Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ - 5





Δυστυχία σου Ἑλλάς ( Γ. Σουρῆς –Γ. Ζουγανέλης)
Ἡ ρεμούλα στὰ νεοελληνικὰ πράγματα δὲν εἶναι κάτι τὸ καινοφανές. Ὅταν, στὰ πρῶτα χρόνια τῆς προσφερθείσης «ἐθνικῆς» ἀνεξαρτησίας, ἐρώτησαν τὸν Ἰωάννη Κωλέττη, γιὰ τὴν τεράστια διασπάθιση τοῦ δημοσίου χρήματος ἐπὶ πρωθυπουργίας του, ἡ ἀπάντησή του ἦταν ὄχι μόνο ἀφοπλιστική ἀλλά καί ἐνθαρρυντική : « …οἱ Ἑλληνάρες μου τὰ τρῶνε …». Τήν ρεμούλα, πού ἐπί τῶν ἡμερῶν του ὀργίασε, ὁ Κώστας Σημίτης τήν ἐξωραῒζει, ἀφοῦ ἐξακολουθεῖ νά "ἀπαντᾶ" μόνο στά δικά του " ἐρωτήματα", γράφοντας ὡς γκουρού ἄρθρα καί ὀρμήνειες περί εὐρωπαϊκῆς προοπτικῆς...

Ἡ νοοτροπία αὐτὴ παραμένει ἴδια καὶ ἀπαράλλακτη μέχρι σήμερα. Οἱ τυχὸν διαφοροποιήσεις ὑπάρχουν καὶ σκοπεύουν πάντα νὰ καλύψουν τὴν ἀκόρεστη πεῖνα τῆς ἑλλαδικῆς ἀστικῆς τάξης, καὶ τὸ ἰδεολογικὸ κενό της. Τὸ ἰδεολογικὸ κενὸ δὲν εἶναι ἀστεία ὑπόθεση, ἀφοῦ ὑποκρύπτει τὴν ἀδυναμία τῆς χώρας νὰ ἀντιληφθῆ τὰ σύγχρονα ἱστορικὰ προβλήματα καὶ τὶς πραγματικές της ἀνάγκες. Ὅλα ὅσα βγῆκαν στήν ἐπιφάνεια, γιά νά καλύψουν αὐτό τό κενό, μοιάζουν μέ λαγούς ἀπό καπέλο  θαυματοποιοῦ. Ἀπὸ τὸν μεγαλοϊδεατισμό, τὴν «ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία» καὶ τὰ «ἐθνικὰ δίκαια» μέχρι τὴν εὐρωπαϊκὴ σύγκλιση καί ὁλοκλήρωση, ἡ ἀπόσταση εἶναι ἐλαχίστη. Ὅλες αὐτὲς οἱ κενολογίες, ἄμεσα ἢ ἔμμεσα ὑποστηριζόμενες ἀπό τήν διανόηση,  ἐχρησιμοποιοῦντο μόνον γιὰ ἐσωτερικὴ κατανάλωση, ἀπὸ τὴν στιγμὴ πού ἐξασφάλιζαν τὴν πολιτικὴ ὑπανάπτυξη τοῦ κόσμου, καὶ ἀδιάκοπο φαγοπότι μέ τά γνωστά μας χρυσᾶ κουτάλια τῆς ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ… Τό μενού πλουσιοπάροχο: δάνεια, σχέδια Μάρσαλ, Μ.Ο.Π. , ΕΣΠΑ, ντεμέκ Ὀλυμπιάδες καί δέν συμμαζεύεται ...

Ἑλληνοχριστιανισμοί καὶ ἐθνικοφροσύνες μέχρι νεοορθοδοξίες, λαϊκές δεξιές καί δημοκρατικές ἤ πατριωτικές ἀριστερές γιά νά μοιράζεται ἡ τράπουλα. Ὁ ἐξ ἀνατολῶν κίνδυνος γιά νά τρέχουν οἱ μίζες στά ἐξοπλιστικά. Ἡ βιομηχανία τῶν " ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων" στήν ἑλλαδική της μορφή γιά νά κάνουν πάρτυ οἱ Μ.Κ.Ο. Ἀκόμα καὶ εὐρωκομμουνισμοί « ἀνακαλύφθηκαν» σὲ χώρους ἀνύπαρκτης καπιταλιστικῆς παραγωγῆς. Ὅλες αὐτές οἱ φούσκες ἐστέρησαν τὴν χώρα ἀπὸ πραγματικὴ ἰδεολογία. Ἔτσι τὸ « ἅρπαξε νὰ φᾶς καὶ κλέψε νἄχεις»,  ἀπετἐλεσε σῆμα κατατεθὲν τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου ἀπὸ τὸ 1831 καὶ μετὰ … Ἀπὸ πάνω μέχρι κάτω καί σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις …Τό μεγαλολαμόγιο κόπτεται γιά «ἀνἀπτυξη» γιά νά διατηρηθῇ ὡς τρωκτικό, τό μικρολαμόγιο γιά «ἐπιβίωση»… Οἱ δέ πνευματικοί ἄνθρωποι κόπτονται γιά τόν πολιτισμό καί τήν παράδοση μέ τό ἀζημίωτο, κτίζοντας βίλες στά καμμένα. Τό ἔγκλημα στήν Ἑλλάδα δέν εἶναι ἁπλά ὅτι παρήχθη ἀρνητικό κοινωνικό ἔργο ἀντί κάποιου θετικοῦ. Τό μεγάλο ἔγκλημα εἶναι ὅτι δέν παρήχθη ἀπολύτως τίποτε.

Μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ παραμύθια ἡ ἀστική μας τάξη ἔσκαψε τὸν λάκο της. Μέσα στὸν ἴδιο λάκο βρέθηκε σήμερα παρέα ὁ ἀνεύθυνος, καί μέχρι χθές ψωροπερήφανος, ρωμηός. Ἡ ἑλλαδική ἡγεσία – μνημονιακή ἤ ἀντιμνημονιακή εἶναι ἀδιάφορο - διεκδικεῖ πάλι τὸν ρόλο τοῦ σωτῆρα. Νὰ τραβήξη δηλαδὴ τὸν κουτοπόνηρο ἀγανακτησμένο, ἀπὸ τὸν λάκο πού ἡ ἴδια τὸν ἔσπρωξε. Τό ἀλαλούμ εἶναι πλῆρες. Διότι αὐτός ὁ ἀγανακτησμένος, συγχρόνως μποῦφος και ἀλεποῦ ὅπως μᾶς λέει ὁ Σουρῆς, ζητάει ἀπό τόν εὐρωκοτζάμπαση νά τόν βγάλει ἀπό τήν Εὐρώπη. Καί τόν μόνο πολιτικό πού ἐτόλμησε νά τοῦ δώσῃ λόγο μέ δημοψήφισμα, τόν λοιδωρεῖ ἀπό ἀνίκανο μέχρι προδότη…

Ὅμως ἡ εὐρωπαϊκὴ στρόφιγγα φαίνεται πλέον νὰ κλείνει, καὶ ἂν οἱ μουρμούρες γιὰ ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία ἤ ἐπιβίωση δὲν εἰσακουσθοῦν, τότε θὰ ἀποκαλυφθεῖ τὸ ἀληθινό μας πρόσωπο ὅπου ὁ ἕνας βγάζει τὰ μάτια τοῦ ἄλλου … Ἡ ἑλληνικὴ εὐρωπαϊκὴ προεδρία γιὰ ἕνα ἑξάμηνο εἶναι στάχτη σέ αὐτά τὰ μάτια…

Ἀκολουθεῖ τό πέμπτο μέρος τῆς ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ  ( 1974) τοῦ Γερασίμου Κακλαμάνη, ὅπου οἱ σκοπιμότητες μιᾶς εὐρωλαγνείας ἄνευ ἀντικειμενικῶν προϋποθέσεων γίνονται περισσότερο ἀπὸ προφανεῖς … Σήμερα γίνονται ὁρατὲς καὶ οἱ καταστροφικές της συνέπειες. 

Συνέχεια ἀπό τήν ἀνάρτηση ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ 4, ἐδῶ...

Κ

Εἰς ἕν γεῦμα ἐν Χάγῃ ἠρώτησα τόν παρακαθήμενον Γάλλον Ἀκαδημαϊκόν ... νὰ μὲ πληροφορήσῃ τί ἀπόφασιν ἔλαβον διὰ τὴν λέξιν «Grec», ἡ ὁποία ἀναγράφεται ἐν τῷ Λεξικῷ ὡς σημαίνουσα καὶ «ἀπατεῶνα καὶ κλέφτην εἰς τὰ χαρτιά». Τὸ ἀφήσαμεν ὅπως εἶναι, μοῦ ἀπαντᾶ ὁ Ἀκαδημαϊκός. (Ε. ΚΑΨΑΜΠΕΛΗ, Ἀναμνήσεις διπλωμάτου, σελ. 57).

Τώρα ἡ ἀστικὴ τάξη στὴν Ἑλλάδα, ἀναζητεῖ ἀπακούμπι στὴν Εὐρώπη. Αὐτὴ ἡ λύση θὰ ἦταν ὄντως ἰδεωδέστατη, ἂν ἦταν ἐφικτή. Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν ἰδεολογία τῆς «σύνδεσης», εἶναι χρεία νὰ ρίξωμε μιὰ συνοπτικὴ ματιὰ στὴν Εὐρώπη καὶ ἄλλη μία σ' ἐμᾶς. Διότι πρέπει νὰ ἐννοήσωμε τούς σκοποὺς, πού αὐτὴ ἡ ἰδεολογία καλύπτει.

Τὸ αἴτημα τῆς ἕνωσης στὴν Εὐρώπη εἶναι παληό.

Ἡ Εὐρωπαϊκὴ κοινότης, πού γιὰ ν' ἀποτελεσθῆ σὲ τρίτην ὑπόσταση πρέπει νὰ συγκεράση μέσα της τὰ δύο ἄλλα συστήματα, θ' ἀποτελέση γιὰ τὸν λόγο τοῦτον ὑπέρμετρο γεγονὸς — ἕναν λεπτότατο καὶ πολυπλοκώτατο πολιτικὸ μηχανισμό. Ἡ πραγματοποίησή του θὰ εἶναι μιὰ πράξη δημιουργίας μέσα σὲ ἕνα ἐξαιρετικὰ μεμειγμένο πλέγμα κεντρόφυγων καὶ κεντρομόλων δυνάμεων [1]. Διότι φορέας τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἕνωσης εἶναι οἱ βαθύτατα λεπτὲς σχέσεις τῶν εὐρωπαϊκῶν κοινωνιῶν. Ἔπειτα ἀκολουθοῦν τὰ ἄλλα. Οἱ σχέσεις αὐτές, ἐνῷ ὀξύνουν τὶς ἐθνικὲς ἰδιομορφίες τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν — ἀποτελοῦν συνεπῶς τὶς κεντρόφυγες δυνάμεις τῆς ἕνωσης — , ταυτοχρόνως ἀποτελοῦν καὶ τὴν ἑνιαία κοίτη τῆς εὐρωπαϊκῆς ζωῆς. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ἡ ἕνωση τῆς Εὐρώπης ἀποτελεῖ δυσκολώτατον καὶ θαυμαστὸν ἄθλο : ἀφ' ἑνὸς ἔχει νὰ ὑπερκέραση τὶς ἔντονες ἐθνικιστικὲς ἀποκλίσεις καὶ ἀφ' ἕτερου νὰ ὑπερκαλύψη πολιτικὰ τὰ δύο ἄλλα  συστήματα.

Τὸ κυριώτερο προσὸν πού ἔχει ὁ Εὐρωπαῖος σὰν θέμελο τῆς συνείδησης του εἶναι οἱ πολιτιστικές του κατακτήσεις. Αὐτὸ τὸ προσὸν τὸ θεωρεῖ ἀναπαλλοτρίωτη ὑπεροχὴ γιατί εἶναι ὁ ἱστορικὸς φορέας τῆς ὕπαρξής του, εἶναι ὁ τρόπος τῆς ψυχικῆς του ζωῆς. Μέσα στὴν ἑνιαία καταγωγὴ τοῦ πνεύματός του — πού εἶναι ἀποκλειστικὰ ἐπιστημονικὴ — βρίσκει τὸν κυριώτερο λόγο τῆς πολιτικῆς του ἐπιδίωξης. Τὴν οἰκονομικὴ ἀναγκαιότητα, ἂς τὴν ἀφήσωμε τελευταία. Ὁπωσδήποτε δὲν κινδυνεύει ὁ Εὐρωπαῖος νὰ ἀλλοιώση τὴν σκέψη του ἀπό τὴν φτώχεια. Ἡ ἕνωση τῆς Εὐρώπης πρόκειται ὅσο ποτὲ ἄλλοτε σὰν ἀνάγκη, ἐπειδὴ οὔτε ὁ σοβιετισμός οὔτε ὁ ἀμερικανισμὸς συναρμόζονται στὶς πολιτιστικὲς νοοτροπίες τῶν Εὐρωπαίων. Τὸ «ἄτομον» τῆς Εὐρώπης ἔχει δισυπόστατη ὀντότητα : εἶναι τὸ μεμονωμένο ἄτομο τῆς ἀστικῆς φιλοσοφίας καὶ ταυτόχρονα ἡ ἔννοια τοῦ κοινωνικοῦ ἄνθρωπου, τοῦ πολίτη. Γιὰ τοῦτο, καμμιὰ μονοσήμαντη θεώρηση δὲν μπορεῖ νὰ ἐπαρκέση στὸν Εὐρωπαϊκὸ χῶρο καὶ κατ' ἀνάγκην ἡ Δύση ὁδεύει πρὸς κάποια τρίτη πολιτικὴ ἑνιαιότητα, πρὸ τοῦ νὰ περάση   στὸν σοσιαλιστικό συγκερασμὸ [2].

Ἰδοὺ λοιπὸν μιά εὐκαιρία πού παρουσιάζεται στὴν ἀστική μας τάξη : νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὴν Εὐρώπη. Ἡ σκέψη προσιδιάζει στήν ἑλληνική «ἐξυπνάδα» [3].

Δὲν γεννᾶται πρόβλημα τί ἔχομε νὰ προσφέρωμε, ἀλλά  τί θὰ προσφέρη ἡ Εὐρώπη σ' ἐμᾶς : τί θὰ ὠφεληθοῦμε. Ἡ σκέψη βέβαια καθόλου δὲν παραξενεύει, ἂν ἀναλογισθῆ κανεὶς ὅτι ἐλάχιστα χρόνια ἔχουν περάσει ἀπὸ τὶς ὡραῖες — κι' ἀνεπαλήθευτες φυσικὰ — ἐκεῖνες προφητεῖες τοῦ ΓΑΒ, ἐν ὄψει τῶν ἀμερικανικῶν δολλαρίων [4].

Σὰν κάποια ἀνάλογη εὐκαιρία φαίνεται νὰ παρουσιάζεται στοὺς διαλογισμοὺς τῆς ἀστικῆς μας ἡγεσίας καί ἡ Εὐρώπη τώρα. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν ἄλλα  σχέδια Τρούμαν καί Μάρσαλ καὶ μὲ τὴν βοήθεια τῶν δολλαρίων ἐπετεύχθη μιὰ κάποια σχετικὴ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη, εἶναι προφανὲς τὸ μέλημα γιὰ τὴν διατήρηση τῶν κεκτημένων.
Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑποβόσκουσα προσδοκία τῆς ... «Εὐρώπης». Ἡ ἰδεολογία τῆς ἕνωσής μας μὲ τὴν Εὐρώπη, ἀποτελεῖ συγκάλυψη αὐτῆς τῆς προσδοκίας.

Ἡ ἀναγωγὴ τῶν πάντων στὴν πνευματικὴ ἀλλοτρίωση ὑπῆρξε μὲν ἕνας ἐσωτερικὸς λόγος στηρίξεως τῆς ἀστικῆς μας τάξης, ἀλλά  ταυτόχρονα καὶ μιὰ ἱστορική καταδίκη. Γνωρίζει κάλλιστα ἡ πνευματική μας ἡγεσία ὅτι μὲ τὴν Εὐρώπη δὲν πρόκειται νὰ συνδεθῆ. Ἁπλῶς θὰ βρίσκεται σὲ κάποιες σχέσεις, πού θὰ τὶς ὀνομάζη «συμφωνία συνδέσεως» καὶ θὰ ἐξαπατᾶ. Διότι ἡ πολιτιστική μας κατάσταση ἀποτελεῖ πρόκληση γιὰ τὶς Εὐρωπαϊκὲς κοινωνίες. Ἡ πίστη ὅτι ὁ Εὐρωπαῖος θ' ἀναγκασθῆ γιὰ λόγους οἰκονομικοὺς (ἤ δὲν ξέρω τί ἄλλους), νὰ δεχθῆ μέσα του κοινωνίες μὲ καταφανῆ τὰ στίγματα τῆς πολιτιστικῆς ὑστέρησης, ἐξισοῦται μὲ τὴν ἀφέλεια.

Ὅταν ἡ Εὐρώπη ἀντιληφθῆ ὅτι ὁ πολιτισμὸς της ἀπειλεῖται ἀπὸ οἰκονομικὲς συμφορὲς — πρᾶγμα ὄχι τόσο αἰτιοκρατικὰ συνηρτημένο — θὰ παραδοθῆ ἁπλούστατα καὶ οἰκειοθελῶς στὸν κομμουνισμό, πού ἀποτελεῖ προϊόν της. Ἐφ' ὅσον βέβαια δὲν βρεῖ τὸν τρόπο ἡ ἴδια. Δὲν θὰ κοιτάξη νὰ σωθῆ οἰκονομικὰ ἡ Εὐρώπη μ' ἐμᾶς, τὴν Τουρκία (ἴσως περισσότερο μ' αὐτή, γιατί ἐκεῖ ὑπάρχει ὄντως ἀστικὴ τάξη) καί — γιατί ὄχι ; — τὴν Ἀλγερία, τὴν Αἴγυπτο κλπ. Διότι, «καθ' ἥν στιγμὴν αἱ βιομηχανικαὶ δυνάμεις διακηρύσσουν τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἀξιοποιήσεως τῶν ὑπαναπτύκτων περιοχῶν, πείθονται ἐνδομύχως ὅτι μία τοιαύτη πολιτικὴ κινδυνεύει νὰ σημάνη δι' αὐτές, εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον, ἕνα τρόπον οἰκονομικῆς αὐτοκτονίας» [5]. Καὶ ἂν δὲν εἶναι λόγοι οἰκονομικοί, πολὺ περισσότερο δὲν μποροῦν νὰ εἶναι ἄλλοι, πού θὰ μᾶς συνδέσουν μὲ τοὺς Εὐρωπαίους.

Οἱ ἀφελεῖς σκέψεις ὁδηγοῦν ἀσφαλῶς στὰ ἀστεῖα συμπεράσματα καὶ εἶναι ἀστεῖο — χονδρὸ μάλιστα ἱστορικὸ ἀστεῖο — ὅτι ὁ Εὐρωπαῖος θά προσφερθῆ νὰ στηρίξη τὶς «ἐθνικοφροσύνες» καὶ τὰ «μιάσματα» τὴν ὥρα τούτη πού ἡ «προστασία» νομίζει ἤ ἀναγκάζεται, τὰ μέσῳ αὐτῶν τῶν μηχανισμῶν συμφέροντά της, νὰ τὰ διεκδικήση μὲ ἄλλους τρόπους· ἀπὸ μόνη της. Οἱ μηχανισμοὶ αὐτοί, ἂν τώρα λόγῳ τῶν περιστάσεων ἔχουν κάπως ὑποσταλεῖ, δὲν ἕπεται καθόλου ὅτι ἔπαψαν νὰ εἶναι ἀναγκαῖοι. Ἕνας λόγος πού ἀπέτυχε ἡ «ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμιση», λέει στὸ βιβλίο πού ἀναφέραμε ἡ κ. Ἰ. Λαμπίρη-Δημάκη, εἶναι ἡ πολιτιστικὴ ὑστέρηση,— ὁ φορέας δηλαδή τῆς ὅλης πολιτικῆς στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ 1930 κι' ἐδῶ.

Ἡ ὑστέρηση αὐτή, πού στὰ τελευταῖα χρόνια ἔλαβε τεράστιες διαστάσεις, εἶναι φαινόμενο ἀντινομικό: ἐνῷ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὑπῆρξε ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ἐκδούλωση  τοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἀνόρθωση τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας, μὲ τὴν διαρκῆ της ἐπαύξηση ἀποτελεῖ σήμερα καθοριστικὸν παράγοντα γιὰ τὸν ἱστορικό μας χαρακτηρισμό. Ἡ ὑστέρηση αὐτή, ὅπως εἴπαμε, ἦταν ἡ σταθερὴ ἐπιδίωξη καὶ μία ἔμμεση κατοχύρωση τῆς βασιλείας, ὅπως ἀκριβῶς στὴν Περσία, τὴν Ἰορδανία καὶ τὸ Μαρόκο. Μὲ τό καθεστὼς ὅμως τῆς βασιλείας ἰσχύει ὁ νόμος ὅτι ὁ πλουσιώτερος τῆς χώρας εἶναι ὁ βασιληᾶς — πρᾶγμα πού ἐδῶ δὲν ἰσχύει, ὅπως δείχνει καί ἡ ἀπόπειρα τῆς ἐκδίωξής του. Στὰ καθεστῶτα πού ἔχουν βάση τὴν πολιτιστικὴ ὑστέρηση, βασιληᾶς καὶ οἰκονομικῶς ἰσχυρὴ ἡγέτις τάξη ἀποτελοῦν τὴν περίπτωση τοῦ ἀδιαχώρητου. Ἡ δική μας ὀλιγαρχία, πού κατ' εὐφημισμὸν καλοῦμε ἀστικὴ τάξη — στὴν οὐσία πρόκειται γιὰ τὴν «ἀμερικανικὴ φάρα» τοῦ Μεϋνώ — ἀπέκτησε μέσῳ τῶν δολλαρίων οἰκονομικὸ ὑπόβαθρο, πού ἤδη τὴν ἐμπλέκει στὸ ἱστορικὸ ἀδιέξοδο : ἀπὸ τὴν μιὰ πλευρὰ πρέπει νὰ παράγη καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πρέπει νὰ διασφαλίζη αὐτὴν τὴν παραγωγὴ μὲ τὰ ὑπάρχοντα δεδομένα, δηλαδή μὲ τὴν ὑπανάπτυξη. Πρέπει λοιπὸν νὰ παρασχεθῆ παιδεία καί ταυτόχρονως νὰ ἀναχαιτίζονται τὰ εὐνόητα κοινωνικὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς παροχῆς. Ἂν ὡς τώρα λόγῳ τοῦ Μεταξᾶ, τοῦ πολέμου, τοῦ ἐμφυλίου κ.λπ. μπόρεσε ἡ ἀστική μας τάξη νὰ διαθέση ἀνθρώπους μὲ τὴν εἰδικὴ ἐμπειρία πού ἀπαιτοῦν οἱ κοινωνικὲς ἀναχαιτίσεις, τώρα πού οἱ περισσότεροι πέθαναν καὶ οἱ ἄλλοι ὅπου νἆναι θὰ πεθάνουν, μὲ τὴν καταφανῆ ἀνικανότητα καὶ ἀνιδεότητα τῶν ἀπογόνων τους, οἱ μηχανισμοὶ τοῦ χωροφύλακα καὶ τῶν μιασμάτων εἶναι ἡ μόνη βάση σωτηρίας. Καὶ αὐτοὺς τοὺς μηχανισμοὺς — πού οἱ Εὐρωπαῖοι τούς ξέρουν — θέλει ἡ ἀστική μας ἡγεσία νὰ καλύψη κάτω ἀπὸ τὸ πέπλο τῆς ἔνταξής μας στὴν Εὐρώπη. Ὅπως θὰ δοῦμε, ἡ ἰδεολογία τῆς «εὐρωπαϊκῆς σύνδεσης» αὐτὸ τὸ πρᾶγμα φανερώνει.

Ἡ σύνδεση μὲ τὴν Εὐρώπη, συμπίπτει μὲ τὴν κοινωνικὴ προώθηση στὴν ἐξουσία τῆς πιὸ συνειδητῆς μερίδας τῆς ἀστικῆς μας ἡγεσίας, δηλαδὴ τῆς κεντροδεξιᾶς. Ἀπὸ τοὺς πρώτους θεωρητικοὺς αὐτῆς τῆς προσπάθειας εἶναι ὁ Θεοτοκᾶς. Ἔπειτα ἀκολουθοῦν ὁλόκληρες θεωρίες : πόσο σκόπιμη εἶναι ἡ σύνδεσή μας, «βαθειὲς ἀναλύσεις» καὶ ἡ ἐπίμονη ἄποψη γιὰ τὴν ἑνιαία καταγωγὴ τοῦ  Ἑλληνο-εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Ἄποψη  κατὰ  ἕνα  πολὺ μικρὸ ποσοστὸ ἀληθινή. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο ὅτι τὸ ἀρχικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς αὐτῆς τῆς σύνδεσης εἶναι πάντα οἱ πολιτιστικὲς ἀξίες. Ὅπως εἴπαμε, καλλιεργήθηκε στὸν τόπο μας ὁ μῦθος τῆς παρηκμασμένης καί κουρασμένης Εὐρώπης. Αὐτὸ ἀρχικὰ ἐξυπηρετοῦσε, μέσα στὸ ὅλον πνευματικὸ κίνημα, τὴν ἀποφυγὴ ἐπηρεασμῶν καὶ ἄλλων πνευματικῶν ἐνοχλήσεων. Τώρα στὴν «θεωρητική» τῆς ἑνώσεως μὲ τὴν Εὐρώπη, ἡ θεωρία αὐτή βρέθηκε ἐλάχιστο κοινὸ πολλαπλάσιο γιὰ τὴν ἀναγωγὴ σὲ κοινὸν παρανομαστὴ ! Λέει ὁ Α. Τερζάκης:

«Τόσο ἡ κρίση τῆς μονοσήμαντα μαρξιστικῆς ἰδεολογίας, ὅσο καὶ ἡ ἀπογύμνωση ἀπὸ ἠθικὰ ἐρείσματα μίας ὁρισμένης βραδυπορούσης δεξιᾶς, ἔχουν ἀφήσει ἀκάλυπτο ἕνα χῶρο, τεράστιο σὲ ἔκταση καὶ πελώριο σὲ βάρος, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ ἕνα κενὸ καὶ κατὰ συνέπεια μία κρίση ἔντονη στὸν σημερινὸ κόσμο ...» [6].

Αὐτὰ πού θέλει νὰ πῆ ὁ κ. Τερζάκης ὅτι εἶναι εὐρωπαϊκά φαινόμενα, εἶναι κεκαλυμμένες συναισθήσεις ἑλληνικῶν πραγμάτων. Οἱ Εὐρωπαϊκὲς «κρίσεις» πολιτισμοῦ δὲν ἔχουν τίποτα κοινὸ μὲ τὴν δική μας ὑστέρηση. Καὶ δὲν εἶχαν ποτέ. «Κρίση τῆς μονοσήμαντα μαρξιστικῆς ἰδεολογίας», ἔλεγε ὁ κ. Τερζάκης τὸ 1971. Εὐτυχῶς ἤρκεσαν πολὺ λίγα χρόνια γιὰ ν' ἀποδειχθῆ ὅτι αὐτὴ ἡ κρίση ἦταν τὸ ἐξυπηρετοῦν τὴν ἀφετηρία τῶν «θεωριῶν» μας ἀξίωμα. Ποιὰ κρίση;

Τὸ γεγονὸς ὅτι ὅσοι ἐμίλησαν γιὰ τὴν σύνδεσή μας μὲ τὴν Εὐρώπη δὲν μπόρεσαν ν' ἀποφύγουν τὴν ἀναφορὰ στὰ θέματα παιδείας, λέει πολλά. Καὶ ὁ Θεοτοκᾶς τὸ 1961 καὶ ὁ κ. Παναγιωτόπουλος τὸ 1973 δὲν μπόρεσαν νὰ ἀγνοήσουν ὅτι «ἡ οἰκουμενικὴ δίψα τῆς παιδείας, ἔξαφνα» ἀποτελεῖ «τὴν οὐσία τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ»[7]. Ἐμεῖς αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν ἔχουμε, πού θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς ἑνώση μὲ τὴν Εὐρώπη : παιδεία, τρόπον ὑπάρξεως.

Οἱ πραγματιστὲς μέσα σ' αὐτὴ τὴν κίνηση καταλαβαίνουν, οἱ ἄλλοι οὐρανοδρομοῦν. Εἶναι ἐλαφρῶς θλιβερὸ νὰ βλέπη κανένας πόσην ἀδυναμία συλλήψεως ἐμφανίζουν ἄνθρωποι, πού ἀποτελοῦν τίς ὑψηλότερες μετοχὲς στὴν καχεκτική μας πνευματικὴ κατάσταση, ὅταν ἀναφέρωνται σὲ θέματα συγκεκριμένα. Καὶ πάσο κωμικὲς καὶ αὐτοαναιρούμενες γίνονται οἱ ἀπόψεις τους, ὅταν προσπαθοῦν νὰ «θετικίσουν». Εἶναι φυσικὸ αὐτό, ἄλλωστε, ἀφοῦ τὸ θετικὸ πνεῦμα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἁπλὴ εὐκαιριακὴ πρόσκτηση, ἀλλὰ τρόπος τοῦ ὁρᾶν, ἀγωγὴ πνευματικῆς βίωσης.

«Τὸ Ἑλληνικὸ πνεῦμα μὲ τὰ λαμπρά του δημιουργήματα καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη μὲ τὸ θεῖο της πνεῦμα εἶναι τὰ δύο μεγάλα ὁρόσημα πρὸς τὴν βαρβαρότητα τῆς Ἀσίας. Δίχως αὐτὰ τὰ δύο μνημεῖα τοῦ πνεύματος, ἡ Εὐρώπη δὲν θὰ ὑπῆρχε», γράφει ὁ Ι. Θεοδωρακόπουλος [8]. Ἂς μᾶς συγχώρηση ὁ κ. καθηγητής, μὰ δὲν λέει τίποτα. Ἂν σὲ ἄλλες περιπτώσεις μὲ ἀναγνωστικὸ κοινὸ ἐξ ὁρισμοῦ   μειωμένων   ἀπαιτήσεων   ὁμιλεῖ   σχετικῶς σωστά [9], στὶς μεγάλες, τῶν Εὐρωπαϊκῶν συσχετισμῶν παραμένει ἀνέκφραστος. Καὶ ἡ ὁποιαδήποτε βεβιασμένη συντομεύουσα ὰπόφανση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποκαταστήση τὴν  ἐπιστημονικὴ διακρίβωση.

Καταλαβαίνουμε βέβαια τὴν ἀνάγκη τῆς τέτοιας ἀναφορᾶς μας στὸν εὐρωπαϊκὸ πολιτισμό. Τὸ μόνο χαρακτηριστικὸ πού ἔχουμε ἀναφαίρετο, εἶναι ὅτι εἴμαστε οἱ ἱστορικοί ἀχθοφόροι αὐτῶν τῶν δύο πραγμάτων. Μ' αὐτὰ συντηρούμαστε.

Καὶ τὸ ἑλληνικὸ «πνεῦμα» καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη εἶναι ἐπικαλύπτοντα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Δὲν εἶναι ὁ συγκερασμὸς των πού διαφοροποιεῖ τὸν Εὐρωπαϊκὸ πολιτισμὸ ἀπό τους ἄλλους. Ὁ Εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς εἶναι ταυτόσημος μὲ τὴν ἐπιστήμη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὁρισματική του κατηγόρηση. Στὸ ἴδιο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ, ἀπ’ ὅπου ἀντλήσαμε τὰ λεγόμενα τοῦ κ. Θεοδωρακοπούλου, γράφει — κατὰ δυστυχίαν — καὶ ὁ Paul Valery : «Ἡ ἐπιστήμη μας, δηλαδή τὸ πιὸ χαρακτηριστικὸ προϊόν, ἡ πιὸ σίγουρη καὶ ἡ πιὸ προσωπικὴ δόξα τοῦ πνεύματός μας. Ἡ Εὐρώπη πρὶν ἀπὸ ὅλα εἶναι ἡ δημιουργός της ἐπιστήμης». Αὐτὰ λέει ὁ Βαλερὺ πού εἶναι σπουδαῖος πνευματικὸς ἄνθρωπος καὶ σοβαρὸς ποιητής. Ἔχει ἀπολύτως ξεκαθαρισμένη συνείδηση γιὰ ἐκεῖνο πού τοῦ δίνει τὴν ποιητική του ἔμπνευση. Γνωρίζει καλὰ πώς λειτουργεῖ πνευματικὰ καὶ δὲν νοιώθει τὴν ἀνάγκη νὰ ἀοριστολογῆ γύρω ἀπὸ τὸ σανσὸν ντὲ Ρολλάν καὶ τὸν Καρλομάγνο. Αὐτὰ τὰ ἀξιοποιεῖ στὸ παρόν του, δὲν τὰ κοπανάει. Ἐπιστήμη λέει ὁ Βαλερὺ καὶ ὄχι Ἑλληνοχριστιανισμούς. Γιατί πρῶτα γιὰ τὴν Εὐρώπη εἶναι ἡ ἐπιστήμη. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι βοηθητικὰ γιὰ τὴν ἐπιστημονική τροπὴ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πνεύματος, ὅπως εἶναι καὶ ἁπλὴ  συνέπεια της [10].    ἑνιαία καταγωγὴ τοῦ ἐπιστημονικοῦ πνεύματος εἶναι ὁ φορέας τῆς ἕνωσης τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἡ προβληματική τῆς εὐρωπαϊκῆς ἕνωσης δὲν εἶναι πρόσφατο συμβάν, ὑπαγορευόμενο ἀπὸ οἰκονομικὲς σκοπιμότητες. Χρονολογεῖται ἀπὸ πολὺ παληὰ καί ἰδίως ἀπό τὸν πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο, μὲ μόνιμο φορέα τὴν ἐπιστήμη. Ἕνας παληότερος προφήτης τῆς πολιτικῆς ἕνωσης τῆς Εὐρώπης ἦταν ὁ μαθηματικὸς Βρόνσκι.

Οἱ πρακτικώτεροι τῆς Εὐρωπαϊκῆς κίνησης δὲν θεωροῦν ὅτι ἡ «μεγάλη μας παράδοση» εἶναι ἀρκετὸ προσὸν γιὰ νὰ μποῦμε στὴν Εὐρωπαϊκὴ Κοινότητα καὶ ἀπὸ τὶς πρῶτες ὧρες ἄρχισαν νὰ μιλοῦν περὶ παιδείας. Ὄχι μόνο ὁ Θεοτοκᾶς, παρὰ τὶς αἰσιόδοξες ὑποσχέσεις του πρὶν 30 χρόνια, φοβήθηκε μήπως «ἀναλάβουμε ἐπίσημα τὸν ρόλο τοῦ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ», μὰ καὶ ὁ κ. Πεσματζόγλου σὰν τὴν μόνη δυνατὴ ὑπόσχεση, πού μποροῦσε τὸ '62 νὰ δώση, ἦταν ἡ παιδεία. Ἂν μεταφυτεύαμε ἐδῶ τὶς «μοντέρνες μεθόδους τῶν Εὐρωπαϊκῶν κρατῶν», θὰ γινόμαστε «ἕτοιμοι», ἔλεγε ὁ κ. Πεσματζόγλου [11], γιὰ τὴν προσκόλληση στὴν Εὐρώπη. Κι' αὐτὴ ἡ μεταφύτευση «θὰ συνίστατο κυρίως στὸν ἐκμοντερνισμὸ καὶ τὴν ἀνάπτυξη τῆς σχολικῆς παιδείας». Εὐσεβεῖς πόθοι τοῦ 1962! Μακάρι ἡ παιδεία νὰ ἦταν φυτὸ ἐξωτικό. Ἂς λέη ὁ κ. Τσάτσος «ὅτι τοὺς ἁπλῶς εἰδικοὺς ἐπιστήμονας μπορεῖ νὰ τοὺς προμηθευώμαστε σὲ ἔσχατη ἀνάγκη, καὶ ἀπὸ ξένους τόπους, ἀπὸ ξένα ἱδρύματα, τοὺς πνευματικοὺς ὅμως ἡγέτες πρέπει κάθε λαὸς νὰ τοὺς γέννηση ἀπὸ τὰ σπλάχνα του. Ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν παράδοσή του» [12]. Μεταφύτευση δὲν γίνεται κι' αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν ξεχωρίζονται. Οἱ πνευματικοὶ ἡγέτες δὲν εἶναι ἐξωτικά, πού μποροῦν νὰ παραχθοῦν ἐκτός τόπου καὶ χρόνου, χωρὶς προϋποθέσεις πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι τελείως ἄσχετη καὶ ἱστορικὰ ἀνυποψίαστη ἡ γνώμη πώς μπορεῖ νὰ ἀναπτυχθῆ ἡ ἐπιστήμη ἄσχετα μὲ ἄλλες προϋποθέσεις πνευματικῆς ζωῆς καὶ ἀκόμα πιὸ ἄτοπη ἡ δόξα ὅτι μποροῦν νὰ ὑπάρξουν «πνευματικοὶ ἡγέτες» μὴ ἔχοντες σχέση μὲ μιὰ κάποια πνευματικὴ ζωή, πού νὰ εἶναι κυρίως παροῦσα, νὰ ἔχη τὸ χαρακτηριστικό τῆς  ἱστορικῆς ἐπικαιρότητας. Πνευματικὴ ζωὴ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη σήμερα — δηλαδή ἀπὸ τὸν Γαλιλαῖο κι' ἐδῶ — δὲν νοεῖται.

Ὑπάρχει βέβαια παράδοση στὸν τόπο μας, τουλάχιστον ἀπὸ τὴν ἐποχὴ πού ὁ Ροΐδης ἀνεκάλυψε τὸν ἱπποπόταμο του [13], νὰ λέη κανένας ὅ,τι τοῦ καπνίση, χωρὶς νὰ ὕπαρχη κίνδυνος νὰ παρεξηγηθῆ. Ἡ ἁπλῆ σύγχυση εἶναι ἐπιστημονικὸ προσόν, καὶ ὅσο κανένας παραπαίη καὶ ἀκαταλαβίστικος γίνεται, τόσο σπουδαιότερος φαντάζει. Τὸ πιὸ σύνηθες εἶναι νὰ παραπαίη ἀπὸ σκόπιμη παραπλανητικὴ διάθεση καὶ λιγώτερο ἀπὸ σύγχυση, πού ἐν τέλει μπορεῖ καὶ νὰ θεραπευθῆ, ὅταν ὑπάρχει θέληση. Δὲν ξέρουμε τί ἀπὸ τὰ δύο συμβαίνει ὅταν ἀπομονώνεται ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη — δηλαδή ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦ πνεύματος πού ἀπαιτεῖ τὴν ἀρτιώτερη συμπύκνωση τῆς ψυχῆς γιὰ νὰ ὑπάρξη — καὶ θεωρεῖται ἡ ἐπιστήμη ὑπόθεση μεταφύτευσης. Συμβαίνει αὐτὸ ἐπειδὴ μέσα στὸ κλῖμα τῶν «ποιημάτων» μείναμε οὐσιαστικὰ ἄγευστοι ἐπιστημονικοῦ πνεύματος, μὲ μόνη δυνατότητα νὰ εἴμαστε — ὅσο κορυφαῖοι κι' ἂν φαινόμαστε — οἱ δικολάβοι τῆς ὁποιασδήποτε ἐπιστήμης. Ἀσυναπάντητοι μὲ τὰ προβλήματά της, νὰ τὴν θεωροῦμε ζήτημα δικονομικῶν ἑρμηνειῶν καὶ γνωμῶν. Ἡ ἐν γένει ἀποστροφή μας πρὸς τὸ «θετικιστικὸ» πνεῦμα δὲν μᾶς κάνει μόνον νὰ διαγράφουμε μὲ μιὰ ἀφοριστικὴ μονοκονδυλιὰ τὸν Μαρξισμὸ ἀπὸ τὶς κοινωνικὲς ἐπιστῆμες, ἀλλὰ μᾶς φέρνει ἀσυντόνιστους μὲ ὁποιαδήποτε ἐπιστημονικὴ ἀγωγή πού θὰ ἀπαιτοῦσε κατανόηση καθ' ἑαυτήν — ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν δική μας ἰδιοτροπία [14].

Ὅταν ἂς ποῦμε ὁ Μαρξισμὸς σὰν μέθοδος γεννᾶ στὴν Εὐρώπη ὁλόκληρες ἐπιστημονικές θεωρίες, ὅπως ὁ  Στρουκτουραλισμός π.χ., ἐμεῖς οἱ αὐθαίρετοι θά παραμένουμε κατ’ ἀνάγκην ἀνεξοικείωτοι  μέ τήν ὁποιαδήποτε πνευματική ζωή, πού δέν ἔχει προϋπόθεσή της τόν Μακρυγιάννη καί τόν Θεόφιλο.

Γι' αὐτὸ καὶ ἡ τόση ἐμμονή μας στὴν παράδοση [15]. Αὐτὴ ἡ τόση ἐπιμονὴ — ραδιόφωνο, τηλεόραση, σινεμά, τραγούδια — γιὰ τὴν παράδοση, δὲν καταλήγει βέβαια νὰ εἶναι παρὰ ἰδεολογικὴ ταχυδακτυλουργία. Πέραν ἀπό τούς διαφωτιστὲς καὶ τὸ '21 δὲν ὑπάρχει ἄλλη παράδοση καὶ ὅ,τι ὑπάρχει, εἶναι σκόπιμος μῦθος. Κανένας λαὸς δὲν κάνει ὑπέρμετρον ἀγῶνα γιὰ τὴν παράδοσή του. Διότι ὅταν ὑπάρχη ἕνα πνευματικὸ παρόν, διατηρεῖται φυσιολογικὰ ἀπὸ τὴν παράδοση καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ διατηρεῖται καὶ ἡ ἴδια ἡ παράδοση, ἤ μᾶλλον ἀξιοποιεῖται κατὰ τὸ μέτρο τῆς χρησιμότητας στὸ πνευματικὸ παρόν. Οἱ παραδόσεις τῶν λαῶν δὲν κινδυνεύουν, ἐφ' ὅσον ὑπάρχουν οἱ ἴδιοι οἱ λαοί. Ἡ ἐμμονή στὴν παράδοση χωρὶς ἕνα πνευματικὸ παρὸν — ὅπως καλὴ ὥρα σ' ἐμᾶς — εἶναι ἕνα ἐμβόλιμο ἰδεολογικὸ τέχνασμα πού ἔχει τὴν ἔννοια τῆς στατικῆς συμπύκνωσης τοῦ «συνόλου», ἔναντι τῆς ὀλιγαρχίας. Αὐτός ὁ ὑποθετικὸς κίνδυνος τῆς «παράδοσης» δὲν εἶναι κίνδυνος πού τὸν αἰσθάνεται ὁ λαός. Εἶναι ἁπλούστατα ἡ ἰδεολογικὴ χρεωκοπία τῆς Δεξιᾶς ἔναντι τοῦ σοσιαλισμοῦ. ἀπὸ τὸν ὁποῖο — θέλει νὰ πῆ — κινδυνεύει ἡ τόσο βολικὴ «παράδοση». Ὁ κ. Τσάτσος σφάλλεται ἂν νομίζη πώς ἡ τέτοια παράδοση μπορεῖ νὰ δημιουργήση πνευματικὴ ζωὴ πού θὰ ἀναδέιξη  τοὺς πνευματικούς ἡγέτες. Καὶ ἐλπίζουμε τὴν ὥρα   τούτη,
γράφοντας   ἔτσι, νὰ μὴν μᾶς νομίση «ἱσπανικὰ  μοῦσκλα» [16], γιατί ἀκριβῶς προσπάθειά μας δὲν ὑπῆρξε νὰ ἀνιχνεύσωμε ἁπλῶς τὶς ρίζες μας· ἀλλὰ νὰ ἐγγίξουμε τὰ ἀκρόριζά μας. Καὶ ποῦ μέσα τὰ βρήκαμε οὔτε λέγεται, οὔτε γράφεται. Εἶναι ἄλλο πρᾶγμα νὰ ξέρη κανένας ὅτι στὴν Εὐρώπη ἀνήκει ἡ «πρωταρχία τοῦ Λόγου», καὶ ἄλλο νὰ φέρη προσωπικὰ τὴν βιωματικὴ θήτευση σ' αὐτήν. Γιατί τότε δὲν μιλάει γιὰ ἐλευθερίες πάρα μόνο γιὰ μορφὲς ἀναγκαιότητας.       Ἐμεῖς δὲν ἐκπλησσόμεθα πού ὁ κ. Τσάτσος «ἐκπλήσσεται νὰ βλέπη σπουδαίους στοχαστὲς νὰ ἐντυπωσιἀζονται ἀπὸ την ραγδαία τεχνικὴ πρόοδο καὶ νὰ νομίζουν πώς μὲ αὐτὴν ἐγκαινιάζεται μιά νέα περίοδος τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπου» [17]. Αὐτή ἡ ἔκπληξη συμβαίνει ἐπειδὴ στὴν σκέψη τοῦ κ. Τσάτσου ὁ Λόγος, πού εἶναι ἕνα πολὺ συγκεκριμένο ἱστορικὸ νόημα, ἔχει συνδυασθῆ μὲ τὴν «ἐλευθερία τοῦ Λόγου», πού δέν εἶναι τίποτε. Ἡ Τεχνικὴ εἶναι ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες κατακτήσεις τοῦ ἀνθρωπίνου μυαλοῦ, μὲ τεράστιες ἀπηχήσεις στὴν προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν διανοητική του καλυτέρευση. Ἡ σύγχυση τοῦ κ. Τσάτσου προέρχεται ἀπὸ τὸν ἰδιάζοντα διαχωρισμὸ τῆς τεχνικῆς ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη. Συναρτᾶ ἄμεσα τὴν τεχνικὴ μὲ τὴν «ἐλευθερία» τοῦ ἀνθρώπου — δηλαδὴ τῆς δίδει ἀπ’ εὐθείας κοινωνικὴν σκοπιμότητα — καὶ ὄχι μὲ τὴν ἐπιστήμη, τῆς ὁποίας ἡ τεχνική εἶναι ἀναπόσπαστο γνωστικὸ ἐργαλεῖο, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία ἐπιστήμη μπορεῖ νὰ ρυθμισθῆ ἡ ὁποιαδήποτε κοινωνικὴ ἐλευθερία. Εἶναι δηλαδή ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθερίας ἡ ἐπιστήμη καί ἡ τεχνική, και ὄχι ἡ τεχνικὴ ὑπηρέτρια μίας κάποιας ἐλευθερίας. Καὶ ἐπειδὴ οἱ εὐρωπαῖοι, πού εἶναι ἐγκρατεῖς τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς, δὲν βλέπουν τὰ πράγματα ὅπως ὁ κ. Τσάτσος, γιὰ τοῦτο ἐκπλήσσεται. Μὴ θέλοντας ἀκόμη νὰ ἐννοήση ὅτι δὲν ὑπάρχει παράδοση, ἂν δὲν ὑπάρχη ἕνα ζωντανό πνευματικὸ παρὸν — καὶ ὄχι μόνο ζωντανό, μὰ καί σύγχρονο — ἐκπλήσσεται μὲ τὸ «νὰ βλέπη τοὺς Γερμανοὺς νὰ μιμοῦνται στὸν χῶρο τῶν ἐπιστημῶν καί τῶν σπουδῶν τους τοὺς Ἀμερικανοὺς ἀντὶ νὰ βρίσκουν λύσεις μέσα ἀπὸ τὴ δική τους πνευματικὴ παράδοση» [18]. Ἄν αὐτὰ τὰ πιστεύη ὁ κ. Τσάτσος, τότε εἴμαστε πολὺ δυστυχὴς λαός! Δὲν γνωρίζει ἴσως ὅτι ἡ ἐπιστήμη ἔχει καταντήση φαινόμενο διεθνικό καί πανανθρώπινο   στὴν   λειτουργία του. Ἄλλη δηλαδή λύση  ἑνὸς ὁλοκληρώματος (διότι ἡ ἐπιστήμη ἔχει συγκεκριμένα προβλήματα) θὰ βρίσκουν οἱ Γερμανοί, ἄλλη οἱ Γάλλοι κι' ἄλλη ἐμεῖς. Ὁ καθένας κατὰ τὴν παράδοσή του!

Δὲν μᾶς διέπει φυσικὰ διάθεση κριτικῆς. Ἂν κάτι τέτοιο συνέβαινε, θά μπορούσαμε νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ παλαιότερα γραπτὰ τῶν προσώπων πού ἀναφέραμε. Μένουμε στὰ πρὸσφατα γιὰ ὅτι μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ, γιατί σκοπὸς μας εἶναι νὰ δείξωμε πόσο πνευματικὰ ἀσυντόνιστοι βρισκόμαστε μὲ τὴν Εὐρώπη, μὲ τὴν ὁποία θέλομε τὴν σύνδεση. Δηλαδή, πόσο παληώσαμε στὶς ἀπόψεις μας. Αὐτή ὅμως ἡ παλαίωση δηλοῖ κάτι ἄλλο οὐσιωδέστερο. Ἐξηγεῖ ἀκριβῶς τὶς μύχιες προθέσεις αὐτῆς τῆς σύνδεσης. Προσωπικὰ πιστεύουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ σκεφθῆ διαφορετικά, παρὰ μόνον ὅπως αἰσθάνεται. Ὅσο λογικὰ καί ἂν ἀναλύσης μίαν ἄποψη σὲ κάποιον, εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθῆ, ἂν κατὰ βάθος πιστεύει διαφορετικὰ γιὰ τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Γιὰ τοῦτο καὶ ἡ λογικὴ συνεννόηση μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἐξόχως δύσκολο πρᾶγμα. Ὑπάρχει κάποια σχέση μεταξὺ βούλησης καὶ Λογικῆς. Στὸ βάθος τῆς ὁποιασδήποτε «λογικῆς ἀντικειμενικότητας» ὑπάρχει σταθερά κάποια βούληση πού καθορίζει τὴν πειστικότητά της. Ὅσο καὶ ἂν δημηγοροῦν οἱ θεωρητικοί, δὲν κατορθώνουν νὰ μᾶς κάνουν νὰ τοὺς ἐννοήσωμε. Διότι δὲν μᾶς ἀναλύουν ἀπροκατάληπτα καὶ μὲ ἁπλᾶ λόγια. Ἔτσι λοιπὸν κι’ ἐμεῖς ἐπιμένουμε νὰ καταλαβαίνουμε ὅσα δὲν μᾶς λένε. Ἀφοῦ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται ὅτι νοητικῶς καὶ πολιτιστικῶς δὲν συμπίπτομε μὲ τοὺς Εὐρωπαίους, σημαίνει ὅτι κάποιος ἄλλος εἶναι ὁ λόγος πού μᾶς ἀναγκάζει νὰ καταφεύγουμε στὴν Εὐρώπη. Δεδομένου ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ  ταυτισμένο  μὲ  τὸ  συμφέρον  τῆς ἡγεσίας  μας — ὅπως καὶ σὲ κάθε λαό ἄλλωστε — ἡ σύνδεση   μὲ τὴν Εὐρώπη καταντᾶ νὰ   σημαίνη    μέριμνα    ταξικῆς   ὕπαρξης.    Οἱ  ἐσωτερικοὶ  τρόποι ὑπάρξεως τῆς ἀστικῆς μας τάξης εἶναι γνωστοὶ καὶ αὐτοὶ οἱ τρόποι εἶναι πού πρέπει νὰ καλυφθοῦν ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἔνταξης μας στὴν   Εὐρώπη.   Αὐτὸ   εἶναι   τὸ   μυστικό   τῆς «συνδέσεως», μιὰ καὶ κανένα προσὸν δὲν διαθέτουμε, πού θά μποροῦσε νὰ μᾶς ἐπιτρέψη τὴν  ἀνάλογη  ἀπαίτηση.     ἀλλαγὴ  ἀφεντικοῦ  θὰ  δικαιώνη a priori τὴν  συνέχιση τῶν «μιασμάτων, τοῦ «ἑλληνοχριστιανισμοῦ» καὶ τῶν ἐκτάκτων μέτρων. Ἐκτός ἂν προσπαθοῦμε νὰ πείσουμε τοὺς εὐρωπαίους ὅτι περνᾶνε «κρίση πολιτισμοῦ» καὶ ἐμεῖς, πού ξέρουμε τὰ μυστικὰ τῶν τέτοιων κρίσεων, μποροῦμε νὰ τοὺς σώσουμε! Κάπως ἔτσι τὸ ἐννοεῖ, ἴσως, ὁ κ. Τερζάκης.

Ἀναγνωρίζουμε ὅτι ἡ Εὐρώπη ὑπάρχει μὲ τὴν παιδεία καὶ ἐπειδὴ ἐμεῖς τέτοιο πρᾶγμα διόλου δὲν ἔχουμε, τὸ ρίχνομε στὸν ἑλληνοχριστιανικὸ πολιτισμὸ μὲ τὸν κ. Θεοδωρακόπουλο. Ἀκολουθεῖ ὁ κ. Τσάτσος πού ἐξακοντίζει πρὸς τοὺς εὐρωπαίους τὴν ψυχική μας ὑγεία, συντηρημένη ἀπὸ τὴν προσκόλλησή μας στὴν «παράδοση», κι' ἀνέγγιχτη ἀπὸ τὸν ἀηδῆ τεχνικὸ πολιτισμό. Μὰ ὅλα τοῦτα δὲν σώζουν. Ὁ Μακρυγιάννης, ὁ Θεόφιλος καὶ ἡ «παράδοση» δὲν εἶναι ἀρκετά προσόντα, γιὰ νὰ  συνεννοηθοῦμε μὲ τὸν  Γάλλο καὶ τὸν Γερμανό. Οὔτε καί ἡ «γενηὰ τοῦ '30»! Ξεκομμένοι ἀπὸ τὴν πνευματικὴ πραγματικότητα, μείναμε ἀγνοοῦντες ὅλες τὶς σύγχρονες πνευματικὲς  μεταβλητές.    Βαλερὺ  μίλησε γιὰ ἐπιστήμη  καὶ ὁ κ. Τσάτσος γιὰ Λόγο. Ὅσο κι' ἂν αὐτὰ μοιάζουν, εἶναι στὴν οὐσία τους πολὺ διαφορετικά.    Λόγος τοῦ κ. Τσάτσου ἔχει πνευματικὴ προϋπόθεση τὴν ἐλευθερία, ἐνῷ ἡ ἐπιστήμη τοῦ Βαλερὺ τὴν ἔχει ὡς ὑλική. Ἡ διαφορὰ εἶναι τεράστια. Ἡ δεύτερη αὐτή ἐλευθερία δὲν εἶναι μυστήρια καπριτσιόζα κυρία σὰν τὴν πρώτη, ἀλλά  πολὺ ἐπίγεια καὶ χειροπιαστή. Δὲν τὴν διδάσκουν ἀκαδημαϊκὲς διακηρύξεις,  μὰ οἱ κλοσσάρ. Ἡ ἴδια αὐτὴ ἐλευθερία ἀναγκάζει καὶ τὸν   Ρῶσο νὰ θεωρῆ σήμερα πολὺ ἀγαπημένο του φιλόσοφο τὸν Κὰντ ἤ τὸν  Πλάτωνα — ὅσο τουλάχιστον καὶ τὸν Μὰρξ — και τὸν πρὶν λίγα χρόνια «ἀντιδραστικὸ» Λομπατσέφσκυ νὰ τὸν θεοποιῆ.  Οἱ παραδόσεις   ἀπό   τους λαοὺς δὲν χάνονται, ὅταν τὰ ἄλλα ὑπάρχουν.

Οἱ ἴδιοι ἀκριβῶς λόγοι ἀναγκάζουν καὶ τοὺς Γερμανοὺς νὰ παρακολουθοῦν τοὺς Ἀμερικανοὺς ἤ τοὺς Ρώσσους». Ἡ ἐπιστήμη, δυστυχῶς, δὲν μπορεῖ νὰ καλλιεργηθῆ μέσα σὲ ἰδεοληπτικες μονομανίες ἤ αὐθαίρετες κοινωνικὲς σκοπιμότητες. Γι’ αὐτὸ ὁ «Λόγος» τοῦ κ. Τσάτσου καὶ ἡ ἐπιστήμη τοῦ Βαλερὺ διαφέρουν.

Οὔτε φυσικὰ εἶναι εὔκολο νὰ συμφωνήση κανεὶς μὲ τὸν κ. Πεσματζόγλου πού «νομίζει ὅτι μποροῦμε νὰ συμφωνήσουμε στὸ ὅτι ἡ «Ἑλλὰς εἶναι Εὐρώπη», ὄχι ἡ «Εὐρώπη» ὅπως ἦταν κάποτε, ἀλλὰ πάντως «εἶναι Εὐρώπη» [19]. «Κάποτε» ! Πότε; Γιατί ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι δὲν ἦταν ποτέ. Ὅτι ἡ Εὐρώπη πῆρε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Ἑλλάδα ἦταν ποτὲ Εὐρώπη. Ὁ συμπερασμὸς τοῦ κ. Πεσματζόγλου εἶναι βεβιασμένος εὐσεβὴς πόθος, ὑποκρύπτων ταξικὴν μέριμνα (μὲ τὴν ὑπαρξιακὴν ἔννοια τοῦ ὅρου) καὶ προσδοκία μελλοντικοῦ καταφυγίου. Εἰδικὰ ὁ κ. Πεσματζόγλου εἶναι σὲ θέση νὰ κατέχη ἀπολύτως τὶς ἀντιλήψεις τῶν Εὐρωπαίων σχετικὰ μὲ τὴν Ἑλλάδα, τουλάχιστον μὲ τὴν συγκεκαλυμμένη μορφή τους. Στὸν «Οἰκονομικὸ Ταχυδρόμο» τῆς 5.12.74 ὑπάρχουν τὰ σχετικὰ resumes, πού γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ κ. Πεσματζόγλου. Οἱ Εὐρωπαῖοι μᾶς ἐθύμισαν ὅτι δὲν προβλέπουν σύνδεση, ἀλλά  μόνο« ἐναρμόνιση» : « Ἡ ἐναρμόνιση— ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ λέξη πού ὑπάρχει στὴν Συμφωνία — θὰ εἶναι πολὺ λεπτὸ θέμα. Δὲν πρέπει νὰ ἔχωμε ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ... Εἶναι δέ λεπτὸ θέμα διότι ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΕ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ στοιχεῖα. Δὲν πρόκειται γιὰ ἀριθμούς, ἀλλά  ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ γιὰ τὴν ΖΩΗ ΧΩΡΙΚΩΝ, γιὰ τὴν ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΩΝ, γιὰ τὶς οἰκονομίες τῶν χωρῶν μας».

Αὐτὰ γράφει ὁ κ. Σεϋσσὸν στὸν Οἰκονομικὸ Ταχυδρόμο. Καί εἶναι στὶς δηλώσεις τοῦ σαφὴς : στὴν εὐρωπαϊκὴ κλίμακα, ἔναντι τῶν ἄλλων λαῶν, ἡ οἰκονομία πάει στὸ τέλος. Ἡ «ζωὴ τῶν χωρικῶν καὶ τῶν ἔμπορων», δηλαδή ὁ πολιτιστικὸς παράγοντας, λέει ὁ κ. Σεϋσσόν. Αὐτὸ κοιτάζουν οἱ εὐρωπαῖοι. Τοὺς ἐνδιαφέρει νὰ μὴν χαλάσουν τὸν πολιτισμό τους μὲ ὑπανάπτυκτους. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι φορέας ὑψηλῆς πολιτικῆς  ὁ κ. Σεϋσσόν, ξέρει νὰ μιλάη σὲ Sous Developpes: «ἡ Ἑλλὰς εἶναι τὸ παρελθόν μου, εἶναι τὸ παρελθὸν τῶν προγόνων μου, ἐσεῖς εἶσθε οἱ πρόγονοι ὅλων μας». Τίποτε ἄλλο δὲν ξέρει περὶ Ἑλλάδος ὁ κ. Σεϋσσόν, «διότι δὲν ἔχει ἐπισκεφθῆ τὴν Ἑλλάδα». Ξέρει μόνο πώς εἶναι ἡ ζωή μας σήμερα καὶ τὰ σχετικὰ περί... προγονῶν. Τὸ τροπάρι τῆς «κληρονομιᾶς» οἱ Εὐρωπαῖοι τὸ ξέρουν καλύτερα ἀπό μᾶς καὶ μὲ αὐτό μᾶς ἀντιμετωπίζουν. Δὲν μένει νά ἀντείπη κανεὶς κάτι στὸν κ. Σεϋσσόν, ἀφοῦ «ἡ Ἑλλὰς ἦτο κάποτε Εὐρώπη», ὡς θὰ ἐπανελάμβανεν ὁ κ. Πεσματζόγλου. Γιατί ἡ ἡγεσία μας μᾶς ἔχει ξεκουφάνει μὲ τὴν σύνδεση μὲ τὴν Εὐρώπη, ἐνῷ εἶναι σὲ θέση νὰ γνωρίζη ὅλ’ αὐτά, ἑρμηνεύεται μόνο τοξικολογικῶς : μύθους, μαρμαρωμένους βασιληάδες, μεγάλες ἰδέες, εὐρωπαϊκὲς κοινότητες εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐφευρίσκη γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ κατανάλωση [20].

Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν θέση στὴν Εὐρώπη. Εἴτε θέλοντας εἴτε μἠ, ἡ Ἑλλάδα μεταπροστατευτικῶς θὰ περάση στὸν λεγόμενο «τρίτο κόσμο». Τρίτος κόσμος, σημαίνει μόνιμο ἱστορικὸ μπουσούλημα καὶ ἀπροσμέτρητη πολιτιστικὴ ὑστέρηση τοῦ λαοῦ σχετικὰ μὲ τὴν ἡγεσία. Διαφορὲς στοὺς σημερινοὺς λαοὺς τοῦ «τρίτου κόσμου», δύσκολα θὰ βρῆ κανεὶς ὅσο κι' ἂν ψάξη. Ὅλοι τους ἔχουν ἕναν κοινὸ παρανομαστὴ : τὴν ὑπανάπτυξη, ὡς μόνιμη ἱστορικὴ κατηγορία. Ἐκεῖ ὑπαγόμαστε κι’ ἐμεῖς. Οἱ «ἐθνικοφροσύνες» καὶ τὰ «μιάσματα» θὰ ὑπάρξουν ἀπαραίτητα στὸ μέλλον περισσότερο ἀπ’ ὅτι στὸ παρελθόν. Ἂν αὐτὰ τὰ ἐπινόησε ἡ προστασία, ἐπειδὴ ἔτσι ὑπαγόρευαν τὰ συμφέροντά της, τώρα θὰ μείνουν σὰν μοναδικὴ ἐπιβιωτικὴ δυνατότης, γιὰ τὴν αὐτοσυντήρηση τῆς ντόπιας ὀλιγαρχίας, στὸ καθεστὼς τοῦ «τρίτου κόσμου», ἤ καὶ τοῦ πέμπτου! Γιατί κι' ἐδῶ, ἴσως, ἰδιότυποι θὰ βρεθοῦμε. Μία μόνο περίπτωση ὑπάρχει γιὰ νὰ δεχθῆ ἡ Εὐρώπη τὴν «ἕνωση» : Νὰ μᾶς χρησιμοποίηση διαμετακομιστικὸ σταθμὸ γιὰ τὶς ἀγορὲς τῆς Ἀνατολῆς καὶ νὰ παραμείνη ἡ Ἑλλάδα στὸν Δυτικὸ κόσμο. Τίποτε ἄλλο.
[1].. Εἶναι σκόπιμο ὁ ἀναγνώστης νὰ ἔχη ὑπ' ὄψη του τὰ δύο σχετικὰ πολιτικὰ δοκίμια τῆς «δοκιμασίας τοῦ πνεύματος» τοῦ Αἰμ. Χουρμούζιου, «ταξίδι στὴν οὐτοπία» καὶ «ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν οὐτοπία».

[2].. Ἤδη κάτι τέτοιο συμβαίνει στὴ Δανία, Σουηδία, Νορβηγία, Βέλγιο, Ὀλλανδία.

