Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Πρίν τήν ἀνάσταση

Πρὶν τὴν Ἀνάσταση

Ἴσως νὰ ἦταν περὶ τὸ μεσονύχτι,
πρὶν ἢ μετά, δὲν ξέρω, ξύπνησα
στὸ σκοτάδι ὅμως, θαρρεῖς,
δὲν ἀνοίγουν τὰ μάτια.

Τί ὥρα πηγαίναμε στὴν ἐκκλησία τότε;
Κάποτε δὲν κοιμόμασταν, περιμένοντας,
ἢ μᾶς ἔπιανε ὕπνος ἐλαφρὺς
καὶ ξυπνούσαμε καλοδιάθετοι,
μὲ τὶς πρῶτες καμπάνες.

Χρόνια τώρα, δὲν πηγαίνω στὴν ἐκκλησία.
Χάνεται μέσα μου ἡ σημασία της,
ὥσπου πιὰ καθόλου...
Εἶναι δυνατόν, τίποτα νὰ μὴν ἀπομένει
ἀπ' τὴν εὔχαρι τοῦ ἀνθρώπου ἡλικία;
Πόσο εἶχα παρακαλέσει, ὥσπου ἔπαψα.
Ἀνάσταση περίμενα ἀπ' τὶς φτωχές μου αἰσθήσεις,
τοῦ σώματος.
Ἂν ὄχι τίποτ' ἄλλο, τώρα, πού δὲν πιστεύω,
Γνωρίζω τὴν ἁμαρτία μου.
Πόσο ἦταν ὡραία, τότε...
Στεκόμασταν στὸν αὐλόγυρο,
γεμάτον κόσμο ἐλεύθερο.
Γελοῦσαν, μιλοῦσαν οἱ ἄνθρωποι.
Ἡ ὀρθοδοξία ἀφήνει ἀκέριο τὸ πνεῦμα τῆς προσφορᾶς.
Ἐλεύθερα νὰ προσέλθω σὲ σένα, Κύριε.
Οἱ ἄνθρωποι φαίνονταν ξεκούραστοι,
τὴν γιορτὴ περιμένοντας, τὸ αὔριο
νάρθει τῆς χαρούμενης μέρας,
ἔλαμπε τὸ βλέμμα, τὸ πρόσωπο.

Μὲ πνίγει τοῦτο τὸ σκοτάδι.
Δὲν θέλω ν' ἀνάψω τὸ μέτριο φῶς.
Θὰ μοῦ στερήσει τὰ ἐνθύμια πού βλέπω,
τὰ πράγματα ὁρίζοντας γύρω μου.
Πῶς περιμέναμε τὴν Ἀνάσταση!
Δίχως ἀμφιβολία ἔρχονταν ἡ Λαμπρή,

«Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί».
Ἄνοιγαν οἱ πύλες, ἡ πομπὴ προχωροῦσε
μὲ ψαλμοὺς κι' ἑξαπτέρυγα, ἄστραφταν τὰ πολύτιμα,
ἄναβαν μυριάδες τὰ κεριὰ τῶν χριστιανῶν, φλόγες πίστης,
σημεῖο χαρᾶς.
Μίαν μικρὴν εἰκόνα τῆς Ἀνάστασης εἶχε ἡ ἐνορία μας.
Σπρωχνόμασταν γιὰ ν' ἀσπαστοῦμε, ὀχλαγωγή.
Γελοῦσαν χαρούμενοι οἱ πιστοί,
στὰ χέρια κόκκιν' αὐγά,
ἀναβαν βεγγαλικὰ κι' οἱ μεγαλείτεροι σὰν τὰ παιδιά.

«Οὐκ ἔστιν ὧδε ἀλλ' ἠγέρθη».
Μένω ξαπλωμένος, δὲν ἀνάβω τὸ φῶς,
δὲν περιμένω τίποτα.
Δὲν πάω μὲ τοὺς ἄλλους νὰ μοιραστῶ
τὴν πλάνη τῆς χαρᾶς.
Χαρὰ δὲν ὑπάρχει;

Ὑπάρχει πάντα ἡ ἀνάσταση,
ὄχι ὁρισμένη καὶ πιθανή,
ὑπάρχει ἀπίθανη περίλαμπρη δόξα,
ἡ φωτεινὴ ἔκσταση,
δὲν μποροῦν δίχως αὐτὴν οἱ ἄνθρωποι,
πού περιμένουν σὲ νηστεία καὶ προσευχή.

«Οὐκ ἔστιν ὧδε ἀλλ' ἠγέρθη».
Ἀκόμα δὲν ἦρθε ἡ ὥρα, φαίνεται.
Δὲν ἀκούω τοὺς χαρμόσυνους ἤχους.
Πόσο ἀκόμα καὶ τότε, σὰν ἡ καταστροφὴ
τῆς ἄρνησης, ἡ ἀμφιβολία εἶχεν ἀρχίσει,
μὲ συγκινοῦσε βαθιὰ ἡ χαρὰ
πάνδημη τοῦ κόσμου συμμετοχή, στὴν γιορτή.

«Χριστὸς ἀνέστη». Ὕμνος κι' οἱ κρότοι
τῶν ὅπλων κι' ὅλες οἱ καμπάνες μαζί,
σ' ὅλην τὴν πόλη κι' οἱ ἄνθρωποι
ὅλοι μαζὶ εἶχαν τὴν ἴδια χαρά,
τελείωνε ἡ προσφορὰ τῆς προσπάθειας,
το πένθους, τῆς συλλοῆς.

Κοιτάζω τὸ παρελθόν.
Δὲν σ' ἀρνιέμαι, Κύριε, τῆς ἀγάπης,
τῆς ἀνάστασης ἔνδοξης τοῦ ἀνθρώπου.
Πολλὴ μὲ σκεπάζει ἁμαρτία τῆς γνώσης,
ὅμως θὰ περιμένω μίαν ἀρχὴ τῆς ἀγάπης ξανά,
πού δίνεται παρηγοριὰ τῆς θλιμμένης ἐπίμονης σκέψης.

Ἀρχή, χαραυγή,
«ἢν δὲ ὄρθρου βαθέος...»
Νὰ πιστέψουμε στὴν ἡμέρα τῆς ζωῆς.
Ἐλπίδες, ἀναμνήσεις δὲν ἀρκοῦν οἱ κόποι.
Ἡ σκέψη θολώνει τὸ κόκκινο τῆς θυσίας αἷμα.

Πρέπει τὸ σῶμα νὰ σηκωθεῖ, νὰ πάει μὲ τοὺς ἄλλους μαζί,
νὰ χαρεῖ τὴν γιορτή, τὴν ἁπλὴ χαρά,
νὰ δεχτεῖ τὴν πλούσια συμμετοχή,
νὰ παραδεχτεῖ τὴ χαρὰ προσιτή.
Ἀνάσταση νὰ χαρεῖ, λευτεριὰ
ὓστερ' ἂπ' τὸ πλῆθος τοῦ πόνου,
πίστη, τὴν ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου.

Ζωὴ Καρέλλη
Ἀπὸ τὴ συλλογὴ Τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς ἔπαρσης (1951)


Μὸρτ σεζὸν (Ι)

Γύρω στὶς δώδεκα τὸ βράδυ
τὸ 'σκαγε καὶ τὸ τελευταῖο τρὰμ
π' ἅφην' ἀπὸ ἕνα φανατικὸ κάθε φορά
μπρὸς ἀπὸ τὸ μαγαζὶ
πού 'χε δύο δάχτυλα σκόνη παντοῦ.
Μὲ μία γκαζόλαμπα στὸ παραμέσα
κι ἕνα πορτατὶφ ἀδύνατο στὸ παραέξω, μ' ἐφημερίδα.
Γύρω στὶς δώδεκα τὸ βράδυ.

Ἔμπαινε μέσα καὶ καθόταν ἕνας ἄλλος
πού 'σφιγγε δάχτυλα χοντρὰ μὲ τέχνη
καθὼς χτένιζαν τὰ τελευταία φτερὰ τοῦ παγονιοῦ
πάνω στὸ χρυσάφι.
Σήκωνε τότε τὸ κεφάλι
μὲ τὸ δεξὶ τὸ μάτι κατακόκκινο
πίσω ἀπ' τὸ φακό, σὰ νὰ χυνόταν
ὅπως δύο δράμια λιωμένο χρυσάφι στὸ καλούπι.

Τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἤτανε ὅλο φαρμάκια.
Στὶς ἐκκλησιὲς τῶν λεωφόρων μὲ τὰ τρὰμ
καὶ στὶς ἄλλες τῶν συνοικιῶν
εἷχ' ἕνα φῶς κίτρινο μέρα νύχτα
σὰν ἐκεῖνο πού βγαίνει κατὰ τὴ δύση
ὓστερ' ἀπὸ μεγάλη καλοκαιριάτικη βροχή.

Νωρὶς τ' ἀπόγεμα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς
ἒβγαιν' ὁ Χριστὸς τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ στοὺς δρόμους
ζωγραφισμένος πάνω σὲ πανὶ
γιὰ νὰ τὸν κλάψουν οἱ ἐπαγγελματίες.
Ὁ καημένος.

Τότε ἡ μάνα μου μ' ἀνέβαζε
πάνω σὲ ξύλινο σκαμνὶ
φτιαγμένο πίσω ἀπ' τὰ τείχη
μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ μὲ τὰ χρίσματα
κι ἔβλεπα τὴν περιφορὰ καλύτερα
μπρὸς ἀπ' τὸ μαγαζί...

Τάκης Γραμμένος
Ἀπὸ τὴ συλλογὴ Τρίτη ἱστορία (1981)


Πιλότος τῆς ψυχῆς μας, ὁ θάνατος.
Ἡ ζωὴ εἶναι ὡραία τὸ βράδυ.
Καλὴ Ἀνάσταση!

Νῖκος Καροῦζος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου