Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Ἑλεωνόρα (Ἠλία Παπαδημητρακόπουλου)

Ἡ Ἑλεωνόρα ἦταν χοντρή, κυριολεχτικὰ πελωρίων διαστάσεων. Ὅταν μὲ πρωτοπῆγαν, γιὰ νὰ μοῦ κάνει γαλλικά, τρόμαξα ἀπὸ τὰ πάχη της, κι ἴσως ἀπὸ τότε νὰ μοῦ ἔμεινε (τὸ σκέφτομαι τώρα) τὸ δέος γιὰ τὴ γαλλικὴ γλώσσα.

Τὴ δεύτερη κιόλας φορά, καὶ ἐνῶ καθόμαστε μὲ τὸν Μιχάλη σχεδὸν περιδεεῖς ἐν ὄψει τοῦ μαθήματος, χτυπάει ἢ πόρτα καὶ μπαίνει ὁ γιατρός. Ἀδύνατος, κοντὸς καὶ κιτρινιάρης, ἄψογα ντυμένος καὶ νὰ εὐωδιάζει, δείχνει κάποια ἔκπληξη, ἢ δυσφορία, μόλις μᾶς βλέπει. Κοκκινίζει ἡ Ἑλεωνόρα, τοῦ τείνει τὸ χέρι, ὁ δόκτωρ τῆς τὸ φιλάει ἁπαλὰ καὶ ἀφήνει τὴν πτυσσόμενη τσάντα του στὸ τραπέζι. Ἐλᾶτε, Ἑλεωνόρα, γιὰ τὴν ἔνεση, τῆς κάνει ἀμέσως, εἶμαι πολὺ βιαστικός. Κοκκινίζει πιὸ πολὺ ἡ Ἑλεωνόρα καὶ λέγοντάς μας πεῖτε τὸ τραγουδάκι σας, παιδιά, ὁδεύει ἀσμένως πρὸς τὸ διπλανὸ δωμάτιο, ἀκολουθούμενη κατὰ πόδας ἀπὸ τὸν γιατρό. Μπαίνουν μέσα καὶ κλειδώνουν τὴν πόρτα. Περνάει κάμποση ὥρα καὶ ξαφνικὰ ἀκούγονται βροντώδη βογκητά, πραγματικὸς ὀρυμαγδός. Ἀνησυχοῦμε μὲ τὸν Μιχάλη, μήπως τῆς συμβαίνει κάτι τὸ ἀπευκταῖον; Τινάζεται ἐπάνω ὁ Μιχάλης καὶ κολλάει τὸ μάτι του στὴν κλειδαριά. Παραμένει ἐκεῖ γιὰ λίγο ἄφωνος καὶ ὕστερα γυρίζει πρὸς τὰ μένα μὲ γουρλωμένα μάτια. Πῶ πῶ, Λιά μου, μοῦ λέει, ἔλα νὰ δεῖς τοῦ γιατροῦ. Πετάγομαι ἀμέσως καὶ σπεύδω στὴν κλειδαρότρυπα, κάποια μετατόπιση ἔχει συντελεστεῖ, καὶ τὸ μόνο ποῦ καταφέρνω νὰ δῶ, εἶναι τὰ ὀπίσθια τῆς Ἑλεωνόρας, ἂν φάς (ὅπως λένε γαλλικά), νὰ προβάλλουν καὶ νὰ γεμίζουν τό δωμάτιο. Πώ πώ, τῆς Λεωνόρας, λέω στὸν Μιχάλη, καὶ κεῖνος χώνεται πάλι νὰ δεῖ, ἐνῶ τὸ δωμάτιο σείεται ἐκ βάθρων ἀπὸ τὶς οἰμωγές της. Σὲ λίγο νεκρικὴ σιγή. Τρέχουμε πίσω στὶς καρέκλες μας. Ἀνοίγει ἡ πόρτα καὶ βγαίνει ὁ γιατρός, κόκκινος κόκκινος, ἄψογα ντυμένος, μὲ τὴν τσάντα ὑπὸ μάλης καὶ ζωηρότατος. Ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὴν Ἑλεωνόρα πού κάτωχρη καὶ μὲ πρόσωπο παραμορφωμένο, βαδίζει ἀργά, σχεδὸν σέρνεται. Φθάνουν στὴν ἐξώπορτα. Κάμπτει ὁ γιατρὸς πρὸς τὰ ἐμπρὸς κι ἐνῶ οἱ τεράστιες παρειὲς τῆς Ἑλεωνόρας ροδίζουν ἐλαφρά, τῆς φιλάει ἁβρὰ τὸ χέρι καὶ ἀπέρχεται. Ἡ ἄλλη ἔνεση μεθαύριο, τῆς κάνει μὲ σημασία καὶ τὴν ἀποχαιρετᾶ.
Πεῖτε ἄλλη μία φορὰ τὸ τραγουδάκι σας, μᾶς λέει ἡ Ἑλεωνόρα καὶ προχωρεῖ, ἀγκομαχώντας καὶ τρεκλίζοντας, κατὰ τὸ μπάνιο.

Ἡ ὀβίς (Ἠλία Παπαδημητρακόπουλου)

Πολλὲς φορές, πού μὲ κατηγοροῦν γιὰ μαλθακό, ἢ καὶ ψοφοδεὲς ἄτομο (μέχρι καὶ χέστη μὲ ἔχουν πεῖ), ὑποδύομαι τὸν ἀδιάφορο, καὶ μάλιστα χαμογελῶ κάτω ἀπὸ τὰ μουστάκια μου. Τί ξέρει ὃ ἄλλος, σκέφτομαι, καὶ φέρνω στὸ νοῦ μου μυστικὲς ἀποφάσεις, σκέψεις καὶ γεγονότα ἢ (ἔστω) ἀρχὲς γεγονότων. Στὸ βάθος, ὅμως, πικραίνομαι, νιώθω ἐρημιά, ὁ χρόνος πέρασε, πάει ὁ καιρὸς πού προσφερόταν γιὰ πράξεις ἡρωϊκές. Ζηλεύω ἔτσι τοὺς ὡραίους νέους, καθὼς τοὺς βλέπω στὰ σινεμὰ τῆς μόδας, νὰ ἐντρυφοῦν σὲ δύσκολα φιλοσοφικὰ ἔργα (ἢ καὶ σὲ ἐπαναστατικὰ ἐγχειρίδια, ἀκόμη) καὶ νὰ μιλοῦν γιὰ ὅλα αὐτὰ ἐν πλήρει ἀνέσει, συνήθως διαφωνώντας ἀνοιχτά, ἢ τρεπόμενοι πρὸς ἰδεολογικὲς ἀτραποὺς λεπτεπίλεπτων ἀποκλίσεων. Ποῦ ἐμεῖς, σκέφτομαι, πού εἴδαμε καὶ πάθαμε νὰ καβατζάρουμε πέντε ἔξι ἀνώδυνους κλασικούς, ἄθλια καὶ κείνους μεταφρασμένους.

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Κωστῆς Παπαγιώργης - Μαϊμούδες

Τό παρακάτω κείμενο τοῦ Κωστῆ Παπαγιώργη προέρχεται ἀπό τό βιβλίο του " Ἡ κόκκινη ἀλεποῦ -Οἱ ξυλοδαρμοί"

Ὅταν πασχίζει κανείς νά ἐκφραστεῖ, τό μέγιστο ἐμπόδιο εἶναι ἡ παιδεία του. Ὅσα τοῦ μάθανε. Ὄχι τόσο ἐπειδή ἡ προσωπική ἔφεση μπορεῖ νά ἀντιβαίνει στά καθεστῶτα διδάγματα, ἀλλά κυρίως ἐπειδή ἡ συστηματική μόρφωση καταδικάζει τίς περισσότερες φορές σέ ἀτροφία καί σκολίωση αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἐνδιάθετη τάση.

Ἡ παιδεία πού ἐπιδαψιλεύεται ἀφειδώλευτα δημιουργεῖ κάτι τερατῶδες: ἄτομα μέ συγκρότηση ἀλλά χωρίς κλίση, μῆτρες πού πάσχουν ἁπλῶς ἀπό ἀνεμογκάστρι. Ἀλλά χωρίς τήν κλίση καί τήν ἀληθινή «σύλληψη», τή φλέβα μέ ἄλλα λόγια, καμιά δουλειά δέ γίνεται στήν ἐντέλεια. Χρειάζεται κανείς τύχη, τύχη καί ἀτυχία μαζί, γιά νά μπορεῖ νά ζεῖ τό θέμα του καί ὄχι νά τό ἀναπτύσσει κάθ ὑπαγόρευση, νά γράφει ἀπό δική του ὁρμέμφυτη ἀνάγκη καί ὄχι ἀπό φιλολογικό κούρδισμα –ἐπειδή τζάνεμ, τό πολύ διάβασμα φέρνει καί τό πολύ γράψιμο -, πράγματα ὅλα αὐτά πού εὐτυχῶς δέν διδάσκονται καί οὔτε ἦταν ποτέ δυνατόν νά διδαχτοῦν καί νά μεταδοθοῦν.


Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Ἡ ἀδιάφθορη συνείδηση τῆς διαφθορᾶς

Τό παρακάτω κείμενο τό πήραμε ἀπό τό ἱστολόγιο Σαχάρα τοῦ swearengen, τόν ὁποῖο καί εὐχαριστοῦμε.


Ἐνῶ ὅλοι ψάχνουν ἀκόμη νὰ βροῦν τὸν ἔνοχο τῆς ρήσης περὶ διεφθαρμένης χώρας μεταξὺ πρώην καὶ νῦν πρωθυπουργῶν, κανεὶς δὲν σκέφτηκε ὅτι ὁ δράστης μπορεῖ νὰ εἶναι μέλλων πρωθυπουργὸς ἢ μᾶλλον μέλλουσα, ὅπως ἂς ποῦμε ἡ κυρία Ντόρα. Τὸν κύριο Ἀντώνη δὲν τὸν ἔχω ἱκανὸ νὰ τὸ εἶπε (ὅπως ἄλλωστε δὲν τὸν ἔχω ἱκανὸ νὰ γίνει πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει ὅμως καὶ τόση σημασία ποιὸς τὸ εἶπε, διότι ὅποιος ἀπ’ αὐτοὺς καὶ νὰ τὸ εἶπε, εἴτε ὁ κύριος Κώστας εἴτε ὁ κύριος Γιῶργος εἴτε ἡ κυρία Ντόρα, πάντως τὸ εἶπε μὲ τὴν θετικὴ ἔννοια, ὅτι δηλαδὴ «-Κύριε Γιοῦνκερ, εἶμαι περήφανος (-η) ποὺ κυβερνῶ (θὰ κυβερνήσω) μία τόσο διεφθαρμένη χώρα καὶ τὸ αὐτὸν εὔχομαι καὶ δι’ ὑμᾶς». Καὶ στὰ δικά σας, ποὺ λένε. Διότι ἡ διαφθορά, ὅπως καὶ ἡ χοληστερίνη, μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ κακή, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ καλή. Ἐμεῖς ἔχουμε ἀπὸ τὴν καλή, διαφθορὰ ἐννοεῖται, ὄχι χοληστερίνη.


Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Ἡ Ἑλλάδα ὡς τριτοκοσμική ὑπό πτώχευσιν χώρα

τό παρακάτω ἄρθρο τοῦ καθηγητῆ Δημήτρη Κιτσίκη, δημοσιεύτηκε στό τεῦχος 180 τοῦ περιοδικοῦ ΤΡΙΤΟ ΜΑΤΙ, μέ τήν ἐπισήμανση: ΠΡΟΣΟΧΗ ΘΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΕΝΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ( ΕΩΣ ΚΥΝΙΚΟ) ΑΡΘΡΟ.



Η ΕΛΛΑΔΑ ΩΣ ΤΡΙΤΟΚΟΣΜΙΚΗ ΥΠΟ ΠΤΩΧΕΥΣΙΝ ΧΩΡΑ



  • Ἡ διαφορά μεταξύ τοῦ τριτοκοσμικοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καί τοῦ προηγμένου καπιταλιστικοῦ κοινοβουλευτισμοῦ
  • " Φέρτε πίσω τά κλεμμένα!"
  • Ἡ γεωπολιτική καί κοινωνική ἀλήθεια τῆς Ἑλλάδος, πέρα ἀπό ἰδεολογίες, συνθήματα καί εὐχολόγια...
α) Πῶς καὶ γιατί ἡ Δύση τριτοκοσμικοποιεῖ τοὺς λαούς.

Ὁ μεγάλος Ἕλλην ἱστορικός τῆς διασπορᾶς, Λευτέρης Σταυριανὸς ( 1913-2004) ποὺ ὁ Ἀνδρέας Παπανδρέου ἐθαύμαζε, ὑπῆρξε αὐτὸς ποὺ ὅρισε μὲ σαφήνεια τὸ φαινόμενο τοῦ τριτοκοσμισμοῦ, τὸ ὁποῖο οὐδεὶς Ἕλλην τοῦ ἐσωτερικοῦ δύναται νὰ κατανοήση ἐπειδὴ ἀκριβῶς εὑρίσκεται ἐντός τοῦ τριτοκοσμισμοῦ, ὄπως ἕνα ψάρι δὲν δύναται νὰ ὁρίση τὸν ἑαυτό του ὡς «ψάρι» διότι κινούμενο ἐν μέσῳ τῆς θαλάσσης δὲν συνειδητοποιεῖ τὸ ὑδάτινο περιβάλλον του.

Κατὰ τὸν Σταυριανό, ἡ Δύση ἐδημιούργησε τὸ φαινόμενο τῆς τριτοκοσμικοποιήσεως ὅταν κατέστρεψε τὴν ἰσορροπία τῶν μὴ δυτικῶν κοινωνιῶν καὶ τὶς ἐτοποθέτησε στὴν τροχιὰ τῆς ὑπαναπτύξεως, δηλαδὴ ὅταν τὶς ὑπεχρέωσε νά ἀναπτυχθοῦν μὲ τρόπο μὴ ἰσορροπημένο, σὲ σχέση πάντα μὲ τὶς ἀνάγκες ἑνὸς ἐξωτερικοῦ κέντρου καὶ ὄχι σὲ σχέση μὲ τὶς ἀνάγκες τους.



Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

Ὁ Οὖζος - ἕνα διήγημα καί μιά συνέντευξη τοῦ Γιάννη Σκαρίμπα


Α) Γιάννης Σκαρίμπας: «Γεμίσαμε ἀλλουβρέχηδες!»
Τοῦ Δημήτρη Γκιώνη

«Νἄν' σπασμένοι οἱ δρόμοι, νὰ φυσάει ὁ νότος / κι ἐγὼ καταμονάχος καὶ νὰ λέω: τί πόλη! / νὰ μὴν ξέρω ἂν εἴμαι / μέσα στὴν ἀσβόλη / ἕνας λυπημένος πιερότος!».
Κυριακὴ βράδυ στὴ Χαλκίδα, μὲ κρύο καὶ ψιχάλα, ὁδεύουμε στὸ σπίτι τοῦ μπάρμπα-Γιάννη τοῦ Σκαρίμπα, τοῦ «καλοῦ δαίμονα» τῆς εὐβοϊκῆς πρωτεύουσας καὶ τῶν γραμμάτων μας, ἀναμασώντας τοὺς στίχους ἀπὸ τὸ ποίημα ποὺ τῆς ἔχει ἀφιερώσει. Καὶ μὲ ἕνα ἐρωτηματικό: θὰ 'ναι στὰ κέφια του ἢ θὰ μᾶς ἀποπέμψει μὲ τὸ εὐγενικὸ «Χάρηκα ποὺ σᾶς εἶδα καὶ νὰ σᾶς βλέπουμε σπανίως».
Εἶχε προηγηθεῖ ἕνα μελαγχολικὸ βραδινὸ -τὴν προηγούμενη- σ' ἕναν κινηματογράφο γεμάτο μοναχικὸ κόσμο. Παρέες παρέες χωριστὰ οἱ σερνικοί, παρέες παρέες χωριστὰ τὰ θηλυκὰ καὶ πού καὶ πού μερικὰ μνηστευμένα ἢ παντρεμένα ζευγάρια.