Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Ἡ λογοτεχνία ὡς δείκτης πνευματικῆς ὑπανάπτυξης



Τά παραμύθια ἀνιστορῶ

τούς μύθους ξεδιαλέω

στολνῶ τό ψέμμα ὅσο μπορῶ

καί τήν ἀλήθεια λέω
 Ἔχουμε δείξει - σὲ πολλὲς μέχρι σήμερα ἀναρτήσεις - τὴν ἐδῶ καὶ 200 χρόνια ἀντικειμενικὴ ἀνυπαρξία θεμελίων συγκρότησης νεοελληνικοῦ κράτους. Τήν ἀπουσία ὄχι μόνον ἐθνικῆς, ἀλλὰ ὁποιουδήποτε εἴδους συλλογικῆς συνείδησης. Αὐτὸ τὸ κοινωνικὸ ἀδιέξοδο ἐπιχειρήθηκε μὲ πολλοὺς καὶ διάφορους τρόπους νὰ καλυφθεῖ. Ἡ ( ἀντ)-εθνικὴ ἰδεολογία τοῦ δασκάλου, τοῦ παπᾶ καὶ τοῦ χωροφύλακα σὲ μία ντεμὲκ ἀντιπαράθεση ἁρπαχτῆς μὲ τοὺς εὐρωλιγούρηδες κλεπτοκράτες ἔκρυψαν τὴν πραγματικότητα καὶ ἔθρεψαν τὸν νεοέλληνα μὲ ὀνειροπολήματα, μυθολογίες δόξας, φολκλόρ, εὐρωπαϊκὲς οἰκογένειες καὶ προοπτικές. Ὅτι κατέγραψε καί ὁ Ἰ. Βηλαρᾶς ( 1771-1823) στό διπλανό τετράστιχο. Γιὰ νὰ τρῶνε τὰ δάνεια ἀπὸ τὸ 1821 μέχρι σήμερα καὶ νὰ τὸν ἀφήσουν ἐν τέλει στὴν ψάθα. Ὅλο αὐτὸ τὸ παρακμιακὸ κλῖμα πνευματικῆς φτώχειας, πού ἀναπόφευκτα κατέληξε σήμερα καὶ στὴν ὑλικὴ φτωχοποίηση, ὡραιοποίησε ἡ παρακμιακὴ νεοελληνικὴ διανόηση τῶν «γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν». Τὴν βαρύτατη ἱστορικὴ εὐθύνη τῆς διανόησης εἴδαμε ἀναλυτικὰ στὸ βιβλίο τοῦ Γερασίμου Κακλαμάνη « ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ». Στὴν σημερινὴ ἀνάρτηση  ( σελίδες 252 -272 τοῦ βιβλίου του Η ΕΛΛΑΣ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ, 1990 ), ὁ Κακλαμάνης ἀποδεικνύει μὲ μαθηματικὴ λογικὴ τὴν στενὴ και ἀμφίδρομη σχέση τῆς ἀνύπαρκτης
ἐθνικῆς συνείδησης – κυρίως λόγῳ τῆς παγκοσμιότητος ἑνός κατά τόπους διαφορισμένου ἑλληνισμοῦ πού ἰσοπεδώθηκε ἐθνικά -  καὶ μιᾶς ἀνούσιας λογοτεχνίας ἀλαλούμ… Ἂν ὁ νεοέλληνας θέλει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ κρίση δὲν φτάνει νὰ κουρέψει τὸ χρέος - ἀφοῦ οἱ ἑπόμενες γενηὲς δὲν φταῖνε σὲ τίποτε νὰ τὸ φορτωθοῦν - ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὸ εὐρωπαϊκὸ ψέμμα πρέπει νὰ ἀπαλλαγεῖ καὶ ἀπὸ τήν κακομοιρίστικη ἑλλαδικὴ ὀμφαλοσκοπία του. Οἱ μπλόφες τοῦ Μακρυγιάννη καί ἡ τεχνητή ἑλληνικότητα τῆς γενηᾶς τοῦ 30 καμμιά σχέση δέν ἔχουν μέ τήν γνησιότητα τοῦ Παπαδιαμάντη.



Η ΕΛΛΑΣ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ( Γερασίμου Κακλαμάνη, σελ. 252-272)

Μποροῦμε ὅμως στὴν Ἑλλάδα νὰ μιλήσωμε καθόλου περὶ λογοτεχνίας; Τὸ δύσκολο ἐρώτημα «Τί εἶναι λογοτεχνία», εἴμαστε ὑποχρεωμένοι στὴν θέση τούτη νὰ τὸ παρακάμψωμε. Ἂν ὡστόσο ἐθέλαμε θεωρήσει δεδομένον ἕναν ὁρισμὸ τοῦ W. Benjamin: «Ἕνα ἔργο πού δείχνει τὴν σωστὴ κατεύθυνση διαθέτει ἐπίσης ἀναγκαστικὰ καὶ κάθε ἄλλη ποιότητα» («Versuche tiber Brecht» (Der Autor als Produzent), 1966, σελ. 95 κ.ε.), τὰ συμπεράσματα πού θὰ καταλήγαμε γιὰ τὴν «νεοελληνικὴ λογοτεχνία» θὰ ἦσαν πολὺ ἀπαισιόδοξα. Ποιὰν κατεύθυνση νὰ δείξη ἕνα λογοτεχνικὸ ἔργο μέσα στὸ νεοελληνικὸ κοινωνικὸ κομφούζιο; Χωρὶς ἱστορικὸ συνειδέναι (πρᾶγμα πού φαίνεται ἀπὸ τὴν νεοελληνικὴ ἱστορικὴ ἔρευνα) ποιὰν κατεύθυνση μπορεῖ νὰ δείξη ὁ λογοτέχνης; Μέσα σὲ μιὰ κοινωνία συνεχοῦς ἱστορικῆς διασπάσεως (ὅπως ἐδημιουργήθη ἱστορικά), μπορεῖ ὁ λογοτέχνης νὰ ἀνασυνθέση κάποιαν πραγματικότητα; Συνεπῶς ἡ βαθύτερη οὐσία τῆς «λογοτεχνίας» μας κατ’ ἀνάγκην μορφολογικὰ συνίσταται στὸ Reportage. Στὴν ἀποσπασματικὴ δηλαδὴ «ὀπτικὴ» μίας μερικῆς συνείδησης — αὐτῆς τοῦ συγγραφέα —, πού ἀναγκαστικὰ θὰ δώση τὸ μέρος μίας διασπασμένης πραγματικότητος. Γιὰ νὰ δώση κάποιο «ὅλον» πρέπει νὰ ἀναχθῆ στοὺς «ἐθνικοὺς» ἰδεολογικοὺς μύθους, ἀφοῦ ἄλλη βάση δὲν ὑπάρχει, ὅποτε δὲν εἶναι πιὰ λογοέτεχνία. Πρόκειται συνεπῶς περὶ μίας συνεχοῦς «ὀπτικῆς», χωρὶς κοψίματα (αὐτὰ πού ἐπιτρέπουν στὸν συγγραφέα νὰ βάλη τὶς ἰδέες του, προκειμένου νὰ ἀνασυνθέση τὴν «σωστὴ κατεύθυνση» ἤ τὴν ὅποιαν ἄλλη πραγματικότητα ὡς ὀντότητα τέχνης). «Φωτογραφίες» λοιπὸν χωρὶς «κατεύθυνση» εἶναι δυνατὸν νὰ συστήσουν τὴν ποιότητα τῆς λογοτεχνικῆς μας παραγωγῆς, διότι λογοτεχνία χωρὶς ἱστορικὸ συνειδέναι — αὐτὸ πού μονίμως λείπει ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ δεδομένα τοῦ νεοελληνικοῦ χώρου — εἶναι κατ’ ἀνάγκην περιγραφή. Οὔτε καν ἠθογραφία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι σὲ μιὰ κοινωνία διεσπασμένων ἠθῶν. Ἡ «νατουραλιστικὴ» αὐτὴ κατάσταση τῆς «λογοτεχνίας» μας καταλήγει ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας σὲ καθαρὰ Reportages τύπου «Ζ», ἔργα τῆς «καταγραφῆς» καὶ τῆς «καταγγελίας», ὅπου κανένας πληροφορεῖται κάτι περισσότερα ἀπ’ ὅτι θὰ μάθαινε διαβάζοντας μίαν ἐφημερίδα καὶ ὁπωσδήποτε λιγώτερα ἀπ’ ὅτι μελετῶντας μίαν περὶ Ἑλλάδος ξενόγλωσση διατριβή... Καίτοι δὲν μποροῦμε νὰ προβοῦμε ἐδῶ σὲ ἀναλύσεις, τυχαῖα ἑρμηνευτικὰ παραδείγματα ἀρκοῦν: σὲ γνωστὸ λογοτεχνικὸ ἔργο τῶν ἡμερῶν μας, ἕνα τρυφερὸ παιδὶ πηγαίνει στὸ πρῶτο του ραντεβοὺ μὲ τὸ ποδήλατο κρατῶντας ἕνα γαρύφαλλο, τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως ἕνα φορτηγὸ τὸ πολτοποιεῖ. Λοιπόν; Πρέπει ἄραγε νὰ καταργήσωμε τὰ φορτηγά; Μήπως τὰ ποδήλατα; Πρέπει νὰ σταματήσουν νὰ πηγαίνουν οἱ ἄνθρωποι ραντεβού; Πρὸς ποιὰν κατεύθυνση «ζητεῖται ἡ ἔλπις» καὶ πού βρίσκεται τὸ «ἐπέκεινα» τοῦ περιστατικοῦ; Σὲ ἕνα σύγχρονο παληότερο λογοτέχνημα, ἕνας νεαρὸς βοσκὸς στὴν Σαλαμίνα, βοσκώντας τὰ πρόβατα του συζητεῖ μὲ ἕναν γέρο (πατέρα του, ἄν δὲν μᾶς ἀπατᾶ ἡ μνήμη) γιὰ τὴν φύση τοῦ πολέμου. Καὶ ἡ «ἐξήγηση» τοῦ γέρου εἶναι, ὅτι ὁ πόλεμος μοιάζει μὲ νεροποντή! Φυσικὸ δηλαδὴ γεγονὸς εἶναι ὁ πόλεμος. Ὄχι κοινωνικό, τοῦ ὁποίου οἱ ἄνθρωποι ὀφείλουν νὰ βροῦν τὰ αἴτια γιὰ νὰ τὸν ἀποφύγουν. Νὰ ἀναρωτηθῆ κανεὶς μετὰ ἀπ’ αὐτό, ἂν ἔχη καν νόημα ἡ πολιτική, εἶναι προφανῶς ἐρώτημα μάταιο. Οὔτε καὶ περὶ τοῦ ρόλου τοῦ κοινοβουλίου μπορεῖ προφανῶς νὰ σκεφθῆ κανείς, διότι ἤδη ἡ διάσταση μεταξὺ φυσικῶν καὶ κοινωνικῶν φαινομένων εἶναι νοητικῶς δεδομένη. Καὶ σὲ κοινωνίες ὑποανάπτυκτες πού δὲν ἔχουν ἐπιστήμη γιὰ νὰ θέσουν τοὺς φυσικοὺς νόμους στὴν ὑπηρεσία τῆς κοινωνίας, ἡ διάσταση ἰδεολογικῶς παραμένει εἰς τὸ διηνεκὲς ἀγεφύρωτη. Καὶ ἔτσι ἀντανακλᾶται καὶ στὴν λογοτεχνία. «Λογοτεχνικῶς» τὸ ἀεροπλάνο πού πετάει δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι «πουλί»... Ὁ προβληματισμὸς δὲν μπορεῖ νὰ πάη παραπέρα, διότι δὲν πᾶνε τὰ πράγματα κοινωνικῶς. Ὡστόσο ἔχομε «λογοτεχνία». Καὶ ἔχομε καὶ «ἱστορίες τῆς λογοτεχνίας», καὶ ἔχομε καὶ «λογοτεχνικὴ κριτική». Τί ἄραγε εἶναι αὐτὸ πού λέμε «λογοτεχνία»;

«Λογοτεχνία» σήμερα γιὰ τὶς ὑποανάπτυκτες κοινωνίες εἶναι ἁπλῶς ἕνας «δείκτης ὑπαναπτύξεως» καὶ ἀκριβῶς ὡς τέτοιος μελετᾶται. Στὴν κατηγορία αὐτὴ ὑπάγεται καὶ ἡ δική μας λογοτεχνία. Συμβαίνει αὐτό, διότι ἀπὸ κοινωνιολογικὲς μελέτες καὶ ἀναλύσεις ἔγινε γνωστό, ὅτι ἕνα μόνιμο χαρακτηριστικό τῆς πολιτικῆς ὑποαναπτύξεως πολλῶν χωρῶν τοῦ τρίτου κόσμου εἶναι ἡ μετατροπὴ τοῦ πολιτικοῦ προβληματισμοῦ σὲ «λογοτεχνία». Ἐπειδὴ στὶς κοινωνίες αὐτὲς λείπει ἡ ἐπιστημονικὴ σκέψη, ὡς μόνος τρόπος «ἐκφράσεως» μένει ἡ λογοτεχνικὴ περιγραφή. Ἀπὸ τὴν ὁποίαν μποροῦν νὰ προκύψουν καὶ μέτρα κοινωνιολογικῆς μελέτης. Στὶς λογοτεχνίες αὐτές, βασικὰ νοήματα τῆς πολιτικῆς θεωρίας γίνονται θέματα «περιγραφῶν» καὶ «διάλογοι» μυθιστορημάτων. Ἡ ἠλεγμένη ἐπιστημονικὴ γνώση — πού προϋποθέτει μιὰ δυναμικὴ διαρκοῦς ἐξελίξεως καὶ πού ὑφέρπει στὶς λογοτεχνίες τῶν ἀνεπτυγμένων χωρῶν —, γίνεται ἀμετακίνητο θέμα «ἀπόψεων» καὶ «πίστεων» τοῦ μυθιστοριογράφου, μεταφυσικὸ πλαίσιο δημιουργίας αἰσθημάτων μέσα στὶς «συλλογικὲς» λαϊκὲς ἀπαιτήσεις τῆς ὑποαναπτύξεως. Ἐκτονώσεις δηλαδὴ πού δὲν οδηγούν σὲ καμμιὰ πολιτικὴ συνείδηση. Αὐτὰ τὰ πράγματα ἀκριβῶς ἡ ἐπιστήμη τῆς λογοτεχνίας (Litereturwissenschaft) καὶ ἡ κριτικὴ μελετοῦν, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπο πού μελετοῦν ἄλλα φαινόμενα στὶς κοινωνικῶς λειτουργοῦσες λογοτεχνίες. Μέσα στὴν μονίμως θολὴ «ἐθνικὴ συνείδηση» δημιουργοῦνται ἔτσι διὰ τῆς «λογοτεχνίας» βασικὲς «μεταβλητές», πού διὰ τῆς ψυχολογίας τῶν μαζῶν καὶ τῶν μέσων κοινωνικοῦ ἐπηρεασμοῦ εὔκολα τίθενται στὴν ὑπηρεσία ἐπιθυμητῶν πολιτικῶν διαχειρίσεων. Ἡ φιλμοποίηση τοῦ «Ζ» π.χ. σ’ ἐμᾶς ἐκαλλιέργησε τὸν μῦθο τῆς «ἀντίστασης» καὶ οἰκονόμησε τὰ πράγματα διὰ «συμβόλων» ἕως καὶ τῶν ἡμερῶν μας. Ἐν τῷ μεταξύ, ἐπειδὴ ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται καὶ πάλι σέ... «κρίση», εἶναι προφανῶς μάταιο νὰ ἀναζητήση κανεὶς κριτήρια κοινωνικῆς προαγωγῆς τῶν πραγμάτων διὰ τῆς «ἀντιστασιακῆς λογοτεχνίας», ἤγουν λογοτεχνικῆς ἀποτιμήσεως. Πρόκειται περί... «καταγραφῶν».

Βεβαίως ἡ λογοτεχνία τῶν ὑπαναπτύκτων εἶναι ἀνάλογος τοῦ βαθμοῦ ὑπαναπτύξεως καὶ ὑπάρχουν λογοτεχνίες «ὑπὸ ἀνάπτυξη» (καὶ ὄχι ἀκριβῶς «ὑπαναπτύκτων») χωρῶν, ὅπου οἱ αἰσθητικὲς πραγματώσεις των ὑπήκουν στὰ κριτήρια τῆς λογοτεχνικῆς δημιουργίας καὶ ὡς τέτοιες διαβάζονται διεθνῶς. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τῆς λατινικῆς Ἀμερικῆς, ἡ ὁποία διαθέτει σήμερα μία ἀπὸ τὶς ἀξιολογώτερες λογοτεχνίες τοῦ τρίτου κόσμου. Γενικὰ ὅμως στὶς χῶρες αὐτὲς ἡγεμονεύουν πολιτικὲς κλίκες καὶ ὄχι πολιτικὲς ἐλίτ, ἐνῷ κατὰ κανόνα οἱ «ἐθνικὲς φυσιογνωμίες» εἶναι ποιητὲς καὶ καλλιτέχνες. Αὐτὰ εἶναι οἰονεί «στάνταρτ» χαρακτηριστικὰ πολλῶν ὑποανάπτυκτων χωρῶν, ὅπου οἱ λογοτεχνίες αὐτὲς ἀναπτύσσονται. Στὶς λογοτεχνίες αὐτὲς ἀντιμετωπίζονται θέματα πού γιὰ τοὺς ἄλλους εἶναι καὶ ἄλλως πώς γνωστὰ — ἀπὸ κοινωνική, πολιτικὴ καὶ ἱστορικὴ μελέτη — καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀκριβῶς ἀποκτοῦν τὴν σημασία τους τὰ λογοτεχνικὰ ἔργα ὡς «δίοδοι» ἐπικοινωνίας. Ὡς γνωστόν, τὸ πρῶτον χαρακτηριστικὸν τῆς τέχνης γενικὰ εἶναι ὅτι αὐτή ἐκπονεῖται ὡς «γλῶσσα» ἐπικοινωνίας.

Ἔχει ὅμως ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία ὡς σύνολο θέματα ἐπικοινωνίας; Γιὰ νὰ περιορισθοῦμε μόνο στὴν πρόσφατη, μποροῦμε μὲ λίγα λόγια νὰ τὸ ἀποκλείσωμε ἁπλά: ἀντικείμενο τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας ἀπό τους βαλκανικοὺς πολέμους κι ἐδῶ, ἰδιαίτερα δὲ ἀπὸ τὸ 22, γίνεται μονίμως ἡ «ἑλλαδικότητα». Μιὰ ἔννοια ἄγνωστη δηλαδή, πού κανέναν ἐκτὸς Ἑλλάδος δὲν μπορεῖ νὰ ἐνδιαφέρη. Καὶ ἂν ὑπάρχη κάποιο εἰδικώτερο ἐνδιαφέρον γι’ αὐτή, εἶναι ἀκριβῶς ὡς μέτρον μὴ μεταδοσιμότητος, δηλαδὴ ὡς μὴ λογοτεχνία. Εἰδικὰ στὴν Ἑλλάδα, ὑπάρχει ἕνα ἰδιάζον ἀλλά  καὶ ἀπολύτως αὐτονόητο «λογοτεχνικὸ» χαρακτηριστικό: τὸ «ἔθνος»! Ἐνῷ δηλαδὴ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ κρατικῆς ὑποστάσεως ἀπὸ Ἐπιδαύρου καὶ ἐντεῦθεν, ὡς ἔννοια οὐδέποτε ἀπετέλεσε θέμα ἐπιστημονικῆς ἐπεξεργασίας. Μόνο μετὰ τοὺς βαλκανικοὺς πολέμους, λόγῳ τῆς οὐσιώδους φυλετικῆς μεταβολῆς, θὰ ἀποτελέση διασκορπισμένα θέμα μερικῶν μονογραφιῶν ὀλίγων μόνον σελίδων. Πέραν αὐτῶν θὰ παραμείνη μόνιμο θέμα τῆς «λογοτεχνίας» — μεμιγμένο φυσικὰ μὲ ὅλην τὴν θολότητα τῶν εἰδώλων τοῦ μὴ ἑνιαίου «ἐθνικοῦ παρελθόντος» — καὶ ὁ μόνιμος ἄξονας τῆς λογοτεχνικῆς παραγωγῆς τῆς «γενηᾶς τοῦ 30». Μποροῦμε συνεπῶς νὰ ποῦμε, οὔτε καν στοὺς Ἕλληνες ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία δὲν εἶναι κατανοητὴ καὶ μεταδόσιμη, ἀφοῦ βάση ἔχει τὶς ὑποκειμενικὲς περὶ «ἔθνους» αἰσθήσεις τοῦ μεμονωμένου λογοτέχνη. Περὶ «ἔθνους», ὅπως καὶ περὶ Θεοῦ, κανένας δὲν ξέρει περισσότερα ἀπὸ τὸν ἄλλον γιὰ νὰ τοῦ τὰ «μεταδώση»...

Ἀπὸ τὸν «Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου» μέχρι καὶ τῶν τελευταίων ποιημάτων τῆς «γενηᾶς τοῦ 30» — ἰδιαίτερα δὲ στὰ μυθιστορήματα της (π.χ. «Ἀργώ» τοῦ Θεοτοκᾶ) —, τὸ «ἔθνος» ὡς «ἀνεύρεση» εἶναι ὁ κεντρικὸς ἄξονας ὅλης της λογοτεχνικῆς παραγωγῆς. Ἰδιαίτερα θὰ φανῆ, πώς τὸ ἰδεολογικὸ περὶ «ἔθνους» κομφούζιο ἀντανακλᾷ στὶς λογοτεχνικὲς καταστάσεις, μὲ τὴν δικτατορία τοῦ Μεταξᾶ καὶ τὸν ἐν συνεχείᾳ ἐμφύλιο. Ἡ περὶ «ἔθνους» ἀντίληψη — ἄρα οὐδόλως κάτι τὸ ἀντικειμενικὰ δεδομένο καὶ παραδεκτό, ἄρα καὶ κανένα θέμα ἐπιστήμης — εἶναι ἡ βάση πού χτίζονται τὰ φιλολογικὰ μετερίζια καὶ διεξάγονται οἱ φιλολογικοὶ ἀγῶνες ( ὁ Μελᾶς μὲ τοὺς ἄλλους λ.χ. Βλέπε ἀναλυτικώτερα γι’ αὐτὰ τὸ βιβλίο μας «Ἀνάλυση τῆς νεοελληνικῆς. ἀστικῆς ἰδεολογίας» (ἀπὸ τὸ 1880 ὡς σήμερα), Ἀθῆναι 1975). Τελικῶς τὸ μηδέποτε καθορισθὲν «Ἔθνος» (στοὺς παλαιοτέρους ὑπὸ τὴν ὀνομασία τῆς «Μ. Ἰδέας» καὶ τῆς «ἐθνικῆς ὁλοκλήρωσης», στοὺς νεωτέρους ὑπὸ ἐκείνην της «ἑλληνικότητας») θὰ προσλάβη μετεωρολογικὰ χαρακτηριστικὰ ὡς στοιχεῖα μονιμότητος (ἡλιακὸν φῶς, ἀέρας, θαλάσσιον πλαγκτὸν [χρῶμα τῆς θάλασσας] κ.λπ.), καὶ τοῦτα μάλιστα ἀδιαμορφώτως (π.χ. τὸ καλοκαιριάτικο μεσημέρι στὰ Ἑπτάνησα καὶ τὴν Σικελία εἶναι πολὺ ἀλλοιώτικη «αἴσθηση» ἀπὸ ἐκεῖνο τῆς Μυκόνου καί τῆςὝδρας, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸν κατανυκτικώτερον συνδυασμὸ μεσογειακῶν χρωμάτων τὸν ἔχει ὁ Νεῖλος...). Ἑπομένως καὶ τὸ «φῶς» μιὰ ὑποκειμενικὴ αἴσθηση παραμένει καὶ «ἐθνικῶς» φευγαλέα... Ὅτι βέβαια τέτοια περὶ «ἔθνους» χαρακτηριστικὰ μόνο ἐν Ἑλλάδι ἦταν δυνατὸν νὰ ἐπιδιωχθοῦν, εἶναι αὐτονόητο. Ἡ συνειδησιακὴ διάσπαση ὅμως ἐπὶ τοῦ φορέως αὐτοῦ της λογοτεχνικῆς μας παραγωγῆς, τοῦ «ἔθνους», ὁδηγεῖ σὲ ἕνα ἄλλο συμπέρασμα: ὅτι ἡ λογοτεχνία ἀπὸ ἐποχὴ σὲ ἐποχὴ καὶ γενεὰ σὲ γενεὰ παραμένει ἀμετάδοτη - ὅτι δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει καμμιὰ λογοτεχνία.

Πράγματι, τὸ μονίμως παρατηρούμενο στὴν ἱστορία τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας δὲν εἶναι ἡ διαμάχη ἰδεῶν, ἀλλά  ἡ διαμάχη «γενεῶν». Διὰ τοῦ ὄρου αὔτοῦ δὲν νοεῖται στὴν Ἑλλάδα ἡ λογοτεχνικὴ παραγωγὴ ἐπὶ προβλημάτων συγκεκριμένης περιόδου, ἀλλὰ πόλεμος λογοτεχνικῶν ὁμάδων μὲ σκοπὸ τὸν παραμερισμὸ ἄλλων. Ὅ,τι συμβαίνει δηλαδὴ καὶ στὸν χῶρο καταλήψεως τῆς διοικήσεως διὰ τῶν ἐπονομαζομένων κομμάτων. Δεδομένης τῆς ἐξ ἱστορικῶν αἰτίων διαρκοῦς κοινωνικῆς διάσπασης, καὶ τὰ δύο φαινόμενα εἶναι παράλληλα καὶ κατανοητά. Δὲν ὑπάρχει κοινότης προβλημάτων καὶ κοινωνικῶν κατανοήσεων, διότι ἀκριβῶς δὲν ὑπάρχει ἑνιαία συνείδηση τοῦ «ἔθνους». Οἱ φαναριῶτες σκοποῦν νὰ ἐκτοπίσουν τοὺς ἑπτανησίους (λόγος καταχρηστικὸς γιὰ τοὺς τελευταίους, γιατί αὐτοὶ δὲν «ἐγκαθιδρύθησαν» ποτὲ) καὶ ἡ «γενηὰ τοῦ 30» ὅλους τους ἄλλους. Ἡ κάθε γενεὰ θέλει νὰ ἐπιβάλη τὴν δική της ἀντίληψη περὶ «ἔθνους», καμμιὰν σχέση ἐχούσης μὲ τὴν ἀντίληψη τῆς ἄλλης, πρᾶγμα πού σημαίνει, ἀκριβῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἔννοια ἔθνους, δηλαδὴ ὁ «φορεὺς» τῆς λογοτεχνίας.

Αὐτὲς οἱ τακτικὲς ἀποκτοῦν μίαν ἀμεσότητα στὴ «γενηὰ τοῦ 30», πού εἶναι στὴν πλειονότητα τους «ἑτερόχθονες». Ἡ οἰκείωση τοῦ «αὐτόχθονος» χώρου θὰ γίνη «πατριδογνωσιακά» (τί ὑπάρχει, ὁ μὲν Παλαμᾶς γίνεται εὔκολα θέμα κριτικῆς, ἀφοῦ ὁ κόσμος πού ἀντιπροσωπεύει δὲν ὑπάρχει πιά, ἐνῷ ὁ Σολωμὸς σὰν «ἄλλη περίπτωση» θέμα Recuperation). Καὶ αὐτὸ πού ἀνακαλύπτει ἡ «γενηὰ τοῦ 30» ὡς σύμβολο τοῦ «αὐτοχθονισμοῦ» εἶναι ἡ φυσιογνωμία τοῦ Μακρυγιάννη. Αὐτὴν ἀκριβῶς καὶ ἐπιβάλλει ὡς «ἐθνικὴ φυσιογνωμία», γιὰ νὰ ὑπάρξη ὡς πρὸς αὐτὴ ἀκριβῶς τὸ κάτι ἄλλο. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν τὸ «ἔθνος» εἶναι γιὰ τὴν γενηὰ αὐτὴ ἕνας σωρὸς τριμμάτων, πού ἄλλοτε ἐπιχειρεῖ κάποιες συγκολλήσεις του μὲ εὐρωπαϊκὰ βοηθητικὰ ὑλικὰ καὶ ἄλλοτε, ὅταν αὐτὰ ἀποτυγχάνουν, ψάχνει ἀπὸ κάτω μήπως καὶ βρῆ τίποτε. Τελικῶς αὐτὸ πού βρίσκει εἶναι φῶς, ἑλληνικὸς ἀέρας καὶ βουκολικὸ χρῶμα — δηλαδὴ τίποτε. Αὐτὸ τὸ ἰδεολογικὸ τίποτε θὰ ἐπιτρὲψη τὴν ταύτιση «ἑλληνικότητας» καὶ «λαϊκῆς ψυχῆς». Καὶ τῆς ὁποίας ταυτίσεως θὰ ὑπάρξουν περαιτέρω ἰδεολογικὲς ἀξιοποιήσεις μὲ τὴν μουσική, πού δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν τὴ στιγμὴ αὐτή. Βεβαίως ἡ «γενηὰ τοῦ 30» εἶχε δικαίωμα γιὰ τὴν ἐξεύρεση καὶ ἐπιβολὴ τοῦ συμβόλου τοῦ Μακρυγιάννη. Ὁ ὁποῖος βαφτίζει τὸν γυιὸ τοῦ Ὄθωνα μὲ τὴν ἄφιξη τοῦ Ὄθωνα καί, ὅταν τὸ γραμμάτιο μένη ἀνεξαργύρωτο, γίνεται ἀντιοθωνιστὴς καὶ «δημοκράτης». Καὶ καταγινομένη μὲ τὴν φολκλορικὴ ζωγραφικὴ — χωρὶς νὰ θέλωμε νὰ ἐπιβεβαιώσωμε τὴν ἐκφρασθεῖσαν ὑπόνοια, ὅτι μέλη τῆς γενηᾶς αὐτῆς εἶχαν στὴν κατοχὴ τους πίνακες τοῦ Θεόφιλου καὶ ἐνδιαφέρονταν γιὰ τὴν ἀποτίμηση τους — ἀσφαλῶς θὰ ἤξερε καὶ ἄλλες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Μακρυγιάννη. Ὅπως λόγου χάριν ὅτι τὶς «ζωγραφιὲς» (ἤγουν τοὺς τοπογραφικοὺς χάρτες) πού ἔφκιαξε καθ’ ὑπόδειξη του ὁ Ζωγράφος — καὶ πού ἡ ἀθεράπευτη κριτικὴ μας ἐχαρακτήρισε ὡς ζωγραφικὸ ἔργο! — τοὺς πούλησε ὅλους στὸ ἐξωτερικὸ (μόνιμη ἐπιδίωξη τοῦ Μακρυγιάννη ἦταν νὰ ἀνακατεύη μονίμως τὶς ξένες δυνάμεις στὰ ἐσωτερικά της χώρας του, πρᾶγμα πού σημαίνει ἀκριβῶς ὅτι δὲν ὑπέστη ποτὲ κάποια ἑνιαία συνείδηση περὶ «ἔθνους» ἐν Ἑλλάδι) καὶ μόλις πού κατάφερε ὁ Γεννάδιος νὰ ἀγοράση ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ μιὰ σειρὰ — αὐτὴν πού ἐπὶ τέλους διαθέτει καὶ ἡ Ἑλλάδα ὡς ἐθνικὸ κειμήλιο στὴν Ἐθνικὴ Πινακοθήκη! Καὶ δὲν θέλομε φυσικὰ νὰ ποῦμε, ὅτι ἡ εἰκόνα τοῦ Μακρυγιάννη δὲν ἀντεπεκρίνετο στὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ «αὐτοχθονισμοῦ», πού εὑρῆκε ἐδῶ ἡ «γενηὰ τοῦ 30», ἀλλά  νὰ σημειώσωμε μίαν οὐσιωδέστατη λεπτομέρεια ὡς πρὸς τὸν φορέα τῆς λογοτεχνικῆς μας παραγωγῆς: ὅτι γιὰ νὰ ὑπάρξη ἔχει ἀνάγκη σκηνικῶν, διότι ἀκριβῶς ὡς συνειδησιακὴ πραγματικότητα τὸ «ἔθνος» εἶναι ἀνύπαρκτο. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἐπιβολῆς κάποιας «ἀντίληψης περὶ ἔθνους», καὶ εἶναι τοῦτο πού κοινωνικῶς καὶ ὄχι λογοτεχνικῶς θὰ ἐπιβάλη τὴν «λογοτεχνικὴ γενηά». Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὸ μυθιστόρημα ὡς λογοτεχνικὸν εἶδος εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν συνδεδεμένο μὲ τὴν ἱστορικὴ διαμόρφωση τοῦ ἔθνους κατὰ τοὺς νεώτερους αἰῶνες, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Δὸν Κιχώτη. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς παλαιότερους αἰῶνες, δὲν εἶναι τὰ ἰδεολογικὰ ὁράματα πού καθορίζουν τὴν λογοτεχνικὴ παραγωγή, ὅπως π.χ. τὴν ποίηση τοῦ μεσαιῶνος, ἀλλά  συγκεκριμένα προβλήματα κοινωνικῶν καὶ ἱστορικῶν διαδικασιῶν, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦν καὶ ἀπὸ τὴν λογοτεχνία πνευματικὴ καὶ ὄχι ἁπλῶς ἐμπνευστική ἀντιμετώπιση, ὅπως τοῦτο γίνεται καὶ ἀπὸ τὶς ἐπὶ μέρους ἐπιστῆμες πού ἀρχίζουν σιγὰ-σιγὰ νὰ ἐμφανίζονται. Ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὴν φιλολογικὴ ἑρμηνεία ἐπὶ τῶν κειμένων τῆς ἀρχαιότητος καὶ τῶν παλαιοτέρων πηγῶν. Μέσα στὴν ἱστορικὴν αὐτὴ διαδικασία ἀναπτύσσεται καὶ τὸ μυθιστόρημα ὡς πεζὸς λόγος. Τὸ μυθιστόρημα δημιουργεῖ τύπους, γιὰ νὰ προσεγγίση μὲ πνευματικὰ μέσα κοινωνικὲς καὶ ἱστορικὲς καταστάσεις. Τὸ μυθιστόρημα ὡς λογοτεχνικὸν εἶδος εἶναι τὸ κοινωνιολογικώτερον φιλολογικὸ προϊόν. Ἀλλὰ στὴν ἱστορία τοῦ εὐρωπαϊκοῦ μυθιστορήματος ὑπάρχει δεδομένη ἡ προϋπόθεσή του, ἡ ὁποία ἐξελίσσεται ἱστορικὰ καὶ τὸ δημιουργεῖ: ἡ ἑνιαία περὶ ἔθνους συνείδηση. Στὴν Ἑλλάδα αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν ὑπάρχει, πρᾶγμα πού χαρακτηρίζει τὸ σύνολο τῆς λογοτεχνικῆς παραγωγῆς. Ὄχι μόνο τὸ μυθιστόρημα, ἀλλὰ καὶ ἡ ποίηση ἔχει κοινὸ τὸ θέμα τῆς «ἑλλαδικότητας», ἤγουν τὴν συνειδησιακὴ ἀνυπαρξία ἔθνους, πού θὰ τὴν ἐγκλείση τελικῶς στὴν περιοχὴ περιθωριακῆς καὶ λογοτεχνικῶς ἀμετάδοτου καταστάσεως συναισθημάτων. Δὲν θὰ προβοῦμε σὲ περαιτέρω ἀναλύσεις, διότι τὰ ὅσα λέμε ἐλπίζομε νὰ εἶναι σαφῆ. Θὰ φὲρωμε ἁπλῶς ἕνα συμπεριλαμβάνοντος ἀποδεικτικὸ τῶν ἀνωτέρω στοιχεῖο: μπορεῖ ἄραγε νὰ ὑπάρξη λογοτεχνία, ὅταν ἡ περὶ Ἔθνους συνειδησιακὴ πραγματικότης — δημοσιευμένη στὴν ἀλβανικὴ ἐφημερίδα «Σκιπερία» τοῦ 1907 — μίας ὄχι μόνο τῶν κορυφαιοτέρων μορφῶν τῶν ἑλληνικῶν Γραμμάτων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὶς εὐρύτερες κοινωνικὲς συνειδητοποιήσεις τοῦ νεοελληνικοῦ χώρου, εἶναι ἡ ἀκόλουθη;

Ἀξιότιμε κ. Ἀποστολόπουλε,

Ἔλαβα τὸ γράμμα σου μαζὶ μὲ τὸ φύλλο τῆς «Σκιπερίας» καὶ σ’ ἐφχαριστῶ πολύ.
Εἶχα δεῖ καὶ τὸ ἄρθρο σου μέσα στὸ «Νουμᾶ» ὅπου ἀναφέρνεις τ ὄνομά μου, κι εἶχα σκοπὸ κάτι ν ἀπαντήσω. Μὰ μὲ τὶς τόσες μου δουλιὲς δὲν κατόρθωσα ὡς τώρα κι εἶναι ἀβέβαιο ἂν θὰ τὸ κατορθώσω.
Εἶναι χρόνια τώρα πού ἔχω τὴν ἰδέα — κι ἕνα ταξίδι πού ἔκανα πέρσυ ὡς τὰ Γιάννινα μοῦ τὴ στερέωσε — πώς οἱ Τοῦρκοι, οἱ Ἀρβανίτες, κι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀδέρφια κι ἕνα ἔθνος. Ἀτυχίες ἱστορικές μᾶς χώρισαν, μὰ εἶναι καιρὸς πιὰ νάν τὸ καταλάβουμε πώς εἴμαστε ἕνα αἷμα. Τὰ περασμένα ξεχασμένα. Ἃ δὲν τὸ καταλάβουμε, μᾶς εἶναι γραμένο κι οἱ τρεῖς μας ἐθνικῶς νὰ χαθοῦμε- θὰ μᾶς ρουφήξουν οἱ Σλάβοι καὶ θὰ μᾶς ρουφήξουνε γλήγορα. Ἂν ὅμως εἴμαστε ἑνωμένοι, ἂν δίχως ἐγωισμοὺς βοηθοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο ὅσο μποροῦμε, τότες ἔχουμε ἐλπίδα ν ἀντισταθοῦμε σήμερα στοὺς ὀχτρούς μας τοὺς Σλάβους, καὶ μιὰ μέρα ἴσως νὰ καταντήσουμε ἕνα ἔθνος κι ἴσως ἕνα κράτος μὲ δύναμη καὶ μὲ τιμὴ στὸν κόσμο.
Τὶς ἰδεές μου ἀφτές τὶς εἶπα καὶ τὶς λέω ὅπου μπόρεσα κι ὅπου μπορῶ. Εἶναι τώρα τρία τέσσερα χρόνια, ἔγραψα ἕνα γράμμα στὸν «Πύρρο» ὅπου πρότεινα ὡς πρώτη ἀρχὴ πώς ἡ ἀρβανίτικη πρέπει νὰ κηρυχτεῖ ὡς ἄλλη ἐθνική μας γλῶσσα στὴν Ἑλλάδα καὶ πώς τοῦ Διαδόχου τὰ παιδιά, τὰ μικρὰ βασιλόπουλά μας, πρέπει νὰ μάθουν ἀρβανίτικα. Σὲ πολλοὺς φίλους εἶπα καὶ πώς τὸ Δομπόλειο τὸ κληροδότημα ἔπρεπε νὰ χρησιμεφτεῖ στὸ νὰ γίνει Ἀρβανίτικο Πανεπιστήμιο ἤ στοὺς Κόρφους ἤ ὅπου ἀλλοῦ εἶναι καταλληλότερο κέντρο. Δυστυχῶς στὴν Ἑλλάδα δὲν ἔγινε τίποτα ὡς τώρα.
Κι οἱ τρεῖς μας πρέπει νὰ καταλάβουμε πώς ἔχουμε ἀμοιβαῖα προνόμια μὰ κι ἀμοιβαῖα χρέη. Δὲν ξέρω ἀρκετὰ καλὰ τὰ ἀρβανίτικα φρονήματα, ἐπειδής δυστυχῶς ὡς τώρα δὲν ἔτυχε νὰ γνωρίσω ἀρκετοὺς Ἀρβανῖτες, μήτε εἶχα τὴν ἐφκαιρία νὰ σπουδάσω τὰ ἀρβανίτικα πολιτικὰ ἀπὸ ἐφημερίδες κτλ.
Ἔτσι δὲ μπορῶ νὰ πῶ τί χρέη καὶ τί προνόμια ἔχουμε ὅσοι μας εἴμαστε Ἀρβανῖτες. Ὅσοι μας ὅμως εἴμαστε Ρωμιοί, χρέος μας εἶναι μὲ τὰ σκολιά μας, τὰ νοσοκομεῖα μας, τοὺς προξένους μας, τοὺς παπάδες μας, νὰ βοηθήσουμε κάθε ἐθνικὴ ἀπαίτηση κι ἀνάγκη τοῦ Ἀρβανίτη. Ἃ θέλει μαθήματα στὴ γλῶσσα του, μαθήματα στὴ γλῶσσα του πρέπει νάν τοῦ δώσουμε. Ἃ θέλει ἐκκλησιὲς καὶ παπάδες στὴ γλῶσσα του, πρέπει νάν τόνε βοηθήσουμε ν’ ἀποχτήσει. Ὅ,τι δικό μας, ἂς εἶναι καὶ δικό του. Χρειάζεται δηλαδὴ ἀπὸ μέρος μας ἀντίθετη πολιτικὴ παρὰ πού ἀκολουθήσαμε μὲ τοὺς Βουργάρους. Τέλος ὅσοι ἀπό μᾶς — βλέπεις, λέω ἀπό μᾶς — εἴμαστε Τοῦρκοι, πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε πώς εἴμαστε ἴσοι μὲ τοὺς ἄλλους — τοὺς Ρωμιοὺς καὶ τοὺς Ἀρβανῖτες — πώς ἂν ἔτυχε νάχουν οἱ ἄλλοι χωριστὴ θρησκεία, ἀφτό δὲν πρέπει νὰ μᾶς κάνει ἐμᾶς τοὺς Τούρκους τοὺς ἄλλους νάν τοὺς νομίζουμε σκύλους κι ἄπιστους.
Μὲ τέτιες ἰδέες πού ἔχω λοιπὸν ἐννοεῖς πώς διάβασα μὲ μεγάλη λύπη καὶ στενοχώρια τὸ ἄρθρο τῆς «Σκιπερίας» ΑΛΒΑΝΟΦΟΒΙΑ, ὅπως μὲ λύπη θὰ διάβαζα κι ὅσες ἀνοησίες θυμωμένες ἀπάντησαν τ’ ἄλλα  φύλλα τὰ ἑλληνικά. Ὄχι! Τέτιοι πολέμιοι δὲν πρέπει νὰ γίνουνται, πόλεμοι πού βάζουν ἅρματα στῶν ὀχτρῶνε μας τὰ χέρια. Ἂν κανεὶς σὲ παράφορος στιγμὲς πεῖ ἤ γράψει τίποτα πικρό, ἂς κάνει ὁ ἄλλος πώς δὲν ἀκούει, ἂς δίνει τόπο τῆς ὀργῆς, ἂς γυρίζει μάλιστα καὶ τ’ ἄλλο τὸ μάγουλο.
Ἐγὼ εἶμαι Ἀρβανίτικης καταγωγῆς. ΠΑΛ φαίνεται θὰ πεῖ κόπανος (δυστυχῶς δὲν ξέρω ἀρβανίτικα), εἶμαι σὰ νὰ ποῦμε Λέκας Κοπανᾶς. Ὄντας Ἀρβανίτης ἀπὸ αἷμα μου, θεωρῶ πώς εἶμαι καὶ Ἀρβανίτης καὶ Ρωμιὸς καὶ Τοῦρκος, τὸ κακὸ καθενὸς τους κακὸ καὶ δικό μου καὶ τὸ καλὸ καθενός τους καὶ καλὸ δικό μου.
Ἀλεξ. Πάλλης

Ἡ συνειδησιακὴ ἀνυπαρξία περὶ Ἔθνους δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα σύμπτωμα τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, ἀλλὰ ἀναγνωρίζεται διϊστορικά καὶ στὴν πρὸ τοῦ 21 πνευματικὴ παραγωγὴ τοῦ ἑλληνισμοῦ. Πρᾶγμα ἀπολύτως φυσιολογικό, διότι ἐνῷ ἡ περὶ Ἔθνους διαδικασία ἔχει σχεδὸν ὁλοκληρωθῆ κατὰ τὸν 19ον αἰ., ὁ χῶρος τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου καὶ τῶν Βαλκανίων ζῆ ὑπὸ φεουδαρχικὲς συνθῆκες, μὲ τὶς γενικὲς ἐκεῖνες θρησκευτικὲς ἰδεολογικὲς δομὲς πού χαρακτηρίζουν τὴν μεσαιωνικὴ ἐποχὴ γενικώτερα. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ ἑπτανήσιοι διανοητές, προκειμένου νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν κατάσταση αὐτὴ τῆς ἀεθνίας καὶ νὰ ἀνασύρουν κάποιαν ἔννοια ἑλληνισμοῦ, προβάλλουν διαρκῶς ἰδεολογικὰ τὴν λέξη «Γένος». Αὐτὸ ὅμως δὲν λύνει πρακτικὰ κανένα πρόβλημα, διότι τὰ διάφορα τμήματα τοῦ ἑλληνισμοῦ εἶναι συνειδησιακῶς διακεκομένα. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν πρόβλημα τῆς λογοτεχνικῆς δραστηριότητος στὰ πλαίσια τοῦ «ἐθνικοῦ» κράτους, διότι δὲν ὑπάρχει τὸ ὑπέδαφος ἑνὸς ἑνιαίου πνευματικοῦ καὶ ἱστορικοῦ παρελθόντος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ μποροῦσε νὰ ριζώση ἐθνικὴ λογοτεχνικὴ δημιουργία. Αὐτὸ βέβαια πού τελικῶς δείχνουν ὅλα αὐτά, εἶναι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ἀδύνατον ὑπάρξεως ἑνιαίου ἐθνικοῦ κράτους.