[3].. Ἡ «ἐξυπνάδα» εἶναι μέγιστη κοινωνιολογικὴ κατηγορία στὸν τόπο μας. Ἡ ἐξυπνάδα, χωρὶς εἰσαγωγικά, εἶναι ἕνα χάρισμα πού δοκιμάζεται ἀπὸ τὸν χρόνο, ἐνῷ ἡ «ἐξυπνάδα» εἶναι μιὰ βιολογικὴ ἐκδήλωση τῆς στιγμῆς. Χαρακτηριστικό της εἶναι ἡ στιγμιαία ὑπεκφυγὴ —ὅπως στὸν Καραγκιόζη— καὶ ἔχει τίς ρίζες της βαθειὰ στὴν μεταβυζαντινὴ ἱστορία μας. Ὅπως γράφει ὁ Π. Κανελλόπουλος, «ἡ κοινωνικὴ τῶν Ἑλλήνων σχέση πρὸς ἀλλήλους εἶναι κατ' ἀρχὴν ἡ σχέσις τῆς ἀνυποληψίας» (Μεγ. ἑλλ, Ἐγκυκλ. τόμ. Ι, σελ. 861 κ. ε.) καί τοῦτο σημαίνει ὅτι εἶναι ἡ περιρρέουσα ἠθικὴ σήψη πού ὠθεῖ τὸν νεώτερο "Ἕλληνα στὴν βιολογικὴ πλέον ἐκδήλωση τῆς «ἐξυπνάδας». Εἶναι ἕνας τρόπος ἀντιμετωπίσεως τοῦ κλίματος πού τὸν περιβάλλει. Τοῦτο σημαίνει ἀκόμη ὅτι αὐτὸ τὸ κλῖμα τῆς σήψης, πραγματούμενο ὡς κατάσταση ζουγκλική, εἶναι ἑδραῖο σὲ ὅλη μας τὴν κοινωνικὴ σύνθεση. Δηλαδή ἡ «ἐξυπνάδα» δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ πλατωνικό : «Καὶ δίκαιον δὴ οἶμαι φήσομεν ἄνδρα εἶναι τῷ αὐτῷ τρόπῳ ᾧπερ καὶ ἡ πόλις ἦν δικαία»  (Πολ. Δ., 441).


[4].. Ἀξίζει νὰ προσεχθῆ ἡ ψυχολογία τῆς προπαγάνδας ὡρισμένων εἰδικῶν στιγμῶν στὴν ἱστορία μας.   Ἡ ἀστικὴ τάξη ἀποτείνεται στὸ λαό, ὅπως στὰ μικρὰ παιδιά: μὲ τὸ συναίσθημα! Εἴτε μὲ τὸν ἀλλόκοτο φόβο τοῦ ἄμεσου σωματικοῦ πόνου (ἤ 54%, ἤ τὰ τάνκς), εἴτε μὲ τὴν στιγμιαία παράλογη λαχτάρα τοῦ bon bon (θὰ τρῶμε μὲ χρυσὰ κουτάλια). Ἔγραφε ὁ ΓΑΒ τότε : « Τώρα μὲ τὴν Ἀμερικανικὴ βοήθεια, οἱ πειναλέοι τῶν Βαλκανίων, οἱ Γιουγκοσλάβοι, οἱ Βούλγαροι, οἱ Ἀλβανοί,   θὰ σκύβουν πάνω μας καὶ θὰ βλέπουν μὲ βουλιμία καὶ ζήλεια τοὺς Ἕλληνες νὰ τρώγουν μὲ χρυσᾶ κουτάλια».

Δὲν λέμε βέβαια ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ἦταν ἀλλοιῶς, ἰδιαίτερα μάλιστα γιὰ τοὺς ἐπιφορτισμένους μὲ τίς ἱστορικὲς διεκπεραιώσεις. Ἰσχυριζόμαστε, ἀντιθέτως, πώς ἡ κοινωνικὴ ἀπαλείφουσα εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἰδιομορφία τοῦ λαοῦ νὰ σκέπτεται μὲ τὸ συναίσθημα.  Ὁ ἑλληνικὸς ὅμως λαός,   στὴν πνευματική του ἱστορία, ἀποδεικνύεται ὅτι ἔχει κατ' ἐξοχὴν τὸ χάρισμα   τῆς λογικῆς ἀναγωγῆς. Ὅ,τι ἔφτιαξε στὴν ἀρχαιότητα, στὸ Βυζάντιο καί ὅ,τι ἀκόμη φτιάχνει, Λογικὴ δείχνουν. Γιὰ τοῦτο μᾶς ἀπασχολοῦν οἱ αἰτίες τῆς ἐκτροπῆς του.

[5].. GuyWilly Schmeltz: Bilan de lOccident, μεταφρ. ΓΕΣ, 1966, σελ. 264.

[6].. «Ἑταιρεία μελέτης Ἑλληνικῶν προβλημάτων» : Ἑλλάς— Εὐρώπη, 1971, σελ. 13.

[7].. Περιοδικό «Εὐθύνη», 1973, τεῦχ. 24.

[8].. Περιοδικό  «Εὐθύνη». 1973, τεῦχ. 24, σελ. 589.

[9].. « Ἐξ ἄλλου, ὅσα καὶ ἄν λέγωνται περὶ τῆς ποιήσεως στὴν ἐποχή μας
καὶ ὅσα ποιήματα κι' ἂν γράφονται, ἕνα πρᾶγμα εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐποχὴ
μας δέν ἔχει ποίηση, οὔτε καὶ φαντασία»... («Ὁ ἄνθρωπος στὴν σύγχρονη
ἐποχή», ἐπιφυλλίδα στὴ στρατιωτικὴ ἔφημ, «Νέα τῶν ἔνοπλων δυνάμεων»,
τῆς 21.11.1974).

Αὐτὰ τὰ ρήματα τοῦ κ. Θεοδωρακοπούλου εἶναι σχετικῶς σωστὰ πράγματα. Ἂν ἒχη ἤ δὲν ἔχη ἡ ἐποχὴ μας τυπικὴ ποίηση, προσωπικὰ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει. Ἀπὸ μίαν ἄποψη εἶναι εὔλογο νὰ μὴν ἔχη εἴτε ἐξ αἰτίας τῆς ἴδιας τῆς ποίησης, εἴτε γιὰ ἄλλους σοβαρότερους λόγους. Φαντασία, ὅμως, γιατί δὲν ἔχει ; Αὐτό εἶναι ἀφορισμός, αὐθαίρετος καὶ ἀναπόδεικτος. Ἡ φαντασία, ἡ εὐαισθησία, ὁ τρόπος τοῦ ἀγαπᾶν καὶ τοῦ θνήσκειν, ὅπως καὶ ἡ ἱκανότητα τῆς ἀναπαραγωγῆς, εἶναι σὲ ὅλες τὶς ἐποχὲς σταθερὲς μεταβλητές. Ἡ ἐποχὴ μας ἔχει πάρα πολλὴ φαντασία καὶ ἐξάπαντος ὄχι λιγώτερη ἀπὸ ἄλλες. Τὰ ποσὰ τῆς φαντασίας πού ξοδεύει ἡ σημερινὸς ἄνθρωπος γιὰ τὶς ἐπιστημονικές του θεωρίες, ξεπερνοῦν πράγματι κάθε ἁπλῆ φαντασία. Ἂν ἡ ἐποχή μας δὲν ἐκδηλώνη τὴν φαντασία της μέ... μυθιστορήματα, δὲν σημαίνει ὅτι στερεῖται φαντασίας. Οἱ χίππιδες, πού γράφουν τόσο ὡραιότατα τραγούδια, χωρὶς φαντασία τὰ γράφουν; Γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ! ... Βέβαια οἱ νεώτεροι δὲν ἀποπλανῶνται πλέον μὲ «ρηξικέλευθες γνῶμες», ἀλλὰ ἐνίοτε ἡ μονοτονία καταντᾶ ὄχληρη, ἐπεκτεινόμενη καὶ πέραν τῶν στρατώνων. Ἡ ἀποστέωση τῆς ἐποχῆς μας χρονολογεῖται ἀπὸ ὅταν ὁ ἴδιος ὁ κ. Θεοδωρακόπουλος ἐδιάβασε τὸν Φάουστ ἤ τουλάχιστον ἀπὸ τὸ 1929 - ὅταν δηλαδή προλόγισε μὲ τὰ ζοφερά του ἐκεῖνα χρώματα τὸ ἔργο τοῦ Natorp στὴν ἀφόρητη γλῶσσα τοῦ Τσαμαδοῦ. Παρ' ὅλα αὐτά, ὅμως, ἡ ἐποχὴ μας ἐπιμένει νὰ διαθέτη κολοσσιαίαν φαντασία.

[10].. Ὅπως διόλου δὲν μᾶς ἐκπλήσσει ἡ εὐρωπαϊκὴ νοοτροπία πού καί στὰ διδακτικὰ ἀκόμη ἐγχειρίδια ἱστορίας τῆς λογοτεχνίας θεωροῦν ὑποχρέωση νὰ μὴν ξεχάσουν ν' ἀναφέρουν μεταξὺ τῶν ποιητῶν ἐπιστήμονες σὰν τὸν Μ. Πουανκαρὲ (βλ. Jean Calvet, petite histoire de la literature francaise, σελ. 257), ἔτσι διόλου δὲν ἀποροῦμε πού σὲ ἑλληνικές πολύτομες «ἱστορίες τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πνεύματος» οὔτε κὰν ἁπλὴ μύηση ὑπάρχη πρός τὴν ἀλήθεια αὐτή. Διαβάζοντας τες κανένας, μένει μὲ τὴν ἐντύπωση ὅτι ἡ εὐρωπαϊκὴ πνευματικὴ ζωὴ συνετελέσθη μόνο μὲ ποιητές, μουσουργούς καὶ γλῦπτες — ὅπως δηλαδή συνετελέσθη καί ἡ δική μας μὲ τὴν «γενηὰ τοῦ '30», τὸν Μακρυγιάννη καὶ τὸν Θεόφιλο. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ στὴ Γαλλία π.χ. ὡς τὰ μέσα τοῦ ΙΗ' αἰῶνος ἦταν ὁ Βωβενάργκ, ἡ μαντὰμ ντὲ Τανσέν, ἡ μαντὰμ Ζοφρέν, ἡ μαντὰμ ντὺ Ντεφάν, ἡ μαντὰμ ντὲ Λαμπὲρ κ.λ.π. Πρέπει λοιπὸν κανεὶς νὰ ἔχη τὴν προνομία τοῦ σαλονιοῦ, ὡς διαπιστευτήριο πνευματικότητος. Πίσω ἀπὸ τίς κυρίες καὶ τὰ salons δὲν ὑπῆρχαν οἱ Μωμπερτουί, οἱ Κράμερ, οἱ Ντὲ Γκουά, οἱ Κλαιρώ, οἱ Ντ' Ἀλαμπέρ, οἱ Λαγκράνζ, οἱ Λαμπέρ, οἱ Μπεζοῦ. Αὐτοὶ δὲν ἔζησαν στὸν 18ον αἰῶνα, μὰ καὶ ἂν ἔζησαν δὲν ἔχουν καμμιὰ σχέση μὲ τὰ salons! Ἡπνευματικότης εἶναι ὑπόθεση χαριτολόγου «δαιμονίου»! Καὶ ὄχι μόνο δὲν ὑπάρχει ἡ ἁπλὴ ὑπόμνηση γιὰ τὴν κατανόηση αὐτοῦ τοῦ τόσο ἀληθινοῦ πράγματος — τῶν ἀληθινῶν προϋποθέσεων πνευματικῆς ζωῆς —  ἀλλά καὶ ὅταν δίνεται ἡ εὐκαιρία, τὸ μυαλὸ ξεστρατίζει ὁλότελα : Ἂν ἦταν ἤ ὄχι «οὐσιαστικὸς» ὁ λόγος πού μάλωσε ὁ Βολταῖρος μὲ τὸν Φρειδερῖκο, αὐτὸ μόνο ὁ Βολταῖρος τὸ ξέρει. Ὁ Βολταῖρος ἔγραψε τὸν «Μικρομέγα» καὶ τὸν «δόκτορα Ἀκακία» ἐξ αἰτίας τοῦ μεγάλου μπεληᾶ πού εἶχε ὁ Μωμπερτουὶ μὲ τὸν γεωμέτρη Καῖνιχ, γιὰ τὴν προτεραιότητα τῆς ἀνακάλυψης τῆς «ἀρχῆς τῆς ἐλαχίστης δράσεως» στὴν Μηχανική. Γράφοντας τὰ ἔργα του αὐτά, ἔφερε τὰ γεγονότα ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ, ἀγνοῶντας τὸν Φρειδερῖκο πού ἤθελε ἡ ἀνακάλυψη νὰ ἀνήκη στὸν Μωμπερτουί, τὸν ὁποῖον εἶχε ὠνομάσει πρόεδρο τῆς Ἀκαδημίας του. Φαίνεται πώς κάτι πείραξε πολὺ τὸν Βολταῖρο σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν ἱστορία. Ἂν σκεφθῆ κανεὶς τὸν ἐλαφρῶς ὀππορτουνιστικό χαρακτῆρα τοῦ Βολταίρου καὶ τὴν ὀξεῖα κερδοσκοπική του διάθεση, ξέροντας ὅτι πῆγε τὴν φορὰ αὐτὴ στὸν Φρειδερῖκο γιὰ νὰ περάση τὸ ὑπόλοιπό τοῦ βίου του, θὰ καταλάβη ὅτι ἦταν πάρα πολὺ οὐσιαστικὸς ὁ λόγος πού τὸν ἀνάγκασε ν' ἀνακατευθῆ στὴν διαμάχη καί νὰ χάση τὴν εὔνοια τοῦ Φρειδερίκου. Φαίνεται ὅτι, ἀπὸ κάποιαν αἰτία, ἡ ποιότητα τοῦ πνεύματός του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε τὴν πνευματικὴν ἀσυνέπεια. Δὲν εἶναι λοιπὸν πολὺ προφανὲς ὅτι ἔχασε τὸν Φρειδερῖκο «χωρὶς οὐσιαστικὸν λόγο» (ΙΙΙ α 42). Ἴσα - ἴσα, θά πρέπει νὰ εἶναι πολὺ οὐσιαστικὸς ὁ λόγος καί τοῦ δημιουργοῦσε κάποια μονοσήμαντη πνευματικὴ ὑποχρέωση (une sorte de passion). Οἱ λεπτομέρειες αὐτὲς ἔχουν σημασία, διότι ὁδηγοῦν σὲ συμπεράσματα. Καὶ τὸ συμπέρασμα ἐδῶ εἶναι: ὅτι τὸ μυαλὸ τοῦ Βολταίρου, παιδαγωγημένο ἀπὸ τὴν ἐπιστημονική του συναναστροφὴ (ὁ Βολταῖρος ὡς γνωστόν, ἠσχολεῖτο ἀσταμάτητα μὲ τὶς κορυφαῖες ἐπιστημονικὲς ὑποθέσεις τοῦ καιροῦ του), εἶχε ἀποκτήσει τὸ προσὸν τῆς πνευματικῆς ἀρετῆς, πού δὲν τοῦ ἐπέτρεπε παραχωρήσεις γιὰ μερικὰ ζητήματα πού ἐμεῖς συνηθίσαμε νὰ θεωροῦμε ἐπουσιώδη. Δὲν πρέπει ἄλλωστε νὰ διαβάζη κανεὶς 10.000 σελίδες ἱστορία καὶ νὰ μένη τελικῶς μὲ τὴν ἔντυποιση, ὅτι τὰ μεγάλα πνεύματα ἀνεβοκατεβαίνουν στὸν πλανήτη μας ὅπως οἱ Ἀρχάγγελοι τὶς κλίμακες τῆς Ἀποκαλὺψεως !...

[11].. «Les temps modernes», Νο 276 Bis, σελ. 174, 1969. Μιὰ ἀπὸ τὶς ὑστερινές ἀντιλήψεις τοῦ Λένιν εἶναι ὅτι τὰ ὑπανάπτυκτα κράτη μποροῦν νὰ ἀφομοιώσουν τὴν προηγμένη τεχνικὴ τῶν  βιομηχανικῶν κρατῶν.

[12].. Περιοδικό Εὐθύνη, 1973, τ. 17.


[14].. Ὁ Ἀρχιμήδης εἶναι μεγάλος, λέει ὁ Ι. Θεοδωρακόπουλος (Α' σελ. 274), ἐπειδὴ ἀνεκάλυψε τὸ εἰδικόν βάρος! Ἂν γι' αὐτὸ εἶναι μεγάλος ὁ Ἀρχιμήδης, τότε καὶ ἡ φιλοσοφία δὲν εἶναι παρὰ ἡ σαλάτα, πού πάει μὲ βασικὸ ἔδεσμα τὸ παραμύθι (Οἱ ξένοι καί σ' αὐτὸ διαφέρουν: τρῶνε τὴν σαλάτα πρὶν ἀπὸ τὸ φαΐ). Αὐτὴ ἡ δόλια παράδοση! Ὁ Ἀρχιμήδης εἶναι μεγάλος ὄχι ἐπειδὴ ἔλυσε ἕνα σχετικὰ εὔκολο πρόβλημα, κάνοντας ποδόλουτρο στὸ βαλανεῖον τοῦ Ἱέρωνα, μὰ ἐπειδὴ ἀνεκάλυψε τὸν Ἀπειροστικὸ Λογισμό, πού ἀνεκάλυψε κι' ὁ Λάϊμπνιτς. Εἶναι δηλαδή μεγάλος ἐπειδὴ ἀνεκάλυψε ἕνα τεράστιο τρόπο σκέψεως, μόνο   μὲ καθαρὴ   θεωρία,  καί χωρὶς τὶς ἱστορικὲς συνθῆκες, ὅπου βρέθηκε ὁ Λάϊμπνιτς. Γι' αὐτὸ εἶναι μεγάλος ὁ Ἀρχιμήδης. Εἶναι περιττό, βέβαια, νὰ ἐπιμείνουμε στὴν κολοσσιαία σημασία αὐτῆς τῆς λεπτομέρειας, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες πολλές.

[15].. Ἡ «παράδοση» καὶ ἡ «συνέχεια» εἶναι προεξάρχουσες κατηγορίες στὰ γραπτά τοῦ κ. Τσάτσου, πού ὑπῆρξε καὶ ὁ φιλοσοφικὸς ἀπολογητής τῆς «γενηᾶς τοῦ 30» (βλ. σχετικῶς «Δοκίμια αἰσθητικῆς καὶ παιδείας», 2 τόμοι).

[16].. Στο ἄρθρο του αὐτὸ γιὰ τὴν Εὐρώπη, γράφει ὁ κ. Τσάτσος (καὶ προσπαθῶντας νὰ προφτάση τὶς σκέψεις τοῦ ἀναγνώστη, βρίζει μὲ ἐμπάθεια— προσφιλὴς συνήθεια τοῦ κ. Τσάτσου   καὶ  φυσιολογικὸ σύμπτωμα τῶν γηρατειῶν): «Ξέρω πώς στὸν καιρό μας δὲν εἶναι τῆς μόδας οἱ «ἐπιστροφές». Ἡ ξιπασιὰ τοῦ πάντα πιο πρωτοποριακοῦ, τοῦ πιὸ μοντέρνου, τοῦ ξένου ἀπὸ τὴν παράδοση σαγηνεύει τὰ χαῦνα πλήθη, ἀλλά καὶ τοὺς δημοφιλέστερους πνευματικοὺς ταγούς τους. Τὴν ἀναδρομὴ στὴν ἱστορία δὲν τὴν συμπαθοῦν, δὲν τοὺς ταιριάζει. Διότι δὲν ἔχουν μέσα τους ἱστορία. Δὲν ἔχουν ρίζες στὴν γῆ. Εἶναι σὰν τὸ λεγόμενο ἱσπανικὸ μοῦσκλο πού φυτρώνει στὸν ἀέρα κρεμασμένο στὰ δέντρα.» Ὅποιος λοιπὸν δὲν συμφωνεῖ μὲ τὶς ἰδεοληψίες τοῦ κ. Τσάτσου γιὰ τὴν παράδοση, εἶναι τῶν χαύνων πληθῶν δημοφιλής — δηλαδή χαῦνος κι' αὐτὸς — πνευματικὸς ταγός!

Μιὰ ἀπορία μᾶς μένει σχετικῶς μὲ τὰ λεγόμενα αὐτὰ τοῦ κ. Τσάτσου : τὰ χαῦνα πλήθη βγάζουν χαύνους βουλευτές, ἤ οἱ βουλευτὲς εἶναι καλοί ἐπειδὴ τὰ πλήθη εἶναι χαῦνα; Ἰδοὺ ἕνα ἀπὸ τὰ βαθύτερα προβλήματα τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου.

[17].. Περιοδικό Εὐθύνη : «Εὐρώπη». Δέκ. 1978. τεῦχ. 24. σελ. 599. Ὥστε πνευματικὸς καὶ τεχνικὸς πολιτισμὸς εἶναι ἀντίθετα πράγματα σήμερα καὶ δὲν δημιουργεῖ ἡ τεχνικὴ πνευματικὲς προϋποθέσεις σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο, ἕνα εἶδος «νέας περιόδου στὴν ἱστορία τοῦ ἄνθρωπου»! Δὲν εἶναι ἡ ἀνάπτυξη τῆς τεχνικῆς πού καθορίζει τὰ πλαίσια τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς καὶ ἀναγκάζει τὰ διάφορα κοινωνικὰ συστήματα σὲ ἀντίστοιχες «πνευματικὲς» προσαρμογές. Ἡ τεχνικὴ εἶναι ἕνα πρᾶγμα κατῖβο πού δημιουργεῖ ἀποστροφήν τοῦ προσώπου τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου! Ἔτσι λέει ὁ κ. Τσάτσος, ἐπιτιμῶν ὅσους πνευματικοὺς ἀνθρώπους ἐντυπωσιάζονται ἀπὸ τὴν ραγδαία ἐξέλιξη τῆς τεχνικῆς. Ὁ Ἕγελος ὅμως λέει : Οἱ ἀνθρώπινες ἐφευρέσεις τῶν ἐργαλείων ἀνήκουν στὸ πνεῦμα καὶ μὲ αὐτὲς ὁ ἄνθρωπος ὑπερβαίνει τὶς φυσικές δυσκολίες, στρέφοντας τὴν φύση ἐναντίον ἑαυτῆς. Ὡς τέτοια (πνευματικὰ δημιουργήματα) τὰ ἐργαλεῖα, πρέπει νὰ θεωροῦνται ἀνώτερα τῶν πραγμάτων τῆς φύσης ( Vorlesungen über die Philosophie der Geschichte, werke 12, Suhrkamp 1970, σελ. 295).

[18].. Ὁμοίως, Εὐθύνη,   (τ.  24,   1973, σελ. 600).

Μὴ μπορῶντας νὰ ξεφύγη ἀπὸ τὶς ἐσώτατες πεποιθήσεις του γιὰ τὰ προπολεμικὰ ἰδεώδη καί τὴν βαθειά του πίστη στὸ Schicksal, μὲ μείζονα ὑπόθεση τὴν εὐρωπαϊκὴ παρακμή, γράφει ὁ κ. Τσάτσος : «Ὅταν βλέπη κανεὶς τοὺς Γερμανοὺς νὰ μιμοῦνται στὸ χῶρο τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν σπουδῶν τοὺς ἀμερικανούς, ἀντὶ νὰ βρίσκουν λύσεις ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴ δική τους πνευματικὴ παράδοση, μπορεῖ μὲ ἀσφάλεια νὰ διαπιστώση ὅτι ἡ πολιτιστικὴ κρίση τῆς Εὐρώπης δὲν ξεπεράσθηκε». Ἡ «κρίση» λοιπὸν τῆς Εὐρώπης ὀφείλεται στὸ ὅτι οἱ Γερμανοὶ ὑφίστανται τὶς συνέπειες τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Ἐφ' ὅσον ὅμως ὁ τρόπος ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης μπορεῖ ν' ἀποδεικνύη «κρίση πολιτισμοῦ», ἐπεκτείνοντας κανεὶς τὴν Λογική του ἀβδηριτικῶς, πρέπει ἐπίσης «μὲ ἀσφάλεια νὰ διαπιστώση» ὅτι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κωσύ ὡς τὰ 1940, πού ἡ Εὐρώπη εἶχε τὸ μονοπώλιο τῆς ἐπιστήμης, δὲν ἐπέρασε καμμία κρίση. Νὰ ἀποκλείσουμε λοιπὸν καὶ τὸ ἐνδεχόμενο μήπως ὁ πόλεμος συντελεῖ στὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐπιστήμης. Κατὰ τὸν τρόπο αὖτον, ὅταν ὁ Πουανκαρὲ παραδεχὸταν τοὺς τρόπους τοῦ Χίλμπερτ, ἐπρόκειτο περὶ κρίσεως τοῦ Γαλλικοῦ πολιτισμοῦ. Ὅταν ὁ Τσερμέλο υἱοθετοῦσε τὶς ἀρχὲς τοῦ Ράσσελ, ἐπρόκειτο περὶ κρίσεως  τοῦ  Γερμανικοῦ πολιτισμοῦ  καὶ  οὕτω  καθεξῆς.  Προφανῶς    κ. Τσάτσος παρομοιάζει τὴν Εὐρώπη μὲ ἕναν  ὀργανισμό,  πού ἔχει ἄρρωστο κάποιο μέλος του. Καὶ τοῦτο ὅμως σωστὸ δὲν εἶναι : ἀφοῦ ἦταν στὴν φύση τῶν Γερμανῶν νὰ κάνουν πολέμους — αὐτὸ ἀπὸ μίαν ἄποψη εἶναι προνόμιο — ὑπῆρχαν ἐπίσης στὴν φύση τους καὶ οἱ κατάλληλες δυνάμεις, γιὰ ν' ἀντιμετωπίζουν τὰ ἐπακόλουθα. Ἄν ἐδεχόμαστε ὅτι τώρα οἱ Γερμανοὶ βρίσκονται σὲ κάποιο μίνιμουμ, εἶναι σὰν νὰ προϋποθέτουμε ὡς μάξιμουμ τὴν δυνατότητά τους νὰ κάνουν διαρκῶς πολέμους! Ὅτι οἱ μεταπολεμικὲς συνθῆκες ἀναγκάζουν τοὺς Γερμανοὺς νὰ παρακολουθοῦν τοὺς Ἀμερικανοὺς ἤ τοὺς Ροισους, ἀφοῦ ἔχασαν τοὺς δικούς τους ἐπιστήμονες, εἶναι γεγονὸς πραγματικό. Ἀπὸ αὐτὸ ὅμως ὡς τὴν «κρίση» τοῦ πολιτισμοῦ ὑπάρχει διαφορὰ μεγάλη. Ἐπιτέλους μέσῳ αὐτῆς τῆς «κρίσεως» δὲν πρέπει νὰ ἐξυπονοεῖται ὄτι οἱ εὐτυχέστεροι τῶν λαῶν εἴμαστε ἐμεῖς μὲ τὴν μεγάλη παράδοση.     ἐπιστήμη ἄλλωστε σήμερα εἶναι ἕνας τρόπος ὑπάρξεως τῆς ἀνθρωπότητας — ὅπως ἄλλοτε ἦταν ἡ μουσικὴ π.χ.— ὥστε ἡ ἔννοια τοῦ ἐθνικιστικοῦ ἀπομονωτισμοῦ δὲν ἔχει νόημα. Ἂν ὑποθέσουμε, ἔστω, ὅτι οἱ Ἀμερικάνοι ὑπερέχουν τῶν Γερμανῶν στὴν ἐπιστήμη, δὲν τὸ ὀφείλουν  στήν  παράδοσή τους, πού δὲν ἔχουν, ἀλλά  σὲ ἄλλους λόγους. Ὅτι τὰ ἐθνικὰ   γνωρίσματα τῶν λαῶν συνυφαίνονται στὴν ἐπιστήμη, δὲν θὰ πῆ ὅτι οἱ λαοὶ δουλεύουν   ἐπιστημονικὰ βάσει τῶν παραδόσεών τους. Ἡ διαφορὰ εἶναι   στὰ   μυαλά τους, στὶς νοοτροπίες τους στὸν τρόπο τοῦ αἰσθάνεσθαι. Τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ δὲν συνιστοῦν διαφορὲς συγκρίσεως. Εἶναι ἁπλούστατα οἱ βιολογικὲς καταβολὲς τῶν λαῶν.   Νὰ ἀγνοήση ἐπὶ παραδείγματι ὁ Ρῶσος  τόν Ἰάπωνα, ἐπικαλούμενος τὴν παράδοσή του, δὲν γίνεται. Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ οὔτε νόημα ἔχει στόν τομέα τῆς ἐπιστήμης.  Γι’ αὐτὸ κιόλας ὅσοι ἐμίλησαν γιὰ εὐρωπαϊκὴν ἑνότητα - ἐκτός τῶν δικῶν μας διανοουμένων — ἕναν   ἀπό τους βασικοὺς φορεῖς αὐτῆς τῆς ἑνότητος ἐθεώρησαν τὴν ἐπιστήμη.  Ἐπειδὴ εἶναι σὰν λειτουργία ὑπεράνω ἐθνικιστικῶν  διαφορῶν,  παραδόσεων καὶ καπριτσίων...     ψυχολόγος  J. Piaget, γράφει: « Cest pourquoi l  accord des esprits est realizable dans la science, ou un probleme concret comportera des solutions semblables a Moscou, a Louvain, ou a Chicago, independamment des philosophies les plus differentes de chercheurs qui appliquent des methods analogues de»  (Ἰδοὺ γιατί πραγματοποιεῖται σύμπτωση τῶν γνωμῶν στὴν ἐπιστήμη, ὅπου ἕνα συγκεκριμένο πρόβλημα θὰ ἐπιφέρη ὅμοιες λύσεις στὴν Μόσχα, τὴν Λουβαίνη ἤ στὸ Σικάγο, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς φιλοσοφίες, τὶς πλέον διαφορετικές, τῶν ἐρευνητῶν πού χρησιμοποιοῦν ἀνάλογες ἐργαστηριακὲς μεθόδους) (Εἰσαγ. στὴν γενετικὴ ἐπιστημολογία, Ι, σελ. 15). Οἱ εὐρωπαῖοι λοιπὸν ὅταν μιλοϋν γιὰ ἐπιστήμη ἔχουν ἀλλά  κριτήρια. Ἄς ἡσυχάση ἄρα ὁ κ. Τσάτσος καὶ οἱ Γερμανοὶ ξέρουν νὰ συντηρήσουν τὴν παράδοσή τους καὶ νὰ τὴν δυναμώσουν. Τὸ ἴδιο κάνουν καὶ οἱ Γάλλοι καὶ οἱ Σουηδοὶ καὶ οἱ Ἐλβετοί. Ξέρουν καλά οἱ Γερμανοὶ τί κάνουν καὶ δὲν προσφέρονται γιὰ παραδείγματα συλλογιστικῶν συμπερασμάτων ἰδιοτρόπων. Ἔπειτα ὁ κ. Τσάτσος δὲν πιστεύει στὶς μεταφυτεύσεις;

[19].. «Ἑταιρεία Μελέτης Ἑλληνικῶν  προβλημάτων»:  Ι,  «Ἑλλὰς - Εὐρώπη», σελ. 32.

[20].. Ἐκεῖνο πού μᾶς φαίνεται λίγο δυσεξήγητο εἶναι γιατί φωνάζει ὁ κ. Ἀνδρέας σχετικὰ μὲ τὴν ΕΟΚ. Δὲν νομίζουμε ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ φωνάζη : ἂς ἀφήση τὸν δημοτικιστὴ κ. Μαῦρο νὰ «κάμνη» τὴν σύνδεση. Ἄδικα μᾶλλον φωνάζει. Ἄλλωστε, ὅπως διαβεβαίωσε ὁ κ. Μαῦρος τὸν κ. Σεϋσσόν, «στὴν Ἑλλάδα ἕνας λαός, χάρη στὴ δική του θέληση, πραγματοποίησε κάτι τὸ καταπληκτικό. Δὲν ὠργανώθηκε ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό, δὲν ὠργανώθηκε ἀπὸ καμμιὰ δύναμη, ἀλλά  ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν λαό». Ἀφοῦ ὁ κ. Μαῦρος δίνει τέτοιες διαβεβαιώσεις στὸν μόλις ἐπιστρέψαντα ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ κ. Σεϋσσόν, θά τὰ καταφέρη καὶ μὲ τήν σύνδεσή μας στὴν Εὐρώπη. Δὲν τὸ κατανοεῖ ὁ κ. Παπανδρέου; Ἐκεῖνο πού ἐπιμόνως μᾶς παραξενεύει, εἶναι ἡ ἐμμονή τοῦ κ. Παπανδρέου γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς συνδέσεως μὲ τὴν Εὐρώπη. Ἄθελα συνδυάζουμε αὐτὴν τὴν ἐπιμονή του, μὲ τὴν ἐξήγηση πού δίνει στὸ βιβλίο του «Ἡ Δημοκρατία στὸ ἀπόσπασμα» γιὰ τὴν πρωθυπαυργοποίηση τοῦ Τσιριμώκου. Εἶναι, λέει, πρόβλημα ψυχιατρικῆς ἀναλύσεως! Κάποια ἀνάλογη ἐξήγηση, πού δὲν μποροῦμε ἴσως νὰ ἀντιληφθοῦμε, θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχη καὶ γιὰ τὴν ΕΟΚ. Δὲν γνωρίζουμε ἂν εἶναι ἐπαρκὴς ὁ λόγος τῶν πολυεθνικῶν ἑταιρειῶν καί τοῦ διεθνοῦς κεφαλαίου. Ἴσως νὰ νομίζουμε ἔτσι, ἐπειδὴ δὲν πιστεύουμε πολὺ στὸν οἰκονομικὸ ντετερμινισμό. Τὸ πρόβλημα τῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς εἶναι φυσικὰ πολυπλοκώτατο σὲ ὅλες τίς ἀπόψεις του, ἕνα ὅμως σχεδὸν προφανὲς ἐπακόλουθο μίας τέτοιας σύνδεσης, θὰ εἶναι οἱ ἐπιπτώσεις στὸν κοινωνικὸ τομέα καὶ στὶς σχέσεις τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς, πού θὰ ἐπιτρέψουν τὴν δυνατότητα κάποιας «σοσιαλιστικῆς» διαδικασίας. Δὲν βλέπουμε δηλαδή γιατί θὰ ἔπρεπε νὰ προτιμήσουμε τὴν κατάσταση τοῦ ἀνεξαρτήτου κράτους στὰ Βαλκάνια — πρᾶγμα πού θὰ τὸ ἀπαγόρευση ἀπολύτως ἡ Ρωσία — εἴτε στὸ καθεστὼς τοῦ τρίτου κόσμου, ἐνῷ θά μπορούσαμε νὰ ἀναπτύξουμε τίς κοινωνικοπολιτικές ἐκεῖνες συνθῆκες πού θά ἐπέτρεπαν τὴν σύνδεσή μας μὲ τὴν Εὐρώπη καὶ πού θά ὡδηγοῦσαν ἀνεξάρτητα ἀπό τὸ ἀποτέλεσμα (πού ἐμεῖς θεωροῦμε ἀδύνατο), στὴν ἀνάπτυξη μίας κάποιας κοινωνικῆς διαδικασίας. Μᾶς φαίνεται, ἀντίθετα, προφανὲς δεδομένο, ὅτι ὅλα σχεδὸν τὰ κράτη τοῦ τρίτου κόσμου ὑφίστανται ἕνα κάποιο εἶδος προστασίας. Πάντως, εἴτε ἔτσι, εἴτε ἀλλοιῶς, ἡ σύνδεσή μας, ὅπως βρισκόμαστε, οὔτε κὰν πιθανὴ εἶναι. Μπορεῖ ὁ κ. Παπανδρέου νὰ μὴν ἀνησυχῆ. Τότε θά ὑπῆρχε κάποια πιθανάτης, ἂν μποροῦσε ὁ κ. Καραμανλῆς ν' ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὴν κατεστημένη πλέμπα πού τὸν περιβάλλει. Ἀλλά αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀποπνέουν ὑπανάπτυξη, ὅπως ἡ ὕαινα τήν μυρωδιά της. Καὶ κάτι τέτοιες μυρωδιὲς στοὺς εὐρωπαίους εἶναι ἀνυπόφορες· ἔστω καὶ ἐξ ἀποστάσεως 2500 χιλιομέτρων, ὅσο δηλαδή ἀπέχει ἡ ... Μακρόνησος ἀπὸ τὸ Λοῦβρο!


 

1 σχόλιο:

  1. Οἱ στίχοι τοῦ ποιήματος τοῦ Σουρῆ πού μελοποίησε ὁ Γιάννης Ζουγανέλης

    Ποιὸς εἶδε κράτος λιγοστὸ
    σ’ ὅλη τὴ γῆ μοναδικό,
    ἑκατὸ νὰ ἐξοδεύει
    καὶ πενῆντα νὰ μαζεύει;

    Νὰ τρέφει ὅλους τούς ἀργούς,
    νἄχει ἑπτὰ Πρωθυπουργούς,
    ταμεῖο δίχως χρήματα
    καὶ δόξης τόσα μνήματα;

    Νά’ χει κλητῆρες γιὰ φρουρὰ
    καὶ νὰ σὲ κλέβουν φανερά,
    κι ἐνῷ αὐτοὶ σὲ κλέβουνε
    τὸν κλέφτη νὰ γυρεύουνε

    Δυστυχία σου, Ἑλλάς,
    μὲ τὰ τέκνα πού γεννᾶς!
    Ὤ Ἑλλάς, ἡρώων χώρα,
    τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

    Ὅλα σ’ αὐτὴ τὴ γῆ μασκαρευτῆκαν
    ὀνείρατα, ἐλπίδες καὶ σκοποί,
    οἱ μοῦρες μας μουτσοῦνες ἐγινήκαν
    δὲν ξέρουμε τί λέγεται ντροπή.

    Σπαθὶ ἀντίληψη, μυαλὸ ξεφτέρι,
    κάτι μισόμαθε κι ὅλα τὰ ξέρει.
    Κι ἀπὸ προσπάππου καὶ ἀπό παπποὺ
    συγχρόνως μποῦφος καὶ ἀλεποῦ.

    Θέλει ἀκόμα κι αὐτὸ εἶναι ὡραῖο
    νὰ παριστάνει τὸν εὐρωπαῖο.
    Στὰ δύο φορῶντας τὰ πόδια ποὔχει
    στὸ ‘να λουστρίνι, στ’ ἄλλο τσαρούχι.

    Δυστυχία σου, Ἑλλάς,
    μὲ τὰ τέκνα πού γεννᾶς!
    Ὢ Ἑλλάς, ἡρώων χώρα,
    τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

    Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαῖο,
    ὕφος τοῦ γόη, ψευτομοιραῖο.
    Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
    λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

    Καὶ ψωμοτύρι καὶ γιὰ καφὲ
    τὸ «δὲ βαρυέσαι» κι «ὢχ ἀδερφέ».
    Ὡσὰν πολίτης, σκυφτὸς ραγιᾶς
    σὰν πιάσει πόστο: δερβεναγᾶς.

    Δυστυχία σου, Ἑλλάς,
    μὲ τὰ τέκνα πού γεννᾶς!
    Ὢ Ἑλλάς, ἡρώων χώρα,
    τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή