Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Ἡ ἐπαναστατική μᾶζα - 1 ( Εὐάγγελος Λεμπέσης )



Μπορεῖ τὸ κοινό τῆς ὄπερας, μιᾶς θεατρικῆς παράστασης, μιᾶς συναυλίας ἥ ἑνός καφενείου, ὅσοι ὑποδέχονται μὲ ἀλαλαγμοὺς τὸν πρόεδρο τῆς ποδοσφαιρικῆς ὁμάδος, τούς ντοπαρισμένους ἤ μή ὀλυμπιονίκες, αὐτοὶ πού διαδηλώνουν ἤ χαλαρώνουν ὡς ἀναγνῶστες ἢ φυσιολάτρες στὶς ἀπομονωμένες παραλίες, ὅσοι ἀνταλάσσουν κρυφὲς ματιὲς μὲ τὶς μεγάλες καὶ μικρὲς ὀθόνες, γίνεται ὅλοι αὐτοὶ καὶ ἄλλοι τόσοι τελείως διαφόρου πνευματικοῦ, οἰκονομικοῦ ἐπιπέδου ἤ ἀγωγῆς νὰ παράγουν κοινωνικὸ ἀποτέλεσμα, καὶ μάλιστα ἐπαναστατικό, ἀπὸ κοινοῦ; Ὁ Εὐάγγελος Λεμπέσης ἀπαντᾶ καταφατικὰ καὶ στὸ ἔργο του Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΜΑΖΑ ( τοῦ ὁποίου παραθέτω σήμερα τὰ δύο πρῶτα κεφάλαια) ἐξηγεῖ τὸν φυσικό – κοινωνικό μηχανισμὸ καὶ τὶς προϋποθέσεις γιὰ κάτι τέτοιο. Ἡ μᾶζα ὅταν σχηματισθῆ δρᾷ ἀσυνειδήτως ἀλλά καθοριστικά. Ἡ πορεία τῆς ἱστορίας ἐξαρτᾶται ἀπό τήν μορφή στήν ὁποία ἡ μᾶζα βρίσκεται καί τήν κίνηση στήν ὁποία ἡ ἡγεσία τήν ὑποβάλλει. Διαβάζοντας τὸ βιβλίο κατάλαβα, ἐμμέσως, γιατί ὁποιασδήποτε μορφῆς κοινωνική ἀλλαγή ἤ ἐπανάσταση στὴν Ἑλλάδα εἶναι ὅτι πιὸ δύσκολο. Ἀπίθανο ἀλλά ὄχι ἀδύνατο, σύμφωνα μέ τούς φυσικούς νόμους… 


Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΜΑΖΑ ( τοῦ Εὐαγγέλου Λεμπέση )

1) ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΝΗΤΙΣΜΟΥ

Πρὶν ἤ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ κοινωνικοῦ σχηματισμοῦ τῆς μάζης ὡς ἀντικειμενικοῦ σώματος, ὡς τοῦ συμπλέγματος δηλαδὴ τῶν κοινωνικῶν νόμων, οἵτινες διέπουν αὐτήν, δέον ν' ἀναχωρήσωμεν ἐκ τῆς ἀναλύσεως τοῦ ψυχολογικοῦ αὐτῆς κόσμου, ὡς οὗτος σχηματίζεται κατ' ἀναγκαίαν βεβαίως καὶ ἀναπότρεπτον ἀντανάκλασιν ἐκ τῆς κοινωνικῆς θέσεως αὐτῆς ὡς ἀντικειμενικοῦ σώματος, ἀλλά ἐπὶ τῇ βάσει καὶ ἐν συναρτήσει πρὸς τὰς εἰδικάς ἀντιδράσεις τοῦ φυσικῶς δεδομένου ψυχολογικοῦ μηχανισμοῦ τοῦ ἄνθρωπου ἔναντι τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος τοῦ κοινωνικοῦ σχηματισμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον οὗτος ἀνήκει.

Ὁ ψυχολογικὸς κόσμος τῆς μάζης, ὡς ἰδιαιτέρου κοινωνικοῦ σχηματισμοῦ τῶν κυβερνωμένων, εἶναι προγραμματισμένος ἀπολύτως ἐκ τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος αὐτῆς καὶ εἶναι ἐπιστημονικῶς συλληπτὸς μόνον διὰ τῆς κοινωνιολογίας. Ψυχολογικῶς δυνάμεθα νὰ συλλάβωμεν μόνον τὴν ἀνάλυσιν τῶν ψυχικῶν περιεχομένων, ὄχι ὅμως καὶ τὴν κοινωνικὴν προέλευσιν αὐτῶν. Ὁ ἐπιστημονικὸς συνειρμὸς τῶν δύο τούτων θεμάτων ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τῆς κοινωνικῆς ψυχολογίας. εἰς ταύτην ἀνήκει ἡ προκειμένη ἀνάλυσις τοῦ ressentiment (ἀρνητισμοῦ).

Ὅτι τὸ ὁρμέμφυτον τῆς ὑπεροχῆς ἀποτελεῖ γενικὸν κίνητρον τοῦ κοινωνικοῦ ἀτόμου, ἀνεξαρτήτως τῆς κοινωνικῆς θέσεως τῆς ὁμάδος του, ὡς κυβερνώσης ἤ ὡς κυβερνωμένης, τοῦτο ἐπαρκῶς ἤδη ἐν τοῖς προηγουμένοις διεφωτίσθη. Ὅτι συνεπῶς ἡ μὲν ἐλευθέρα ἀνάπτυξις αὐτοῦ δημιουργεῖ εἰς τὴν ὁμάδα τῶν κυβερνώντων ὡρισμένην ὁμαδικὴν ψυχολογίαν — τὴν  κυριαρχικὴν  — εἶναι ἐξ ἴσου εὐνόητον, ὅσον εὐνόητον εἶναι, ὅτι ἀντιθέτως ἡ παρεμπόδισις τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ὁρμεμφύτου τούτου εἰς τὴν ὁμάδα τῶν κυβερνωμένων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνη ἄνευ ἀποτελέσματος — διότι τοῦτο θὰ ἐσήμαινε τὴν κατάργησιν πάσης νομοτελείας — ἀλλά ὅτι κατὰ τὸν αὐτὸν νὸμον ὁδηγεῖ ἀναγκαίως πρὸς ὡρισμένας ἄλλας κινήσεις αὐτοῦ, διοχετευόμενης τῆς φυσικῆς ἐνεργείας πρὸς ἄλλας κατευθύνσεις. Αἱ κινήσεις αὖται ἀναγκαστικῶς στρέφονται ὁπωσδήποτε κατὰ τῶν ἐμποδίων, τὰ ὁποῖα τίθενται εἰς τὴν ἐλευθέραν αὐτοῦ ἀνάπτυξιν, αἱ δὲ κατευθύνσεις αὐτῶν εἶναι συνεπῶς ἀναποτρὲπτως ἐπαναστατικαί.

Ἀπό της ἁπλῆς δυσφορίας μέχρι τῆς κοινωνικῆς  μειώσεως  καὶ τοῦ θανασίμου μίσους, ἡ κλΐμαξ αὐτὴ τῶν ἀρνητικῶν συναισθημάτων διέπει τὴν ψυχολογίαν τῆς μάζης. Ἀποκλεισμένη ἐκ τῶν θετικῶν ψυχικῶν συναισθημάτων καὶ πολιτιστικῶν ἀξιῶν τῆς  κυριάρχου ὁμάδος — τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς ὑπεροχῆς, τῆς ἀναπτύξεως τῶν δημιουργικῶν συναισθημάτων τοῦ οἰκογενειακοῦ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ βίου, τῆς ψυχικῆς ἠρεμίας καὶ καλλιεργείας, τῆς πνευματικῆς συγκεντρώσεως, εἰς τὰ ὁποῖα βασίζεται ὁ πολιτισμὸς — ἡ μᾶζα εὑρίσκεται, ἀπογυμνωμένη καὶ ἀρνητική, ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὸ  "καθεστώς" . Ἡ μᾶζα ἀποτελεῖται εἰς τὸν ἀρνητισμὸν της αὐτὸν ἐκ παντὸς κοινωνικοῦ ἀνθρώπου — ἀδιακρίτως κοινωνικῆς τάξεως — ὅστις ἐξ οἱουδήποτε λόγου τὸν συμμερίζεται. Ὁ ἐξηθλιωμένος προλετάριος, ὁ πτωχὸς εὐγενής, τοῦ ὁποίου τὰ κτήματα κατέσχε μία τράπεζα, ἤ ὁ εὐγενὴς ἐκεῖνος ὅστις ἀπεκλείσθη ὁπωσδήποτε ἐκ τῆς κοινωνικῆς ἐμφανίσεως τῆς τάξεως του λόγῳ προσωπικῶν του ἀτελειῶν ἤ ὑπερβολικῆς ζωτικότητος, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνήθη νὰ χρησιμοποίηση ἐντός τῆς τάξεως του — Bakunin — ὁ πτωχεύσας ἀστός, ἤ ὁ πλούσιος ἐκεῖνος ἀστός, τοῦ ὁποίου ἡ εἴσοδος εἰς τὰ σαλόνια τῆς καλῆς κοινωνίας ἀποκλείεται παρ’ ὅλην τὴν περιουσίαν του, λόγῳ ἐλλείψεως ἀνατροφῆς ἤ ἄλλων σχετικῶν ἀτελειῶν, ὁ τύπος τοῦ  παραγνωρισμένου μεγαλοφυοῦς  (κατὰ φαντασίαν ἤ ἐν τῇ πραγματικότητι), ὁ κοινωνικῶς ἀπειθάρχητος μποέμ, εἴτε λόγῳ ὑπερβολικοῦ πνεύματος, εἴτε λόγῳ ἐλλείψεως τούτου, εἴτε λόγῳ ἀσθενοῦς βουλήσεως, εἴτε λόγῳ κατωτέρας κοινωνικῆς καταγωγῆς ἀνίκανος νὰ συναναστρέφεται τὴν ἄρχουσαν κοινωνικὴν ὁμάδα, καὶ ἀκολούθως μὴ ἀναγνωριζόμενος ὡς ἰσότιμος ὑπ' αὐτῆς, — ὁ ἀπελπισμένος μικροαστός, — ὁ μονήρης διανοούμενος, ὅστις εἴτε ἐξ ὑπερβολικοῦ πνεύματος, εἴτε λόγῳ ἀτροφίας τοῦ βουλητικοῦ του κόσμου, ἀδυνατεῖ νὰ παρακολούθηση τὴν ἄρχουσαν κοινωνικὴν ὁμάδα καὶ νὰ εἰσέλθη εἰς αὐτήν, — ὁ μικρὸς ὑπάλληλος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ προϊστάμενος φαίνεται προσωπικὸς ἐχθρός, παρὰ τοῦ ὁποίου δέχεται καθημερινῶς ψυχικάς  μειώσεις , εἴτε διότι παρ' ὅλην τὴν ἄψογον αὐτοῦ περιβολὴν παρέρχεται ἐν τούτοις ἀπαρατήρητος, λόγῳ τῆς μικρᾶς θέσεώς του, — ὁ ἀνώτερος ἤ ἀνώτατος ὑπάλληλος, τὸν ὁποῖον ὁ μεγαλοβιομήχανος ἤ τραπεζίτης μεταχειρίζεται ὡς ὑφιστάμενον, — ὁ ἀνίκανος συντάκτης μίας ἐφημερίδος, ὅστις διαρκῶς ἀκούει, ὅτι ὁδηγεῖ τοὺς ἀναγνώστας του εἰς τὸν Μορφέα, ἤ ὁ ἱκανὸς καὶ γλίσχρως ἀμειβόμενος ἤ μὴ ἀναγνωριζόμενος, — ὁ στεῖρος  λόγιος , ὅστις ἀνίκανος πρὸς ἰδίαν παραγωγήν, γράφει πάντοτε ἐπὶ τῶν γραφομένων τῶν ἄλλων, τοὺς ὁποίους μισεῖ θανασίμως, ἤ ὁ ταλαντοῦχος λογοτέχνης, τοῦ ὁποίου ἐπιμόνως καὶ συστηματικῶς παρασιωπᾶται ἤ ὑποτιμᾶται τὸ ἔργον, ὁ ἐκπαιδευτικός, ὅστις, ἀναχωρῶν ἀπό τῆς ἀξιώσεως νὰ ἀναγνωρισθῆ ὡς ὁ πνευματικὸς ποδηγέτης τοῦ ἔθνους, εὑρίσκεται πρὸ παγερᾶς ἀδιαφορίας ἤ εἰρωνικῆς διαθέσεως ἤ ὑποτιμητικῆς μεταχειρίσεως, ἤ χαρακτηρίζεται ὡς ἀγράμματος καὶ ἄξεστος χειρῶναξ — ὁ ἀποτυχημένος ἐλεύθερος ἐπαγγελματίας — ὁ φυσικῶς δυσειδὴς ἤ ἀποτυγχάνων εἰς τὴν κατάκτησιν τοῦ θήλεος — ὁ φυσικῶς βλὰξ τέλος, ὅστις ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου καθεστῶτος προσδοκᾷ καλυτέραν θέσιν, τῆς ἥν ἤδη κατέχει, ἤ ὁ φυσικῶς εὐφυής, τοῦ ὁποίου τὸ κριτικὸν πνεῦμα ὑπερβαίνει πᾶν κοινωνικὸν πρόσχημα, εἰς τρόπον ὥστε ἡ εἰσδοχὴ αὐτοῦ εἰς τὴν ἄρχουσαν ὁμάδα καθίσταται εἰς ἄκρον ἐπικίνδυνος• (ἑξαιροῦνται τοῦ τύπου τούτου οἱ μεγαλοφυεῖς, οἵτινες βασικῶς ἀνήκουν μὲν εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, ἀλλά οἵτινες εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνήκουν εἰς τὴν μάζαν: Mandeville, Oscar Wilde, Marx καὶ πλεῖστοι ἄλλοι οἱ περισσότεροι τῶν μεγαλοφυῶν): πάντα ταῦτα τὰ κοινωνικὰ ἄτομα καὶ ὅλὰ τὰ ἀλλά  τῆς αὐτῆς κατηγορίας ἀποτελοῦν τὴν μάζαν.

Ὅτι τὸ φαινόμενον  «μᾶζα»  εἶναι φαινόμενον ἑτερογενές, φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως ἐκ τῆς ποικιλίας τῶν κοινωνικῶν τύπων, οἵτινες ἀπαρτίζουν αὐτήν. Θὰ ἴδωμεν ἀλλαχοῦ ὅτι πρόκειται περὶ φαινομενικῆς καὶ κοινωνιολογικῶς ἀσημάντου ἐτερογενείας. Τί ὅμως κοινὸν συνδέει τὰ διάφορα τοῦτα ἄτομα; Ὁ ἀρνητισμός, ἡ ἐπαναστατικὴ διάθεσις αὐτῶν εἶναι προφανής. Αἱ αἰτίαι τοῦ ἀρνητισμοῦ καὶ τῆς ἐπαναστατικῆς ταύτης διαθέσεως εἶναι ἐπίσης κοιναί: ἡ παρεμπόδισις τῆς ἐλευθέρας ἀναπτύξεως τοῦ ὁρμεμφύτου τῆς ὑπεροχῆς, (πρῶτον), ἡ φυσικὴ κατωτερότης ὡρισμένων κοινωνικῶν ἀτόμων εἰς τὸν ἀγώνα τῆς ὑπεροχῆς (δεύτερον). Ὅτι αἱ δύο αὐταί αἰτίαι, κοινὴν ἔχουσαν τὴν βάσιν — τὸ ὁρμέμφυτον τῆς ὑπεροχῆς — εἶναι λίαν μεταξὺ των διάφοροι εἶναι φανερόν: διότι ἡ μὲν πρώτη εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐπαναστατικότητος τῶν φυσικῶς ζωτικῶν δυνάμεων, τῶν ὁποίων ἡ φυσικὴ καὶ ἀντίστοιχος — οὕτως εἰπεῖν  δικαία  — ὑπεροχὴ τεχνητῶς παρεμποδίζεταιἡ δὲ δευτέρα εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐπαναστατικότητος τῶν φυσικῶς κατωτέρων εἰς ζωτικότητα στοιχείων, τῶν ὁποίων ἡ  ὑπεροχὴ  δὲν ἀνταποκρίνεται παρὰ εἰς εὐσεβῆ αὐτῶν πόθον καὶ δὲν ὑπάρχει παρὰ εἰς τὴν φαντασίαν αὐτῶν, ὅπως ὲρ κατ' ἀκολουθίαν σημαίνει καὶ τὴν φυσικὴν ἀδυναμίαν πρὸς ἔμπρακτον ἐπιβολὴν τῆς ἀνυπάρκτου ταύτης ὑπεροχῆς (συμπέρασμα κοινωνιολογικοὺς σπουδαιότατον).

Ἐὰν ἀναλύσωμεν ψυχολογικῶς τὸ σύμπλεγμα "ῖσος"  εἰς ἄτομον μίας ζωτικῆς ἀνερχομένης ὁμάδος, τῆς ὁποίας ἡ ἄνοδος παρεμποδίζεται καὶ ταυτοχρόνως εἰς ἄτομον ἄλλης κοινωνικῆς ὁμάδος, τῆς ὁποίας ἡ ἄνοδος ἐπίσης  παρεμποδίζεται , ἀλλά ἤτις καὶ οὐδεμίαν φυσικὴν ζωτικότητα πρὸς ἄνοδον ἔχει καὶ οὕτως εἰπεῖν οὐδὲν  δικαίωμα , διότι δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλλη τὴν ἄνοδόν της, — τὸ ψυχολογικὸν συμπέρασμα τῆς ψυχολογικῆς ταύτης ἀναλύσεως θὰ εἶναι, παρ' ὅλας αὐτάς τὰς διαφοράς, δι' ἀμφότερα τὰ ἀντίθετα ἄτομα τὸ αὐτό. Μῖσος ψυχολογικῶς εἶναι μῖσος, ἀνεξαρτήτως ἀτόμων καὶ γενεσιουργῶν αἰτίων αὐτοῦ. Τόσον ὅμως τὰ (κοινωνικὰ) γενεσιουργὰ αἴτια τῶν δύο μορφῶν τοῦ μίσους εἰς τὰ δύο ταῦτα ἄτομα ὅσον καὶ τὰ (κοινωνικὰ) ἀποτελέσματα αὐτοῦ εἶναι ὅλως διάφορα: διότι ἡ μὲν ὁμὰς τοῦ πρώτου ἄτομου θὰ ἀνατρέψη τὴν κρατοῦσαν ὁμάδα καθ' ἧς στρέφεται, ἐὰν ἀποδειχθῆ ζωτικωτέρα αὐτῆς, ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ ὁμὰς τοῦ δευτέρου ἀτόμου οὐδέποτε θὰ ἔλθη εἰς τὴν ἀρχήν, ὑφ’ οἱασδήποτε συνθήκας. Ἐξ οὗ ἕπονται κατ' ἀνάγκην ὡρισμένα συμπεράσματα: ὅτι ἐὰν ἡ τελευταία αὔτη ὁμὰς ἔλθη εἰς τὴν ἐξουσίαν θὰ διαλύση τὸ κράτος, ἐὰν δὲ λάβη μέρος ὡς οὐραγὸς εἰς μίαν ἐπανάστασιν τῆς πρώτης ὁμάδος πρὸς κατάκτησιν τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, θ' ἀποκλεισθῆ μετ' αὐτὴν ἀπὸ τοῦ κράτους, ὑπό της αὐτῆς κοινωνικῆς ὁμάδος εἰς ἥν ἐχρησίμευσεν ὡς οὐραγός, διότι ἡ ἀνελθοῦσα αὔτη κοινωνικὴ ὁμὰς κατέλαβε τὸ κράτος διὰ νὰ κυριάρχηση καὶ οὐχὶ διὰ νὰ τὸ διάλυση.

Ἐκ τούτου ἕπεται ὅτι διαπιστοῦνται δύο ἐπαναστατικότητες: α) Ἡ ἐπαναστατικότης ἑνὸς κοινωνικοῦ σχηματισμοῦ ἰσχυροῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἄνοδος παρεμποδίζεται ὑπό τῆς  κρατούσης ὁμάδος, ὅπως ἀποτραπῆ ἡ ἀνατροπὴ αὐτῆς καὶ ἡ ἀντικατάσταοις αὐτῆς εἰς τὸ κράτος ὑπό της ἀνερχομένης ἐπαναστατικῆς ὁμάδος: τοιαύτη λ.χ. ἡ  ἀστικὴ τάξις  κατὰ τὴν γαλλικὴν ἐπανάστασιν, ἤ τὸ ὤργανωμενον προλεταριάτον κατὰ τὴν μπολσεβικικήν. Τὸν κοινωνικὸν τοῦτον σχηματισμὸν ὀνομάζομεν ὁμάδα, β) Ἡ ἐπαναστατικότης ἑνὸς κοινωνικοῦ σχηματισμοῦ ἀρνητικοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἄνοδος παρεμποδίζεται ὑπό της κρατούσης ὁμάδος, ὅπως ἀποτραπῆ ἡ ἀνατροπὴ αὐτῆς καὶ ἡ διάλυσις τοῦ κράτους: τοιοῦτος λ.χ. κοινωνικὸς σχηματισμὸς οἱ sans - culottes (ὁ  «ὄχλος» ) τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως καὶ τὸ ἐξηθλιωμένον προλεταριάτον (αἱ  «μᾶζαι» ) τῆς μπολσεβικικῆς. Τὸν κοινωνικὸν τοῦτον σχηματισμὸν ὀνομάζομεν μᾶζαν. Ἡ μᾶζα ἀποκλείεται πάντοτε ἀπὸ τοῦ κράτους ὑπὸ πάσης ὁμάδος καταλαμβανούσης τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁμάδα ἡ μᾶζα κατὰ τὸ προεπαναστατικὸν καὶ ἐπαναστατικὸν στάδιον χρησιμεύει πάντοτε ὡς οὐραγός. Τοῦτο ἀκριβῶς συνιστᾷ τὴν νομοτελειακὴν αὐτῆς συνέπειαν, ἤτοι τὴν ὑπό της κοινωνικῆς νομοτελείας αὐστηρῶς καθωρισμένην θέσιν τῆς μάζης εἰς τὸν κοινωνικὸν διαφορισμόν.

Τὸ σύνολον τῶν ἀρνητικῶν συναισθημάτων ( «παθῶν» ) τῆς μάζης ἔναντι τοῦ καθεστῶτος, ἐκ τῆς κοινωνικῆς αὐτῆς μειώσεως, τὸ προκῦπτον ἐκ τῆς ἀδυναμίας αὐτῆς πρὸς ὑπέροχην, ὀνομάζομεν ressentiment. Τυπικαὶ ἐκδηλώσεις τοῦ ressentiment εἰς ὡρισμένον τι ἄτομον εἰς ὡρισμένην στιγμὴν παρατηροῦνται ἐν τῷ καθ' ἡμέραν κοινωνικῶ βίῳ: οὔτω λ.χ. ὅταν τὸ ἄτομον τοῦτο προσπαθῆ διὰ λόγων νὰ μειώση τὴν ἀξίαν ἤ τὴν ἐπιτυχίαν ἄλλου ἄτομου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ἤ ἐπιτυχία εἶναι γεγονὸς καὶ προφανὴς διὰ πάντα ἄλλον ἄνθρωπον, στερούμενον τοῦ ressentiment. Τρόπος μειώσεως εἶναι καὶ ἡ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ  ἐνδιαφέροντος  παροχὴ εἰς τὸ δεύτερον ἄτομον  συμβουλῶν  ὅπως ἐπιτύχη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τοῦτο ἤδη κατέχει: ἤ ἡ ἐλεεινολογία καὶ ὁ  κακομοιρισμὸς  ὅστις ἀπευθύνεται πρὸς τὸ ἄλλον ἄτομον, ὑπό τοῦ ἄτομου τοῦ κατεχομένου ὑπό του ressentiment. Τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐκφράζει λ.χ. περὶ τοῦ ἄλλου τὴν ἀκόλουθον κρίσιν:  Καλὸς ὁ δυστυχὴς ἀλλά  δὲν κατώρθωαε... κ.λπ. . Χαρακτηριστικὰ εἶναι δύο ἀντίθετα ressentiment, ἐκφραζόμενα ὑπὸ δύο διαφόρων κοινωνικῶν ὁμάδων: Ὁ διανοούμενος περὶ τοῦ ἀστοῦ:  πλούσιος, ἀλλά ἀμόρφωτος. Ὁ ἀστὸς περὶ τοῦ διανοουμένου:  μορφωμένος ἀλλά  πτωχός. Ὁ προλετάριος περὶ ἀμφοτέρων:  ἐκμεταλλευτὴς  ὁ δεύτερος,  λακὲς τῆς κεφαλαιοκρατίας  ὁ πρῶτος. Βάσις ἡ κατοχύρωσις τῶν ὑποκειμενικῶν προσωπικῶν ἀξιῶν καὶ ἡ προβολὴ αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἄτομου (διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἰσχύουν αὕται ὡς ἀξίαι ) ὡς νὰ ἐθεώρει τοῦτο αὔτας ὡς ἀξίας καὶ νὰ μὴ  κατώρθωσε  τὴν κτῆσιν τῶν. Ἀντικειμενικὸς σκοπὸς ἡ μείωσις τοῦ ἄλλου ἀτόμου.

Διὰ τοῦ τρόπου τούτου τὸ ὑπό του ressentiment κατεχὸμενον ἄτομον θεωρεῖ τὴν ὑπό τοῦ ἄλλου κατεχομένην ἀξίαν ὡς μὴ κατεχομένην, καὶ παρέχει εἰς ἑαυτὸ τὴν ψευδῆ ἱκανοποίησιν, ὅτι καὶ τὸ ἄλλο ἄτομον εὑρίσκεται μετ' αὐτοῦ εἰς τὴν αὐτὴν μοΐραν, μὴ δυνάμενον νὰ φθάση εἰς τὸ ἐπίπεδον αὐτοῦ καταβιβάζει αὐτὸ εἰς τὸ ἴδιον αὐτοῦ ἐπίπεδον. Ἡ τύφλωσις τοῦ ὑπό τοῦ ressentiment κατεχομένου ἄτομου εἶναι τοιαύτη, ὥστε τοῦτο δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ἡ τοιαύτη του ψυχικὴ στάσις εἶναι διὰ τὸν ψυχολόγον τὸ πανηγυρικὸν σύμπτωμα τῆς ἀδυναμίας του. Διά τοῦτο στερεῖται καὶ ἀξιοπρεπείας. Τὸ ἄτομον τοῦτο εἶναι, ὡς θὰ ἴδωμεν κατωτέρω, ὁ  «ὑποκειμενικὸς προλετάριος».

Καὶ ἐφ' ὅσον μὲν τὸ ὑπὸ τοῦ ressentiment κατεχόμενον ἄτομον (ὁ ὑποκειμενικὸς προλετάριος) πλέει εἰς τοιαύτας ψευδαισθήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποτελεῖται καὶ τὸ πλεῖστον μέρος του ψυχικοῦ του κόσμου, εἶναι παθητικόν. Ἀφ' ἧς στιγμῆς ὅμως εἰσέλθη εἰς τὴν συνείδησίν του ἡ πραγματικὴ ἀνισότης καὶ ἡ πραγματική του θέσις, ἀντὶ τῆς ποθουμεέης τοιαύτης, ἤτις παρουσιάζετο μέχρι τοῦδε εἰς αὐτὸ ψευδαισθητικῶς ὡς  πραγματικότης, ἀπό τῆς στιγμῆς αὐτῆς τὸ ὑπὸ τοῦ ressentiment κατεχόμενον ἄτομον εἶναι ἐπαναστατικὸν καὶ ἀνήκει εἰς τὴν ἐπαναστατικὴν μᾶζαν.

Ἄλλα τὸ ressentiment ἐξακολουθεῖ. Ἀπό της στιγμῆς καθ' ἥν θὰ σχηματισθῆ ἡ μᾶζα, ἤ πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ αὐτῆς, τὸ ressentiment αὐτῆς συστηματοποιεῖται καὶ καλλιεργεῖται εἰς αὐτὴν συστηματικῶς ὑπὸ τὴν μορφὴν θεωριῶν κατασκευαζομένων ὑπό τῆς ἡγέτιδος τῆς μάζης ἐπαναστατικῆς ὁμάδος, εἰς τὴν ἀνατρεπτικήν τῆς ὁποίας δράσιν ἡ μᾶζα εἶναι ὁ ἐκτελεστής. Αἱ θεωρίαι αὖται συνίστανται εἰς τὴν συστηματικὴν ὑποτίμησιν τῶν κυριαρχουσῶν ἀξιῶν τοῦ ἑκάστοτε καθεστῶτος. Οὕτω λ.χ. ὅταν ἡ ἡγέτις ὁμὰς τῆς  ἀστικῆς τάξεως  κατὰ τὴν γαλλικὴν ἐπανάστασιν ἐκήρυσσεν εἰς τούς  ξυπόλητους, ὅτι εἶναι ἴσοι μὲ τοὺς εὐγενεῖς, διότι ὁ  λόγος  ἐδόθη εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἐξ ἴσου, ἀλλά  καὶ ἠθικῶς ἀνώτεροι τῶν εὐγενῶν (ἀφοῦ ἦσαν κατὰ πάντα τὰ ἄλλα  κατώτεροι αὐτῶν) ἤ ὅταν ὁ προλεταριακὸς σοσιαλισμὸς κηρύσσει τοὺς ἀστοὺς ὡς ἁπλοὺς χυδαίους  ἐκμεταλλευτάς , παρασιωπῶν ὁλόκληρον τὸν ἀστικόν πολιτισμόν, καὶ ἀποφεύγων νὰ δώση λόγον ἐπί τοῦ νόμου τῆς ἀνισότητος, τοὺς δὲ προλεταρίους ὡς ἐφωδιασμένους μὲ  ἱστορικὴν ἀποστολὴν  ὅπως ἐλευθερώσουν τὴν ἀνθρωπότητα ( ἀπὸ τῶν φυσικῶν νόμων!). Ὅτι βεβαίως αἱ  θεωρίαι  αὖται οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν οὔτε μὲ τὴν κοινωνικὴν πραγματικότητα, συνολικῶς λαμβανομένην, οὔτε κατ' ἀκολουθίαν μὲ τὴν κοινωνιολογικὴν ἐπιστήμην, ἤτις ὑποχρετοῦται — ἐπὶ ποινῇ χρεωκοπίας — νὰ ἐξηγήση καὶ νὰ καλύψη τελείως τὴν πραγματικότητα αὐτήν, τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι οὐδέποτε  ἐφηρμόσθησαν  καὶ ἐκ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουν: ὅπως χρησιμεύσουν πρὸς ἄνοδον μίας κοινωνικῆς ὁμάδος, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς μάζης, εἰς τὴν ἀρχήν. Ἡ σχέσις τῆς ἡγέτιδος ἐπαναστατικῆς ὁμάδος πρὸς τὸ ὄργανον αὐτῆς τὴν ἐπαναστατικὴν μᾶζαν, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ressentiment, δὲν εἶναι σχέσις ὁμάδος μὴ κατεχόμενης ὑπό τοῦ ressentiment πρὸς μάζαν κατεχομένην ὑπὸ τούτου. Ὑπό τοῦ ressentiment κατέχεται καὶ αὐτὴ αὔτη ἡ ἐπαναστατικὴ ἀνερχομένη κοινωνικὴ ὁμάς. Ὁλόκληρον τὸ μῖσος τῆς ἀστικῆς τάξεως κατὰ τῶν εὐγενῶν ἐβασίζετο ἀκριβῶς εἰς τὴν συστηματικὴν ἐκ μέρους τῶν τελευταίων τούτων ὑποτίμησίν της. Ἡ ἀντίληψις τῶν εὐγενῶν, ὅτι οἱ ἀστοὶ ἦσαν κατώτερα ὄντα, ἐργαζόμενα εἰς τὰς πεζάς ἀσχολίας τῆς ζωῆς καὶ ἀποταμιεύοντα χρήματα, ἀγνοοῦντα τὰς ἱπποτικάς περὶ τιμῆς καὶ ζωῆς ἀρχὰς καὶ ὑλιστικῶς μόνον διεπόμενα, ὁ ἐπακόλουθος ἀποκλεισμὸς αὐτῶν ἐκ τῆς  κοινωνίας  — ὡδήγησεν ἀκριβῶς εἰς τό ressentiment: τῆς ἀστικῆς τάξεως ἤτις ἀνεκήρυξεν εἰς ἀρετάς, τὰς ἰδιότητας ἀκριβῶς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὑπετίμα ἡ ἄρχουσα τάξις τῶν εὐγενῶν. Οὕτως οἱ ἀστοὶ ἀπέκτησαν αἴφνης — κατὰ τὰς  θεωρίας  των — ὅλας συλλήβδην τὰς  καλάς  ἀνθρωπίνας ἰδιότητας, τὰς ὁποίας, ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν ν' ἀποκτήσουν ὡς εὐγενεῖς, ἀπέκτησαν ὡς  "πολῖται" , κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, καθ' ὅν εἰς ὅλα τὰ προϊόντα ὑπάρχουν  ἀντικατάστατα , παραλλήλως δὲ τῶν μαργαριτῶν ὑπάρχουν καὶ οἱ ψευδεῖς μαργαρῖται καὶ παραπλεύρως τοῦ ἀργύρου ὁ ψευδάργυρος. Ὁ ἀστὸς ἀπέκτησε νέας ἀξίας: τὸν  ὀρθὸν λόγον, τὸ ρευστὸν κεφάλαιον, τὴν γενικὴν ψηφοφορίαν, τὴν γενικὴν φορολογίαν καὶ τὴν γενικήν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, ἀνήγαγεν ἀντὶ τοῦ περιττοῦ τὴν χρησιμότητα ὡς ὑπάτην ἀξίαν τῆς ζωῆς, ἀντὶ τῆς ἰπποτικῆς τιμῆς τὸ δόγμα  "οἱ καλοὶ λογαριασμοὶ κάμνουν τοὺς καλοὺς φίλους"  καὶ ἀντὶ τῆς μονομαχίας ἐπί του πεδίου τῆς τιμῆς τὸν ἀνταγωνισμὸν ἐπί τοῦ ἐπιπέδου τοῦ κόστους.

Περιττὸν νὰ τονισθῆ, ὅτι αἱ θεωρίαι τοῦ ἀστοῦ ἦσαν δῆθεν  «ἐπιστημονικαί» ,  «γενικῶς ἰσχύουσαι»  καὶ  «αἰώνιοι» , — ὅσον ἀκριβῶς σήμερον αἱ θεωρίαι τοῦ προλεταριάτου.

Πολλάς τῶν ἀξιῶν αὐτῶν ἐκληρονόμησεν ὡς ἐπαναστατικόν ἔμβλημα ὁ προλετάριος, τὸν ὁποῖον ὁ ἀστὸς εὐθὺς ἀμέσως ἀπέκλεισεν — ὡς μᾶζαν — ἐκ τῆς ἐξουσίας. Ὁ προλετάριος ἔδωκεν εἰς ἑαυτὸν καὶ οὗτος τὰς ἀξίας τῆς ἐργατικότητος, τῆς ἀπολύτου χρησιμότητος, — ὡς δημιουργός τῆς ὑπεραξίας  καὶ ἐργάτης τῶν μέσων παραγωγῆς, — ἀπαιτεῖ δὲ δυνάμει τοῦ αὐτοῦ δόγματος ( «οἱ καλοὶ λογαριασμοί... κλπ.» ) τὴν εἰς αὐτὸν ἀπόδοσιν τῆς  «ὑπεραξίας»  καὶ ἄλλων τινῶν. Ἀπογυμνωμένος ὅμως καὶ πολλῶν ἀστικῶν ἀξιῶν τοῦ ἀστικοῦ πολιτισμοῦ, τῶν δογμάτων περὶ νομικῆς ἰσότητος, τῆς γενικῆς ψηφοφορίας, φορολογίας, καὶ στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, ἄτινα αἰσθάνεται ὡς στρεφόμενα ἐναντίον του, ἐδημιούργησε νέας ἀξίας: τὴν  ἱστορικὴν ἀποστολὴν  πρὸς τελικὴν πλέον κατάργησιν τῶν τάξεων καὶ ἀπελευθέρωσιν τῆς ἀνθρωπότητος διὰ τοῦ γνωστοῦ ἀπὸ τοῦ Engels πηδήματος:  «ἀπὸ τοῦ Κράτους τῆς Ἀναγκαιότητος εἰς τὸ Κράτος τῆς Ἐλευθερίας!» Οὕτω τὸ ὠργανωμένον προλεταριάτον, ὡς ἡγέτις ἐπαναστατικὴ ὁμάς, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς συγχρόνου μάζης τῶν καπιταλιστικῶν μεγαλουπόλεων, ἐπιθυμεῖ νὰ καταλάβη τὴν ἐξουσίαν. Τὸ προλεταριάτον, τὸ ὁποῖον ὡς  «τετάρτη τάξις»  ἦτο ὁλόκληρον κατὰ τὴν ἀστικήν ἐπανάστασιν μᾶζα, ὑπέστη ἔκτοτε τὸν νόμον τοῦ διαφορισμοῦ, λόγῳ τοῦ ὁποίου ἐξεπήδησεν ἐξ αὐτοῦ ἡ ἡγέτις ἐπαναστατικὴ ὁμὰς τοῦ ὀργανωμένου προλεταριάτου. Τὸν διαφορισμὸν αὐτὸν προεῖδε καὶ ἐκήρυξε, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἠπατήθη εἰς ὡρισμένας προβλέψεις του, ὁ Μὰρξ διὰ τοῦ κοσμοϊστορικοῦ δόγματος:  «Προλετάριοι ὅλου τοῦ κόσμου ἑνωθῆτε»  (τουτέστιν  ὀργανωθῆτε ).

Καὶ ἡ  θεωρία  αὐτή, γνωστὴ ὑπὸ τὸν τραγέλαφον τοῦ  «διαλεκτικοῦ ὑλισμοῦ» , εἶναι βεβαίως ἐξ ἴσου «ἐπιστημονικὴ»  καὶ ἐξ ἰσου μετριόφρων ὡς γενικὴ κοινωνιολογία. Ὑπὸ τὴν  «ἐπιστημονικότητα»  αὐτὴν βράζει τὸ μίσος τῶν ἀποκλήρων, βοᾶ τὸ ressentiment, τὸ ὁποῖον διαψεύδει πᾶσαν  «ἀντικειμενικότητα».

Ἀντικειμενικότης — ἀπό τῆς ἀπόψεως τῆς κοινωνιολογικῆς ἐπιστήμης — ὑπάρχει εἰς τὴν θεωρίαν τῆς ἐπαναστατικῆς ὁμάδος ἀκριβῶς τόση, ὅση καὶ ἡ πραγματικὴ δύναμις αὐτῆς. εἰς τὴν διάγνωσιν ὅμως καὶ τὴν ὀργάνωσιν τῆς πραγματικῆς της δυνάμεως διαφέρει ἡ ὁμὰς ἀπὸ τὴν μᾶζαν. Ἡ ὁμὰς ἐπέχει θέσιν στρατηγείου, ἡ μᾶζα ἐπέχει θέσιν στρατοῦ. Θεωρίαι ἰσχυρῶν ἐπαναστατικῶν ὁμάδων αἵτινες κατέλαβον τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν ἐπεκράτησαν, διότι ἐπεκράτησαν αἱ ὁμάδες, τῶν ὁποίων ἐξεπροσώπουν τὴν φυσικὴν ζωτικότητα — ἀνεξάρτητον πάσης βουλήσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ πάσης ἐπιρροῆς τῶν θεωριῶν.

Ἀλλά τὸ γεγονός, ὅτι αἱ θεωρίαι αὖται δὲν δύνανται νὰ παίξουν ρόλον κοινωνιολογικῆς ἐπιστήμης, τὸ γεγονός, ὅτι αὖται δὲν δύνανται νὰ καλύψουν ὁλόκληρον τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν διαφορισμὸν τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητος, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι μόλις ἡ ἐπαναστατικὴ ὁμὰς ἀνέλθη εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ  θεωρία  της παύει ἰσχύουσα Ἔναντι τῆς  μάζης, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἐχρησίμοποιησε διὰ τὴν ἄνοδόν της. Τὸ ressentiment τῆς  μάζης εἶναι τὸ φυσικὸν ἐπακόλουθον, συστηματοποιούμενον ἐκ νέου καὶ εἰς νέαν θεωρίαν ὑπό τῆς νέας σχηματιζόμενης ἐπαναστατικῆς κοινωνικῆς ὁμάδος καὶ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν διὰ τὸν αὐτὸν αἰώνιον κύκλον — τῶν ὁμάδων καὶ τῶν ὁμαδικῶν θεωριῶν  «ἰδεολογιῶν».

Ἡ διαπίστωσις καὶ ἐπιστημονικὴ πραγμάτευσις ἀκριβῶς τοῦ κύκλου τούτου ἀποτελεῖ τό  ἀντικείμενον τῆς κοινωνιολογικῆς ἐπιστήμης.

2) Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΜΑΖΗΣ

Ἐὰν ἡ  μᾶζα  εἶναι κοινωνικὸς σχηματισμὸς παίζων ὡρισμένον ρόλον ἐν τῇ κοινωνικῇ δυναμικῇ καὶ παρ' ὅλην τὴν ἐκ πρώτης ὄψεως ἀσάφειαν αὐτοῦ νομοτελὲς φαινόμενον, τότε λογικῶς πληροῖ τὰς ἀκολούθους προϋποθέσεις: α) Διακρίνεται σαφῶς ἀπό τῆς ἐννοίας τοῦ  «πλήθους» , τοῦ  «ὄχλου», τοῦ  «κοινοῦ»    τῶν «μαζῶν»  — εἰς πληθυντικόν. β) Ἀποτελεῖ σχηματισμὸν ἀντικειμενικόν, ἐκδηλούμενον ὁμοιομόρφως καὶ τυπικῶς ὡς κοινωνικὸν σῶμα. γ) Κατέχει ὡρισμένην θέσιν εἰς τὸν κοινωνικὸν διαφορισμόν, ἐπακριβῶς καθορίζουσαν τὴν λειτουργίαν αὐτῆς ἐν τῷ κοινωνικῶ μηχανισμῶ κατὰ τρόπον ἀποκλείοντα λογικάς ἀντιφάσεις.

Ὅτι ἡ μᾶζα πληροῖ πράγματι τὰς ὡς ἄνω προϋποθέσεις θὰ ἀποδειχθῆ ἐν τοῖς ἐπομένοις.
α) Ἐὰν λάβωμεν ὡς παράδειγμα ἀριθμὸν τινά ἀνθρώπων, οἵτινες καθ' ἥν ὥραν ἐκσπᾶ ἡ βροχή, ἀνοίγουν τὰς ὀμβρέλλας των αὐτομάτως καὶ ταυτοχρόνως ὡς διὰ συνεννοήσεως, παρατηροῦμεν εἰς τὸ φαινόμενον τοῦτο τρία τινά: Πρῶτον ὅτι πρόκειται περὶ πλειάδος ἀνθρώπων, δεύτερον ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι προβαίνουν εἰς τὴν αὐτὴν πράξιν ἐκ τῆς αὐτῆς αἰτἰας πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν αὐτομάτως καὶ ταυτοχρόνως, τρίτον ὅτι οὐδεμία συνεννόησις μεταξὺ των ὑπάρχει, οὔδ’ ἄλλος κοινὸς τὶς αἰσθηματικὸς δεσμός, ἀλλά ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἐνεργεῖ ὡς ἄτομον, διατηρῶν πλήρως τὴν ἀτομικότητά του.

Τὸ φαινόμενον τοῦτο δὲν εἶναι μᾶζα, λόγῳ τοῦ τρίτου χαρακτηριστικοῦ. Τὸ αὐτὸ παρατηροῦμεν εἰς τὸν πανικὸν ἤ εἰς οἱανδήποτε συνάθροισιν ἀτόμων, εἰς οἱοδήποτε ἁπλοῦν ἄθροισμα αὐτῶν. Τὸ ἄθροισμα διακρίνεται διὰ τῶν ὡς ἄνω χαρακτηριστικῶν ἀπό τῆς μάζης. Ἡ μᾶζα εἶναι ἄθροισμα, ἀλλά  καὶ κάτι πλέον τούτου. εἰς τὴν μάζαν τὸ ἄθροισμα εἶναι ἡ ἑστία τῆς δυναμικότητός της, τὸ ἔδαφος αὐτῆς, ὄχι ὅμως καὶ ἡ δυναμικότης της αὐτὴ αὔτη. Δύναται νὰ ὑπάρξη ἄθροισμα χωρὶς νὰ εἶναι μᾶζα. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξη μᾶζα χωρὶς νὰ εἶναι ἄθροισμα. Δὲν δύναται ὅμως νὰ ὑπάρξη μᾶζα, ἤτις νὰ εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον ἄθροισμα. Τὸ ἄθροισμα δύναται νὰ εἶναι  «συνάθροισις»,  «συγκέντρωσις», «πλῆθος»    «πλήθη» , «κοινόν», «μᾶζαι»  — εἰς πληθυντικὸν — ἤ  «ὄχλος». Οὐδὲν ἐκ τῶν φαινομένων τούτων, — τῶν ὁποίων ἡ σημασία ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς τρεχούσης ἐννοίας τὴν ὁποίαν τὸ τρέχον λεξιλόγιον δίδει εἰς αὐτά, — εἶναι μᾶζα [1]. Οὐδὲν ἐπίσης ἐξ αὐτῶν ἔχει αὐτὸ καθ' ἑαυτό, ὡς ἄθροισμα κοινωνιολογικὴν σημασίαν. Διότι οὐδὲν ἄθροισμα ὡς τοιοῦτο προκαλεῖ κοινωνικάς πράξεις, κοινωνικάς συνεπείας, ἤ ἐκτελεῖ στατικὴν τινά κοινωνικὴν λειτουργίαν, ἄνευ τῆς δυνάμεως, διὰ τὴν ὁποίαν τοῦτο θὰ χρησιμεύση ὡς ἑστία.

Καὶ μόνον κατ' ἀντίθεσιν ἀκριβῶς πρὸς τὸ οὕτω προσδιωρισμένον ἁπλοῦν ἄθροισμα εἶναι κοινωνικὸς παράγων καί ἔχει κοινωνιολογικὴν σημασίαν, ἡ μᾶζα. β) Τοῦτο ἀκριβῶς ὅμως τὸ ἄθροισμα ἀνθρώπων, — τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύση ὡς ἑστία τῆς δυνάμεως, ἤτις θὰ μεταβάλη αὐτὸ εἰς μάζαν, — ἀποδεικνύει διὰ τῆς πραγματικῆς αὔτοῦ κοινωνικῆς ὑπάρξεως τὸν ἀντικειμενικὸν χαρακτήρα τῆς μάζης. Ἡ μᾶζα ὡς ἄθροισμα εἶναι κοινωνικὸν σῶμα - δὲν εἶναι ἰδεολογία, ἔθιμον ἤ θεσμός, ἀλλά εἶναι πρᾶγμα. Πρᾶγμα εἰς ἴσον βαθμὸν καθὼς ἡ ὁμάς, ἡ ἀποτελούμενη ἐκ πραγματικῶν καὶ ἐνσαρκωμένων ἀνθρώπων.

Ἀλλά ἐὰν διὰ τῆς ὑπάρξεως τῆς ἑστίας τῆς μάζης — τοῦ ἀθροίσματος — ἀπεδείχθη ἡ ὕπαρξις κοινωνικοῦ τινός σώματος, μὲ τοῦτο δὲν ἀπεδείχθη ἀκόμη ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο δὲν εἶναι λ.χ. ὁμάς, ἀλλά  κάτι διάφορον. Ἐκεῖνο λοιπόν, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὸν ἀντικειμενικὸν χαρακτήρα τῆς μάζης — ἤτοι τὸ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἰδιαίτερος κοινωνικὸς σχηματισμός, ἐν διακρίσει πρὸς ὅλους τοὺς λοιποὺς — δὲν εἶναι μόνον τὸ ἄθροισμα, ἀλλά εἶναι ἡ ὅλως ἰδιαιτέρα ποιότης τῆς συνθέσεως καὶ δυναμικότητος αὐτῆς.

Ἂς συγκρίνωμεν αὐτὴν πρὸς τὴν ὁμάδα: εἰς τὴν ὁμάδα πιστοποιοῦνται τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά: 1. Πλειὰς ἀνθρώπων. 2. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι προβαίνουν εἰς τὴν αὐτὴν πράξιν, ἐκ τῆς αὐτῆς αἰτίας, πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν ταυτοχρόνως (ὄχι αὐτομάτως). 3. Κατόπιν προηγουμένης συνεννοήσεως μὲ ταυτότητα συμφερόντων, ἐκφραζόμενων ἀτομικῶς. (Τὸ ἄτομον δύναται νὰ προσχώρηση ἡ ν' ἀποχώρηση τῆς ὁμάδος μετὰ πάσαν συμφέρουσαν σκέψιν). Εἰς τὴν μᾶζαν πιστοποιοῦνται: 1. Πλειὰς ἀνθρώπων. 2. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι προβαίνουν εἰς τὴν αὐτὴν πράξιν ἐκ τῆς αὐτῆς αἴτιας, πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν ταυτοχρόνως καὶ αὐτομάτως (ἄνευ ὑπολογισμένης σκοπιμότητος). 3.  Ἄνευ οὐδεμιᾶς προηγουμένης συνεννοήσεως, ἄνευ ἐπιγνώσεως συμφερόντων καὶ μὲ πλήρη καταποντισμὸν τοῦ ἀτόμου.

Οὕτως ἡ μᾶζα εἶναι τι ἑνιαῖον ἄνευ οὐδεμιᾶς διακρίσεως τῶν ἀτόμων,  « φορεὺς δυναμικῆς ἐνεργείας, ἤτις ἑδρεύει εἰς τὴν ὕλην (τὸ ἄθροισμα) αὐτὴν ταύτην καὶ δὲν μεταδίδεται εἰς αὐτὴν ἔξωθεν» [2] κατὰ τὴν ἐννοίαν τῆς Φυσικῆς περὶ φυσικῆς μάζης, ὡς ὕλης περιλαμβανούσης ποσότητα αὐτοδύναμου δυναμικῆς ἐνεργείας. Τὴν Ἔννοιαν ταύτην, ὡς τελευταίαν κατάκτησιν κοινωνιολογίας διὰ τὴν ἀποσαφήνισιν τοῦ δυσχερέστατου προβλήματος, δεχόμεθα μετὰ τοῦ Geiger, ὅστις κρίνων τὸν Sombart ὀρθοτατα γράφει, ὅτι  « τὸ ἀποφασιστικὸν χαρακτηριστικόν τῆς μάζης δὲν εἶναι τὰ πλῆθος τῶν μονάδων ἐξ ὧν αὕτη ἀπαρτίζεται, ἀλλά ἡ δυναμικὴ ποιότης τοῦ Ὅλου» [3].

Ὅτι καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ κοινωνικὰ φαινόμενα, οὕτω καὶ ἡ μᾶζα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφίσταται τῶν φυσικοκοινωνικῶν νόμων, ἦτο ἤδη γνωστὸν ἀπό του Gumplowicz, ἀλλά ἡ τοιαύτη  ὡς ἀνωτέρω διασάφησις τῆς ἐννοίας τῆς μάζης ὑπὸ τοῦ Geiger ἐπαληθεύεται ὑπό της κοινωνικῆς πραγματικότητος, καλύπτει αὐτὴν πλήρως καὶ καθιστᾷ δυνατὴν τὴν κοινωνικὴν τοποθέτη-σὶν τῆς μάζης ἐν τῷ κοινωνικῶ διαφορισμῶ, τερματίζουσα τὴν σχετικὴν σύγχυσιν, ἤτις ἐπιπολαίως ἔφαινετο ἐνισχύουσα τὴν κατὰ τῆς κοινωνικῆς νομοτέλειας  κοινωνιολογικὴν  κατεὺ-θυνσιν. Μόνον ὡς ἑνιαία δύναμις, ἀνεξαρτήτως ἀτόμων καὶ μὲ πλήρη συγχώνευσιν αὐτῶν εἰς ἕν ἑνιαῖον Ὅλον, εἶναι νοητὴ ἡ ἔννοια τῆς μάζης, — δεδομένης τῆς τεραστίας ἀνομοιογένειας μεταξὺ τῶν ἀτόμων αὐτῆς, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν παράγραφον περὶ ressentiment ἐπραγματεύθημεν. Ἀλλά ὅτι ἡ τοιαύτη φαινομενικῶς ἑτερογενὴς μᾶζα ὑπάρχει, ὅτι ἤδη ὑπάρχουσα πρέπει νὰ γίνη νοητὴ, ὅτι νοητὴ γίνεται διὰ τῆς συλλήψεως τῆς ἀληθοῦς αὐτῆς ἐννοίας καὶ νομοτέλειας — περὶ πάντων τούτων δὲν δύναται νὰ ὕπαρξη συζήτησις.

γ) Ἀλλά ἀκριβῶς ἡ πραγματικὴ αὔτη ἀνομοιογένεια μεταξὺ τῶν ἀτόμων τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν μᾶζαν προκαθορίζει τὸν ἀρνητικὸν χαρακτῆρα αὐτῆς. Ἡ μᾶζα καταστρέφει — δὲν δημιουργεῖ. Διότι μόνον ὁ ἀρνητισμός, ἤτοι ἡ ἔλλειψις θετικοῦ τινός κοινοῦ σκοποῦ, δύναται νὰ καταστήση δυνατὴν τὴν ἕνωσιν — ἀκριβέστερον: τὴν συγχώνευσιν — ἀνόμοιων ἀτόμων. Εἴδομεν ὅμως, ὅτι ὁ οὕτω ἀντικειμενικῶς προκύπτων ἀρνητισμός, ἀφορῶν τὴν σύστασιν τῆς μάζης ὡς κοινωνικοῦ σώματος, συμπίπτει ἀκριβῶς πρὸς τὸν ὑποκειμενικόν ἀρνητισμόν, τὸν διὰ τοῦ ressentiment δεδομένον. Ὑποκειμενικῶς οὕτω διὰ τοῦ ressentiment καὶ ἀντικειμενικῶς διὰ τῆς συμπαγοῦς, πρωτογόνου καὶ τυφλῆς δυνάμεως αὐτῆς σχηματίζεται, συγκρατεῖται καὶ ἐπιτίθεται ἡ μᾶζα ὑπὸ τὴν φυσικοεπιστημονικὴν καὶ κοινωνικὴν ἔννοιαν. Ἐκ τῶν δύο τούτων στοιχείων, — τοῦ ressentiment καὶ τῆς ἀντικειμενικῆς ἀρνητικῆς δυνάμεως — ἐξηγεῖται καὶ ὁ καθαρῶς ἐπαναστατικὸς (μόνον καταστροφικὸς) χαρακτὴρ αὐτῆς. Τοιαύτη καὶ ἡ θέσις αὐτῆς ἐν τῷ κοινωνικῷ διαφορισμῷ: ὡς φορέας τῆς ἐπαναστάσεως. Ἐν τῷ κοινωνικῷ μηχανισμῷ: ὡς βάσεως πάσης ἐν τῇ  ἐξουσίᾳ διαδοχῆς τῶν κρατικῶν κοινωνικῶν ὁμάδων, ὡς ἐπαναστατικῆς δυνάμεως πρὸς ἀνατροπὴν αὐτῶν ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε ἐπαναστατικῶν τοιούτων.

συνεχίζεται ἐδῶ ...

[1] Αἱ ὀνομασίαι αὖται χρησιμοποιοῦνται κατὰ βάθος διὰ τὴν αὐτὴν κοινωνιολογικὴν ἔννοιαν: τοῦ «ἀθροίσματος»  (Aggregat), εἶναι ὅμως μᾶλλον ἀξιολογικῶς χρωματισμέναι καὶ κατὰ τοῦτο ποικίλλουν. «Συνάθροισις»    «συγκέντρωσις»  εἶναι ἀξιολογικῶς ἄχρωμος ἔννοια καλύπτουσα πᾶν ἄθροισμα, ὡς ἐπίσης καὶ  «κοινόν» . Τὸ  «πλῆθος»  καὶ ἔτι μᾶλλον  τὰ «πλήθη»  ἐνέχουν ἤδη τόνον τινὰ ὑποτιμήσεως, ὡς καὶ  αἱ «μᾶζαι» αἵτινες  δύνανται νὰ εἶναι καὶ σύνθημα δημοκοπικὸν ὡς λ.χ. εἰς τὰ κόμματα τῶν ἄκρων. Ὁ  ὄχλος  εἶναι ἤδη καταφανής ὑποτίμησις ἀνερχομένη, ἀναλόγως τῆς συνειδήσεως τοῦ ἐκφέροντος ἤ ἀκούοντος ταύτην ἄτομου, μέχρι τοῦ βαθμοῦ τῆς ὕβρεως. Ὁ κοινωνιολογικὸς ὅρος  «ἄθροισμα»  εἶναι ὡς εἰκός, τελείως ἀπηλλαγμένος πάσης ἀξιολογίας.

[2] Geiger, Die Masse und Ihre Aktion, 2.

[3] Geiger, op. cit. 13. ὁμοίως πρό τοῦ Geiger Oppenheimer.

6 σχόλια:

  1. O κοινωνιολόγος διανοούμενος αναλύει τη μάζα από τη διπλή σκοπιά της ανωτέρας και της κατωτέρας τάξεως. Κατ `αυτόν τον τρόπο προβάλλει όχι ως άτομο, αλλά ως χρυσαλλίς. Και κατ` αυτόν τον τρόπο είναι προτιμότερος από τη γενιά του Τριάντα. Η γενιά του Τριάντα έκανε κάτι τερατώδες για το οποίο θα δώσει λόγο στο Θεό. Συνέλαβε την τερατώδη ιδέα να παρουσιάσει την άρνηση ως θέση. Έτσι παγίδευσε γενεές επί γενεών Ελλήνων νέων. τουςκατέστρεψε τη ζωή, να κάθονται να χάφτουνε την αντίφαση την εξής.

    Τὸ ὁρμέμφυτον τῆς ὑπεροχῆς ἀποτελεῖ γενικὸν κίνητρον τοῦ κοινωνικοῦ ἀτόμου,...και η.... ἐλευθέρα ἀνάπτυξις αὐτοῦ δημιουργεῖ εἰς τὴν ὁμάδα τῶν κυβερνώντων ὡρισμένην ὁμαδικὴν ψυχολογίαν — Ποιαν ; Αμέσως μετά λέει ο Λεμπέσης τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς ὑπεροχῆς, και ΠΡΟΣΟΧΗ επακόλουθο μη λογικό

    τῆς ἀναπτύξεως τῶν δημιουργικῶν συναισθημάτων τοῦ οἰκογενειακοῦ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ βίου, τῆς ψυχικῆς ἠρεμίας καὶ καλλιεργείας, τῆς πνευματικῆς συγκεντρώσεως, εἰς τὰ ὁποῖα βασίζεται ὁ πολιτισμὸς.

    Ποια ψυχική ηρεμία και ικανοποίηση εφόσον η ανωτέρα τάξις νοιάζεται συνεχώς για την υπεροχή της ; Το να μεταμφιέσει τη λατρεία της κοινωνικής υπεροχής ως ΤΑΞΗΣ, σε ήρεμη ενατένιση μελουλουδάκια του Αγαίου ανέλαβε η γενιά του τριάντα να κάνει στην Ελλάδα με έναν τερατώδη τρόπο, όχι μόνο πλασάροντας την ιδέα της κοινωνικής υπεροχής σαν ανώνυμη, αφηρημένη ειρηνική τουριστική ψυχολογία, αλλά ακόμα χειρότερα κολλώντας τα οπίσθιά της πάνω στο ελληνικό κράτος και αφήνοντας τη μάζα του Λεμπέση αφενός να φέρει το βάρος της γενιάς του τριάντα πάνω στο κεφάλι του, μαζί με τα εκκρίματά της, αλλά ταυτόχρονα να προσπαθεί να απαλλαγεί η ίδια η μάζα από το γόρδιο δεσμό της ελληνικότητας, που δεν είνα παρά η πλήρης απουσία ηθικής νομιμοποίησης του αστικού ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ καθεστώτος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Με άλλα λόγια η βρωμερή γενιά του τριάντα κληρονόμησε το καρκίνωμα του ελληνικού κράτους του δεκάτου ενάτου αιώνα, και αντί να βρει το θάρρος να αποκολληθεί από αυτό και να μας αφήσει ήσυχους είχε το απύθμενο θράσος όχι μόνο να κάτσει πάνω στο κράτος αυτό βρίζοντάς το, αλλά να βάλει να την υπηρετούνε και οι δήμιοι και τα θύματα που αποτελούσαν αυτό το κράτος. Καθόρισε μέχρι και σήμερα ολόκληρη την κοσμοθεωρία μας και μας κατέστρεψε διότι μετέτρεψε το ζήτημα της εσωτερικής νομιμότητας σε κάτι που πρέπει να έχεις λυμένο αλλιώς έχεις πρόβλημα. Ήταν ένας χυδαίος μπολσεβικισμός από τα πάνω με όπλα τα συναισθήματα. Οι μεγαλύτεροι ψυχικοί εγκληματίες που ανήκουν σε αυτή την τάκη είναι οι αριστεροί - όχι κομμουνιστές ! - διανοούμενοι οι οποίοι μόνο στο Θεό θα λογοδοτήσουνε δυστυχώς, για την ψυχική καταστροφή που μας έχουνε προκαλέσει. Πρόκειται για ψυχικά κτήνη τα οποία ο Δάντης θα τα έβαζε κάτω από τον Ιούδα, τον Βρούτο και τον Κάσσιο για τα μαρτύρια που έχουνε προκαλέσει στην ελληνική νεολαία και που αυτή τη στιγμή που μιλάμε προκαλούν σε ολόκληρο τον ελληνόφωνο πληθυσμό, άρα σε ολόκληρη την ανθρωπότητα και το σύμπαν ακόμα, κατά Δημήτρη Κιτσίκη. Σε κάνουνε μάζα επειδή ΔΕΝ είσαι μάζα, ενώ αυτοί ΕΙΝΑΙ μάζα αλλά όλη τους η ύπαρξη είναι να παρουσιαστούνε ως πάλλουσα ψυχή. Είναι να ανατριχιάζεις. Όλη τους η ύπαρξη είναι να κάνουνε τους άλλους να υποφέρουνε, στερώντας τους κυριολεκτικά το ψωμί και φωνάζοντας κατόπιν τον αστυφύλακα. Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο βρωμερή συνομοσπονδία ανθρώπων από την γενιά του τριάντα, ειδικά την αριστερή, σε ολόκληρη την υφήλιο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Aπό ψυχολογική άποψη μάζα δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνον εμπειρία, ή μάλλον, αντίληψη, Η μάζα δεν είναι υπαρκτή κοινωνική κατηγορία, όπως τη λέει ο Λεμπέσης, παρά μόνον ως αναστολή. και η αναστολή υπάρχει, ως εδραιωμένη ψυχική εικόνα, σαν τον ουρανό που φέρει ο Άτλας επί της κεφαλής του. Η κριτική μου στη γενιά του τριάντα είναι η αντικειμενικοποίηση της ψυχικής πραγματικότητας με τρόπο ύπουλο. Η αντικειμενικοποίηση της ψυχικής πραγματικότητας είναι όλοι ανεξαιρέτως οι θεσμοί και οι πρακτικές του υπάρχοντος καθεστώτος, όταν αυτή η αντικειμενικοποίηση μένει στα μισά και δεν αποδέχεται τα πάντα μα τα πάντα,

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. H κοινωνική ανάλυση του Λεμπέση αφορά μια κοινωνία. Ποια κοινωνία ; Η ελληνική κοινωνία του τέλους του 19ου αιώνα συναρθρώθηκε γύρω από τη Μεγάλη Ιδέα. Ο κομμουνισμός δημιούργησε μια νέα Μεγάλη Ιδέα - αυτό ήταν ο κομμουνισμός στην Ελλάδα, η οποία επιπλεόν δεν είχε γεωφραφικό περιεχόμενο - πώς να νικήσουνε λοιπόν οι κομμουνιστές και πώς να εκλεγεί ο Τσίπρας ! Πριν την ελληνική Επανάσταση, ο Κοραής είχε καθορίσει το στόχο του Γένους - να φωτισθεί. Το φως βρισκόταν στο Άμστερνταμ και στο Παρίσι, και το Γένος έπρεπε να τα πλησιάσει. Η γενιά του Τριάντα καθόρισε μια για πάντα το ελληνικό κράτος. Το φτάσαμε το φως, είμαστε ήδη εκεί, στο Παρίσι, ήδη είμαστε εκεί, στο Άμστερνταμ. Αυτοί που δεν βρίσκονται εκεί είναι μικρόβια. Εννοείται ότι δεν κατηγορώ επιμέρους πρόσωπα και εκφράζω προσωπικές εικόνες. Αλλά έτσι διέλυσε τελείως τον μεγαλοιδεατισμό της Δεξιάς, και ακόμα χειρότερα βρέθηκε επικεφαλής η γενιά του Τριάντα του μεγαλοιδεατισμού της αριστεράς.Η ίδια όμως εν ήθελε να πάει πουθενά. Ήθελε να μείνει εκεί που βρίσκεται, με στόχο την παράταση τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς ὑπεροχῆς, τῆς ἀναπτύξεως τῶν δημιουργικῶν συναισθημάτων τοῦ οἰκογενειακοῦ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ βίου, τῆς ψυχικῆς ἠρεμίας καὶ καλλιεργείας, τῆς πνευματικῆς συγκεντρώσεως, εἰς τὰ ὁποῖα βασίζεται ὁ πολιτισμὸς. Ο πολιτισμός, όχι το κράτος. Δεν υπάρχει ελληνικό κράτος. Τόσο απλά. Η γενιά του Τριάντα το μεγάλο της έγλημα είναι ότι αυτό ΔΕΝ ΤΟ ΕΙΠΕ ΠΟΤΕ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Γιατί ὅλα αὐτὰ τὰ ὡραῖα δὲν τὰ ἔβαλες σὲ κάποιο θέμα πού ἀναφέρεται κατ’ εὐθεῖαν στὴν γενηὰ τοῦ 30 ὅπως αὐτὰ ἐδῶ;

    Θὰ πῶ κάτι ἀκραῖο , τὸ ἔχω ξαναπεῖ. Ἡ νεοελληνικὴ κοινωνία ἔχει καταντήσει πολτός. Ὑπεύθυνοι εἶναι κατὰ 90% οἱ διανοούμενοι καὶ ἰδίως ἡ γενηὰ τοῦ 30. Κατὰ τὴν γνώμη μου ὁ Λεμπέσης δὲν ἀναφέρεται στὴν νεοελληνικὴ κοινωνία, στό συγκεκριμένο ἔργο του τουλάχιστον. Ἂν κάνουμε μία συσχέτιση τῆς ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΜΑΖΑΣ μὲ τὴν νεοελληνικὴ κοινωνία πού χρησιμεύει ὡς ἀντιπαράδειγμα και ἰδιάζουσα κατάσταση, θὰ πάρουμε ὡς ἀποτέλεσμα τὸ κενὸ σύνολο. Θὰ φανεῖ αὐτὸ καλύτερα στὶς συνέχειες πού θὰ ἀκολουθήσουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ωραία, περιμένουμε τη συνέχεια. Εγώ λέω να αφήσω αυτά τα παρανοϊκά εδώ, γιατί έτσι συσχετίζουμε μιαν αφηρημένη κοινωνική ανάλυση με έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, και την αισθητική με την πολιτική.

    ΑπάντησηΔιαγραφή