Ἀνοίγοντας λόγου χάριν τὴν Ἱστορία τοῦ Ζαβίρα — ἕνα βιβλίο πού γιὰ νὰ ἐκδοθῆ ἐστήθηκε πόλεμος μεταξὺ Πελ/νήσου, Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου! (μιὰ ἀκόμη ἀπόδειξη ἐλλείψεως ἐθνικῆς συνειδήσεως, τὴν ὁποίαν ἁπλῶς οἱ ἱστορικὲς συγκυρίες βοηθοῦν νὰ φανῆ στὰ ἀκαδημαϊκὰ περιβάλλοντα τοῦ νέου κράτους) — εἶναι πολὺ εὔκολο εἰδολογικά, ἤγουν κατὰ περιεχόμενο τῆς πνευματικῆς δραστηριότητος, νὰ μετρηθῆ τὸ μέγεθος τῆς ἱστορικῆς ἑτερότητος τῶν τμημάτων τοῦ ἑλληνισμοῦ πού θὰ συγκροτήσουν τὸ «ἐθνικόν» κράτος. Τὰ μέρη τοῦ Αἰγαίου, τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ὁπωσδήποτε ἔχοντα σχέση μὲ τὶς πνευματικὲς διεργασίες τῆς Δύσης, συντηροῦν μίαν συνείδηση ἑλληνισμοῦ τῆς ὁποίας τὸ κύριο γνώρισμα εἶναι ἡ πνευματικότης, ὁ διάλογος μὲ ἰδέες. Τὸ πνευματικὸ κέντρο τοῦ ἑλληνισμοῦ εἶναι ἡ Βενετία καὶ ὄχι ἡ Κων/πολη. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα — καὶ καλὸ θὰ ἦταν οἱ φιλόλογοι νὰ μᾶς τὰ ἔδιναν καὶ στατιστικὰ αὐτὰ τὰ πράγματα — οἱ λόγιοι, ἀκόλουθοι τῶν πνευματικῶν κατευθύνσεων τῆς ἐκκλησιαστικῆς των ἡγεσίας, δὲν γράφουν βιβλία- σπαγγοδεμένα τετράδια καὶ μνημονεύματα γράφουν, πού τὰ κλείνουν στὰ σεντούκια. Αὐτὰ γιὰ τοὺς κατοπινοὺς θὰ ἀποτελέσουν λαδωμένα «οἰκογενειακὰ κειμήλια» καὶ γιὰ τὰ μοναστήρια — ὅσα ἀπ’ αὐτὰ ἔχουν ἐνδιαφέρον — «ἐθνικὴ κληρονομιά». Πού θὰ τὰ δώσουν «ταπεινόφρονα» καί... ἐλέῳ Θεοῦ στὴν δημοσιότητα κάποτε σὰν «ὑποκειμενικὲς» κρίσεις αὐτῶν πού τἄγραψαν, σὰν «κείμενα σωζόμενα» (ἄρα καὶ χωρὶς δυνατότητα ἐλέγχου πού ἐπῆλθεν συνειδητὲς ἀλλοιώσεις) πού θὰ συντηρήσουν μύθους καὶ θὰ κάμουν τὴν ἱστορία εἶδος μονίμου φιλολογοδιφικῆς ἀσχολίας. Βιτρίνας ἄνευ νοητικοῦ λόγου. Ἀλλὰ ἔτσι ὑπάρχει καὶ ὁ ἑλληνισμὸς ἐπὶ τουρκοκρατίας: ὡς τύπος, σύμβολο καὶ διοικητικὴ ἐπιφάνεια. Ἀκριβῶς αὐτὰ μεταφυτεύονται καὶ στὸ νέο κράτος. Οἱ Ἕλληνες ἦσαν μεγάλοι διερμηνεῖς (γιὰ τὸ δυτικὸ τουλάχιστον τμῆμα τῆς αὐτοκρατορίας), ἤξεραν γλῶσσες εὐρωπαϊκὲς καὶ μή, μποροῦσαν νὰ τὰ βγάζουν πέρα σὲ δυσκολώτατες διπλωματικὲς ἀποστολές. Ἕνα ὅμως δὲν μπόρεσαν, γιατί δὲν ἐχρειάζετο ὑπό τὶς συνθῆκες τῆς ἐξησφαλισμένης ἐξουσίας: νὰ δημιουργήσουν καὶ νὰ συντηρήσουν πνευματικά.

Ὄχι ὅτι ἔφταιγαν οἱ Τοῦρκοι. Τὰ τυπογραφεῖα καὶ τὶς θυελλώδεις ἐκδοτικὲς δραστηριότητες τοῦ Κ. Λουκάρεως δὲν τὶς ἐμπόδισαν οἱ Τοῦρκοι, ὅπως δὲν ἐμπόδισαν καὶ τὶς κατοπινὲς ἐκδοτικὲς δραστηριότητες τοῦ Πατριαρχείου. Ἁπλῶς δὲν ἦσαν ἀναγκαῖα πράγματα γιὰ τὶς ἀναγκαιότητες τοῦ διοικητικοῦ Status. Καὶ ἐκεῖ ἀκόμη πού οἱ καταστάσεις ὑπεχρέωναν τὴν ἑλληνικὴ διοίκηση γιὰ μίαν ἐπαφὴ μὲ τὶς πνευματικὲς καταστάσεις τῆς Δύσης, ὅπως στὶς παραδουνάβιες ἡγεμονίες, χρηματοδοτεῖ ἐκδόσεις, μεταφράσεις βιβλίων, ἐξώπετσες φιλολογίες καὶ καλλισκάλιστες βιβλιοθῆκες κατὰ μίμηση τῶν εὐρωπαϊκῶν προτύπων, ἰδιογενῆ ὅμως πνευματικὴ παραγωγὴ δὲν κατορθώνει νὰ δημιουργήση. Ἐτοῦτα θὰ δώσουν «ὠθήσεις», ἂν θέλωμε, ἀλλὰ καμμιὰν αὐτοκίνηση... Εἶναι τώρα ἄλλο θέμα, θέμα ἀναγκαιοτήτων τῆς «ἐθνικῆς» φιλολογίας, ὅτι στὶς καταστάσεις αὐτὲς τῶν ἡγεμονιῶν — τόσο μακρυὰ δηλαδὴ ἀπὸ τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο —, θὰ καταβληθῆ φιλολογικὴ προσπάθεια νὰ ἐντοπισθοῦν «ἀπαρχὲς πνευματικῶν κινημάτων» τοῦ ἑλλαδικοῦ ἑλληνισμοῦ.

Ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν «ἀπαρχῶν» αὐτῶν ὡς «Διαφωτισμοῦ», μὲ κριτήρια ἱστορικῆς καὶ κοινωνιολογικῆς μεθόδου, θὰ ἀπεδεικνύετο ἴσως ἐλαφρῶς βεβιασμένος, θὰ μποροῦσε ὅμως ἐπαρκῶς νὰ αἰτιολογηθῆ μέσα στὰ πλαίσια ἑνὸς ἄλλου φαινομένου πού διέπει τὶς πνευματικὲς καταστάσεις τοῦ νεωτέρου κράτους ἐξ ἀρχῆς. Λόγῳ τοῦ γεωπολιτικοῦ ρόλου τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἀρρύθμου τεχνικῆς κατασκευῆς της (ἀκριβῶς γιατί οἱ διεθνεῖς συσχετισμοὶ τοῦ καιροῦ δὲν ἐπέτρεπαν τίποτε ἄλλο), τὰ «πνευματικὰ ρεύματα» ἔρχονται ἀπὸ τὴν δυτικὴ Εὐρώπη καὶ κυρίως ἀπὸ τὴν Γαλλία, ὅπου, ὅμως, δυστυχῶς γιὰ τὴν λογοτεχνική μας κατάσταση, οἱ κοινωνικές, πνευματικὲς καὶ πολιτικὲς διαδικασίες, βρίσκονται σὲ μίαν ἄκρως λεπτεπίλεπτη καὶ προωθημένη κατάσταση διεργασιῶν, ἀπορρέουσα ἀπὸ τὶς εἰδικὲς συνθῆκες σχηματισμοῦ τοῦ ἔθνους, οἱ ὅποιες εἶναι ὁλοσχερῶς ἄσχετες μὲ τὰ κοινωνικὰ καὶ ἱστορικὰ δεδομένα τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου. Ὁπωσδήποτε λοιπὸν καὶ ἂν γίνωνται οἱ «συναρμογές», παραμένουν πάντα ἄνευ δραστικῆς δυνάμεως καὶ ἀπήχησης, δηλαδὴ χωρὶς λογοτεχνικοὺς ἀπογόνους. Μὲ τὴν ἀνατολικὴ Εὐρώπη πάλι, ὅπου οἱ περὶ ἔθνους προβληματισμοὶ παίρνουν περιεχόμενα οἰκειότερα πρὸς τὰ βαλκάνια δεδομένα, ἡ Ἑλλάδα, λόγῳ τοῦ ἀρνητικοῦ της ρόλου ὡς πρὸς τὸν βαλκανικὸν χῶρο, βρίσκεται τελείως ἀπομονωμένη. Ἡ φιλολογία τῆς κεντρώας Εὐρώπης θὰ παραμείνη ἀντικείμενο «μόρφωσης» καὶ «σπουδῆς», κατάλληλο γιὰ ἀκαδημαϊκὲς ἐπιφάνειες καὶ τὴν διοικητικὴ συντήρηση.

Ἡ μεθοδολογία τῆς φιλολογικῆς μας ἐπιστήμης εἶναι γιὰ πολλὰ θέματα «ἐθνικῶν» προβληματισμῶν πού δὲν μᾶς κατατοπίζει. Πῶς ἄραγε νομοθετοῦμε γιὰ τὶς πνευματικὲς καταστάσεις τοῦ Μιλλιὲτ τῶν χριστιανῶν, εἰδικεύοντας στὸ τῶν Ἑλλήνων, ὅταν δὲν γνωρίζωμε (δηλαδὴ ἀπὸ τὴν δική μας ἐπιστημονικὴ ἔρευνα) πῶς ἀντιμετωπίζει ἡ ἐθνικὴ ἱστοριογραφία τῶν ἄλλων Μιλλιέτ, τὰ ἴδια φαινόμενα, μηδὲ τῶν Τούρκων ἑξαιρουμένων; Ὑπάρχει π.χ. κίνημα Δαφωτισμοῦ γιὰ τὸν ἑβραϊσμὸ καὶ τὸν ἀρμενισμό της ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας; Γιατί μόνο ὁ ἑλληνισμός; Καὶ γιατί ἄραγε ἐκτός ἀπὸ τὴν δυτικὴ Ἑλλάδα (Ἤπειρος κ.λπ.) καὶ τῶν ὅσων μεσογειακῶν λωρίδων βρίσκονται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν Δύση, ἄλλα «κέντρα» τοῦ ἑλληνισμοῦ (Κων/πολη, Πόντος, Σμύρνη κ.λπ.) δὲν μπόρεσαν νὰ βγάλουν φυσιογνωμίες σὰν τὸν Κοραῆ, τὸν Λ. Ἀλλάτιο, τὸν Εὐ. Βούλγαρη καὶ ἄλλους; Εἶναι αὐτοὶ «ἐθνικὲς φυσιογνωμίες» ἤ ὑπερεθνικὲς συνειδήσεις, ἐνταγμένες σὲ εἰδικὲς ἱστορικὲς λειτουργίες τοῦ μεσογειακοῦ χώρου; Καὶ τὸ παραπάνω ἐρώτημα εἶναι σωστὸ γιὰ τοὺς χώρους πού ἀναφέραμε, ἤ ἁπλῶς παραποιοῦμε ἔτσι τὴν μεγάλη διϊστορικὴ τους σημασία; Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ ἀμιγεῖς ἑλληνισμοὺς πού μποροῦν νὰ ἀντιστοιχηθοῦν σὲ μίαν κρατικὴ ἀντίληψη ἔθνους — ἂς ποῦμε κάτι σὰν τὴν «ἐθνικὴ αἰτία» πού ἐπιβάλλει στοὺς ἠπειρῶτες καὶ τοὺς μικρασιᾶτες νὰ χτίζουν κολοσσιαῖα «πνευματικὰ κέντρα» στὴν ὁδό Σίνα καὶ τὴν Ν. Σμύρνη, ἐξοδεύοντας τοῦ κόσμου τὰ λεφτά, καὶ στοὺς πελοποννησίους νὰ μαζεύουν ὅλους τούς ἥρωες τοῦ 21 στὴν κεντρικὴ πλατεῖα τῆς Καλαμάτας —, ἤ πρόκειται γιὰ ἑλληνισμὸ «συγκλίσεων», ὅπως ἀκριβῶς ἀπαιτοῦσε ἡ λειτουργία τοῦ μεσογειακοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος τόσο πιὸ πολὺ μποροῦσε νὰ διαρκέση στὶς συνθῆκες τῆς ἀνατολικῆς λεκάνης τῆς Μεσογείου, ὅσο λιγώτερο «ἐθνικὰ» μποροῦσε νὰ ὑπάρξη; Εἶναι ἕνας ἑλληνισμὸς σὰν ἐκεῖνον τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος (ὁ ὁποῖος καὶ πάλι ὄχι «ἐθνικά», ἀλλὰ ἀναπτυσσόμενος μέσα στὶς πνευματικὲς διεργασίες τῆς Δύσης παράγει ὅ,τι παράγει), ἤ ἕνας ἑλληνισμὸς πού ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὸ τυπικὸ μίας παράδοσης καὶ ὄχι τῆς «ἐθνικῆς δημιουργίας»; — δηλαδὴ καλύτερα: ποὺ ἡ δημιουργία του συνίσταται στὴν συντήρηση καὶ ὄχι στὴν πνευματικὴ «παραγωγή»; Θὰ χρειασθῆ νὰ ἐμβαθύνωμε πολὺ στὴν ὑφή τῆς  ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς καὶ στὴν ἔκτοτε ἱστορία — πρᾶγμα πού τὰ «ἐθνικά» μας ὀμματογυάλια δὲν τὸ ἐπιτρέπουν —, γιὰ νὰ βροῦμε ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα αὐτά. Γιατί παρὰ τὴν δράση τῆς Εὐαγγελικῆς Σχολῆς στὴν Σμύρνη (ἴσως εἶναι τὸ τυπικώτερο ἐρώτημα), οἱ θρησκευτικὲς ἀποστολὲς τῶν περασμένων αἰώνων βρίσκουν κατ’ ἐξοχὴν πεδίο δράσης στὴν Μικρὰ Ἀσία; Ἡ Εὐαγγελικὴ Σχολὴ παράγει ἤ συντηρεῖ; Βιβλία καὶ περιοδικὰ παράγει βέβαια, ἀλλά  ποιὰ εἶναι ἡ σημασία καὶ ἐπιστημονικὴ ἀποτίμηση τους εἶναι τὸ ἐρώτημα. Γιατί ἄραγε ὁ ἑλληνισμὸς τῆς Αἰγύπτου, ὁ ὁποῖος εὑρέθηκε ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Ἀγγλίας — ἤγουν πέραν τῆς προστασίας τῶν «ἐθνικῶν πτερύγων» —, μπόρεσε σὲ ἐλάχιστα χρόνια (ἀπὸ τὸ 1850 περίπου) καὶ ἔδωσε μιὰ τόσο σφύζουσα πνευματικὴ ζωή; Μήπως αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς προβληματίση, ὅσο βέβαια τὸ ἐπιτρέπουν οἱ «ἐθνικές» μας ἐπιφάνειες τῶν «ἐκλογῶν» καὶ τῶν ἐπισημοτήτων, ὡς πρὸς κάποιαν μέλλουσα χρήση τοῦ ἑλληνισμοῦ στὸν μεσογειακὸ χῶρο καὶ ἐκεῖνον τῶν βαλκανίων; Ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο ξέρομε μόνο τὸν Καβάφη, λόγῳ τῆς «λογοτεχνικῆς» μας ψώρας, ἀλλά  οἱ αἰγυπτιῶτες ἔδωσαν κυρίως ἐπιστημονικὸ ἔργο (πού εἶναι καὶ τὸ σημάδι πνευματικῆς ζωῆς). Δὲν ἐννοοῦμε τοῦ Γ. Σκληροῦ, ἀλλὰ τῶν Τ. Νερούτσου Μπέη, Δ. Μόσχου, Χ. Νομικοῦ, Γ. Πεντάκη, Ε. Μιχαηλίδη κ.ἄ., πού πρόκειται γιὰ πρωτοποριακὸ ἔργο σὲ μιὰ ἐποχὴ πού καὶ ἡ εὐρωπαϊκὴ ἐπιστήμη ἀρχίζει νὰ κάνη τὴν γνωριμία της μὲ τὸν βαθύτερο πνευματικὸ κόσμο τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Ἂν στὴν Ἑλλάδα ξερωμε μόνο τὸν Καβάφη, αὐτὸ βέβαια μπορεῖ νὰ ἔχη σχέση μὲ τὴν «κριτικὴ» ἀσχολία τῆς «ἐθνικῆς» μας κατσαρόλας, ἀλλά  προφανῶς ὄχι μὲ τὸν ἴδιον. Σάμπως καὶ ἔχη προϋποθέσεις ὁ αὐτόχθων κριτικὸς νὰ νοήση τὰ παράπαν τοὺς «ἐπίλεκτους Ἕλληνες ἐν Μηδείᾳ κι ἐν Περσίδι» τοῦ Καβάφη, ἤ σώνει καὶ καλὰ ὁ Καβάφης νὰ ἔχη ψυχικὴν σχέση μὲ τὴν ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου!...

Στὰ παραπάνω ἐρωτήματα ἡ φιλολογική μας ἔρευνα δὲν μᾶς διαφωτίζει — τουλάχιστον προσωπικὰ δὲν τὸ μπορέσαμε αὐτὸ —, ὁπότε κατ’ ἀνάγκην ἡ «ἐθνική» μας αὐτοσυναίσθηση παραμένει ἐλλιπής. Παρὰ ταῦτα ὅμως ἐπιμένομε πάντα νὰ ἔχωμε «μεγάλη λογοτεχνία» καὶ ἀκόμη μεγαλύτερους ποιητές. Τί εἶναι λοιπὸν ὅλ’ αὐτά; — Δυστυχῶς τίποτε περισσότερο ἀπὸ ἕνα μέτρο ὑπαναπτύξεως, διότι τὸ σταθερὸν χαρακτηριστικό της Ἑλλάδος εἶναι νὰ ὕπαρχη διὰ τῆς «λογοτεχνίας» ὡς κρατικὸν κατασκεύασμα ἄλαλον καὶ ἀφυσιογνώμητον. Σὲ ὁποιοδήποτε συλλογικὸ ἔργο τῆς εὐρωπαϊκῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ ἂν κυττάξη κανείς, εἴτε λογοτεχνίας, εἴτε θεάτρου, εἴτε μουσικῆς κ.λπ., ἡ Ἑλλάδα, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἀλλά  βαλκανικὰ κράτη, οὐδὲ καν μνημονεύεται. Ἐννοοῦμε βέβαια ἡ νέα Ἑλλάδα, τῆς ὁποίας, ὅπως εἴπαμε, ἡ σχέση ὄχι μόνο πρὸς τὴν ἀρχαία, ἀλλά  καὶ πρὸς τὸ Βυζάντιο, τελεῖ πάντα ὑπὸ ἐρωτηματικό. Καὶ πιθανὸν ἐπί τῆς ἐν λὸγῳ ἀνυπαρξίας νὰ ἐχρειάζετο κανεὶς μίαν «εἰδήμονα» ἐξήγηση. Ἂν ὑπάρχουν καὶ μερικὰ ἄρθρα, ὅπως λ.χ. τοῦ Λίνου Πολίτη σὲ μερικὰ συλλογικὰ ἔργα τῆς παγκόσμιας Λογοτεχνίας, εἶναι ἁπλῶς πληροφοριακῆς ὑφῆς κείμενα ὡς πρὸς ἕνα φαινόμενο περιθωριακῆς φολκλορικῆς σημασίας. Ἁπλῆ ἐνημέρωση γιὰ κάτι τί τὸ ἀλλότριο. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ὑπάρχει τὸ ἔργο — καὶ ἡ μελέτη γι’ αὐτὸ — ἐπωνύμων δημιουργῶν (στὸ Μόναχο λ.χ. ὑπάρχει σύλλογος φίλων μουσικῆς τοῦ Σκαλκώτα), ἀλλά  πάντα ὑπὸ τὴν αἵρεση τοῦ κατὰ πόσον θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθῆ «ἑλληνικό», δηλαδὴ ἔκφραση κάποιας συλλογικῆς ἐν Ἑλλάδι συνείδησης. Πρᾶγμα ἄλλωστε αὐτονόητο, ἀφοῦ μιὰ τέτοια «συλλογικότητα» δὲν ἰσχύει οὔτε γιὰ αὐτὸ πού θὰ μπορούσαμε νὰ ἀποκαλέσωμε «νεοελληνικὴ λογοτεχνία». Καὶ αὐτὸ καλύτερα ἀπὸ κάθε τί ἄλλο τὸ ἀποδεικνύει ἡ κατάσταση τῆς «νεοελληνικῆς κριτικῆς» — εἰς τὸν ὁποῖον κλάδο θὰ μπορούσαμε νὰ ὑπαγάγωμε καὶ ἐκεῖνον τῆς «ἱστορίας τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας», ὅπως αὐτὸ ἐπεκράτησε ὡς μεταπολεμικὴ «μὰθηση». Τὸ κοινὸν μεταξὺ «κριτικῆς» καὶ «ἱστορίας» εἶναι τοῦτο: ὅτι οὐδόλως αἰσθάνονται ὑποχρεωμένες νὰ ἐπιδείξουν καὶ νὰ προτείνουν κριτήρια, νὰ ποῦν δηλαδὴ βάσει ποίων κριτηρίων «κρίνουν» καὶ «ἱστοροῦν». Καὶ τοῦτο ὀφείλεται στὸ γεγονὸς πού εἴπαμε, ὅτι δηλαδὴ ἡ «λογοτεχνία» εἶναι κοινωνιολογικῶς προσδιορισμένη κατάσταση «γενεῶν». Ἄρα ὁ κριτικὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη θεωρίας καὶ ὀπτικῆς, ἀλλά  ἁπλῶς νὰ «ξέρη», νὰ εἶναι πληροφορημένος γιὰ τὰ πρόσωπα κυρίως. Τὸ ἔργο εἶναι κάτι δευτερεῦον! Κατὰ παράξενο τρόπο, σ’ αὐτὸ πού θὰ μποροῦσε νὰ κυριολεκτήση κανεὶς τὸ νόημα τῆς κριτικῆς στὴν Ἑλλάδα εἶναι αὐτὸ πού οἱ κριτικοὶ ἐβιάσθηκαν νὰ ἀποκλείσουν ὡς τέτοια (βλ. τὸ βιβλίο μας «Ἀνάλυση» κ.λπ., σελ. 80), δηλαδὴ ἡ ἀντίστοιχη πανεπιστημιακὴ ἔρευνα πού ἔχει ἑδραίαν τὴν ἰστοριοδιφικὴ βάση (Ζώρας, Τωμαδάκης, Μπουμπουλίδης κ.α.). Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ὅτι ὑπάρχει ὡς κριτικὴ εἶναι ἁπλῶς τὸ ἀπαραίτητο ντεκὸρ γιὰ τὸν πίνακα «λογοτεχνία τῶν γενεῶν». Καὶ εἶναι τόσο ἀνύπαρκτη ἡ χρήση ἀποδεικτικῶν μεθόδων σ’ αὐτή, ὥστε θέλοντας καὶ μὴ νὰ ὁμολογῆ κανεὶς ὡς ἀπολύτως εὔλογο τὸ «κριτήριο» πού βάζει ὁ Δημ. Τσάκωνας σὲ κάποιο βιβλίο του γιὰ τὴν «γενηὰ τοῦ ‘30»: τὰ πολιτικὰ κόμματα! — «ἄκρα Δεξιά», «Κέντρο», «Ἀριστερά», «Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν» κ.λπ.

Ἀλλὰ ὑπάρχη μία περίπτωση κριτικῆς πού πρέπει νὰ ἀναφερθοῦμε ἰδιαίτερα, γιατί εἶναι μεστὴ πολλαπλῶν συμπερασμάτων. Εἶναι δηλαδὴ τέτοια, πού ἀκριβῶς ἐξ αἰτίας τῆς μονίμως συγκεχυμένης περὶ «Ἔθνους» συνείδησης, ὅταν ἐπιχειρῆ νὰ ἐφαρμόση κριτήρια ξαστοχεῖ κατ’ ἀνάγκην. Περιπτώσεις κριτικῆς μὲ κριτήρια καὶ μεθόδους, προσωπικῶς τουλάχιστον ξὲρομε μόνο δύο: τὴν θεωρία τῶν αἰσθητικῶν μοντέλλων τοῦ Γ. Ἀποστολάκη γιὰ τὸ δημοτικὸ τραγούδι καὶ μιὰ κριτικὴ πού ἔγραψε ὁ Εὐ. Λεμπέσης γιὰ τὸν Σκαρίμπα. Καὶ σ’ αὐτὴ θέλομε εἰδικὰ νὰ ἀναφερθοῦμε, ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὰ ἐφαρμοζόμενα κριτήρια εἶναι κοινωνιολογικά. Ὁ Λεμπέσης εἶναι ξεχωριστὴ πνευματικὴ περίπτωση τοῦ μεσοπολέμου καὶ ἀκραῖον ὅριο. Ἡ διαφορά του μὲ τοὺς πανεπιστημιακοὺς τοῦ καιροῦ του ἔγκειται στὸ ὅτι «τὸ πνευματικὸν κυκεῶνα τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς Εὐρώπης καὶ δὴ ἐν Γερμανίᾳ », ὅπου κατὰ τὴν ἔκφραση του εὑρέθηκε, προσπάθησε τουλάχιστον νὰ τὸν τιθάσευση. Τὸ μειονέκτημα ὅμως τοῦ Λεμπέση εἶναι ὅτι πιστεύει στὴν Ἑλλάδα, χωρὶς αὐτὴ ἡ ἔννοια νὰ τὸν ἀπασχόληση κοινωνιολογικῶς βαθύτερα. Ἡ βασικὴ παρανόηση του εἶναι — καὶ τοῦτο προσδίδει στὸ ἔργο τοῦ θεωρητικῆς μόνο ἀξίας περιεχόμενο —, ὅτι αὐτὸ πού ἀπὸ τὴν μεταπολεμικὴ κοινωνιολογικὴ ἔρευνα τοῦ τρίτου κόσμου γνωρίζομε σήμερα ὡς αἰτιοκρατικὴν κλεπτοκρατία, γιὰ τὸν Λεμπέση ὀνομάζεται «ἄρχουσα τάξις». Αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ παρανόηση πού ὁδηγεῖ καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες. Τὸ Ressentiment π.χ. δὲν ἔχει νόημα ὡς ἐργαλεῖο μεθόδου σὲ χῶρες σὰν τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὸ πού χαρακτηρίζει τὶς σημερινὲς τριτοκοσμικὲς χῶρες, ἀλλά  στὴν Ἑλλάδα ἰσχύει ἐξ ἀρχῆς λόγῳ τῆς λιβανοειδοῦς μορφῆς καὶ τῆς ἀεθνοῦς ὑποστάσεώς της, εἶναι ἡ ἀδιαφορία τῶν λαϊκῶν μαζῶν καὶ κανένα αἴσθημα Ressentiment. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἕνα οὐσιῶδες ἱστορικὸ πρόβλημα. Ὅλες οἱ τριτοκοσμικὲς σήμερα χῶρες, δηλαδὴ οἱ λαοί τους, δὲν ἐκδηλώνουν κανένα εἶδος Ressentiment γιὰ τὶς ἡγεσίες των — πού πάρα πολὺ καλὰ ξέρουν — ἀλλά  βαθύτατη ἀδιαφορία, ἡ ὁποία ἐκφράζεται διὰ πλήρους οὐδετεροποιήσεως ἔναντι τοῦ Κράτους. Οὐδεὶς ἐνδιαφέρεται, οὐδεὶς δουλεύει, μεριμνῶντες ἁπλῶς μέσα σὲ ἕνα διαρκὲς κοινωνικὸ Konflikt πού διεξάγεται πέριξ τοῦ κράτους καὶ τῆς διοικήσεως πώς θὰ βουτήξη ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον (ὁ λαὸς ἀπὸ τὴν ἡγεσία καὶ ἀντιστρόφως). Αὐτὸ στὴν Ἑλλάδα ἀποτελεῖ διαρκῆ κατάσταση, ἐκδηλούμενη μὲ τὶς «ἀπεργίες». Οἱ ὁποῖες, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει παραγωγή, δὲν ἐκφράζουν πολιτικῶς συγκροτημένα αἰτήματα, ἀλλά  τὴν ἐκ πολιτικῆς ἀδιαφορίας — συνεπῶς κανένα αἴσθημα Ressentiment, πού πολιτικῶς ἑνώνει — ἐπαιτητική ἐκδήλωση πού προείπαμε, μέσα σὲ μιὰ κατάσταση κοινωνικῆς συνανοχῆς («θὰ διοικῆς ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι θὰ τρώω»). Ὁ κάθε ἀπεργὸς ἀπεργεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἐκδικητικά, καὶ ἂν μποροῦσε θὰ ἔκλεβε- δὲν λειτουργεῖ πολιτικὰ ὑπὸ τὴν ἰδεολογικὴν ἐκλογίκευση ἑνὸς κοινοῦ (ἄρα ἑνωτικοῦ) κοινωνικοῦ συναισθήματος Ressentiment.

Ἡ λογοτεχνικὴ κριτικὴ στὴν Ἑλλάδα γιὰ τοῦτο «σώζεται»: διότι δὲν χρησιμοποιεῖ κριτήρια καὶ ἐπιστημονικὲς μεθόδους, ἀλλά  «ψυχολογικὲς ἐμβαθύνσεις». Γιατί τὰ κριτήρια ἐπιδέχονται ἔλεγχο, δηλαδὴ ἐπί τῆς κριτικῆς μπορεῖ νὰ ὑπάρξη κριτική, ἐπ’ αὐτῆς καὶ τῶν μεθόδων της ἄλλη κ.ο.κ., δηλαδὴ διάλογος καὶ ἐπιστήμη. Τὴν εἰδικὴ περίπτωση τοῦ Λεμπέση τὴν ἀπομονώσαμε ἀκριβῶς γι’ αὐτό, ἀλλά  καὶ γιὰ ἕναν πρόσθετο λόγο: γιὰ νὰ δείξωμε πού ὁδηγεῖ ἡ χρήση ἀφηρημένων κριτηρίων, προερχομένων ἐκ μελετῶν. Τὸ Ressentiment κοινωνιολογικῶς εἶναι ἰδεολογικὴ καὶ ὄχι κατηγορία τῆς ἀτομικῆς ψυχολογίας, ὅπως τὴν θεωρεῖ ὁ Λεμπέσης — ἤ μᾶλλον ὅπως τὴν ἐφαρμόζει στὴν περίπτωση τοῦ Σκαρίμπα —, καίτοι ἡ καταγωγὴ της ἀνάγεται στὴν «ψυχολογία τῶν μαζῶν», πού εἶναι ἐπίσης κοινωνιολογικὴ καὶ ὄχι ψυχολογικὴ ἔννοια. Συνεπῶς δὲν ἔχει τίποτε νὰ κάνη μὲ τὴν «ψυχὴ» τοῦ συγγραφέα. Ἡ ἔννοια τοῦ Ressentiment, ὅπως καὶ ἡ ἀντίστοιχη τοῦ Consensus, ἀναπτύχθηκαν κυρίως μὲ τὶς περὶ κράτους θεωρίες μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιο πόλεμο, ἐξ αἰτίας τῶν ἐπακολουθησάντων ἐπαναστατικῶν γεγονότων. Τὸ Ressentiment εἶναι κοινωνιολογικὴ κατηγορία συγκεκριμένης ἱστορικῆς διαδικασίας, συνεπαγόμενη καὶ τὴν κατάκτηση ὡρισμένων ἀντιστοίχων ἰδεολογικῶν περιεχομένων. Ἐτονίσθηκε δὲ γιὰ ἰδεολογικοὺς λόγους πολὺ ἡ «ψυχολογικὴ» καὶ «βιολογική» του σημασία ἀπὸ ἀστοὺς διανοουμένους (Gumblowicz, Ratzenhofer, Oppenheimer κ.α. μέχρι καὶ τὴν σημερινὴ «θεωρία τῶν συγκρούσεων» πού εἴδαμε στὴν ἀρχή), διότι οἱ εὐρωπαϊκὲς ἐπαναστατικὲς ἐλὶτ ἐξεπέρασαν οὐσιωδῶς παραδεδομένους τρόπους τῆς ἀστικῆς σκέψης στὶς θεωρήσεις των, πρᾶγμα πού τὴν ἀνάγκαζε νὰ βρίσκη διαρκῶς ὅλο καὶ νέα θεωρητικὰ σχήματα. Αὐτὰ μετὰ τὸν δεύτερο πόλεμο ἐβοήθησαν πολὺ (συνεπικουρούντων καὶ τῶν φοιτητικῶν κινημάτων) στὴν σοσιαλιστικοποίηση τῆς παραγωγῆς. Τοῦτα ὅμως ὅλα εἶχαν σὰν συνέπεια τὴν ἐνίσχυση τῶν ἀστικῶν τάξεων, ἀκριβῶς ἐπειδὴ αὐτὲς ὑπῆρχαν μὲ ἱστορικὲς ρίζες καὶ γι’ αὐτὸ καθόλου αἰσθανόμενες νὰ κινδυνεύουν ἀπὸ τὰ «θεῖα τραγιά», ὅπως θεωρεῖ ὁ Λεμπέσης μὲ τὸν Σκαρίμπα. Ἴσα- ἴσα ὁ φιλελευθερισμὸς ἦταν ἡ θεωρία πού ἐπέτρεπε σ’ αὐτὲς νὰ ἀνανεώνονται μέσῳ αὐτῶν τῶν τρόπων. Τὸν μόνο ἄλλωστε καὶ κοινωνιολογικῶς δυνατόν. Σὲ μιὰ κοινωνία ὅμως πού ἤξερε τὴν φάρα καὶ τὴν δημογεροντία καὶ σ’ ἕνα κρατικὸ κατασκεύασμα σὰν τὸ ἑλληνικό, ὁ Λεμπέσης ὁμιλεῖ περὶ « ἀρχούσης τάξεως » βιομηχανικῶν προϋποθέσεων καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς καταδικάζει τὸν Σκαρίμπα — ἀποδίνοντας στὸ «θεῖο τραγὶ» του σκοτεινὰ ἔνστικτα Ressentiment — καὶ ἀποκαλῶντας τον «δημόσιο κίνδυνο ἐπὶ τυπωμένου χαρτιοῦ». Ἀλλά ἡ «ψυχολογία τοῦ ἀρνητισμοῦ», ὅπως καὶ τὰ χαρακτηριστικά τοῦ βλακός, εἶναι ἀκριβῶς τὰ χαρακτηριστικά τῆς «ἀρχούσης τάξεως» καὶ καθόλου τῶν ἡρώων τοῦ Σκαρίμπα. Ὁ Μακρυγιάννης εἶναι ἡ κλασσικὴ περίπτωση τῆς ψυχολογίας τοῦ ἑλληνικοῦ Ressentiment. Οἱ ἥρωες τοῦ Σκαρίμπα, ἀντίθετα, πού εἶναι κοινωνιολογικὲς κατηγορίες στὰ δεδομένα τοῦ ἑλληνικοῦ περιβάλλοντος, καὶ ὄχι ἀτομικοὶ ἥρωες σκανδιναβῶν συγγραφέων, ἐπαναφέρουν στὰ φυσικά της δεδομένα μίαν «ἄρχουσα τάξη» κοινωνικοῦ καὶ ἱστορικοῦ ἐκφυλισμοῦ. Τὰ τῶν « ἀρχουσῶν τάξεων» δὲν μοιάζει ὁ Λεμπέσης νὰ τὰ κατάλαβε ὡς βίωμα καλά. Ὁ «ἔρωτας πίσω ἀπ’ τὸν φράκτη» ἦταν ἀκριβῶς ἡ πολυτέλεια πού εἶχαν οἱ ἄρχουσες τάξεις τῆς Εὐρώπης, ἐν σχέσει μὲ τὸν βιομηχανικὸ ἐργάτη. Αὐτὲς εἶχαν τὰ ἄλογα, τὰ πάρκα, τὶς ἱππασίες, γιὰ νὰ κάνουν ἔρωτα στὴν ἔξοχη. Καὶ αὐτὸ ἔκαναν. Ὁ φυσικὸς γυμνισμὸς ἦταν ἐφεύρεση καὶ χαρακτηριστικὸ τῶν ἀνωτέρω τάξεων, διότι μόνον αὐτὲς εἶχαν τὴν δυνατότητα νὰ τὸν πραγματοποιήσουν στὴν φύση. Ὄχι οἱ ἐργάτες οἱ διπλοκουμπωμὲνοι στὰ στενὰ βαριὰ τους ροῦχα, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ δουλεύουν... Ἄλλωστε οἱ ἔρωτες «πίσω ἀπ’ τοὺς φράκτες» καὶ στὶς γωνίες τῶν σοκακιῶν (ἰδιαίτερα τοῦτο γιὰ τὰ παιδιὰ τῶν λαϊκῶν στρωμάτων πού δὲν ἔχουν τὴν κοινωνικότητα ἐξ ἀγωγῆς καὶ τὴν ζητοῦν μόνα τους στὸν δρόμο) εἶναι αὐτὰ πού ἀναπτύσσουν ψυχικὰ τὸν ἄνθρωπο... Ὁ ἔρωτας στὶς ἀνέσεις καὶ τὰ «σαλόνια» πού ἀντιπαραθέτει ὁ Λεμπέσης στὸν Σκαρίμπα, δὲν εἶναι ἀκριβῶς τὸ χαρακτηριστικὸ τῶν «ἀρχουσῶν τάξεων» ἀλλά  ἕνα κοινωνιολογικὸ σύμπτωμα ὅλων τῶν «διοικητικῶν» (καὶ ὄχι «ἀρχουσῶν») τάξεων τοῦ τρίτου κόσμου: τῶν σεξουαλικῶν στεγανῶν. Τὴν λεπτὴ ἀλλὰ οὐσιώδη διαφορὰ πρέπει νὰ τὴν ἰδοῦμε ὅμως ἐν συνδυασμῷ μὲ κάποιες ἄλλες κατανοήσεις. Σὲ πολλὲς «ὑπὸ ἀνάπτυξιν» χῶρες συμβαίνει τὸ ἐμπόριο τῶν Galery καὶ τῶν μαγαζιῶν μὲ «Antiques» νὰ ἀνθῆ παραδόξως. Πῶς γίνεται ἄραγε στὴν Ἑλλάδα — γιὰ νὰ περιορισθοῦμε μόνο στὰ καθ’ ἠμᾶς —•, σὲ μιὰ χώρα τόσο γενικῆς ἐνεγραμμάτου καὶ ἄλλης ἀμορφωσιᾶς, νὰ βρίσκεται τὸ «ἀνώτερο» ἐκεῖνο γοῦστο πού συντηρεῖ τέτοια ἐμπόρια; Καὶ πῶς συμβαίνει νὰ εἶναι ὀπτικῶς ἔτσι ὑπερπληρωμένα τὰ τῶν «Antiques», σχετικὰ μὲ ἄλλα  τοῦ ἐξωτερικοῦ; Βέβαια δὲν βρίσκει κανεὶς σ’ αὐτὰ τὸν λεπτότατον ἐκεῖνον τόνο φινέτσας πού βρίσκει σὲ ἀντίστοιχα καταστήματα τῆς Κοπεγχάγης, τοῦ Λονδίνου, τοῦ Παρισιοῦ, τοῦ Μονάχου κ.λπ. Βρίσκει ὅμως στὴν «γραμμὴ» τους τὸ πληθωριστικὸ καὶ χτυπητὸ τοῦ εὔκολου πλούτου, τὴν φυσιογνωμία τοῦ ἐπενδεδυμένου χρήματος. Ἀγορασμένα βέβαια σὲ καλὰ μαγαζιὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλά  μὲ ἔντονες φαναριωτοβαλκανικὲς «προτιμήσεις» τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐπιμορφώσεων καὶ ἐπιχρισμάτων. Προκειτα πάντως γιὰ πολὺ ἀνθοῦσα ἀγορά, ἄγνωστον ἂν καὶ φορολογικῶς διαπιστουμένη. Καὶ ἀνθεῖ ἀκριβῶς, ὄχι λόγῳ ὑπερβάλλοντος αἰσθητικοῦ ζήλου τῆς «ἄρχουσης τάξεως» τοῦ Λεμπέση, ἀλλά  ἀκριβῶς λόγῳ τῆς ἀμφιβόλου κοινωνικῆς ὑπάρξεώς της. Λὸγῳ δηλαδὴ τῆς κοινωνικῆς ρευστότητάς της, πού τὴν καθιστὰ «διοικητικὴ» καὶ οὐχὶ «ἄρχουσα». Πρόκειται περὶ τριτοκοσμικῆς κατηγορίας. Ἡ «ἄνοδος» καὶ ἡ «πτῶσις» ἐν διαστήματι μόλις δεκαετιῶν, ἂν μὴ βουλευτικῶν περιόδων, μεταφέρουν τὰ ἔπιπλα καὶ τοὺς πίνακες σχεδὸν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι, ἂν μὴ ἀπὸ χέρι σὲ χέρι! Ἐδῶ εἶναι πού ὁ μεσολαβῶν ἔμπορος μπορεῖ ὄντως νὰ γίνη πλούσιος, διότι αὐτὰ μεταφέρονται ὡς χρηματιστικὲς ἀξίες καὶ ὄχι ὡς αἰσθητικὰ ἀντικείμενα, ὡς σύμβολα κοινωνικῶν «Standards», τῆς καλλιτεχνικῆς ἀποτιμήσεως τῶν ἐπαφιεμένης ἐξ ὁλοκλήρου στὴν «ἐμπιστοσύνη» τοῦ μεσολαβοῦντος. Ἡ ρευστότης αὐτὴ (προερχόμενη ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς ὑπάρξεως τῆς «ἄρχουσης τάξεως» μέσῳ τοῦ κράτους καὶ τοῦ ρόλου τοῦ στρατοῦ σ’ αὐτό, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει πολιτικὰ αὐτονομημένος διότι οἱ χῶρες δὲν μποροῦν νὰ ἀναλάβουν τὴν ὀργάνωση του — πρᾶγμα πού δημιουργεῖ διαρκῆ ἀστάθεια δικαίου καὶ ἄρα ἀποδυνάμωση τῆς «ἰδιοκτησίας») ἐπιβάλλει συντεχνιακὲς μεθόδους τοῦ «παντὶ τρόπῳ κρατήματος» σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα, ἰδιαίτερα δὲ στὸν ἔρωτα καὶ τὸν γάμο πού εἶναι μιὰ φυσικὴ δυνατότης διατηρήσεως. Καὶ ἀκριβῶς λόγῳ τῆς διοικητικῆς καὶ ὄχι πολιτικῆς ὑποστάσεως τῶν «ἀρχουσῶν τάξεων» στὶς ὑπανάπτυκτες χῶρες, τὰ σεξουαλικὰ στεγανὰ διαστρωματοῦνται σὲ ὅλον τὸν διοικητικὸ μηχανισμὸ καὶ παίζουν μεγάλον κοινωνικὸ ρόλο. Ἡ καταθλιπτικὴ μονοτονία τῆς γραφειοκρατίας στὶς χῶρες αὐτές, ἡ μισθοδοτικὴ στενότης καὶ ὅσα θὰ μποροῦσαν νὰ φέρουν τὸν διοικητικὸ μηχανισμὸ σὲ ἀπεργίες καὶ ἀναστατώσεις, ἀναπληροῦνται μὲ τίς... ἀπολαύσεις τοῦ ἐσωτερικοῦ διοικητικοῦ σέξ. Τὸ ὁποῖον σὺν τοῖς ἄλλοις ἀποτελεῖ καὶ ἕνα σπουδαῖο μέσον ἔλεγχου τοῦ διοικητικοῦ μηχανισμοῦ (σ’ ἐμᾶς ὅπως εἴδαμε τὸ μέτρο ἐπεκτείνεται στοὺς στρατῶνες καὶ τὴν χωροφυλακή...).

Μέσα στὸ «Θεῖο Τραγὶ» ὁ Σκαρίμπας — πού ἔβλεπε τὰ τῆς «πρωτευούσης» τὴν ἴδια πάνω-κάτω ἐποχὴ πού ἔβλεπε καὶ ὁ Λεμπέσης τοὺς «βλάκες» του — ἔβαλε πολλὴν κοινωνιολογικὴν οὐσία τῶν παραπάνω. Ἀλλὰ ὁ Λεμπέσης, μὲ μιὰ παρανοημένη ἀντίληψη τῆς ἐννοίας τοῦ Ressentiment (αὐτῆς δηλαδή πού τὸν κάνει νὰ ἐξηγῆ τὴν ἰδεολογικὴ καὶ καθόλου ψυχολογικὴ περίπτωση τοῦ Μπακούνιν ἤ τοῦ Τολστόι διὰ τῆς «ὑπερβολικῆς ζωτικὸτητος» πού δὲν ἄντεχε ἡ τάξη τους!) ἐθέλησε νὰ τὰ σβύση διὰ τῆς «ἐρωτικῆς ἀνέσεως» τῶν «σαλονιῶν». Ἀλλὰ τὸ Ressentiment οὔτε ψυχολογικὴ ἔννοια εἶναι, οὔτε ὁ Σκαρίμπας πάσχει ἀπὸ αὐτὸ τὸ σύνδρομο. Ἀπόδειξη ὅτι δὲν εἶναι ἔννοια ψυχολογική, εἶναι ἕνα πρόσφατο γεγονὸς τῶν καιρῶν μας: ὅτι μεταπολεμικὰ τὸ Ressentiment — γιὰ λόγους πού δὲν θὰ μᾶς ἐνδιέφεραν τώρα — ἀναπτύχθηκε μεταξὺ τῶν Etablierten τάξεων τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς (καθηγητῶν Παν/μίου, ἀνεγνωρισμένων συγγραφέων, διασήμων σκηνοθετῶν κ.λπ.) καὶ ὄχι ἀπὸ «φθονοῦντας ἀνερχόμενους πληβείους». Καὶ ὅτι ὁ Σκαρίμπας δὲν ὑπάγεται σ αὐτὸ τὸ σύνδρομο ἀποδεικνύεται ἐπίσης ἀπὸ τὸ ὅτι τὰ προβλήματα πού θέτει ξεπερνοῦν κατὰ πολὺ τὴν νοητικὴν ὑπόσταση τῆς «ἀρχούσης τάξεως» τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ πρόβλημα πρωτευούσης καὶ ἐπαρχίας πού θέτει ὁ Σκαρίμπας, εἶναι ἡ de facto ἀπόδειξη συνειδησιακῆς ἀνυπαρξίας ἔθνους, ἡ αἰωνία κατάσταση μεταξὺ «αὐτοχθόνων» καὶ «ἑτεροχθόνων». Ἡ «ἐπαρχία» τοῦ Σκαρίμπα εἶναι ἡ «ἑλληνικότητα τοῦ ἀερόφωτος» τῆς πρωτευούσης — ἡ ἀπεγνωσμένη προσπάθεια τῆς πνευματικῆς «ἀρχούσης» τάξεως ἤ συντεχνίας τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ κάπου ἰδεολογικὰ νὰ πιασθῆ. Καὶ μὴ βρίσκοντας ἡ ἴδια τίποτε ἤ οὐδενός ὑπάρχοντος, κάνει τὴν ἐπαρχία τοῦ Σκαρίμπα ἀέρα καὶ φῶς καὶ τὴν ὀνομάζει «ἑλληνικότητα». Καὶ ἐδῶ εἶναι πού ἐπαναστατεῖ ὁ Σκαρίμπας. Ὅλα τοῦτα μέσα στὶς συνθῆκες τοῦ «τρίτου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ» θὰ δώσουν τὸ γλοιῶδες ἐκεῖνο κλῖμα πού θὰ περιγράψη λίγο μόλις μετὰ ὁ Λεμπέσης μὲ τοὺς «βλάκες» του. Γιατί μὲ τοὺς «βλάκες» του — τῶν ὁποίων τὴν κεντρικὴ ἰδέα ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν κοινωνιολογικὴ ἀνάλυση τῶν εὐφυϊῶν τοῦ Μανχάϊμ — ἀκριβῶς τὴν «ἄρχουσα τάξη» τῆς πρωτευούσης περιγράφει. Καὶ ἐδῶ βρίσκεται ἡ εἰρωνεία τῶν πραγμάτων — δικαιολογημένη ὡστόσο κοινωνιολογικῶς ἀπὸ τὸ συνειδησιακὸν περὶ «ἔθνους» κομφούζιο —, ὅτι ὁ Λεμπέσης κατακρίνει τὸν Σκαρίμπα γιὰ τὸ ἴδιο πρᾶγμα πού κατακρίνει καὶ ὁ ἴδιος. Οἱ «βλάκες» του εἶναι τὸ περιβάλλον μέσα στὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ὑπάρχει καὶ βλέπει κάθε μέρα μπροστά του. Διότι διαφορετικὰ δὲν ὑπάρχουν βλάκες κοινωνιολογικῶς. Στὶς βιομηχανικὰ προηγμένες κοινωνίες ἡ βλακεία ὡς κοινωνιολογικὴ ἔννοια, ὅπως τὴν ἀναλύει ὁ Λεμπέσης, ἔχει ἐκλείψει πρὸ πολλοῦ. Ὁ βιομηχανικὸς τρόπος παραγωγῆς ἔχει βρεῖ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν δυνατότητα, τὴν διαβάθμιση τῆς βλακείας νὰ τὴν κάνη παραγωγὴ καὶ κοινωνικὸν ὄφελος. Ὁ «βλάκας» τοῦ Λεμπέση εἶναι ὁ Καραγκιόζης ὡς διοικοῦσα φυσιογνωμία, ὡς «ἄρχουσα τάξις». Ἀλλὰ ἔναντι αὐτοῦ ἐξεγείρεται καὶ ὁ Σκαρίμπας. Ἀπὸ τί Ressentiment νὰ διακατέχεται; Μήπως ἄλλωστε δὲν πουλοῦσε τὰ παράσημα πού τοῦ δίνανε στὰ παληατζίδικα ὡς τὴν τελευταία στιγμή;...

Ἂν ἡ περίπτωση τῶν Σκαρίμπα μᾶς ἀπησχόλησε ἰδιαίτερα, δὲν ἦταν μόνο γιατί ἐκφράζει μίαν οὐσιώδη «συνειδησιακὴ στιγμὴ» μὲ τὶς καταστάσεις τοῦ «ἔθνους», ἀλλά  γιατί εἶναι καὶ ἡ περίπτωση κριτικῆς — πού ἀκριβῶς ἴσως γι’ αὐτὸ — ὑποδεικνύει τὰ κριτήρια καὶ τὶς μεθόδους τῶν συμπερασμάτων της. Καὶ ὅταν αὐτὸ γίνεται, ὅταν δηλαδὴ μπαίνουν ἐπιστημονικὰ μέτρα κρίσης σ’ αὐτὰ πού κανένας κρίνει, τότε μπορεῖ νὰ ὑπάρξη διάλογος καὶ νὰ ἀναλυθοῦν πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα ὁ ἴδιος λέγει. Ἂν ἡ κριτικὴ ξέρη πράγματα γιὰ τὴν... «ψυχὴ» τοῦ καλλιτέχνη πού κανένας ἄλλος δὲν ξέρει, τί διάλογος νὰ γίνη καὶ τί κριτική; Ἡ ὅλη κατάσταση εἶναι πλέον ὑπόθεση «μύησης»... Ὅτι πάντως οἱ ἰδέες τοῦ Λεμπέση ἦσαν καταδικασμένες ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν φύση τους νὰ μείνουν μετέωρες στὰ δεδομένα τῆς ἑλλαδικῆς πραγματικότητος, εἶναι προφανὲς καὶ πρακτικῶς δεδομένο. Ἀλλὰ αὐτὸ καθόλου δὲν σημαίνει πώς δὲν χρησίμευσαν: μὲ τὰ ἀφηρημένα νοήματα «ἄρχουσα τάξις», «ὁμάδα τῶν ἐπιλέκτων» κ.λπ. πού ἔμπαζαν ὡς ἀνεξέλεγκτες κοινωνικῶς πραγματικότητες, ἔδωσαν τὰ ἐπιτήδεια προμηθεύματα σὲ ὅλους τούς ταγματασφαλῖτες καὶ δωσίλογους πού ἔβγαλε τὸ ἀνακάτωμα τῆς κατοχῆς καὶ τοῦ ἐμφυλίου, νὰ οἰκοδομήσουν ἀκόμη μιὰ φορὰ τὸ «ἔθνος» στὸ «σέβας», στὶς «συντακτικὲς πράξεις» καὶ τὴν περσικὴν μεγαλοπρέπεια τῶν ἱερατικῶν ἀμφιέσεων. Αὐτὰ ἀφ’ ἑνός. Ἀφ’ ἑτέρου οἱ «ψυχολογικὲς» κατευθύνσεις, ὅπως τὶς διετύπωσε μὲ τὸ βάρος τῆς αὐθεντίας του ὁ Λεμπέσης, ἐδημιούργησαν καὶ τὶς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις πού θὰ ἐκινεῖτο κατ’ ἀντιστοιχίαν καὶ τὸ πνευματικὸ κλῖμα τῶν παραπάνω μεταπολεμικῶν καταστάσεων διὰ τῆς «κριτικῆς». Ὁ Σκαρίμπας μιλάει πρακτικά: «ἐκάματε τὴν ἐπαρχία μπαίγνιό σας», καὶ ὁ Λεμπέσης τοῦ ἀπαντάει: «ἔχεις Ressentiment, εἶσαι κομπλεξικός». Τὰ πράγματα ἐσυζητήθηκαν πολὺ τότε καὶ ἐσυνέχισαν μεταπολεμικὰ μόνο ἔτσι. Δὲν τὰ κρίνωμε γιὰ νὰ τὰ κατακρίνωμε, ἀλλά  γιὰ νὰ τὰ κατανοήσωμε. Γιατί παρὰ τὴν μὴ πλήρη εὐστοχία τους ἔδρασαν ἀγαθά: τὶς ἄλλες ἐπισημάνσεις τοῦ Λεμπέση δὲν τὶς ἔχομε πλέον σήμερα ὡς κοινωνιολογικὸ δεδομένο ἀλλὰ ὡς ἱστορικὴ κατάσταση... Καὶ αὐτὸ εἶναι καλό.

Τίποτε περισσότερο γιὰ τὴν ἀνυπαρξία πολιτισμοῦ καὶ τέχνης στὴν Ἑλλάδα δὲν θὰ ἐχρειάζετο νὰ προσθέσωμε. Καὶ ὁ πολιτισμός, ὅπως ἐξηγήσαμε, ἐκφράζει τὸ οὐσιῶδες μέτρο τῶν συνταγματικῶν «ἑρμηνειῶν» καὶ κατοχυρώσεων. Τῶν ὑπανάπτυκτων τὸ χαρακτηριστικὸ δὲν εἶναι ὅτι δὲν ἔχουν αὐτὸ πού οἱ ἴδιοι νομίζουν ὡς λογοτεχνία, ἀλλά  ὅτι ἔχουν μόνον αὐτὸ καὶ τίποτ ἄλλο. Μέσα στὸν ὄρον αὐτὸν δὲν χωροῦν μόνο τὰ ποιήματα καὶ τὰ μυθιστορήματα, ἀλλὰ καὶ ὅλη τους ἡ ἄλλη πνευματικὴ παραγωγὴ (ἡ «λαογραφία», ἡ ἱστοριογραφία, ἡ κριτική, τὸ θέατρο καὶ ὁ κινηματογράφος καὶ ὅλα τους δηλαδὴ τὰ προϊόντα μίας ἀσαφοῦς ἐθνικῆς συνείδησης καὶ σκοτισμένης κοινωνικῆς συναισθήσεως μὲ φορέα τὴν «καταγραφή»...). Ὅσο μεγαλύτερη ἡ ὑπανάπτυξη, τόσο πιὸ ἀποκλειστικὴ καὶ στατιστικῶς ἡ «λογοτεχνία». Πλὴν τῶν εἰσέτι ἀναναπτύκτων φυλῶν, πού ἀποτελοῦν ἀντικείμενο τῆς ἐθνολογίας καὶ ὄχι ἄλλων ἐπιστημῶν, τὸ ἀνώτερον ὅριο στὴν στατιστικὴ κλίμακα τῆς ὑπαναπτύξεως μεταξὺ τῶν ἱστορικῶν λαῶν τὸ κατέχει, ἡ μᾶλλον τὸ καθορίζει ἡ Ἑλλάδα.

Ἐὰν μελετήση κανεὶς στατιστικὰ τὴν πνευματικὴ παραγωγὴ ἄλλων λαῶν διὰ τῶν βιβλίων — καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι δύσκολο γιατί ἡ ἀναλογία τηρεῖται καὶ στοὺς βιβλιοπωλικοὺς καταλόγους μεγάλων ἐκδοτικῶν οἴκων —, θὰ παρατηρήση, ὅτι μεταξὺ τῶν εὐρωπαϊκῶν τουλάχιστον χωρῶν, τὸ ποσοστὸ τῆς Λογοτεχνίας κυμαίνεται περίπου σὲ ἕνα 30%. Μεταπολεμικὰ πού ἡ Λογοτεχνία πέρασε κυρίως στὰ βιβλία τσέπης καὶ συγκεντρώθηκε σὲ ὡρισμένους ἐκδοτικοὺς οἴκους, οἱ στατιστικὲς προσεγγίσεις εἶναι εὐκολώτερες (σ’ αὐτὲς συνυπολογιζομένης καὶ τῆς «ψυχαγωγικῆς λογοτεχνίας» καὶ τοῦ σοβαροῦ κοινωνικῶς κλάδου τῶν Comics). Τὸ ὑπόλοιπον 70% καλύπτεται ἀπὸ μελέτες ἐπιστημονικοῦ περιεχομένου — κοινωνιολογίας, ἱστορίας, φιλοσοφίας, ψυχολογίας κ.λπ. Ἑξαιροῦμε βέβαια τούς καθαρῶς ἐπιστημονικοὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους.

Ἐὰν παρατήρηση κανένας τὴν «φυσιογνωμία» τῆς Ἑλλάδος στὶς διεθνεῖς της παρουσιάσεις, ὅπως στὴν διεθνῆ ἔκθεση βιβλίου τῆς Φρανκφούρτης, ὅπου ἡ ἑκάστοτε Κυβέρνηση διὰ τῶν καταλόγων τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ δίνει τὴν «ἐπίσημη εἰκόνα» τῆς πνευματικῆς καὶ πολιτιστικῆς κατάστασης τῆς χώρας, τὸ ποσοστὸ «λογοτεχνίας» κυμαίνεται περίπου γύρω στὸ 98%. Αὐτὸ ἴσχυε ἐπὶ ΠΑΣΟΚ (κατάλογοι ὑπάρχουν ἤδη ἀρκετοὶ καὶ μποροῦν νὰ μελετηθοῦν), ὥσπου ἐπὶ κυβερνήσεως «ἐθνικῆς σωτηρίας» τοῦ κ. Τζαννετάκη νὰ φθάσωμε τὸ ἀπόλυτον ὅριο τοῦ 100%! Ὄντως στὸν κατάλογο πού παρουσίασε τὸ «Ministry of culture, department of letters» ὑπὸ τὸν τίτλο «Modern Greek literatur, 1984-1988», τὸ μόνο πού παρουσιάζεται εἶναι ἀποκλειστικὰ «λογοτεχνία». Εἰδικὴ ἐπιλογὴ δηλαδή, διότι ἂν βάζαμε καὶ ὅλα τὰ ποιήματα, θὰ ἀναποδογυρίζαμε τὰ θεμέλια της διεθνοῦς στατιστικῆς ἐπιστήμης. Ὑπὸ τὸν ὄρον βέβαια «Literatur» οὐδόλως στὶς ἄλλες χῶρες ἐννοεῖται ἀποκλειστικὰ ἡ λογοτεχνία, ἐμεῖς ὅμως τί ἄλλο νὰ βάζαμε; Νὰ χρησιμοποιούσαμε κάποιον ὑπότιτλο, μέσα, «ἐπιστήμης»; Δὲν ἦταν δυνατὸν διότι ἡ ἐπιστήμη ἀνευρίσκεται καὶ στὰ διεθνῆ εἰδικὰ περιοδικά, καθότι εἶναι διεθνὴς τρόπος ἐπικοινωνίας. Μπορούσαμε νὰ ἀναστατώσωμε τὸ διεθνὲς ἐπιστημονικὸ καθεστὼς μὲ τὸ νὰ ἀρχίσουν οἱ διάφοροι ἐπιστήμονες νὰ διαμαρτύρονται στὰ ἐπιστημονικὰ ἱδρύματα πού ἐκδίδουν τὶς μεγάλες ἐπιστημονικὲς ἐπιθεωρήσεις, ὅτι δὲν βρίσκουν σ’ αὐτὲς αὐτὰ πού τὸ ἐπίσημον ἑλληνικὸν κράτος θὰ ἐμφάνιζε ὡς «ἐπιστήμη»; Τὰ πράγματα μὲ τὴν «ἐπιστήμη» ἀκολουθοῦν δυστυχῶς τοὺς νόμους τῶν συνήθων ζωοπανηγύρεων, ὅπου ὅσο κι ἂν θέλης δὲν μπορεῖ νὰ μετονομάσης τὰ κοτόπουλα σὲ ἀγελάδες καὶ νὰ τὰ πούλησης σὰν τέτοια. Ὁ «ἀέρας» τῆς «κυβερνητικῆς ἀλλαγῆς» μᾶς ὑπεχρέωσε νὰ μείνωμε αὐστηρὰ σ’ αὐτὸ πού εἴχαμε ἀπὸ λόγους «ὑπηρεσιακῆς συνεπείας». «Poetry», «Novels», «Short Stories» καὶ ὀλίγην σάλτσα «κριτικῆς» ὑπὸ τὸν ἀορίστου περιεχομένου τίτλον «Essays» (ὅτι βέβαια διὰ τοῦ ὄρου αὐτοῦ στὰ διεθνῆ λογοτεχνικὰ δεδομένα χαρακτηρίζονται δευτερευούσης φύσεως ἐργασίες γιὰ δευτερεύοντα θέματα, εἶναι γνωστό). Μὲ ἀλλά  λόγια ἡ ἐπίσημη «πνευματική» μας φυσιογνωμία εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ πού ἦταν καὶ πρὶν τὸν πόλεμο: «ρίζες», ἀέρας, φῶς καὶ «ἑλληνικότητα»... — ἀκριβῶς ἡ ἴδια αἴσθηση (σὲ ἕνα διεθνὲς κλίμα) μὲ ἕνα πολὺ ὡραῖο ἄλμπουμ γιὰ τὶς φορεσιὲς τῶν ἀρχαίων ἀζτέκων τοῦ Περοῦ, πού εἶναι πρόθυμος νὰ τοὺς ἀναγνώριση κανεὶς μέγα ἐθνογραφικὸ ἐνδιαφέρον, ἀλλά  βιάζεται νὰ πάη παραπέρα νὰ ἰδῆ τίποτ ἄλλο.

Ἀλλὰ μὲ αὐτὰ τά... ἄγκιστρα τί νὰ ψαρέψη κανεὶς στὸν ὠκεανὸ τοῦ Πυθαγόρα καὶ τῶν Προσωκρατικῶν; Καὶ τί σ’ ἐκεῖνον τοῦ Φωτίου καὶ τοῦ Ψελλοῦ; (Τοῦ ὁποίου τὰ χειρόγραφα τὰ ἔσωσαν οἱ καταλανοὶ τὸν μεσαίωνα καὶ ἐκδόθηκαν ἐπὶ τέλους ἀπὸ τὶς βιβλιοθῆκες τῆς Μαδρίτης;)...

