέφαλοι, διαβατήρια ἐμβολιασμένων, ἀδιαπέραστα σύνορα ὅλα δικαιολογοῦνται στό ἰϊκό ἐκκολαπτήριο. Ἀκόμα καί οἱ κάτοχοι τῆς ἐξουσίας πού δίνουν τό δικαίωμα νά τούς θεωρεῖ κανείς ἀναξιόπιστους καί διεφθαρμένους καί νά τούς ἀποκαλεῖ ἀλῆτες προσδοκοῦν ὑπακοή στίς ἐντολές τους. Οἱ κάτοχοι τῆς ἐξουσίας λοιπόν στήν ἀπελπισία τους, χρησιμοποιώντας μιά πολύ παράδοξη λογική, προσπαθοῦν νά ἀποδώσουν τά προβλήματα ὑγείας στήν ἀνεπαρκή ἀστυνόμευση καί θεωροῦν πώς ἡ ἐπίλυση τους εἶναι δυνατό νά ἐπιτευχθεῖ μέ ξυλοδαρμούς.

Ἡ ἀπομόνωση δέν ἔχει καταστήσει τήν ἐπικοινωνία μεταξύ τῶν ἀνθρώπων πιό δύσκολη ἤ ἀπόμακρη. Ἔχει ἀποσυνδέσει τή λογική ἀπό τήν σκέψη.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021

Ἡ ἀρχή

 


Ἡ ἀνατροφή καί ἡ ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν, ἦταν ἀποδεκτές ὡς “φυσικές ἀνάγκες” προκειμένου οἱ νεοφερμένοι σέ ἕναν ἐκ τῶν προτέρων καθιερωμένο κόσμο, στόν ὁποῖο εἰσέρχονταν ὡς ξένοι, θά μποροῦσαν νά ἐνσωματωθοῦν. Ἡ ὑπακοή στήν ὅποια μορφή αὐθεντίας εἴτε τῶν κυβερνητικῶν ἀρχῶν, εἴτε τῶν γονέων, ἤ τοῦ δασκάλου, ἤ τοῦ ἀστυνομικοῦ ἤ τοῦ ἱερέα ἤ τοῦ ἐπιστήμονα ἥ τοῦ γιατροῦ ἀποτελοῦσε τή βάση τῆς συνοχῆς τοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ ἀρχή ἀπαιτοῦσε ὑπακοή καί ἐνῶ ἀπό τήν μιά μεριά ἀπέκλειε τήν χρήση βίας γιά τήν ἐπιβολή της, καθώς ἐθεωρεῖτο πώς ἡ χρήση ἐξωτερικῶν μέσων καταναγκασμοῦ σήμαινε καί ἀποτυχία τῆς ἀρχῆς, ἀπό τήν ἄλλη ἦταν ἀσυμβίβαστη μέ τήν πειθώ, ἡ ὁποῖα προϋπέθετε ἰσότητα καί λειτουργοῦσε μέσω ἐπιχειρηματολογίας. Ἡ ὑπακοή στίς ἀρχές κατά συνέπεια ἦταν ἱεραρχική καί ἀποτελοῦσε ὡς καθολική καί ἀναμφισβήτητη ἐμπειρία τήν “κανονικότητα”.

Ἡ κρίση τοῦ κοροναϊοῦ ἔχει εἰσχωρήσει παντοῦ καί καθημερινῶς ἀποκαλύπτει τό πραγματικό νόημα τῆς "κανονικότητας". Ὁ ἐκ τῶν προτέρων καθιερωμένος κόσμος, ἐκεῖνος στόν ὁποῖο γεννήθηκαν ἄνθρωποι πρό πεντηκονταετίας, ἴσως καί πολύ πιό πρόσφατα, ἔχει πάψει νά ὑπάρχει. Τό γόητρο τῆς αὐθεντίας εἶχε ἤδη ἀπωλεσθεῖ, ἀλλά τά πράγματα ἐσχἀτως χειροτέρεψαν. Οἱ κυβερνητικές ἀρχές εἶναι διεφθαρμένες, οἱ γονεῖς εἶναι διαζευγμένοι ἤ τοῦ ἴδιου φύλου, οἱ δάσκαλοι εἶναι ἀδιάβαστοι, οἱ ἀστυνομικοί ἐξυπηρετοῦν τά συμφέροντα ἀσφαλιστικῶν ἐταιρειῶν, οἱ ἱερεῖς ἀνούσιοι καί ἀποτρεπτικοί, οἱ ἐπιστήμονες πρῶτα δημοσιεύουν τά συμπεράσματα τῆς ἔρευνάς τους καί μετά σκέπτονται, οἱ γιατροί διαπληκτίζονται καί συμβουλεύουν καχύποπτους θεατές σέ τηλεοπτικά παράθυρα. Ἕνα ἀπέραντο πέπλο σύγχυσης πού γίνεται παχύτερο μέ τόν καιρό καλύπτει τά πάντα.

Ἐν μέσω τοῦ σκότους ὅλες οἱ εὐθύνες ἔχουν ἐπιρριφθεῖ στόν Trump. Τό δίχως προορισμό, ἀσήμαντο καί ἀγνοημένο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ πού βρῆκε ἀνάπαυση στό εὐήκοον οὖς τοῦ Trump ὅμως, μᾶλλον δέν αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη ἐπιστροφῆς στήν “κανονικότητα”. Αὐτός πού δέν ἔχει πρόσβαση στά ἀγαθά ὑπερβολικοῦ κόστους (ἐκπαίδευση, ἀγορά κατοικίας, ὑγειονομική περίθαλψη) καί ἀντιμετωπίζεται ὡς κοινωνικό πρόβλημα, ἀφοῦ συνεχῶς παρακάμπτει τούς κανόνες, θά βρεῖ ἄλλο εὐήκοον οὖς πού θά τοῦ ὑπενθυμίσει ὅτι πρέπει νά κάνει κάτι προκειμένου ἡ αὐθεντία τῶν κυβερνητικῶν ἀρχῶν νά ἀρχίσει νά δίνει λίγο περισσότερη προσοχή στήν ἀλήθεια.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020

Ἀκηδία

Κάποτε μποροῦσε νά ταξιδεύει γιά μέρες καί νά παραμένει ἀκμαῖος γιά πολύ καιρό μετά τό ταξίδι ἀκόμα καί γιά δυό βδομάδες χωρίς νά τόν ἐπηρρεάζουν οἱ μεταβολές τῆς ὧρας. Ἀλλά τώρα ἀποπροσανατολίζεται εὔκολα. Ἔφτασε στό λιμάνι μετά τό σούρουπο. Ἔριχνε μιά ψιλή βροχή καί αὐτό δυσκόλευε ἀκόμα περισσότερο τήν προσπάθειά του νά βρεῖ τά κατατόπια. Εἶχε σχεδιάσει ἀπό τὀ λιμάνι νά ἀκολουθήσει τήν Ἀκτή Κουντουριώτη πού θά τόν ὁδηγοῦσε στήν πλατεῖα μέ τά δελφίνια καί τό συντριβάνι καί μετά θά μποροῦσε εὔκολα ἀπό κεῖ νά βρεῖ τήν Μπουμπουλίνας. Ὅμως μετά βίας θά ἔλεγε πώς ἦταν στό ἴδιο λιμάνι στόν τόπο πού εἶχε ζήσει στό παρελθόν. Δέν ὑπάρχει τίποτα πού νά μπορεῖ νά ἀναγνωρίσει. Χάθηκε στήν Βασιλέως Παύλου καί βρέθηκε νά περπατᾶ σέ ἐλικοειδεῖς μισοφωτισμένους δρόμους πού τόν ὁδήγησαν πίσω ἀπό τά κτίρια πού ἐκεῖνα τά χρόνια στέγαζαν τά γραφεῖα τῆς Ὀλυμπιακῆς καί μετά στήν πλατεῖα τοῦ σταθμοῦ τῶν ΚΤΕΛ ὅπου τώρα ὑπῆρχαν πολλά σπίτια καί ἀπό τίς δυό πλευρές τοῦ δρόμου. Ἐπέμεινε νά προχωρᾶ σκοντάφτοντας συχνά στό σκοτάδι ἐλπίζοντας κάποια στιγμή πώς θά γύριζε στήν κεντρική πλατεῖα τῆς ἀγορᾶς μέ τό τζαμί ὅπου θά μποροῦσε νά προσανατολιστεῖ εὐκολότερα ἤ θά συναντοῦσε κάποιον νά τόν βοηθήσει. Ὅταν πιά κουράστηκε θεώρησε πώς ἡ καλύτερη λύση θά ἦταν νά ἐπιλέξει τυχαῖα ἕνα ἀπό τά φωτισμένα σπίτια νά χτυπήσει τήν πόρτα καί ἐκεῖνοι πού θά ἄνοιγαν μπορεῖ νά τόν θυμόντουσαν.

Σταμάτησε τυχαῖα μπροστά ἀπό μιά ξεχαρβαλωμένη πόρτα. Ἀκτῖνες φωτός δραπέτευαν ἀπό τίς χαραμάδες τῆς πόρτας καί ἀπό μέσα μποροῦσε νά ἀκούσει φωνές καί γέλια. Κτύπησε δυνατά γιά νά σιγουρευτεῖ πώς θά τόν ἄκουγαν παρά τίς ἠχηρές τους συζητήσεις. Ἀλλά ἐκείνη τή στιγμή ἄκουσε πίσω του μιά γυναικεῖα φωνή νά λέει “Γειά σου”.
Γύρισε νά δεῖ ποιά ἦταν. Μιά γυναῖκα γύρω στά εἴκοσι πέντε πού φοροῦσε τριμένα μπλουτζήν καί μιά σχισμένη μπλοῦζα, στεκόταν στό σκοτάδι λίγο μακρύτερα.
“Νωρίτερα μέ προσπέρασες χωρίς νά σταματήσεις” εἶπε, “παρόλο πού σέ φώναξα”.
“Ἀλήθεια; Συγγνώμη, δέν σᾶς ἄκουσα.”
“Εἶσαι ὁ Κώστας ἔτσι δέν εἶναι;”
“Ναί” ἀπάντησε κάπως ἔκπληκτος.
“Ἡ Φύλλια, σέ ἀναγνώρισε καθώς περνοῦσες μποστά ἀπό τόν σταθμό τῶν ΚΤΕΛ. Ἤσουν σέ κείνη τήν παρέα δέν εἶναι ἔτσι; Μέ τόν Γιάννη, τόν Μανώλη καί τήν Ἀμαλία, τήν Νίτσα καί τούς ἄλλους.”
“Ναί,” ἀπάντησε. Ἀνέφερε μερικά ὀνόματα τόν Ἀλέκο, τήν Βάσω, τόν Γρηγόρη, τόν Σταμάτη, τήν Καιτούλα γιά νά διαπιστώσει ἄν τό κορίτσι θά ἀναγνώριζε κανένα ἀπό ἐκεῖνα τά πρόσωπα. “Ἔχω τήν ἐντύπωση ὅμως πώς ὅλα αὐτά ἔγιναν ὅταν ἤσασταν πολύ μικρή ἴσως καί νά μήν εἴχατε γεννηθεῖ τότε” εἶπε. “Ἐκπλήσομαι μέ τό γεγονός πώς γνωρίζετε αὐτά τά πράγματα.”
“Ναί αὐτά συνέβησαν πολύ πρίν γεννηθῶ ἀλλά ἡ μητέρα τῆς Φύλλιας, ἡ Χριστίνα, μᾶς ἔχει μιλήσει μέ λεπτομέρειες γιά ὅλους σας. Ἔτσι γνωρίζουμε περισσότερα ἀκόμα καί ἀπό τούς γηραιότερους πού ἔμεναν τότε ἐδῶ. Ἡ Φύλλια σέ ἀναγνώρισε ἀμἐσως ἀπό τίς φωτογραφίες.”
“Δέν εἶχα ἰδέα πώς οἱ νέοι ἐπιδεικνύουν τέτοιο ἐνδιαφέρον γιά τό παρελθόν μας. Συγγνώμη πού σᾶς προσπέρασα προηγουμένως, καταλαβαίνετε σ’αὐτή τήν ἡλικία κανείς ἀποπροσανατολίζεται εὔκολα μετά ἀπό ἕνα μακρύ ταξίδι μέ τό καράβι.”

Ξανακτύπησε πάλι τήν πόρτα, αὐτή τή φορά μᾶλλον ἀνυπόμονα, ἄν καί δέν ἤθελε νά φέρει σέ πέρας τή συζήτηση μέ τό κορίτσι. Ἐκείνη τόν κοίταξε γιά μιά στιγμή, καί μετά ἀπό λίγο τόν εἶπε, “Ὅλοι σας ἀπό ἐκείνη τήν ἐποχή εἶστε ἔτσι. Ἡ Χριστίνα γύρισε πρίν λίγα χρόνια. Τό ‘13, ἤ μπορεῖ τό ‘14. Ἦταν ἔτσι ὅταν πρωτοῆρθε, λίγο ἀόριστη καί ἀσαφής. Φαίνεται πώς μένει αὐτό τό κουσούρι μετά ἀπό τά συνεχῆ ταξίδια.”

Μερικές φορές συμβαίνει νά εἶσαι μέ τούς φίλους σου καί μετά νά μήν ἔχεις φίλους. Καί ἡ φιλία ἔχει περάσει. Καί ὅλες οἱ παλιές μέρες ἔχουν χαθεῖ καί ἐν τῶ μεταξύ τό νερό στό συντριβάνι μέ τά δελφίνια νά ἔχει ἀδειάσει. Μερικές φορές νομίζεις πώς ἀγαπήθηκες, πώς οἱ ἄνθρωποι σέ συμπαθοῦσαν καί μετά διαπιστώνεις πώς αὐτό δέν συνέβη ποτέ. Δέν ἀγαπήθηκες καί ἡ ἀγάπη εἶναι παρελθόν. Καί ὁλόκληρες χαμένες μέρες καί ἐν τῶ μεταξύ τό νερό στό συντριβάνι μέ τα δελφίνια ἄδειασε ὅλο στό δρόμο. Καί μερικές φορές θέλεις νά ἐξηγήσεις καί μετά δέν θέλεις νά μιλήσεις σέ κανένα. Καί ὕστερα ἡ εὐκαιρία νά δώσεις ἐξηγήσεις ἔχει χαθεῖ. Καί μετά συμβαίνει πώς δέν ἔχεις νά πᾶς πουθενά. Καί κατόπιν ἐλπίζεις πώς ὑπάρχει ἕνα μέρος πού θά μποροῦσες νά πᾶς καί νά φιλοξενηθεῖς ἐκεῖ ὅπως ἐκεῖνα τά χρόνια τά περασμένα. Μετά διαπιστώνεις πώς ἡ εὐκαιρία ἐχάθη. Ἀναρωτιέσαι ἄν ὅλα αὐτά ἔχουν σημασία καί μόλις ἡ σκέψη αὐτή σέ κατακλύζει σταματοῦν τά πάντα νά ἔχουν σημασία. Τό συντριβάνι ὅμως μέ τά δελφίνια ἐξακολουθεῖ νά παραμένει ἐκεῖ στεγνό.

“Ὧστε ἔτσι λοιπόν. Ἡ Χριστίνα εἶναι ἐδῶ. Ξέρετε, δέν ἦταν τίποτα σημαντικό. Εἶναι σαφές πώς κανείς δέν ἔχει πρόσβαση σέ ὁλόκληρη τήν ἀναπτυξιακή διαδικασία ἑνός ἀτόμου καθώς στίς κοινωνικές μας ἀλληλεπιδράσεις ἔχουμε τή δυνατότητα νά βλέπουμε σύντομα στιγμιότυπα τῆς ζωῆς ἑνός ἀτόμου, καί στήν εἰκόνα πού σχηματίζουμε γιά κάποιον εἶναι ἀδύνατο νά συμπεριλάβουμε τά πάντα λαμβάνοντας ὑπόψη τόν μετασχηματισμό ἑνός ἀτόμου ἀπό τή γέννησή του μέχρι τήν τελική του ἐξάχνωση. Ἔτσι εἶναι εὔκολο κανείς συχνά νά φτάνει σέ λανθασμένα συμπεράσματα.”
“Παρεμπιπτόντως μήπως ξέρετε ποιός μένει σ’αὐτό τό σπίτι;” Κτύπησε ξανά τήν πόρτα.
“Οἱ Ἀμπατζόγλου” ἀπάντησε τό κορίτσι.
“Τό σπίτι τους εἶναι παλιό. Πιθανόν νά σέ θυμοῦνται.”
“Οἱ Ἀμπατζόγλου” ἐπανέλαβε, ἀλλά τό ὄνομα δέν τόν θύμιζε πολλά.
“Γιατί δέν ἔρχεσαι στό σπίτι μας; Ὅλοι μας θά τό θέλαμε πολύ. Θά ἦταν μιά καλή εὐκαιρία γιά μᾶς νά μιλήσουμε σέ κάποιον γιά ἐκεῖνες τίς ἡμέρες.”
“Θά ἤθελα πολύ νά ἔρθω ἀλλά πρῶτα καλύτερα νά τακτοποιηθῶ ἐδῶ. Οἱ Ἀμπατζόγλου εἴπατε.”
Κτύπησε πάλι τήν πόρτα αὐτή τή φορά δυνατότερα.Τελικά ἡ πόρτα ἄνοιξε ρίχνοντας φῶς στόν δρόμο. Ἕνας ἡλικιωμένος κύριος στάθηκε στήν πόρτα. Τόν ἐξέτασε προσεκτικά γιά μερικά λεπτά, καί κατόπιν ρώτησε “Εἶσαι ὁ Κώστας ἔτσι δέν εἶναι;”
“Ναί, μόλις ἔφτασα, τό ταξίδι μέ τό καράβι εἶναι μακρύ καί πιάνει σέ ὅλα τά νησιά πρίν φτάσει ἐδῶ.”
Ὁ ἡλικιωμένος κύριος σκέφτηκε γιά λίγο καί εἶπε, “Καλά πέρασε μέσα.”

Τό δωμάτιο ἦταν μικρό, ἀκατάστατο, τασάκια γεμᾶτα ἀποτσίγαρα, καπνός, ἕνα ραδιόφωνο, βιβλία, μερικά σπασμένα ἔπιπλα. Μιά λάμπα δίπλα στό τραπέζι ἦταν ἡ μοναδική πηγή φωτός, πού τόν ἔδωσε τήν δυνατότητα νά μετρήσει μερικές καμπουριαστές φιγοῦρες νά κάθονται γύρω-γύρω στό μικρό δωμάτιο. Ὁ ἡλικιωμένος κύριος τόν ὁδήγησε σέ μιά καρέκλα δίπλα στή λάμπα. Φωνές γύρω του ρωτοῦσαν ἐάν εἶναι καλά, ἄν ἔρχεται ἀπό μακρυά, ἄν πεινάει. Κάποια στιγμή οἱ ἐρωτήσεις τελείωσαν καί μιά σιωπή ἄρχισε νά κρυσταλοποιεῖ πράγματα καί σκέψεις. Γύρισε στήν καρέκλα του προσπαθῶντας νά διαπιστώσει τί γνώριζαν γιά τήν παλιά παρέα οἱ ἄνθρωποι πού βρίσκονταν μέσα σέ κεῖνο τό δωμάτιο. Καθώς ἔκανε αὐτές τίς σκέψεις ξαφνικά κάποια ἔντονη αἴσθηση ἀναγνώρισης ἄρχισε νά τόν διακατέχει. Εἶχε ἐπιλέξει τυχαῖα νά κτυπήσει τήν πόρτα αὐτοῦ τοῦ σπιτιοῦ, ἀλλά τώρα μποροῦσε νά δεῖ καθαρά ὅλα τά πολύτιμα τεμάχια τοῦ παρελθόντος του. Στό δωμάτιο αὐτό εἶχε περάσει ἐκεῖνα τά χρόνια πού ἔμενε ἐδῶ. Ἔβλεπε τό σημεῖο πού καθόταν τίς περισσότερες ὧρες τῆς ἡμέρας, τίς μακρές περιόδους ἡρεμίας πού βυθιζόταν στά βιβλία, τήν καρέκλα, τό κρεβάτι, τό στρῶμα, τό ψυγειάκι, τήν πόρτα, τό παράθυρο πού ἄφηνε ἀνοιχτό τίς καλοκαιρινές μέρες γιά νά μπαίνει φρέσκο ἀεράκι καί ἦταν σίγουρος πώς ἄκουγε τώρα τίς φωνές τῶν φίλων του νά διαπληκτίζονται στήν ταράτσα γιά τήν πολιτική, τήν μουσική, ἤ τήν ποίηση.

Εἶναι βράδυα πού τά ὄνειρα καρφώνονται στή σκέψη καί σέ κατακλύζουν. Ἔτσι καί τώρα στό ὄνειρο ὑπῆρχε μιά συνεχής ἐπίμονη ἐπανάληψη πώς ἀπό τώρα καί στό ἐξῆς θά πρέπει νά φοράω μάσκα. Τί εἴδους μάσκα ρωτῶ τό ὄνειρο. Τή μάσκα τῶν νεανικῶν σου χρόνων, ἀπαντᾶ τό ὄνειρο. Μά τήν ἔχω φορέσει ἤδη αὐτή τή μάσκα, ἀπαντῶ, τήν ἔχω ἐξαντλήσει. Τότε βάλε τή μάσκα τῆς Θεσσαλονίκης, χρησιμοποίησε αὐτή τή μάσκα. Τή μάσκα αὐτή τήν ἔχω χρησιμοποιήσει πολύ, ἀπαντῶ. Ἀνοησίες, λέει τό ὄνειρο, τότε βάλε τή μάσκα τῶν Δωδεκανήσων αὐτή εἶναι ἡ μάσκα πού θά σέ δώσει τήν αἴσθηση τοῦ παραδείσου. Εἶναι πολύ σφικτή, ἀπαντῶ στό ὄνειρο, καί ὅταν τή φορῶ νοιώθω σάν μυρμήγκια νά περπατοῦν πάνω στό πρόσωπό μου. Τότε φόρεσε τή μάσκα τοῦ στρατοῦ τοῦ Xi’an τῆς Κίνας, εἶπε τό ὄνειρο. Τήν φόραγα κι αὐτήν γιά πολύ καιρό, ἀπάντησα στό ὄνειρο, καί τήν Σκωτσέζικη κι ἐκείνη τοῦ Λίβερπουλ, πολλά χρόνια, ὅλες τους εἶναι τόσο δημοφιλεῖς καί κοινότυπες καί ἐφαρμόζουν τόσο εὔκολα. Ἀκόμα κι ἐκείνη τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Mahidol ἔχει πιά γίνει σάν τά καλλοπισμένα πρόσωπα πού μιλοῦν στήν ὀθόνη τῆς τηλεόρασης. Τό ὄνειρο ἔχασε τήν ὑπομονή του καί ἄρχισε νά κραυγάζει. Πάρτο ἀπόφαση δέν θά ξαναφορέσεις τό πραγματικό σου πρόσωπο, πᾶνε αὐτά πού γνώρισες στό παρελθόν. Θά πρέπει νά φορᾶς μάσκα στό ἐξῆς γιά νά προστατευθοῦν ἄγνωστοι, γνωστοί καί φίλοι ἀπό τίς μολυσμένες λέξεις πού παράγει τό στόμα, ἀπό τίς ἐκφραστικές κινήσεις τοῦ προσώπου πού μαρτυροῦν αἰσθήματα, πού δείχνουν δυσαρέσκεια καί ἀπόρριψη ὑγειῶν προθέσεων αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐγκριθεῖ ἀπό τάς μή κυβερνητικάς ὀργανώσεις. Πρέπει ὅλα νά καλύπτονται γιά νά ὑπάρχει τάξη.

“Τά εἶπα” λέει τό κορίτσι μέ τό τριμένο μπλουτζήν. “Ἔλα στό σπίτι. Θά μπορέσουμε νά μιλήσουμε γιά τήν ἐποχή ἐκείνη τήν παλιά ἐκείνη πού μᾶς ἀποκάλυψε ἡ Χριστίνα. Τήν χωρίς μάσκες ἐποχή. Ἔλα πρίν εἶναι ἀργά, πρίν ὅλα ξεχαστοῦν, πρίν ἡ ἀκηδία ἐγκαθιδρυθεῖ ὡς τό μόνο παρελθόν καί μέλλον.”
 


Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Ἡ ἀφή


Ἕνα ἄγγιγμα, ἕνα χάδι, τά δάχτυλα ὅταν μπλέκονται στήν ἀναρχία τῶν μαλλιῶν, μιά ἀγκαλιά, ἡ χειραψία. Ἡ ἀφή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στήν ἐξωτερίκευση συναισθημάτων τά ὁποῖα ἐκφραζόμενα μέ ἄλλες αἰσθήσεις συνήθως προσλαμβάνουν τόν χαρακτῆρα τοῦ ζωώδους. Ἡ ἀφή παρέχει ἕνα εἶδος μοναδικῆς ἀντίληψης τῆς ἐπαφῆς μας μέ τόν κόσμο. Τά παιδιά ψηλαφοῦν, σηκώνουν, ζυγίζουν, μετροῦν κι ἔτσι μαθαίνουν πρωταρχικές ἔννοιες ὅπως μορφές, μεγέθη, σχήματα, διαστήματα, ἀποστάσεις, συλλέγοντας ἐμπειρίες μέ τήν ἀφή.

Ἕνα σύνολο σημάτων πού προσλαμβάνουμε ἀπό τόν κόσμο πού μᾶς περιβάλλει μᾶς δίνει τό αἴσθημα ὅτι εἴμαστε ἀσφαλεῖς ἤ ἐπισφαλεῖς. Τό φυσικό, στοργικό, ἐνθαρρυντικό ἄγγιγμα, εἶναι θεμελιῶδες σῆμα πώς εἴμαστε ἀσφαλεῖς, καθώς ὑπάρχει κάποιος πού νοιάζεται γιά μᾶς. Τό συναίσθημα τῆς ἀσφάλειας πού δίνεται ὅταν κάποιος κρατᾶ τό χέρι μας ἤ μᾶς ἀγκαλιάζει σφιχτά, συντελεῖ στήν ἔκκριση ὀρμονῶν καί βιοχημικῶν μορίων στό σῶμα καί τόν ἐγκέφαλο πού βοηθοῦν στήν ἀντιμετώπιση καταπονήσεων. Αὐτές οἱ βιοχημικές οὐσίες ρυθμίζουν αὐτόματα τό ἀνοσοποιητικό σύστημα, τήν ἀναπνοή, τήν πίεση τοῦ αἵματος καί τόν καρδιακό παλμό. Τό στοργικό χάδι κάνει τόν ὕπνο καλύτερο, χαμηλώνει τήν ἔκκριση νευροδιαβιβαστῶν, ἀπαλύνει τόν πόνο.

Οἱ ἄνθρωποι χρησιμοποιοῦν τίς αἰσθήσεις τους γιά νά ἀντιληφθοῦν τόν κόσμο. Ἡ ὅραση εἶναι πρωταρχική σ’αὐτή τή διαδικασία, ὡς ἡ αἴσθησις τῆς ἀληθείας. Πιστεύει κανείς μόνο αὐτό πού μπορεῖ νά δεῖ μέ τά μάτια του, τά μάτια δέν σέ ξεγελοῦν ποτέ. Ἡ ὅραση δίνει τήν δυνατότητα νά ἀντιληφθεῖ κανείς τό φῶς καί τό φῶς συμβολίζει τήν ἐπιστημονική πραγματικότητα καί τήν φιλοσοφική ἀλήθεια. Μετά τήν ὅραση ἀκολουθεῖ ἡ ἀκοή ἡ ὁποῖα διαχωρίζεται ἀπό τίς ὑπόλοιπες, τίς ἀποκαλούμενες κατώτερες αἰσθήσεις, τήν ὁσμή, τή γεύση καί τήν ἀφή. Οἱ ἀντιλήψεις αὐτές εἶναι παγιωμένες γιά αἰῶνες καί ἀναθεωρήσεις, ἐάν ποτέ ὑπῆρξαν, συνέβαιναν μέ πολύ ἀργό ρυθμό.

Ὁ κοροναϊός σέ ἕνα διάστημα πολύ λίγων ἐβδομάδων ἐπέφερε ραγδαῖες μεταβολές. Τά μάτια πού κάποτε ἐμπιστευόμασταν δέν εἶναι σέ θέση νά δοῦν τόν ἀόρατο ἐχθρό. Ἐνῶ κάποιοι ἄνθρωποι φαίνονται ἀπόλυτα ὑγιεῖς μποροῦν νά μεταδίδουν τήν ἀσθένεια ἐν ἀγνοία τους. Ἀσυμπτωματικοί φορεῖς εἶναι δυνάμει διασπορεῖς τῆς ἀσθένειας τοῦ ἰοῦ καί γιά τόν λόγο αὐτό συχνά περιγράφονται ὡς “σιωπηλοί”. Ὁ κοροναϊός δέν περιορίστηκε στήν ὅραση καί τήν ἀκοή ἀλλά κτύπησε σκληρά τήν ὁσμή καί τή γεύση. Ἡ ἀοσμία καί ἡ ἀπουσία τῆς γεύσης εἶναι πρώϊμα δείγματα τῆς μόλυνσης. Τά ζεστά φαγητά τῶν ἐστιατορίων ἔχουν τώρα ἀντικατασταθεῖ ἀπό τά κρύα καί ἄνοστα τῶν ντελιβεράδων.

Ἡ αἴσθηση πού ἐπλήγη περισσότερο ἀπό τόν κοροναϊό ὅμως εἶναι ἡ ἀφή. Κοινωνική ἀπόσταση, ἀποφυγή “μή ἀναγκαίων” ἐπαφῶν μέ πρόσωπα καί πράγματα, συχνό πλύσιμο τῶν χεριῶν μετά ἀπό κάθε ἄγγιγμα μέ ὁτιδήποτε. Εἶναι γνωστό πώς ἡ τιμή τῆς ἐλευθερίας εἶναι ἡ μοναχικότητα. Ἡ διαδικτυωμένη μοναξιά πού μᾶς ἐπέβαλε ὅμως ὁ ἰός ἔχει καταστήσει δύσκολη τήν ἀπόλαυση τῶν ὠφελειῶν της. Ὁ κοροναϊός ἀναδεικνύοντας τή σημασία τῆς ἀφῆς τήν ἴδια στιγμή τήν ἐξουθένωσε ποικιλοτρόπως. Δέν εἶναι ὅμως μόνος του σ’αὐτό. Παλιότερα ἡ ἔκθεση στήν ὑπεριώδη ἀκτινοβολία τοῦ ἥλιου ἀλλά καί ὁ HIV μᾶς περιόρισαν -σέ μικρότερη βέβαια κλίμακα- στό κλείσιμο στό σπίτι. Μοιάζει σάν μιά συνωμοτική συντονισμένη ἐπιχείρηση τῶν ἀσθενειῶν νά ἐξοντώσουν τήν ἀφή...


Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Κάθομαι σπίτι, ἀλλὰ σκέφτομαι...

     

Κάθομαι σπίτι ἀλλὰ δὲν χειροκροτῶ, σκέφτομαι. Δὲν κάθομαι σπίτι γιὰ νὰ ἀκούσω μουσικὴ, νὰ δῶ ταινία, ἤ νὰ διαβάσω, ὅπως μὲ προτρέπουν διάφοροι τυχάρπαστοι στὸν δημόσιο λόγο. Δὲν κάθομαι σπίτι ἐπειδὴ μὲ παροτρύνουν ἀπειλῶντας, εἴτε μὲ ἀπειλοῦν παροτρύνοντας. Μένω σπίτι γιατὶ ἀνησυχῶ καὶ φοβᾶμαι γιὰ τοὺς δικοὺς μου ἀνθρώπους, καὶ ὄχι γιατὶ μοῦ τὸ ἐπιβάλλει ἡ κυβέρνηση. Μένω σπίτι καὶ σκέφτομαι ὅτι αὐτοὶ ποὺ σήμερα - εἴτε λόγῳ ἀνικανότητας, εἴτε σκοπίμως - μοιράζουν ἁπλόχερα τὸν φόβο ἀντὶ νὰ διενεργοῦν τὰ διαγνωστικὰ τέστ γιὰ τὸν covid19, αὔριο, μετὰ τὸ τέλος τῆς καταστροφικῆς πανδημίας θὰ ἐμπορευθοῦν τὴν ἐλπίδα,  ὁδηγῶντας μας ἐκ νέου στὴν " ἀνάπτυξη". Γιατὶ, πάντα, μετὰ τὶς μεγάλες ἀλλαγὲς, ὁ συνδυασμὸς ἐλπίδας, "ἀνάπτυξης", καὶ τοῦ ἀφθόνου χρήματος ποὺ εἰσρέει, σὲ τριτοκοσμικὲς σὰν τὴν νεοαιωνία Ἑλλάδα χῶρες, εἶναι ἐγγύηση ὑπανάπτυξης καὶ διασπάθισης τοῦ χρήματος ἀπὸ τοὺς λίγους. Ἰδίως ὅταν κυβερνᾶ κάθε μορφῆς Δεξιὰ. Ἁπτὰ παραδείγματα: Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ, Σχέδιο Μάρσαλ, εἴσοδος στὴν ΟΝΕ.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020

Κοροναϊός


Ἀπό μέλος τοῦ συμβουλίου τοῦ Πανεπιστημιακοῦ νοσοκομείου τοῦ Stanford.
Γιά πολλές ἡμέρες μετά τήν μόλυνση ἀπό τόν κοροναϊό (COVID-19) μπορεῖ νά μήν ὑπάρχουν ἐνδείξεις μολύνσεως. Μέχρι τή στιγμή πού θά ἀρχίσουν τά συμπτώματα (πυρετός καί/ἤ βήχας) οἱ πνεύμονες ἔχουν ὑποστεῖ 50% ἴνωση καί ἴσως νά εἶναι ἀργά. Ἓνας ἁπλός τρόπος ἐλέγχου τοῦ ἐάν κανείς εἶναι μολυσμένος ἤ ὄχι εἶναι αὐτός πού προτείνουν ἐμπειρογνώμονες ἀπό τήν Ταϊβάν καί μπορεῖ νά ἐφαρμόζεται κάθε πρωϊ. Πάρτε μιά βαθιά ἀνάσα καί κρατῆστε τήν ἀναπνοή σας γιά περισσότερο ἀπό 10 δευτερόλεπτα. Έάν ὁλοκληρώσετε τή διαδικασία μέ ἐπιτυχία (χωρίς βήχα, χωρίς δυσφορία, ἤ σφίξιμο) εἶναι ἀπόδειξη πώς δέν ὑπάρχει ἴνωση στούς πνεύμονες καί κατά συνέπεια δέν ὑπάρχει λοίμωξη. Ἐπαναλαμβάνετε τή διαδικασία κάθε πρωϊ σέ χώρους καλά ἀεριζόμενους μέ καθαρό ἀέρα.