Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Ἡ "παράδοση" ὡς σκλαβιά καί ὡς ἄλλοθι...


"Ἄλλοθι" - Λήδα, Ἀργύρης Κουνάδης-Βαγγέλης Γκούφας, Μάριος Ποντίκας, ἀπό τήν τηλεοπτική σειρά τῆς ΕΡΤ "Ἐν Ἀθήναις", 1976
«Ἀλοίμονο στὶς χῶρες πού ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ἥρωες».Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ Μπρέχτ τό ἔγραψε ἔχοντας τὴν Ἑλλάδα ὑπ’ ὄψιν του, ἀλλὰ ἡ περίπτωση μας ἀποτελεῖ τὴν καλύτερη ἐπιβεβαίωση.

Ζοῦμε σὲ μία χώρα ὅπου ἡ κοινωνία ἐπιμένει νὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸ παρελθόν της, προσαρμόζοντας το στὰ δικά της κενὰ καὶ ἀδιέξοδα. Τὴν ἀδυναμία νὰ σηκωθεῖ καί νά σταθεῖ στὰ πόδια της, τὴν καλύπτει σκαλίζοντας το τσαπατσούλικα, ἀναζητῶντας πνευματικούς ὀγκόλιθους, ἀγῶνες γιὰ τὴν «ἐλευθερία» καὶ τὴν «δημοκρατία». Καὶ ὅτι βρίσκει, ἐπειδὴ ἀποφεύγει νὰ τὸ κατανοήσει καὶ νὰ τὸ ζήσει στὴν καθημερινότητά της, τὸ βαφτίζει «παράδοση», παράδοση ἀγωνιστική, πνευματική, δημοκρατική. Καὶ τὸ «γιορτάζει». Γιορτάζει σὰν μασκαράς, ζῶντας λαθραῖα, ντυμένος «ἀγωνιστής». 


Σημάδι τῆς πνευματικῆς σύγχυσης καί τῆς πολιτικῆς ὑπανάπτυξης μιᾶς κοινωνίας εἶναι τά αιτήματα αλλά καί ο τρόπος πού κατά καιρούς τά διεκδικεῖ καί τά προβάλλει. Στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 πήγαινα στὶς μικρὲς τάξεις τοῦ Γυμνασίου. Θυμᾶμαι τοὺς μαθητὲς τῶν μεγαλυτέρων τάξεων νὰ διοχετεύουν ὅλη τὴν ζωτικότητα, τὴν ὁρμὴ καὶ τὴν ὑγιῆ ἐπαναστατικότητά τους στὴν προβολὴ τοῦ αἰτήματος νὰ καθιερωθῆ ἡ 17η Νοέμβρη , ἐπέτειος τῶν γεγονότων του Πολυτεχνείου το 1973, ὡς ἐθνική γιορτή. Παρ’ ὅλες τίς πιθανές ἐνστάσεις πού θα μποροῦσε νά διατυπώσει κάποιος γιὰ τὸ καθαυτό περιεχόμενο τοῦ αἰτήματος, ὁ παραλογισμός ἔγκειται ἀλλοῦ. Τις ἐπετείους καί τις εκδηλώσεις γιά την 25η Μαρτίου, καί την 28η Ὀκτωβρίου, τίς περίμεναν οι μαθητές με ανυπομονησία. Γιά νά γλυτώσουν σχολεῖο καί μαθήματα. Κάτι ἀπόλυτα φυσιολογικό. Μάλιστα πανηγύριζαν ἄν ἔπεφτε Δευτέρα ἤ Σάββατο – τά μαθήματα κράταγαν τότε ἕξη ἡμέρες - , ἀδιαφορῶντας γιά τό βαλσάμωμα καί τήν στρογγυλοποίηση τῆς ἱστορίας πού ἡ ἐπίσημη ἰδεολογία ἤθελε νά περάσει μέ τόν ἑορτασμό. Γιά τήν 17η Νοεμβρίου, ἡ ὁποία συνέπαιρνε ὡς πολύ πρόσφατη καί μέ πρωταγωνιστές κοντύτερα στήν ηλικία τους, «διεκδικοῦσαν» ἕναν ἑορτασμό ἀνάλογο τῶν προηγουμένων, πού πέραν ὅλων τῶν ἄλλων στραβῶν, μέχρι τότε ἀντιπροσώπευαν εὐκαιρία γιά ὕπνο, βόλτα καί χαβαλέ.

Μὲ ἀνάλογους τρόπους ἡ ἀναφορὰ στὸ παρελθὸν ἔχει καταντήσει νά λειτουργεῖ ὡς φορτιστὴς ἢ ἐκφορτιστής συναισθημάτων, στοχεύοντας στὸ θυμικό τοῦ «ἀγωνιστῆ». Ξεχωρίζοντας τες μεταξύ τους ἀδρανοποιεῖ τὴν σκέψη καὶ δηλητηριάζει τὴν καρδιά. Κατατρώει τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο, τὸν καθιστᾶ βορὰ μιᾶς πεποιημένης ἱστορίας , «ἠρωϊκῆς» ἐπὶ τὸ πλεῖστον, πού γίνεται καθεστὼς καὶ τρέφεται μὲ νέες ψυχὲς, ἀνθρώπινες, ὑποδουλώνοντάς τις, μετατρέποντάς τις ὅσο παιρνοῦν τά χρόνια σέ «ἀγωνιστές». Ἀποτρέπει ἔτσι πράξεις ἀφανοῦς ἠρωϊσμοῦ σὲ παρόντα χρόνο, ἰδίως ἂν πρόκειται γιὰ καιρὸ «εἰρήνης». Οἱ πάντα ὑπαρκτές ἐξαιρέσεις, χαρακτηριστικές γιά τήν σεμνότητά τους, περιθωριοποιοῦνται, μπαίνουν σέ ψυχιατρεῖα, ἐξορίζονται σέ ξερονήσια, ἄν μάλιστα γίνονται ἰδιαίτερα ἐνοχλητικές δολοφονοῦνται. Π.χ. Λαμπράκης. Σέ ἀντίθεση, ὁ «ἀγωνιστής» τῆς «ἐλευθερίας» καί τῆς «δημοκρατίας» γιορτάζει τὸ 1821, τὸ 1940, τὴν ἐθνικὴ ἀντίσταση, καὶ τὸ σχετικὰ πρόσφατο Πολυτεχνεῖο. Ἐρήμην τῶν τότε πρωταγωνιστῶν, τοὺς κόβει στα μέτρα του καί τούς ἑρμηνεύει κατὰ τὸ δοκοῦν. Στὸ πρόσωπο ὅποιου ἰσχυρισθεῖ πώς τὰ συνθήματα, οἱ παράτες καὶ οἱ ζητωκραυγὲς δὲν πολυταιριάζουν μὲ τήν πνευματική καθίζηση, τὸν καθημερινὸ συμβιβασμὸ καὶ τὸ βόλεμα, ἀνακαλύπτει ἕναν ἀκόμα «ἐχθρό», ἕναν ἀκόμα προδότη τῆς «δημοκρατίας», τῶν «ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων» της φυλῆς.


 Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς,
ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας,
στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια.
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ ν’ ἀκοῦτε,
μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερά μᾶς ἐγκαλεῖτε; ( Μανώλης Ἀναγνωστάκης)

Πλῆθος ἀγαλμάτων καὶ μνημείων διαθέσιμων γιὰ ὑμνολόγια καὶ πανηγυρικούς, καταθέσεις στεφάνων, κατακραυγὲς, ὕβρεις ἢ βεβήλωση. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἄλλη χώρα στὸν κόσμο, ὅπου ἕνα ἄγαλμα, ἕνα μνημεῖο, νὰ ἕλκει μὲ τὴν ἴδια εὐκολία τόσο ἀντίθετες μεταξύ τους συμπεριφορές. Δὲν τάσσομαι ὑπὲρ τῆς πρώτης γιὰ νὰ καταδικάσω τὴν δεύτερη. Ἀντιφατικές ἐκφράσεις τῆς ψυχολογίας καὶ τῆς νοοτροπίας μας ὡς λαοῦ εἶναι, οἱ ὁποίες ὡς ἀντιφατικές ὁδηγοῦν με ἀσφάλεια στό ἑξῆς συμπέρασμα. Μνημεῖα, μουσεῖα, ἱστορικό παρελθόν δέν ἔχουν πλέον καμιά δυναμική καί ἀντιστοιχία μέ τήν σημερινή ζῶσα παραγματικότητα.

Ἡ στεῖρα ἀπαρίθμηση ἡρωϊσμῶν λειτουργεῖ εἰς βάρος τῆς συνείδησης καὶ τῆς κριτικῆς ἱκανότητας. Οἱ ἐπετειακὲς ἐκδηλώσεις, παρέα μὲ τὸν στρουθοκαμηλισμὸ, πετυχαίνουν τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο ἀπὸ αὐτὸ πού ὑποτίθεται ἐπιδιώκουν. Τὸ «παρελθὸν» ἀντὶ νὰ κατανοηθεῖ σὲ βάθος, λειτουργεῖ ὡς ἐμμονή. Ἀντὶ ἡ κατανόησή του νὰ βοηθήσει στὴν ὀργάνωση καὶ λειτουργία τοῦ παρόντος, τὸ παρελθὸν ξεπλένεται, λουστράρεται, «ἀνανεώνεται» διαρκῶς, ἀποκόπτεται ἀπό τό παρόν καὶ «ἀπαιτεῖ» νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς τὸ «μέλλον». Ἕνας κατά παραγγελίαν μῦθος στρογγυλοκάθεται στὴν θέση τῆς ζωντανῆς πραγματικότητας, ἡ ὁποία ἐνῷ κατρακυλᾶ στὸν γκρεμό, ἐπιμένει νὰ τραγουδᾶ « ἡ ζωὴ τραβᾶ τὴν ἀνηφόρα».

Συνήθως ὁ «ἀγωνιστής» δέν ξέρει τί πραγματικά γιορτάζει. Ζεῖ ἕνα παραμύθι πού μεταβιβάζεται ὡς «παράδοση» ἀπό μιά γενιά στήν ἑπόμενη, ἕνα παραμύθι πού πέραν τῆς παρεχομένης ψυχοθεραπείας λειτουργεῖ καί ὡς ἄλλοθι γιὰ τὶς ἁμαρτίες τῆς κάθε γενιᾶς.
ΓΕΝΝΑΙΟΙ

Ἕνα πρωὶ τοὺς βρήκαμε,
ἀναπάντεχα, πεθαμένους.

Κάποιος ψιθύρισε: «συμφόρηση»•
ἄλλος: «ἀτύχημα»•
ἄλλος: «αὐτοκτονία»•

Τοὺς σκέπασε, ὅμως,
τοὺς ψίθυρους αὐτοὺς ἡ φωνή μας:
«Ἐμεῖς! ἐμεῖς τοὺς σκοτώσαμε!
Ἐμεῖς τοὺς καθαρίσαμε, τοὺς τυρράνους!»

Κανένας δὲν ἀντιμίλησε.
Τὰ βλέμματά τους μὲ θαυμασμὸ
καρφώθηκαν ἀπάνω μας.

Τινάξαμε τὰ μαλλιά,
Σηκώσαμε ψηλὰ τὸ κεφάλι.

(Αὐτὸ θὰ πῆ νἄσαι γενναῖος:
νὰ παίρνης ἀπάνω σου
καὶ φονικὸ ποὺ δὲν ἔκανες!)


Φαῖδρος Μπαρλᾶς
Ὑπάρχουν ὅμως περιπτώσεις ὅπου ξέρει πολύ καλά τί «γιορτάζει» καί ἐν μέσῳ τῆς ὀχλαγωγίας, τῶν συνθημάτων καί κυρίως ἐντός ἑνός εὐνοϊκοῦ περιβάλλοντος πνευματικῆς καί πολιτικῆς καθίζησης, ὁ «ἀγωνιστής» ἔρχεται ἀπό τό πουθενά καί ἐξαργυρώνει τούς «ἀγῶνες» χωρίς νὰ τὸν πάρει κανείς χαμπάρι. Ἡ λεγομένη «γενιά τοῦ Πολυτεχνείου» εἶναι κλασσικό παράδειγμα γενιᾶς πού μπαίνει καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὸ παράθυρο στὴν «ἀγωνιστικὴ παράδοση» τοῦ λαοῦ μας. Μιλᾶμε γιά ὅσους ἐκεῖνο τό βράδυ παρέμειναν κλειδωμένοι στά σπίτια τους, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ ξεσκόνισαν τόν «Ὕμνο εἰς τήν Ἐλευθερία», προτίμησαν νά κάνουν πρόβα στόν καθρέφτη γιά ὅτι θά ἀκολουθοῦσε. Στά βήματα τῆς κυβέρνησης τοῦ Καῒρου, ὑποτίθεται ἐξόριστης ὅσο διαρκοῦσε ἡ Κατοχή καί ἡ Ἀντίσταση…

Αὐτή ἡ «ἀγωνιστική παράδοση» εἶναι μέρος μιᾶς εὐρύτερης ἔννοιας «παράδοσης», ποὺ δὲν ἀνιχνεύεται στὸ ζωντανὸ παρὸν και ἀναγνωρίζεται ὡς ἕνα μουσειακὸ εἶδος φαινομενικά ἀθῶο, ὡς φολκλὸρ κατάλληλο γιὰ πανηγύρια, ἐκθέσεις, ἐκδηλώσεις καὶ ἐπενδύσεις ἀξιοποίησης. Μία «παράδοση» πού ἀνοίγει μιά καταστροφική ὄρεξη σὲ πάσης φύσεως ἐργολάβους, πού ἐμπορεύονται ἀπὸ δημόσια ἔργα μέχρι ἰδέες, πατριωτισμὸ καὶ συνειδήσεις.Ἡ μάταιη ἀναζήτηση της μέσα στὴν καθημερινότητα, εἶναι σαφὴς ἔνδειξη κενοῦ καὶ πνευματικῆς σύγχυσης. Σάν κακοσυντηρημένη πού εἶναι μυρίζει ἄσχημα. Ὅμως ἡ ἀληθινὴ πνευματικὴ καὶ πολιτιστικὴ παράδοση ὑπάρχει μέσα στὶς ζωντανὲς κοινωνικὲς διαδικασίες, σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν ἔχει ἀνάγκη διατήρησης, ὑπεράσπισης ἢ προστασίας, ὡς εἶδος εὑρισκόμενο ὑπὸ τὸν κίνδυνο ἀφανισμοῦ. Ὄντας ἀπόλυτα συνυφασμένη μὲ τοὺς λαούς, ἡ μανιώδης ἀναζήτησή της ὑποκρύπτει τὴν πνευματικὴ χρεωκοπία τους. Οἱ σοβαροί λαοὶ δημιουργοῦν παράδοση, οὔτε τὴν ἀναζητοῦν, οὔτε τὴν συντηροῦν, λὲς καὶ εἶναι περιεχόμενο κονσέρβας. Ὅταν ἀκοῦτε ἐκστρατεῖες, ἐκκλήσεις γιὰ διάσωση τῆς παράδοσης σημαίνει δυὸ πράγματα. Ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος «παράδοση» εἶναι πρακτικὰ ἀνενεργή, νεκρώνεται καὶ ὅτι κάποιοι προσπαθοῦν νὰ ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ τό πτῶμα.

Αὐτή ἡ «παράδοση» εἶναι σκλαβιά. Βάρος ποὺ καμπουριάζει τὸ σῶμα καὶ ἀρρωσταίνει τὸ πνεῦμα. Μιά ὀσφυοκαμψία πού παραμένει, λόγῳ τῆς διαρκοῦς ἀναζήτησης «ἡρώων» καί πνευματικῶν ἀνθρώπων στό παρελθόν. Ἐνοχὴ καὶ παγίδα γιὰ τοὺς ἀφελεῖς, εὐκαιρία ἀνάδειξης, πλουτισμοῦ, ἁρπαχτῆς γιὰ τοὺς κουτοπόνηρους καὶ τοὺς καπάτσους. Γιὰ τοὺς πάσης φύσεως λαθρεπιβάτες τῆς ἱστορίας.

Τὸ παρὸν ὡς διαρκὲς ὑποζύγιο. Εὔκολη λεία γιὰ κάθε ἐπικυρίαρχο. Ἐντὸς ἢ ἐκτὸς συνόρων εὑρισκόμενο.

2 σχόλια:

  1. Οἱ στίχοι τοῦ τραγουδιοῦ "Ἄλλοθι"

    Γριὰ κοκότα φεύγει καὶ τούτη ἡ γενιὰ
    πεθαίνει καὶ ἀφήνει σωροὺς κληρονομιὰ
    τὰ λάθη της ποὺ φτάνουν γιὰ νὰ φᾶν καὶ τὰ σκυλιά
    Ἄλλοθι θὰ γίνουν κι αὐτά…

    Γριά ποὺ προσκυνοῦσε φαντάσματα θεῶν
    γραφὲς ποὺ δὲν γραφῆκαν καὶ ὁ χρυσοῦς αἰὼν
    περγαμηνὲς καὶ δόξες μ’ ἕνα βάλς ἐζιτασιόν
    Ἄλλοθι κι αὐτὰ μὲ καρμπόν…

    Τὰ πάθη της στὸν τοῖχο σὲ κάδρα ἀκριβὰ
    εἰκόνες ποὺ ποζάρουν χωρὶς ντροπὴ καμιὰ
    καὶ κρέμονται στὸ στῆθος τὰ χρυσὰ παράσημα
    Ἄλλοθι θὰ γίνουν κι αὐτὰ…

    Κι ἀνέβαζε στὰ δέντρα ἀτσάλινο σκοινὶ
    θηλειὰ γιὰ τὴν ντροπή της μήπως καὶ κρεμαστεῖ
    κάλπικο τὸ ἀτσάλι κ’ ἡ ντροπὴ ξεκρέμαστη
    Ἄλλοθι θὰ γίνει κι’ αὐτή…

    Ἔτσι περνᾶν τὰ χρόνια ἀπλήρωτη ζημιὰ
    κι ἐγὼ ποὺ εἶμαι μάνα κι ἔχω πολλὰ παιδιὰ
    χρήματα τοὺς μαζεύω καὶ τὰ ἄλλοθι οὐρὰ
    Ἄλλοθι νὰ βροῦνε κι αὐτά…

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το κενό
    Είναι «άδειασμα» το κείμενό σου. Αφήνει ένα δυσάρεστο κενό, έστω κι αν αυτό είναι το κενό της συνειδητοποίησης. Εξαφανίζονται σιγά-σιγά όλα εκείνα που, βιαίως, τους είχαμε αποδώσει λανθασμένες διαστάσεις.
    Έχεις δίκιο, δεν είναι μόνο ότι η εξιστόρηση των γεγονότων από γενιά σε γενιά γίνεται σαν χαλασμένο τηλέφωνο, υπό το πρίσμα της δικής μας ασημαντότητας, είναι ότι πάσχουμε βαριά, νοσούμε κι αναζητούμε το γιατρικό σε μαντζούνια και «παραδοσιακές» συνταγές. Καθένα με τη σημασία και την αξία του, που όμως δεν είναι αρκετές για να μας σώσουν - δεν αντιστοιχούν καν στο δικό μας πρόβλημα. (Και δεν πρόκειται καν να αναφερθώ στη σκοπιμότητα όσων μας τα παρουσιάζουν σαν ιδανικές λύσεις για το πρόβλημά μας. Περιορίζομαι μόνο στη δική μας ανάγκη -ελλείψει άλλων φαρμάκων- να τους αποδώσουμε θαυματουργές ιδιότητες)

    Μνημεῖα, μουσεῖα, ἱστορικό παρελθόν δέν ἔχουν πλέον καμιά δυναμική καί ἀντιστοιχία μέ τήν σημερινή ζῶσα παραγματικότητα.

    «Με τη σημερινή νοσηρή πραγματικότητα», θα έλεγα.
    Η απροκατάληπτη γνώση της ιστορίας είναι, διαχρονικά, ο καλύτερος τρόπος αξιοποίησης των μνημείων. Η ιστορία γράφεται (χτίζεται ως ζωντανό μνημείο) σε τόπο και χρόνο που πολλοί προσπερνούν πηγαίνοντας στις δουλειές τους. Είναι ανθρώπινο αυτή η εξέλιξη να τους δημιουργήσει ένα κενό, μία απογοήτευση. «Πού ήμουν εγώ όταν συνέβαιναν αυτά;» Και το κενό αυτό είναι συνήθως δυσαναπλήρωτο. Οι προσωπικές μας αναφορές δεν επαρκούν για να το καλύψουν, δεν επαρκούν για να καλύψουν ούτε καν τα σημερινά μας προβλήματα. Εκεί που χρειάζεται ψυχραιμία εμείς τρέχουμε πανικόβλητοι ανάμεσα στα μνημεία, αδυνατώντας να αντιληφθούμε το κοινωνικό δίδαγμα, αχρηστεύοντας έτσι την όποια αξία τους -στην καλύτερη των περιπτώσεων. Στη χειρότερη τα καταστρέφουμε προσπαθώντας με τα κομμάτια τους να μπαζώσουμε το κενό μας. Μια διαρκής φθορά δική τους και δική μας. Μια σωρευτική ζημιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή