Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Μισῶ τούς ἀδιάφορους...



Οἱ μοιραῖοι( Κ. Βάρναλης - Μ. Θεοδωράκης )
Μισῶ τούς ἀδιάφορους, εἶπε ο Ἀντόνιο Γκράμσι,  καί συμμερίζομαι  ἀπόλυτα τήν θέση του. Ἐννοῶ ὅσους διαθέτουν βούληση δανεική, ἀτροφική, πού δέν  νοιάζονται γιά ὅτι εἶναι πέρα ἀπό τήν εξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ ἤ τόν χῶρο ἀποσκευῶν τοῦ αὐτοκινήτου τους. Μοιραῖοι, ἐσωστρεφεῖς ἤ φωνασκοῦντες, αὐτούς γιά τούς ὁποίους ὁ μικρόκοσμός τους ἀποτελεῖ μία σμίκρυνση τοῦ σύμπαντος καί ὄχι ἕνα στοιχειῶδες μέρος του. 2500 χρόνια πρίν, τούς ἴδιους ἀνθρώπους τούς ἀπέχοντας ἀπό τά κοινά ὁ Περικλῆς, ὅπως μᾶς μεταφέρει ὁ Θουκυδίδης, τούς ἀποκαλοῦσε ἄχρηστους,: «…τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ᾿ ἀχρεῖον νομίζομεν…» ( Ἐπιτάφιος Λόγος Περικλέους Β-40 )


Ἂν κάποτε μέσα ἀπό τήν ἀποχή καί τήν ἀδιαφορία γιά τὴν πολιτικὴ ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα νὰ δημιουργηθοῦν ζωντανές ἑστίες κριτικῆς, ἀμφισβήτησης καὶ δημιουργίας, σήμερα τὰ πράγματα εἶναι τελείως διαφορετικά. Ἡ ἐξουσία εἶναι πλέον παγκοσμιοποιημένη ὄχι μόνο χωρικά, ἀλλά καί σέ ὁποιοδήποτε πεδίο δραστηριότητας, κυρίως σκέψης καί ἰδεῶν. Στοχεύει συνεπῶς σέ μιά παγκόσμια μᾶζα ἀδιαφορίας, ἀνεξαρτήτως τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο αὐτή συγκροτεῖται. Ἄν ἐγκλωβίζονται ἐντός της προσωπικότητες ἀκέραιες, ὁ λόγος καί οἱ ἰδέες τους μέσα στό παγκοσμιοποιημένο καί πλήρως ἐλεγχόμενο περιβάλλον ἀλλοιώνονται, καί οἱ ὁποιεσδήποτε παρεκκλίσεις εὐθυγραμμίζονται. Ἄρα τό ἔργο τῶν κρυμμένων καί μετρημένων πνευματικῶν ἀνθρώπων, πού ἀποτελοῦν τούς κατ’ ἐξοχήν παραγωγούς πολιτικῆς, δυσκολεύει ἀφάνταστα.  Ἡ ἔνταση καί η κρισιμότητα τῶν προβλημάτων ἐπιζητοῦν τήν οὐσιαστική στράτευση ἀντί τῆς μαζικῆς ἀδιαφορίας, πού ἄλλοτε ἐμφανίζεται μέ μανδύα σοβαρότητος καί "εὐπρεποῦς" κριτικῆς, ἄλλοτε σάν προϊόν ἀγανάκτησης καί ἄλλοτε σάν χαβαλές ἤ καλαμπούρι.

Τό τέχνασμα εἶναι ἁπλό. Τά βέλη στρέφονται κατά τῶν προσώπων πού ὑλοποιοῦν, μέ τήν συμμετοχή ἤ ἀνοχή τῆς κοινωνίας, πολιτικές καί μορφοποιοῦν ἰδέες.  Ὁ φιλελευθερισμός, ἀναγορεύοντας τό χρῆμα καί τό κέρδος ὡς ἄξονα κάθε πολιτικοῦ σχεδιασμοῦ καί δραστηριότητας, συντελεῖ καθοριστικά στήν διαφθορά καί τόν ἐκμαυλισμό τους. Ἐνῷ αὐτός παραμένει ἄσπιλος καί ἀμόλυντος, ἐξοβελίζει τήν πολιτική, ἐπικαλούμενος τήν πιθανή ὑποκρισία ἤ ἀναποτελεσματικότητα τοῦ πολιτικοῦ προσωπικοῦ.

 Ὁ δικαιολογημένος ψόγος γιά πρόσωπα καί καταστάσεις χάνει τήν ὅποια ἀξία του καί σταδιακά μετατρέπεται σέ πρόσχημα ἀδιαφορίας, ὅταν παραγνωρίζεται τό κοινωνικό πλαίσιο ἐντός τοῦ ὁποίου λαμβάνουν χώρα καί ἐξελίσσονται. Πατῶντας αὐτή τήν μπανανόφλουδα, πυροβολῶντας σκιές, ὁ ἁπλός ἄνθρωπος ξεπλένει τήν διαχρονική πολιτική πού κάποιοι περαστικοί ὑπηρέτησαν.  Ἐπικροτεῖ τό σκηνικό καί κατηγορεῖ τούς ἠθοποιούς. Τά ἐπιφανειακά γνωρίσματα τοῦ λόγου τους, ἡ ὑποσχεσιολογία καί ἡ ὡραιοποίηση προϋποθέτουν τήν ὕπαρξη ἑνός ἀναλόγου, σέ εὐφυῒα καί ἦθος δέκτη,  προσωπικῆς ἐντιμότητας, πνευματικῆς καί πολιτικῆς ὡριμότητας. Στήν πραγματικότητα ὑποκριτικό καί ἀναποτελεσματικό εἶναι τό σύστημα καί οἱ θεσμοί, ἀλλά τά ζητήματα αὐτά παραμένουν ταμπού. Κάτι πού ἀποστέρησε ἀπό τόν λαό ἡ ἁμαρτωλή καί νωχελική νεοελληνική διανόηση διαμορφώνοντας καί διαχέοντας μία ἐπίπλαστη «ἐθνική» ἰδεολογία ἀπό παραμύθια καί νανουρίσματα. Πολιτικὴ ὑπανάπτυξη καὶ ἀδιαφορία, ὠχαδελφισμός, νεοπλουτισμός, δουλοπρέπεια, ἀνευθυνότητα, διαφθορὰ καὶ στεῖρος ἐγωκεντρισμὸς εἶναι μερικὰ ἀπὸ τὰ σκοπούμενα ἀποτελέσματα τοῦ πνευματικοῦ ἐξανδραποδισμοῦ τοῦ ἁπλοῦ νεοέλληνα, πού μέσῳ αὐτῆς τῆς ἰδεολογίας παρήχθη. Ἡ προβολή τῆς προσωπικῆς επιβίωσης καί τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ὡς φυσικῶν διαδικασιῶν πού στηρίζουν τόν κοινωνικό δαρβινισμό τοῦ φιλελευθερισμοῦ, δημιουργοῦν μία σειρά παρανοήσεις, πού ὁδηγοῦν σέ μιά ἀδιάφορη μή ἐνεργό πολιτική στάση ὡς συνειδητή καί ἀναγκαστική ἐπιλογή. Ἀμυντική ἤ ἐπιθετική.

Παρατηροῦμε ὅτι τέτοιες στάσεις δέν ἐξαντλοῦνται σέ στόχους ἄμεσα βιοποριστικούς ἀλλά χαρακτηρίζουν τήν ζωή σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της. Ἀποτελεῖ  τουλάχιστον σόφισμα νά γίνονται αόριστες επικλήσεις τοῦ ἐνστίκτου αὐτοσυντήρησης, καί ἐν ὀνόματί του νά ἐξυφαίνεται μία ὁλόκληρη θεωρία ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς, πού περιορίζοντας τόν ἄνθρωπο στό ἐπίπεδο τοῦ κοινοῦ ζώου δίνει τό σύνθημα γιά τήν ἀγελοποίησή του. Συστηματικά διαστρέφοντα οἱ φυσικές καταστάσεις καί τό ἔνστικτο τῆς ἐπιβίωσης προβάλλεται ὡς μία μανία ἀθεράπευτη, χωρίς ὅρια, πού ἱκανοποιεῖται πλήρως μόνο μέ τόν ἐπιζῶντα στήν ὄρθια στάση καί τόν θεωρούμενο ἀνίκανο σωριασμένο στά γόνατα ἤ νεκρό. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι τό φυσικό ἔνστικτο τῆς επιβίωσης σταματᾷ νά δρᾷ μόλις ὁ ἄνθρωπος ἱκανοποιήσει τήν πεῖνα του. Ἀπολύτως καμία σχέση δέν ἔχει μέ λαμογιά, κομπίνα, φοροκλοπή, ρουσφέτι, φίλημα κατουρημένης ποδιᾶς, ἐκδηλώσεις πού στριμώχνονται θαυμάσια πίσω ἀπό ὑποκριτικές ἰδεολογίες διαρκοῦς κλοπῆς, ὅπως ὁ φιλελευθερισμός. Ἐν τέλει οἱ ἁπλοί πολῖτες πού ἀντιμάχονται , μέ πρόσχημα ἕνα διεστραμμένο ἔνστικτο « ἐπιβίωσης», ποιός θά ξαπλώσῃ τόν ἄλλον , ἀμείβονται μέ ψίχουλα καί αὐτοί πού εἶναι πάντα χορτάτοι τά παίρνουν ὅλα…

Ἄν τό ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης ἐκδηλώνεται μέ τρόπο ἰδιαίτερο σέ κάθε ξεχωριστή περίπτωση, ἄρα ἀγκαλιάζει ὅλες τίς προαναφερθεῖσες συμπεριφορές ἀδιαφορίας, γιατί νά μήν επικαλεστεῖ τό ἴδιο ἔνστικτο ὁ ὁποιοσδήποτε ἐκμεταλλευτής, ἐπιχειρηματίας, «διανοούμενος», ἐπιχειρηματίας ἤ πολιτικό. Μετά ἀπό αὐτές τίς διαστροφές τῶν νοημάτων ὁ φιλελευθερισμός παραμένει στό ἀπυρόβλητο. Γιατί ὅμως ὁ βιοπορισμός νά μήν χρησιμοποιεῖται ὡς ἐπιχείρημα ἀναγκαιότητος τῆς πολιτικῆς συλλογικῆς δράσης, ὡς ἀντίσταση στήν ὑποταγή, ἀλλά ἀνασύρεται μόνο γιά νά ἐνισχύσῃ  τήν ἀπομόνωση καί τήν παθητικότητα;

Ὑπάρχει μιά κατηγορία ἀδιαφόρων, αὐτή τῆς παθητικῆς μάζας, πού κάνει ἀκριβῶς ὅτι καί τό ἕρμα ( σαβούρα ) στά ἀμπάρια τῶν πλοίων, μέ σκοπό τήν διατήρηση της εὐστάθειας ἐν μέσῳ θαλασσοταραχῆς. Τί εἴδους μέλη ἁπαρτίζουν αὐτή τήν μᾶζα; Χαμηλῶν τόνων, μουλωχτοί ἤ μαζεμένοι, καί βαθειά ἐγωπαθεῖς. Βάζουν ἀντιηλιακό προστασίας ἀπό τήν ἔκθεση στήν κοινωνική ἀκτινοβολία, γιά τυχόν ἐγκαύματα. Ὥς συμμετοχή προβάλλουν τήν ἄκριτη καί ἀνεπιφύλακτη ἀποδοχή τῶν ὅποιων συστημικῶν ἀπόψεων. Μαθημένοι στό νά σοῦ κλέβουν καί τόν ἀέρα πού ἀναπνέεις, ἔτσι δέν ἐνοχλοῦνται οὔτε ἀνησυχοῦν ἀπό τήν ἰδιωτικοποίηση τῶν πάντων. Ἀπό κεῖ καί πέρα τήν προσοχή τους τραβάει ἰδιαίτερα τό … μουστάκι τῆς φώκιας καί πῶς ἐρωτεύονται τά χταπόδια. Ὅταν καταπατοῦνται δημόσιες ἐκτάσεις ἤ κάποιος ἐπιχειρηματίας «ἐπενδύει» στά καμμἐνα, αὐτοί προτιμοῦν νά  αὐτοθαυμάζονται ὡς ἱεραπόστολοι τῆς φύσεως μαθαίνοντας σέ ἕναν γλάρο νά κάνει τήν χωρίστρα του. Φλυαροῦν γιά λογοτεχνικά ἤ καλλιτεχνικά ρεύματα ἀλλά δέν διστάζουν νά σοῦ δώσουν μία σπρωξιά νά πέσῃς στόν γκρεμό, γιά νά ἀποκτήσουν τήν περίοπτη θέση καί νά ἀπολαύσουν ἕνα ἡλιοβασίλεμα. Ἐκδηλώνουν τόν ἀλτρουϊσμό πρός τόν συνάνθρωπο, βαθειά ἀνησυχοῦντες γιὰ τὸ τί ὑποκρύπτεται πίσω ἀπὸ μία φαγούρα στὴν πλάτη του. Σὲ μικροὺς καὶ ἀσφαλεῖς κλειστούς χώρους γίνονται ἰδιαίτερα ἐκδηλωτικοὶ, μέ πεδίο ἔκφρασης εὐρύ.  Ἀπό "ψαγμένα" μουσικά ἀκούσματα μέχρι κουτσομπολίστικες τηλεοπτικές ἐκπομπές.

Στά πλαίσια τῆς χαμηλῶν τόνων παρουσίας τους καί τῆς ἄνευ ὁρίων συστημικότητάς τους, ὡρισμένοι ὑποστηρίζουν τήν  ἀποκρουστική ἄποψη ὅτι τό κινέζικα μεροκάματα, ἀντί γιά ἀπαξίωση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἀποτελοῦν ἕνα δεῖγμα τῆς συνεισφορᾶς τῶν ἐργαζομένων, ἕνα λιθαράκι γιά τό ξεπέρασμα τῆς κρίσης. Πέραν τοῦ ὅτι ἀρνοῦνται, λόγῳ συγκυριῶν καί εὔνοιας τῆς τύχης, νά συμβάλλουν μέ τόν ἴδιο ἤ ἀνάλογο τρόπο, καλύπτουν αὐτήν τους τήν ξιπασιά χαρακτηρίζοντας ὅσους ἀντιδροῦν στά κινέζικα μεροκάματα ὡς ρατσιστές ἔναντι τῶν κινέζων. Τό ἀναποδογύρισμα τῆς πραγματικότητος καί ἡ μέσῳ αὐτοῦ μείωση τοῦ διαφωνοῦντος προβληματισμένου ἀτόμου, γίνεται προφανής πλέον ὡς ὁ ἀντικειμενικός σκοπός τῶν ἀδιαφορούντων καί μειονεκτικῶν μαζανθρώπων.

Ἄν τό κάθε μέλος τῆς παθητικῆς μάζας - ἕρματος « ἀπωθεῖ» τήν προσωπικότητά του ἀπό τά φῶς τοῦ ἥλιου, ὅπως ἔκρυβαν κάποτε τά ἀπαγορευμένα περιοδικά κάτω ἀπό τό στρῶμα τοῦ κρεβατιοῦ, ὑπάρχει καί μιά ἄλλη ὁμάδα ἀδιαφορίας. Αὐτή μέ τήν συμπεριφορά ὄχλου, ὅπου οἱ συμμετέχοντες προβάλλουν ἐμφανῶς καί χυδαῖα τίς στενές ἀτομικές ἐπιδιώξεις τους, ἀποκλείοντας ἔτσι τήν ὅποια δυνατότητα συνεργασίας καί πορείας κοινῆς μέ τούς ὑπολοίπους. Ὑπ’ αὐτήν τήν ἔννοια ὁ ὄχλος αὐτοακυρώνεται καί δρᾷ συμπληρωματικά μέ τό  προαναφερθέν ἕρμα, ἀφοῦ συμβάλλει καίρια στήν ἀποτροπή σχηματισμοῦ ὀργανωμένου μαζικοῦ κινήματος. Μία σαλάτα ἀπό συντεχνίες τοῦ δημοσίου, ἀγανακτησμένους ἰδιῶτες ἐπαγγελματίες καί κάστες αὐτοαπασχολουμένων, ὅλοι στά κάγκελα τῆς τηλεοπτικῆς κάμερας ἐκδηλώνονται κατά τῆς καθεστωτικῆς ἀδικίας, καί ταυτόχρονα πανέτοιμοι νά λακίσουν ἄν τά στενά τους συμφέροντα ἱκανοποιηθοῦν. Στόν «ἀντικαθεστωτικό» ἀδιάφορο, ἡ ἀδιαφορία συμβαδίζει μέ κριτικές ανούσιες, πυρά ἄσφαιρα, γενικόλογες ἀρλοῦμπες ὡς πολιτικές ἀπόψεις, μπόλικη μούντζα καί ὀχλαγωγία.

Ἀντιπροσωπευτικώτατο δεῖγμα τῆς ἀπολιτικότητας ὡς κοινωνικῆς λούφας, κλέβει θέση στὴν οὐρά, κορνάρει στὸν δρόμο μὲ τὸ παραμικρό, ὑποκλίνεται στὰ ἀφεντικὰ καὶ βαράει σκαμπίλια στοὺς κλητῆρες. Κτίζει αὐθαίρετο μὲ λάδωμα καὶ τὴν ἀνοχὴ τοῦ κράτους, καὶ ὅταν τὸ κράτος καταρρέοντας τὸν ἀφήνει στὰ κρύα τοῦ λουτροῦ αὐτὸς γίνεται πατριώτης, ἀνακαλύπτει προδότες καὶ τοὺς … στήνει στὸν τοῖχο. Χώνεται στὶς πορεῖες γιὰ νὰ ἐκτονωθεῖ καὶ μετὰ βρίζει τοὺς κνῖτες ἐπειδὴ τὸν ἐμπόδισαν νὰ μπουκάρει ὡς κότα λειράτη στὴν βουλή ….

Συντάσσεται πίσω ἀπὸ ὅποιον δείχνοντας ἀλλοῦ μὲ τὸ δάχτυλο τὸν ἁπαλλάξει ἀπὸ τὶς δικές του εὐθύνες. Ἕτοιμος νὰ γκρινιάξῃ, νὰ διαμαρτυρηθῆ, νὰ καταψηφίσῃ, νὰ καταδικάσῃ. Ἀποφεύγει ὅμως, ὅπως ὁ διάολος τὸ λιβάνι, νὰ προτείνῃι, νὰ ἐκτεθεῖ, νὰ δράσῃ. Θιασώτης τῆς ἐλευθερίας ὑπὸ τὸν ὅρο ὅτι θὰ τοῦ προσφερθεῖ. Στὴν ἀντίθετη περίπτωση, πού εἶναι καὶ τὸ σύνηθες, μέμφεται τοὺς ἄλλους ὡς δικτάτορες.

Ἀνακεφαλαιώνοντας, πρίν καταλήξουμε μέ τό μεστό κείμενο τοῦ Ἀντόνιο Γκράμσι, οἱ ἁπλοὶ καί ἀδιάφοροι πολῖτες εἶναι τὸ μεγαλύτερο, τὸ πιὸ πειθήνιο καὶ παθητικὸ κοπάδι, ἰδίως ὅταν αὐταπατῶνται ὅτι ἔχουν προσωπικότητα. Μία μᾶζα ἰδιόμορφη, ἀφοῦ γιὰ νὰ ἀποκτήσῃ ὑπόσταση καὶ δυναμικὴ δὲν ἀπαιτεῖται ἡ σωματικὴ ἢ ἡ ὀπτικὴ ἐπαφή. Ἀρκεῖ ἡ ἐπιβαλλόμενη ἀδιαφορία γιὰ τὰ κοινὰ καὶ τὴν πολιτική, προβληματισμός ἀγοραῖος ἤ ἐντός τῶν ὁρίων τοῦ σαλονιοῦ , ἡ ἀπαξίωση, ὁ χλευασμός. Ἡ λογικὴ ἐπεξεργασία τῶν πραγματικῶν δεδομένων ἀποφεύγεται καθ’ ὅτι ἀπαιτεῖ ὄχι μόνον νηφαλιότητα ἀλλὰ κυρίως αὐτογνωσία. Ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν αὐτογνωσία εἶναι ἡ πολιτική και κοινωνική ἔνταξη. Ἡ ἀπουσία της καὶ ἡ ἀντικατάστασή της μὲ στόχους εὔκολους καὶ ἀνούσιους ἢ ὑποβαλλόμενα φαντασιακὰ ὀνειροπολήματα διαλύει κάθε ἴχνος λογικῆς προσέγγισης καὶ σκέψης. Ἡ ἔνταξη σὲ ἕνα ἀδιάφορο, ἀπρόσωπο, ἀπολίτικο ἀλλὰ χρησιμώτατο σύνολο εἶναι πλέον γεγονός. Τὸ σύνολο αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ ὑποδιαιρέσουμε σὲ δύο ὑποσύνολα, πού ἀπὸ διαφορετικὴ σκοπιὰ λειτουργοῦν ὑπὲρ τῆς στασιμότητας. Τὸ πρῶτο ἐκδηλώνεται ὡς παθητικῆς φύσεως ἀφανής μᾶζα, ἐνῷ τὸ δεύτερο ὡς ἐπιφανειακὰ θορυβώδης ὄχλος.  Σὲ ἐποχὲς κρίσης καὶ ἀναταράξεων, ὅπως αὐτὴ πού ζοῦμε, κάνει ἔντονη τὴν παρουσία του τὸ δεύτερο ὑποσύνολο, ἐνῷ στὸ πρῶτο παραμένουν ὡς βαρίδια, οἱ κοινωνικὰ νωθρότεροι ὅλων…



«Μισῶ τοὺς ἀδιάφορους. Πιστεύω ὅτι τὸ νὰ ζεῖς σημαίνει νὰ ἐντάσσεσαι κάπου. Ὅποιος ζεῖ πραγματικὰ δὲν μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι πολίτης καὶ ἐνταγμένος. Ἡ ἀδιαφορία εἶναι ἀβουλία, εἶναι παρασιτισμός, εἶναι δειλία, δὲν εἶναι ζωή. Γι’ αὐτὸ μισῶ τοὺς ἀδιάφορους.

Ἡ ἀδιαφορία εἶναι τὸ νεκρὸ βάρος τῆς ἱστορίας. Ἡ ἀδιαφορία δρᾶ δυνατὰ πάνω στὴν ἱστορία. Δρᾶ παθητικά, ἀλλὰ δρᾶ. Εἶναι ἡ μοιρολατρία. Εἶναι αὐτὸ πού δὲν μπορεῖς νὰ ὑπολογίσῃς. Εἶναι αὐτὸ πού διαταράσσει τὰ προγράμματα, πού ἀνατρέπει τὰ σχέδια πού ἔχουν κατασκευαστεῖ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο. Εἶναι ἡ κτηνώδης ὕλη πού πνίγει τὴν εὐφυΐα. Αὐτὸ πού συμβαίνει, τὸ κακὸ πού πέφτει πάνω σὲ ὅλους, συμβαίνει γιατί ἡ μᾶζα τῶν ἀνθρώπων ἀπαρνεῖται τὴ βούλησή της, ἀφήνει νὰ ἐκδίδονται νόμοι πού μόνο ἡ ἐξέγερση θὰ μπορέσει νὰ καταργήσῃ, ἀφήνει νὰ ἀνέβουν στὴν ἐξουσία ἄνθρωποι πού μόνο μία ἀνταρσία θὰ μπορέσῃ νὰ ἀνατρέψῃ. Μέσα στὴ σκόπιμη ἀπουσία καὶ στὴν ἀδιαφορία λίγα χέρια, πού δὲν ἐπιτηροῦνται ἀπὸ κανέναν ἔλεγχο, ὑφαίνουν τὸν ἱστὸ τῆς συλλογικῆς ζωῆς, καὶ ἡ μᾶζα εἶναι σὲ ἄγνοια, γιατί δὲν ἀνησυχεῖ. Φαίνεται λοιπὸν σὰν ἡ μοίρα νὰ συμπαρασύρει τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα, φαίνεται σὰν ἡ ἱστορία νὰ μὴν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ ἕνα τεράστιο φυσικὸ φαινόμενο, μία ἔκρηξη ἡφαιστείου, ἕνας σεισμὸς ὅπου ὅλοι εἶναι θύματα, αὐτοὶ πού τὸν θέλησαν κι αὐτοὶ πού δὲν τὸν θέλησαν, αὐτοὶ πού γνώριζαν κι αὐτοὶ πού δὲν γνώριζαν, αὐτοὶ πού ἦταν δραστήριοι κι αὐτοὶ πού ἀδιαφοροῦσαν. Κάποιοι κλαψουρίζουν ἀξιοθρήνητα, ἄλλοι βλαστημᾶνε χυδαῖα, ἀλλὰ κανεὶς ἢ λίγοι ἀναρωτιοῦνται: ἂν εἶχα κάνει κι ἐγὼ τὸ χρέος μου, ἂν εἶχα προσπαθήσει νὰ ἐπιβάλλω τὴ βούλησή μου, θὰ συνέβαινε αὐτὸ πού συνέβη;

Μισῶ τοὺς ἀδιάφορους καὶ γι’ αὐτό: γιατί μὲ ἐνοχλεῖ τὸ κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αἰωνίων ἀθώων. Ζητῶ νὰ μοῦ δώσῃ λογαριασμὸ ὁ καθένας ἀπ’ αὐτοὺς μὲ ποιὸν τρόπο ἔφερε σὲ πέρας τὸ καθῆκον πού τοῦ ἔθεσε καὶ τοῦ θέτει καθημερινὰ ἡ ζωή, γι’ αὐτὸ πού ἔκανε καὶ εἰδικὰ γι’ αὐτὸ πού δὲν ἔκανε. Καὶ νοιώθω ὅτι μπορῶ νὰ εἶμαι ἀδυσώπητος, ὅτι δὲν μπορῶ νὰ χαλαλίσω τὸν οἶκτο μου, ὅτι δὲν μπορῶ νὰ μοιραστῶ μαζί τους τὰ δάκρυά μου.

Εἶμαι ἐνταγμένος, ζῶ, νιώθω ὅτι στὶς συνειδήσεις τοῦ χώρου μου ἤδη πάλλεται ἡ δραστηριότητα τῆς μελλοντικῆς πόλης, πού ὁ χῶρος μου χτίζει. Καὶ μέσα σ’ αὐτὴν τὴν πόλη ἡ κοινωνικὴ ἁλυσίδα δὲν βαραίνει τοὺς λίγους, μέσα σ’ αὐτὴν κάθε συμβὰν δὲν ὀφείλεται στὴν τύχη, στὴ μοίρα, μὰ εἶναι εὐφυὲς ἔργο τῶν πολιτῶν. Δὲν ὑπάρχει μέσα σ’ αὐτὴν κανεὶς πού νὰ στέκεται νὰ κοιτάζει ἀπὸ τὸ παράθυρο ἐνῷ οἱ λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τὶς φλέβες τους. Ζῶ, εἶμαι ἐνταγμένος. Γι’ αὐτὸ μισῶ αὐτοὺς πού δὲν συμμετέχουν, μισῶ τοὺς ἀδιάφορους».

3 σχόλια:

  1. Θα πρέπει να γίνουν μερικές αποσαφηνίσεις διότι αλλεπάλληλες συγχύσεις μπορεί να μας οδηγήσουν στο “όσοι δε συμφωνούν μαζί μας είναι εναντίον μας”. Η μη συμμετοχή δεν είναι πάντοτε ταυτόσημη με την αδιαφορία. Η συμμετοχή δεν σημαίνει κατ΄ανάγκη και ενδιαφέρον για το ΚΟΙΝΟ καλό. Η απόδοση του κακού στο μοιραίο δεν είναι ταυτόσημη με τον εξαναγκασμό στη μη συμμετοχή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συμφωνῶ ὅτι ἡ συμμετοχή δέν σημαίνει καί κατ' ἀνάγκην ἐνδιαφέρον. Τό ἔχω ἐπισημάνει μέ τίς παρακάτω φράσεις...

    "Τά βέλη στρέφονται κατά τῶν προσώπων πού ὑλοποιοῦν, μέ τήν συμμετοχή ἤ ἀνοχή τῆς κοινωνίας, πολιτικές καί μορφοποιοῦν ἰδέες."

    "Ὥς συμμετοχή προβάλλουν τήν ἄκριτη καί ἀνεπιφύλακτη ἀποδοχή τῶν ὅποιων συστημικῶν ἀπόψεων."

    "Αὐτή μέ τήν συμπεριφορά ὄχλου, ὅπου οἱ συμμετέχοντες προβάλλουν ἐμφανῶς καί χυδαῖα τίς στενές ἀτομικές ἐπιδιώξεις τους,"

    Καί ὁ ὄχλος καί ἡ μᾶζα πού ἀναφέρω εἶναι περιπτώσεις ἀδιαφορούντων " συμμετεχόντων" ..

    Ἀπό τήν ἄλλη, στό σημερινό περιβάλλον ἡ συμμετοχή εἶναι δεδομένη, ἐκ τῶν πραγμάτων. Λόγῳ παγκοσμιοποίησης κανείς δέν μπορεῖ πρακτικά νά ἀποσυρθῇ. Θά εἶναι συμμετέχων ἤ " συμμετέχων" ὅπως οἱ προηγούμενοι...Οἱ συνθῆκες, τό ὑπόβαθρο καί ἡ ἐντιμότητα τοῦ καθενός δίνουν σέ αὐτή τήν συμμετοχή τό ἀνάλογο περιεχόμενο. Ξαναδές τήν δεύτερη παράγραφο τῆς ἀνάρτησης... νά μήν τήν ξαναβάζω στά σχόλια...συνυπολογίζω καί τήν mainstream ἀδιαφορία καί ἀπολιτικότητα πού δίνουν τόν γενικό τόνο

    ΑπάντησηΔιαγραφή