Ὡστόσο πρέπει νὰ εἴμαστε εὐχαριστημένοι πού τὰ πράγματα ἔφθασαν καὶ ὡς ἐκεῖ μεταξὺ 1984-88, ἂν σκεφθοῦμε ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια τὸ πολιτιστικό μας θερμοκήπιο ἐποτίζετο ἀποκλειστικὰ μέ... καλλιτεχνία. Τελικῶς ἔμειναμε μὲ τὴν ἐντύπωση, ὅτι τὰ σκάνδαλα ἔβλαψαν τὸ ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται γιὰ λάθος: ὁ... «πολιτισμὸς» τὸ ἐχαντάκωσε πολιτικά. Ὅτι βέβαια αὐτὰ τὰ χρόνια της ὀκταετίας ἡ «τέχνη» ἀνεπτύχθη, εἶναι γεγονός. Ὄχι φυσικὰ ὅπως ἀνεπτύχθηκε ἐπὶ σοσιαλισμοῦ στὴν Ἱσπανία, ὅπου τείνει νὰ προσλάβη διαστάσεις βιομηχανικοῦ κλάδου οἰκονομικῶς — στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ πολλοὺς λόγους δὲν θὰ ἦταν δυνατὴ μιὰ τέτοια ἀνάπτυξη —, ἀλλά  κατὰ τοὺς νόμους τῆς ἀγορᾶς πού προεξηγήσαμε: ἡ νέα «ἄρχουσα τάξις» ἐπὶ ΠΑΣΟΚ, σκοπῶντας νὰ τὰ πάρη ἀπὸ τὴν παληὰ τῆς Δεξιᾶς, νὰ ξεκρεμάση δηλαδὴ ἀπό τούς τοίχους τοὺς πίνακες καὶ νὰ προμηθευθῆ τὶς «Antiques», ἐδημιούργησε τὶς κατάλληλες συνθῆκες «ρευστοποιήσεως» στὴν ἀγορὰ γιὰ τὴν «ἀνάπτυξη» τῆς «τέχνης». Μόνο ὅμως πού ὁ πολιτισμός, ἐπειδὴ μ’ αὐτὸν κατ’ οὐσίαν διεξάγεται πολιτικὴ (ἤγουν εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ νόημά της), ὑπὸ ὑπουργικὴν μορφὴ ἔχει τὸ μειονέκτημα νὰ δείχνη παρὰ νὰ κρύβη κρισιμότητες. Ἕνα μικρὸ φάλτσο στὸν χῶρο τῆς πολιτιστικῆς πολιτικῆς εἶναι ἱκανὸ νὰ δείξη πρὸς τοὺς ἄλλους, μέσα στὴν φυσικὴ φθορὰ πού ἔχει κάθε κυβέρνηση στὴν ἐξουσία, ἂν αὐτὴ ἡ κυβέρνηση εἶναι ἀκόμη πολιτικὰ βιώσιμη ἤ ὄχι. Καὶ τὸ νὰ παρουσιάζη κανεὶς στὴν ἐπίσημη βιτρίνα «λογοτεχνία» καὶ μόνον, ἐνῷ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ νὰ ρίχνη τὸ σύνθημα γιὰ «Ὀλυμπιάδες», εἶναι τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς πολιτικῆς κακοφωνίας. Πάει νὰ πῆ δηλαδὴ ὅτι ἡ κυβέρνηση αὐτὴ ἐνδιαφέρεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον γιὰ «ἐκλογές», ἐπιδιώκοντας νὰ μεταβάλη λεπτοὺς πολιτικοὺς θεσμοὺς διεθνοῦς σημασίας — τῶν ὁποίων ἡ ὀργάνωση σὺν τοῖς ἄλλοις κοστίζει καὶ ἑκατομμύρια δολλάρια, πού βέβαια μὲ κάποια ξένα «κονδύλια» θὰ πρέπει νὰ πληρωθοῦν — σὲ «ἐθνικὰ» παραμύθια γιὰ τὶς κάλπες καὶ ἄλλοθι ἐκλογικά.

Διότι ὡς πρὸς τὸ ἀθλητικὸν μέρος, ὅτι ἡ ἀμείλικτη γελοιοποίηση μας εἶναι ἐκ τῶν προτέρων δεδομένη, δύναται διὰ τῆς «λογοτεχνίας» καὶ μαθηματικῶς ν’ ἀποδειχθῆ. Δικαίωμα μας φυσικὰ εἶναι (καὶ πρόβλημα τῶν ἐμβαθύνσεών μας) τὰ πράγματα γενικῆς παιδείας καὶ ἀθλητισμοῦ νὰ τὰ νομίζωμε ἀσύνδετα, μόνο ὅμως ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι. Ἂν τὰ ἀγωνίσματα ἐξηρτῶντο μόνο ἀπὸ τὰ μούσκλα καὶ τὴν γυμναστική, ὅλες οἱ χῶρες θὰ ἔβγαιναν πρωταθλήτριες, γιατί ὅλες διαθέτουν δυνατότητα νὰ προπονοῦν ἀνθρώπους. Ἀλλὰ κάτι ἄλλο φαίνεται πώς εἶναι αὐτὸ πού χαρίζει τὶς νίκες στοὺς ἀγῶνες. Καὶ αὐτὸ τὸ ἄλλο, πού οἱ ἀρχαῖοι ἠμῶν «πρόγονοι» τὸ ἤξεραν, εἶναι ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ἡ ψυχή. Γὶ αὐτό, ὅπως εἴπαμε, τοὺς κρεμοῦσαν τὰ στεφάνια στὸ κεφάλι καὶ ὄχι στὰ μούσκλα. Ἴσης δυνάμεως καὶ ἀποδόσεως σωματικὰ μέλη στοὺς ἀθλητὲς μποροῦν νὰ φκιάξουν ὅλες οἱ χῶρες. Αὐτὸ τὸ «ἄλλο» ὅμως εἶναι πού δὲν μποροῦν νὰ φκιάξουν ὅλες μὲ τὴν ἴδια εὐκολία καὶ αὐτὸ τὸ «ἄλλο» εἶναι πού μετριέται μὲ τοὺς ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες. Ἀλλὰ τί τοὺς θέλομε τοὺς πειραματισμοὺς ἀφοῦ ἔχομε τὴν «λογοτεχνία»; Νὰ ξοδευθοῦν ἑκατομμύρια δολλάρια, γιὰ νὰ φανῆ αὐτὸ πού δὲν μπορῆ νὰ κρυβῆ; Τί μποροῦν νὰ κάνουν τὰ γήπεδα καὶ ἡ προπόνηση σὲ τσαλαπατημένες ψυχὲς σὰν πεταμένα δοχεῖα Κόκα Κόλας, ἀπὸ τὸ σχολεῖο, τὸν παπᾶ, τὸν χωροφύλακα, τὴν προεκλογικὴ βαρβαρότητα καὶ τὸν θηλυπρεπῆ καημὸ τοῦ μπουζουκιοῦ; Ἀπὸ τὸ κλάμμα τοῦ μπουζουκιοῦ ὡς τὸ θριαμβικὸν χαμόγελο τοῦ ἅλματος ἐπὶ κοντῷ καὶ τῆς σφαιροβολίας, ἡ ἀπόσταση εἶναι ἀστρονομικοῦ μεγέθους. Χωρὶς «ποίησιν» (ἐννοοῦμε ἐκείνη τοῦ Ροΐδη), χωρὶς μουσικὴ παιδεία, χωρὶς θρησκεία, χωρὶς πεζὸ λόγο, καὶ ἄρα χωρὶς ἔρωτα, πώς νὰ κερδηθοῦν τὰ ἔπαθλα; Πρὸς τί λοιπὸν ἡ κατασπατάληση δισεκατομμυρίων δολλαρίων ὡς πολιτικὴ ἀπαίτηση, ἀφοῦ στοὺς ὅποιους ἀγῶνες τὸ «μὴ «ορατόν» πάντα στεφανοῦται; Αὐτὸ τὸ «μὴ ὁρατόν», πού σ’ ἐμᾶς εἶναι ὁρατότατον, εἶναι καὶ τὸ οὐσιῶδες μέτρο τῶν γενικωτέρων πολιτικῶν ἐκτιμήσεων... Ἤτοι τῶν οὐσιωδῶν.

6 σχόλια:

  1. Καίτοι δὲν μποροῦμε νὰ προβοῦμε ἐδῶ σὲ ἀναλύσεις, τυχαῖα ἑρμηνευτικὰ παραδείγματα ἀρκοῦν: σὲ γνωστὸ λογοτεχνικὸ ἔργο τῶν ἡμερῶν μας, ἕνα τρυφερὸ παιδὶ πηγαίνει στὸ πρῶτο του ραντεβοὺ μὲ τὸ ποδήλατο κρατῶντας ἕνα γαρύφαλλο, τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως ἕνα φορτηγὸ τὸ πολτοποιεῖ. Λοιπόν; Πρέπει ἄραγε νὰ καταργήσωμε τὰ φορτηγά; Μήπως τὰ ποδήλατα; Πρέπει νὰ σταματήσουν νὰ πηγαίνουν οἱ ἄνθρωποι ραντεβού; Πρὸς ποιὰν κατεύθυνση «ζητεῖται ἡ ἔλπις» καὶ πού βρίσκεται τὸ «ἐπέκεινα» τοῦ περιστατικοῦ; Σὲ ἕνα σύγχρονο παληότερο λογοτέχνημα, ἕνας νεαρὸς βοσκὸς στὴν Σαλαμίνα, βοσκώντας τὰ πρόβατα του συζητεῖ μὲ ἕναν γέρο (πατέρα του, ἄν δὲν μᾶς ἀπατᾶ ἡ μνήμη) γιὰ τὴν φύση τοῦ πολέμου. Καὶ ἡ «ἐξήγηση» τοῦ γέρου εἶναι, ὅτι ὁ πόλεμος μοιάζει μὲ νεροποντή! Φυσικὸ δηλαδὴ γεγονὸς εἶναι ὁ πόλεμος. Ὄχι κοινωνικό, τοῦ ὁποίου οἱ ἄνθρωποι ὀφείλουν νὰ βροῦν τὰ αἴτια γιὰ νὰ τὸν ἀποφύγουν.

    Έχει και η γραφικότητα τα οριά της.

    Ο Κακλαμάνης τα είχε ξεπεράσει κατά πολύ με το επαρχιακό του κόμπλεξ που δεν γεννήθηκε Γάλλος ή Γερμανός.

    Για τέτοιου επιπεδου «ανάλυση» λογοτεχνικών έργων, την οποία μάλιστα χαρακτηρίζει «μαθηματικής λογικής» η επιστήμη σηκώνει ψηλά τα χέρια.

    Αν έψαχνε ο μπουρτζόβλαχος την δυτική λογοτεχνία θα έβρισκε π.χ. πάμπολλα παραδείγμα όπου ο πόλεμος παρουσιάζεται ως «φυσικό φαινόμενο» (και γενικότερα η ιστορική κίνηση).

    Μόνο υπανάπτυχτοι Έλληνες κάφροι θα εξελάμβαναν ως σοβαρή αυτή την μελέτη του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κάτι μοῦ θυμίζεις, κάτι μοῦ θυμίζεις....

      Δέν συνεχίζω γιά νά μήν σέ στεναχωρήσω. Παράτα μας ὅμως καί ἄντε στό κλουβί σου, ἀφοῦ δέν μπορεῖς νά τεκμηριώσεις τήν διαφωνία σου καί νά τήν διατυπώσεις μέ κόσμιο τρόπο.
      Ο ὔ σ τ τ τ τ !!!

      Διαγραφή
  2. Βρέ ἀνώνυμε ἀπό ποῦ καί ὡς ποῦ ἐπειδή μπορεῖ ὁ πόλεμος νά παρουσιάζεται στήν δυτική λογοτεχνία ἀρκετές φορές ὡς " φυσικό φαινόμενο" αὐτό πρέπει νά θεωρηθεῖ θέσφατο; Μοῦ ἀρέσει ὅτι κατηγορεῖς ἄλλους γιά ἐπαρχιωτισμό, μπουρντζόβλαχους, ἤ κομπλεξικούς πού δέν γεννήθηκαν Γάλλοι ἤ Γερμανοί...καί στήν ἑπόμενη γραμμή αὐτοδιαψεύδεσαι...Ἤ κρίνεις τά ἀλλότρια ἐξ ἰδίων ; . Καψερέ ε καψερέ...

    Ἡ ἀλήθεια βέβαια εἶναι ὅτι λειτουργεῖς ὑπό τό κράτος ἐμμονῆς κατά τοῦ Κακλαμάνη, δέν πολυπροσέχεις τί λέει καί γι αὐτό γράφεις αὐτά πού γράφεις. Καί ὅπως τά γράφεις...Καλό εἶναι νά βουτᾶς πρῶτα τήν γλῶσσα στό μυαλό, πρίν πεῖς ἤ γράψεις κάτι..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η κριτική του Κακλαμάνη γίνεται από την σκοπιά του ιστορικού Έλληνα του ενταγμένου με τρόπο φυσικό στον οργανισμό της ανατολικής Μεσογείου, δεν γράφει ούτε από την σκοπιά του Νίκου Δήμου ούτε και από αυτή του Ραφαηλίδη, αυτό για να το καταλάβει κανείς πρέπει να τον διαβάσει περισσότερο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλησπέρα.Ἔτσι εἶναι ὅπω τό λές. Φυσικά καί πρέπει νά τόν διαβάσει, ὄχι μόνον περισσότερο ἀλλά καί μέ ἀφοσίωση καί προσοχή πέρα ἀπό προκαταλήψεις. Ἐγώ κάθε φορά πού ξαναδιαβάζω κείμενά του, ἐντυπωσιάζομαι ὅταν μοῦ ἀποκαλύπτονται καινούργιες παράμετροι. Τό συναρπαστικό - πού οἱ ἀνώνυμοι τό βρίσκουν γραφικό - εἶναι ἡ ἁρμονία μεταξύ παληῶν καί νέων στοιχεῖων πού ἀνακαλύπτω. Γιά αὐτό ἔγραψα περί " μαθηματικῆς λογικῆς". Δέν ἦταν τυχαῖο ὅτι ὑπῆρξε μαθηματικός...

    Τόν Νῖκο Δήμου ὁ Κακλαμάνης τόν σφάζει μέ τό βαμβάκι, σέ μιά σημείωση τοῦ βιβλίου του ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΟΜΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, κάνοντας καυστικά σχόλια γιά τήν λεγομένη "ἐλευθερία" κυκλοφορίας τῶν ἰδεῶν πού διεπίστωνε ὁ Νῖκος Δήμου. Ἴσως τό βάλω κάποια στιγμή τό σχετικό ἀπόσπασμα....

    Μέ τόν Ραφαηλίδη τά πράγματα διαφέρουν. Νομίζω ἔχουν ἀνάλογη ὀπτική. Ὁ Κακλαμάνης ἔχει ἀναφερθεῖ σέ ἄρθρα του πολύ θετικά γιά τόν Ραφαηλίδη. Ὁ δέ Ραφαηλίδης σέ δυό βιβλία του ( ΚΩΜΙΚΟΤΡΑΓΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ( 1830-1974) καί ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ) προβάλλει συστηματικά τίς ἰδέες καί τά βιβλία τοῦ Κακλαμάνη. Εἶναι ὁ μοναδικός πού ἐγώ γνωρίζω, πού τόν ἔβγαλε ἀπό τήν ἀφάνεια στήν ὁποία τόν ἔριξε ὁ ἑλλαδισμός καί ἡ λοιδωρία τῶν ἀπανταχοῦ Ἀνωνύμων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καλησπέρα, για τον Ραφαηλίδη έχεις δίκαιο, άλλωστε και εγώ από τα κείμενά του έμαθα τον Κακλαμάνη, όμως αν δεν διαβάσει κανείς και τα κείμενα του Κακλαμάνη θα σχηματίσει την εντύπωση ότι απλώς ο Κακλαμάνης είναι ένας ακόμα στοχαστής που πιστεύει ότι ο διαφωτισμός δεν πέρασε από εδώ. Ο Ραφαηλίδης είναι κορυφαίος διανοούμενος με ένα μειονέκτημα όμως, βαραίνουν πολύ τα βιώματά του στα γραφτά του, κατανοητό λαμβάνοντας υπόψη το πόσα πέρασε η γενιά του και ευχάριστος για τα καυστικά του σχόλια, όμως σου δημιουργούν λανθασμένες αντιλήψεις για την νεοελληνική κοινωνία και εξειδανικεύσεις των ξένων , όταν και αν ζήσεις στο εξωτερικό αναθεωρείς, και αυτό είναι κάτι που συνέβη σε πολλούς. Λυπηρό είναι επίσης το ότι δεν κάνει καμιά αναφορά στο όνομά του ο καθηγητής Κοντογιώργης ενώ είναι ξεκάθαρο ότι πολλές από τις ιστορικές του προσεγγίσεις είναι παρμένες από τον Κακλαμάνη, δεν του αξίζει αυτού του ανθρώπου η αφάνεια, αλλά τί να περιμένει κανείς στην Ελλάδα που πεθαίνει σε ιστορικό χρόνο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή