Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Ἡ ἐπαναστατική μᾶζα - 3 ( Εὐάγγελος Λεμπέσης )



ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Τώρα εἶναι ἥσυχα…
Ἡ θάλασσα λείπει μακρυὰ
καὶ τὰ κοράκια δὲν τρῶνε σάπια συκώτια ἀπ’ τὸ οὐίσκυ.
Τὸ κόμμα διασπάστηκε στὰ χίλια
καὶ ὁ Μπερλίγκουερ πλεξε μὲ τὸ βελονάκι κουβέρτα

νὰ κουκουλώσουμε τὶς ταξικὲς ἀνησυχίες μας.
Ἡσύχασε. Μὲ λίγη ρέγουλα θὰ τὴν σκαπουλάρουμε.

Ἡ τάξη πού θἄφερνε τὴν ἀλλαγὴ ἀποκοιμήθηκε.
Μποροῦμε καὶ μεῖς νὰ παίξουμε τὴν ἡγεσία.
Κοιμήσου… τώρα εἶναι ἥσυχα. Ἡ ἐποχή μας. Νάνι φαῒ καὶ πήδημα.
Οἱ τραμποῦκοι προσεύχονται στὸ μαξιλάρι μας
καὶ οἱ δολοφόνοι δουλεύουν γιά μς.


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

τά δύο τελευταῖα κεφάλαια τῆς ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΜΑΖΑΣ τοῦ Εὐαγγέλου Λεμπέση, πού ἀκολουθοῦν, συνέχεια τῆς ἀνάρτησης ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΜΑΖΑ - 2, διαβάζονται καί ὡς ἱστορική, κοινωνική ἤ πολιτική ἀνάλυση τοῦ ἀνωτέρω ποιήματος.
 


4. Η ΔΡΑΣΙΣ ΤΗΣ ΜΑΖΗΣ

α. Ὁ αὐθόρμητος σχηματισμὸς τῆς δρώσης μάζης.

Ὅτι ἡ «μᾶζα» δὲν εἶναι νοητὴ ἁπλῶς ὡς πλειὰς ἀτόμων (πλῆθος κλπ.), ἤτοι ὡς ἁπλοῦν ἄθροισμα αὐτῶν, τοῦτο ἦτο γνωστὸν καὶ εἰς τὸν Le Bon. Οὐδεμία πράξις τῆς μάζης δύναται πράγματι νὰ ἐξηγηθῆ μὲ τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἐκ τῆς ὁποίας οὐδεμία δυναμικὴ προκύπτει, πᾶσα δὲ ἡ δράσις τῶν μαζῶν καλύπτεται μόνον μὲ τὴν ἔννοιαν αὐτῆς ὡς φορέως δυναμικῆς ἐνεργείας, ἥτις ἑδρεύει εἰς τὸ Ὅλον ἀφ' ἑνός, καὶ ἥτις δὲν μεταδίδεται εἰς αὐτὴν ἔξωθεν, ἀφ' ἑτέρου. Οὐδεμία δυναμικὴ ἑδρεύει λ,χ. εἰς μίαν ἁπλῆν συνάθροισιν εἰς τὸν δρόμον καὶ οὐδεμία κοινωνικὴ κίνησις δύναται νὰ παραχθῆ ἐξ αὐτῆς.

α) Τὸ ἄθροισμα τοῦτο τῶν ἀτόμων δύναται νὰ εἶναι ὁμοιογενὲς καὶ νὰ δρᾷ ἐν ἐπιγνώσει ἑνὸς θετικοῦ σκοποῦ. Ἡ ἐπὶγνωσις αὕτη ἑνὸς θετικοῦ σκοποῦ εἶναι φαινόμενον τοῦ ἀτομικοῦ συνειδότος, διότι μόνον δι’ αὐτοῦ συλλαμβάνεται καὶ δι’ αὐτοῦ ἐκδηλοῦται. Κατὰ συνέπειαν, ἕκαστον ἄτομον διατηρεῖ ἐνταῦθα τὴν ἀτομικότητά του, ἤτοι τὸ προκείμενον ἄθροισμα τῶν ἀτόμων τούτων, συνδεομένων διὰ κοινῶν δεσμῶν δὲν εἶναι μᾶζα, εἶναι ἡ ὁμάς.

β) Τὸ ἄθροισμα τοῦτο τῶν ἀτόμων δύναται νὰ εἶναι τὺχαΐον ἤτοι καθαρῶς ἐξωτερικόν, παραχθὲν μόνον ὑπὸ μίας τοπικῆς συντυχίας, ἔνθα καὶ τὸ ἄτομον διατηρεῖ πλήρη τὴν ἀτομικήν του συνείδησιν καὶ οὐδεὶς κοινὸς σύνδεσμος μεταξὺ τῶν ἀτόμων ὑπάρχει: ὁ κόσμος πού περιπατεῖ εἰς τὸν δρόμον: Συνάθροισις (Strassenauflauf).

γ) Τὸ ἄθροισμα τοῦτο δύναται νὰ εἶναι ἀνομοιογενὲς ὡς πρὸς τὴν προέλευσιν τῶν ἀτόμων, τυχαῖον ὡς πρὸς τὴν συνάθροισιν αὐτῶν, ἐν οὐδεμιᾷ ἐπιγνώσει ἑνὸς θετικοῦ σκοποῦ, ἀλλά ἐν τῇ ἐπιδιώξει ἑνὸς ἀρνητικοῦ (ἀνατρεπτικοῦ) σκοποῦ, ὁμοιογενές. Ἡ ὁμοιογένεια αὕτη εἶναι κατορθωτὴ μόνον διὰ τῆς ὑπερπηδήσεως τῆς δεδομένης ἀνομοιογενεία τῶν ἀτόμων (ἀνομοιογενείας ἐκδηλουμένης ἀτομικῶς): ἤτοι διὰ τοῦ ἑξαφανισμοῦ τῆς ἀτομικότητος των, διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν ἀτομικοτήτων τῶν εἰς ἐν Ὅλον. Ἡ συγχώνευσις αὕτη εἶναι τὸσῳ μᾶλλον εὐχερεστέρα, καθόσον ὁ σκοπὸς εἶναι ἀρνητικός, ἤτοι ἀποτρέπεται ἡ μεταξὺ τῶν ἀτόμων διαφωνία καὶ συνεπῶς ἀνομοιογένεια, ἥτις δημιουργεῖται ἐκ τῶν διαφορῶν μεταξὺ τῶν θετικῶν σκοπῶν. Διότι οἱ θετικοὶ σκοποὶ εἶναι ἄπειροι, ὅσαι καὶ αἱ διάδοχοι μίας ἀνατροπῆς καταστάσεις• ὁ ἀρνητικὸς ἀντιθέτως μόνον εἷς: ἡ ἀνατροπή. Ἐὰν λάβωμεν τὸ αὐτὸ παράδειγμα τοῦ κόσμου τοῦ περιπατοῦντος εἰς τὸν δρόμον, δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν, ὅτι ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἀθροίσματος δύνανται νὰ προκύψουν καὶ αἱ τρεῖς καταστάσεις. Ὑποτεθείσθω ὅτι διαλαλεῖται εἰς μίαν στιγμὴν ἡ εἴδησις, ὅτι ἐξερράγη μὲ ἐλπίδας ἐπιτυχίας κομμουνιστικὴ ἐπανάστασις. Τὸ ἄθροισμα τοῦτο, τὸ μέχρι τῆς στιγμῆς ἄμοιρον πάσης δυναμικότητος, θὰ διαφορισθῆ αὐτομάτως καὶ εἰς τὰς τρεῖς ταύτας κατηγορίας: α) Ἡ πρώτη ἐξ’ αὐτῶν θ' ἀπαρτίζεται ἐκ τῶν ἀτόμων τῆς κυριάρχου κοινωνικῆς ὁμάδος, ἅτινα συνδέονται διὰ κοινῶν δεσμῶν, ἐμφορούμενα ὑπὸ τῶν αὐτῶν συμφερόντων, τῆς αὐτῆς ἀγωνίας καὶ τῶν αὐτῶν σκέψεων. Ἡ ὁμὰς αὕτη καὶ τοπικῶς δύναται νὰ συγκροτηθῆ εἰς ἑνιαῖον ὅλον, ἐπιθετικὸν ἤ ἀμυντικόν. β) Ἡ δευτέρα ἐξ αὐτῶν κατηγορία θ' ἀπαρτίζεται ὑπὸ τῶν «περιέργων», καθιερωμένων δημιουργῶν τῆς συγχύσεως, γ) Ἡ τρίτη ἐξ αὐτῶν, συγκροτούμενη ἴσως ἀμέσως εἰς μᾶζαν, ὑποτεθείσθω ὅτι ἐπιπίπτει κατὰ τῆς πρώτης, προβαίνει εἰς σφαγάς ἤ δηλώσεις ἤ ὁρμᾷ ἑνιαία πρὸς ἕνωσὶν της μετὰ τῶν ἐπαναστατῶν. Τὸ ἄκακον ἄθροισμα τῶν ἀνθρώπων τῶν περιπατούντων εἰς τὸν δρόμον, ὑπὸ τὴν θαλπωρὴν τοῦ ἡλίου ( ὁ ἄνθρωπος εἶναι καλὸς κ.λπ.), μετεβλήθη πάραυτα εἰς ἀγέλην λύκων. Ποιητὴς τις τέλος, ἤ ἀνίδεος καὶ παρθένος τὸν νοῦν κοινωνιολόγος , ἐκλαμβάνων ὡς ποίημα τὸ ἄκακον ἄθροισμα τῶν περιπατητῶν, ἀνεκτὸς δὲ γενόμενος ἐφ' ὅσον οὗτοι περιεπάτουν, ποδοπατεῖται ἤδη ἀγρίως καὶ ματαίως διαμαρτυρόμενος, διότι ἕκαστον κτύπημα, τὸ ὁποῖον δέχεται πανταχόθεν, ἀντιβαίνει πρὸς τὴν θεωρίαν του . Δὲν θὰ προλάβη νὰ μάθη, ὅτι ἀντιθέτως μᾶλλον ἡ θεωρία του ἀντιβαίνει πρὸς τοὺς φυσικοὺς καὶ κοινωνικοὺς νόμους, διότι οὗτοι, κτυπῶντες ἀνηλεῶς διὰ τῶν πελμάτων τῶν ἀνθρώπων, θὰ τὸν ἀφήσουν — πνευματικῶς τουλάχιστον — νεκρὸν.

Ἡ μᾶζα δὲν ἐσχηματίσθη καὶ δὲν ὤρμησε οὔτε κατόπιν συσκέψεως, οὔτε κατόπιν συνεννοήσεως. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἀποδεικνύει τὴν πλήρη συγχώνευαιν τῶν ἀτομικοτήτων ἐν αὐτῇ, ἐπειδὴ συσκέψεις καὶ συνεννοήσεις δύνανται νὰ διεξαχθοῦν μόνον ὑπὸ ἀτόμων, ἤ δι’ ἀτόμων. Ἡ μᾶζα ἐξερράγη, ἡ σκέψις ἀπουσίασεν, ὁ θετικὸς σκοπὸς ἦτο ἄγνωστος — τί θὰ ἔλθη μετὰ τὴν ἀνατροπὴν — ὅλοι παρεσύρθησαν καὶ ἄτομα πολλῶν καὶ διαφόρων προελεύσεων εὑρέθησαν ἡνωμένα καὶ μαινόμενα ὄχι ὑπὲρ τινος, ἀλλ’ ἐναντίον τινός: τοῦ καθεστῶτος , εἰς τὴν ἐπιδίωξιν ἑνὸς κοινοῦ σκοποῦ : τῆς ἀνατροπῆς.

β. Ἡ δυναμικὴ σύστασις τῆς μάζης.

'Ἀλλ' ἀκριβῶς εἰπεῖν, οὐδὲ κὰν περὶ «σκοποῦ» δύναται νὰ γίνη λόγος, διότι ἡ σκοπιμότης εἶναι συνειδητὴ λογικὴ κατεὺθυνσις τῶν φυσικῶν δυνάμεων ὑπό τοῦ ἄνθρωπου, οὐδέποτε δὲ τυφλὴ ἔκρηξις αὐτῶν. Ἡ ἔκρηξις τῆς μάζης ἀποτελεῖ τουναντίον φυσικὸν γεγονός, τοῦ ὁποίου ἡ φυσικὴ σκοπιμότης εἶναι ἀνεξήγητος. Ἐξηγητόν, δηλαδὴ ἁπλῶς συλληπτόν, εἶναι μόνον τὸ ψυχολογικὸν κίνητρον τῆς ἐκρήξεως. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ressentiment, περὶ τοῦ ὁποίου ἀλλαχοῦ διελάβομεν. Ὁλόκληρος ἡ ψυχικὴ πίεσις τοῦ προλεταριάτου — ὑπὸ τὴν ἤδη δοθεῖσαν ἔννοιαν — ἥτις διατηρεῖται λανθάνουσα ἐν διαρκείᾳ, ἐκρήγνυται εἰς δεδομένην ἀφορμήν ὡς ἐπαναστατικὴ δύναμις.

Ἐκ τοῦ ressentiment, ὡς στοιχείου ψυχολογικοῦ καὶ ὄχι λογικοῦ, ἐξηγεῖται ἡ τυφλότης τῆς δράσεως τῆς μάζης. εἰς τὴν δράσιν ταύτην οὐδεμίαν θέσιν καταλαμβάνει ἡ λογικὴ καὶ αἱ κατηγορίαι της, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ «σκοπιμότης». Ή μᾶζα διέπεται ὑπό της αἰτιοκρατίας καὶ ὄχι ὑπό της τελολογίας. Μόνον αἰτιοκρατικῶς εἶναι ἐξηγητή. Αἱ συγκεκροτημέναι κοινωνικαὶ ὁμάδες, αἵτινες ἀντιθέτως μὲ ὑπολογισμὸν χρησιμοποιοῦν τὴν μᾶζαν, τρέπουσαι αὐτὴν πρὸς ὡρισμένην σκοπιμότητα, λαμβάνουν τὴν μᾶζαν ὡς φυσικὸν δεδομένον, εἶναι δὲ ἀνίκανοι νὰ μεταβάλουν τὴν φύσιν αὐτῆς [1].

Ἡ μᾶζα, ὡς φυσικὸν δεδομένον, προηγεῖται οἱασδήποτε κοινωνικῆς ὁμάδος καὶ οἱασδήποτε λογικῆς σκοπιμότητος. Κοινωνικὴ ἐπανάστασις ὑπάρχει διότι προϋπάρχει ἡ μᾶζα καὶ ὄχι διότι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις ἐμποδίζονται εἰς τὴν ἀνὰπτυξὶν τῶν ὑπό τοῦ καπιταλιστικοῦ λ.χ. συστήματος. Ἐφ' ὅρου ζωῆς τῆς ἀνθρωπότητος ἠδύναντο αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις νὰ παρεμποδίζονται καὶ ἡ ἀνθρωπότης ὁλόκληρος ν' ἀπέθνησκε ἐκ τῆς πείνης, — οὐδέποτε ὅμως θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ κοινωνικὴ ἐπανάστασις ἄνευ τῆς μάζης. Ἐὰν αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις παρημποδίζοντο, θὰ ἐπήρχετο ἴσως εἰρηνικὸς παραμερισμὸς τῶν ἐμποδίων διὰ νὰ μὴ ἀποθάνουν οἱ ἄνθρωποι ἤ καὶ θὰ ἀπέθνησκον, ἀλλά οὐδέποτε θὰ ἦτο δυνατὴ κοινωνικὴ ἐπανάστασις.

Καὶ ἀκολούθως ἡ μᾶζα θὰ ἦτο ἀνύπαρκτος ἄνευ τοῦ νόμου τῆς ἀνισότητος καὶ τοῦ διαφορισμοῦ, ὅστις προηγεῖται τῆς οἰκονομικῆς ἀνισότητος, ἥτις εἶναι παράγωγος τούτου. Εἶναι ἀνεξήγητος ὁ φανατισμὸς καὶ ὁ ἡρωϊσμὸς τῆς μάζης καὶ ἡ περιφρόνησις τοῦ θανάτου — ἐκ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων. Οὐδεὶς ἐθυσίασε ποτὲ τὴν ζωὴν του διὰ νὰ βελτιώση τὴν οἰκονομικήν του κατάστασιν μετὰ θάνατον.

Ἐὰν δὲ πεινῶντες ἄνθρωποι διακινδυνεύουν ἁπλῶς διὰ νὰ φάγουν , — τὸ ἁπλοϊκώτερον παράδειγμα — ἡ πράξις των αὐτή τερματίζεται μετὰ τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ ἐνστίκτου της αὐτοσυντηρήσεως καὶ εἰς οὐδεμίαν κρήμνισιν ὁλοκλήρων καθεστώτων προχωρεῖ. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, στοιχεῖα ἀντεπαναστατικὰ καὶ ἀναρχικά, ἄνευ ταξικῆς συνειδήσεως ( Lumpenproletariat ) καὶ κατὰ τοὺς μαρξιστάς, δὲν καταλογίζονται καὶ ὑπ' αὐτῶν εἰς τὴν μᾶζαν, αὐτὴ δὲ αὕτη ἡ μᾶζα τιμωρεῖ ἐπὶ τόπου σκληρότατα τὰ τοιαῦτα ἐκτροχιαζόμενα στοιχεῖα. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα — ὁ «ὄχλος», Ρack Mob — δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν μᾶζαν, κυρίως λόγῳ τοῦ ὅτι ἀκριβῶς διατηροῦν ὁλόκληρον τὴν ἀτομικότητα των, ἥτις συγκεντροῦται εἰς τὰς τάσεις αὐτῶν πρὸς διαρπαγάς.

Πολλοὶ ἐθυσίασαν ὅμως καὶ αὐτὴν τὴν ζωὴν των, ὅταν κατείχοντο ὑπὸ ἀκατάσχετου ὁρμῆς πρὸς ὑπεροχήν, ἄνευ οὐδενός οἰκονομικοῦ συμφέροντος (Machtmenschen) ἥ ὅταν αὕτη δὲν τοὺς προσέφερε καμμίαν ψυχικὴν ἱκανοποίησιν καὶ αἰωνίως ἠσθάνοντο ἑαυτοὺς κοινωνικῶς ὡς ἀποκλήρους.

Οἱ μπολσεβῖκοι ἀρχηγοὶ χρησιμοποιοῦν, ὡς γνωστόν, κατὰ κόρον φράσεις ὡς ὁ «ἡρωἰσμὸς ἤ ἡ αὐτοθυσία τοῦ προλεταριάτου» κ.λπ., παραλείποντες, βεβαίως, νὰ ἐξηγήσουν τὰ φαινόμενα, ἐνῷ κατ' οὐδὲν ἐμποδίζονται νὰ διδάσκουν περαιτέρω ἱστορικὸν ὑλισμόν, ὑβρίζοντες βεβαίως καπηλικώτατα τοὺς ἐπιχειροῦντας νὰ ἐξηγήσουν αὐτά. Κατὰ τοὺς θεωρητικοὺς τούτους ὁ ἡρωϊσμὸς αὐτὸς κ.λπ. τοῦ προλεταριάτου ὀφείλεται εἰς τὴν ταξικὴν του συνείδησιν, εἰς τὴν ταξικὴν του ὑπερηφάνειαν, πατρίδα κλπ. ἤτοι εἰς πᾶν ἄλλο — πλὴν τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων. Ὑπὸ τὴν αὐτὴν δικαιολογίαν γίνεται ἐν Σοβ. Ρωσσίᾳ καὶ ἐντατικὴ χρῆσις παρασήμων καὶ κοινωνικῶν διακρίσεων, τῶν ὁποίων εἶναι κλασσική ἡ ἀντίστροφος σχέσις πρὸς τὰς ὑλικάς ἀπολαβάς: πάντοτε ἐδόθησαν ταῦτα καί αὗται ἀντὶ ὑλικῶν ἀπολαβῶν. Τὸ δὲ ρωσσικὸν προλεταριᾶτον — τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔπαυσε νὰ εἶναι τοιοῦτον, ὡς κυρίαρχος κοινωνικὴ ὁμὰς — ἔχει τὸν ἡρωϊσμόν, τὴν συνείδησιν τῆς κυριάρχου κοινωνικῆς ὁμάδος καὶ τοῦτο ἐξηγεῖ πάντα ταῦτα. Οὐδέποτε λοιπὸν τὸ ρωσσικὸν προλεταριᾶτον θὰ παραχώρηση τὴν θέσιν του εἰς τὴν ἀστικήν τάξιν καὶ ἂν ἀκόμη διπλασιασθοῦν οἱ μισθοὶ του ὑπὸ μιάς ἐκ νέου ἐγκαθισταμένης ἀστικῆς τάξεως. Ὅπερ σημαίνει ὅτι — πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς ταύτης τῆς κομμουνιστικῆς ἰδεολογίας — ὁ οἰκονομισμὸς ἐξέρχεται κρύφᾳ ἐκ τῆς ὀπισθίας θύρας τῆς κομμουνιστικῆς θεωρίας εἰς περίπατον... Φθάνει ὅμως εἰς τὰς στήλας τῶν ἀνόητων ἀστικῶν ἐφημερίδων, ἔνθα πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἀναμένεται ἐκ τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἡ «κατάρρευσις τοῦ κομμουνισμοῦ ἐν Ρωσσίᾳ». (Περὶ κομμουνισμοῦ — πρῶτον — δὲν πρόκειται. Διότι ἐὰν ὑπῆρχε κομμουνισμός, ἤτοι ἀταξικὴ κοινωνία , δὲν θὰ ἐπρόκειτο κἄν περὶ καταρρεύσεως, διότι δὲν θὰ ὑπῆρχε τι νὰ κατάρρευση. Θὰ ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ ἀδιαφορίστου κοινωνικοῦ μαλακίου, τὸ ὁποῖον ραγδαίως θὰ ἐξελίσσετο εἰς διαφορισμένην ταξικὴν κοινωνίαν. Ἀλλά τοιαύτη ἀκριβῶς κοινωνία εἶναι ἡ φάσις τῆς δικτατορίας τοῦ προλεταριάτου , καὶ διὰ τοῦτο δὲν καταρρέει. Ἀντιθέτως, ὅτι πρὸ πολλοῦ φαίνεται, ἔχει καταρρεύση, εἶναι μᾶλλον ὁ ἀξιοθρήνητος ἐγκέφαλος μερικῶν ἀπολογητῶν τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, συνεργαζομένων στενώτατα — διὰ τοῦ εἰρημένου ὀλεθρίου ἐγκεφάλου των — μετὰ τῶν ὀπαδῶν τῆς Μόσχας πρὸς τελείαν αὐτοῦ κατατρόπωσιν).

Πάντες δὲ οἱ τελευταῖοι οὗτοι, ἀνεξαιρέτως, κατελήφθησαν ὑπό τοῦ ressentiment καὶ τῆς ἐπαναστατικότητος. Ὁλόκληρος ἡ ψυχικὴ πίεσις τῶν ἀποκλήρων, τῶν ἀποκεκλεισμὲνων τῆς κοινωνίας, τῶν ἀπογυμνωμένων παντὸς ἤ τῶν πλείστων πολιτιστικῶν ἀγαθῶν, τῶν ὁποίων τὸ ἔνστικτον τῆς ὑπεροχῆς τραυματίζεται συνεχῶς καθ' ὅλην των τὴν ζωὴν ἐκ τῆς διαρκοῦς ὑποτιμήσεως καὶ τῆς κοινωνικῆς μειώσεως, ἄγει εἰς τὴν συγχώνευσιν τῶν κοινωνικῶς πλέον ἀνομοιογενῶν ἀτόμω, γίνεται συμπαγής, ἑνιαία καὶ ἀδιαφόριστος φυσικὴ δύναμις καὶ ἐκσπᾷ ὡς θύελλα κατὰ τῶν «τυράννων».

 Ἂς σκεφθῆ κανεὶς ἀπὸ πόσους καὶ πόσων κοινωνικῶν προελεύσεων ἀνθρώπους ἔχει ἀκούσει τὴν χαρακτηριστικωτὰτην φράσιν: «Ἐδῶ χρειάζεται μπολσεβικισμός!». Ὅλοι οἱ ἀντικειμενικοὶ καὶ ὑποκειμενικοὶ προλετάριοι συναντῶνται εἰς τὴν καθαρῶς ἀρνητικὴν αὐτὴν φράσιν. Ὁ πραγματικὸς ἀπόκληρος καὶ ὁ ἀστὸς ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου «τὰ λεπτὰ τρώγουν» ἄλλοι μεγαλύτεροι καὶ εὐφυέστεροι αὐτοῦ συνάδελφοι, συχνὰ ἐκστομίζει μετὰ τινος ἀνακουφίσεως τὴν θαυματουργὸν φράσιν: « Ἐδῶ χρειάζεται μπολσεβικισμός!». Ὁ ἀστὸς οὗτος εἶναι ὑποκειμενικὸς προλετάριος καὶ ψυχικῶς παρασκευασμένος διὰ τὴν μαζοποίησίν του, ἀδιαφορῶν διὰ τὴν κρήμνισιν τῶν ἀστικῶν ἀξιῶν (ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ αὐτὸς ἀποκεκλεισμένος), ἀρκεῖ μόνον, ἴσως, νὰ τοῦ ἐξασφαλισθοῦν ἐν τῷ κομμουνιστικῷ συστήματι «τὰ λεπτά του», ἀλλά δύναται νὰ παρασυρθῆ εἰς τὴν μᾶζαν καὶ ἄνευ τοιούτου συμβολαίου μετὰ τῶν ἐπαναστατῶν. Τὴν ἐξασφάλισιν, ἄλλως τε, τῶν χρημάτων του ἐν τῇ κομμουνιστικῇ κοινωνίᾳ σκέπτεται καὶ πάλιν ὑπὸ μορφὴν ἀρνητικήν: ἐννοεῖ δηλαδὴ προστασίαν τῶν χρημάτων του ἔναντι τῶν καλῶν συναδέλφων του, οἵτινες ἐν τῇ παρούσῃ κοινωνίᾳ «τοῦ τὰ τρώγουν» καὶ τῶν ὁποίων ἀκριβῶς ἐπιθυμεῖ ἐγκαρδίως τὴν ἐξόντωσιν, χωρὶς νὰ σκέπτεται, ὅτι ἡ ἀταξικὴ κοινωνία θὰ καταργήση καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον. Κατὰ τὴν μαρξιστικὴν θεωρίαν, ὁ ἀστὸς οὗτος δὲν ἔχει ταξικὴν συνείδησιν. Ἀλλά τὸ γεγονὸς ἀκριβῶς, ὅτι ὁ εἷς ἀστὸς τρώγει τὰ λεπτὰ τοῦ ἄλλου, τοποθετεῖ τὴν ἀστικήν ταξικὴν συνείδησιν , ὑπὸ τὴν οἰκονομιστικὴν ἔννοιαν, εἰς ἀπόστασιν ἀρκετῶν λευγῶν ἀπό τῆς πραγματικότητος. — Δεύτερον παράδειγμα: Ἂς κυττάξη κανεὶς ὑποτιμητικῶς ἀστόν νεόπλουτον καὶ ἀνάγωγον, στερούμενον τῶν ἀστικῶν πολιτιστικῶν ἀξιῶν, καὶ ἂς μεταχειρισθῇ ὁμοίως ἀστόν πτωχόν, κάτοχον τῶν ἀξιῶν τούτων. (Εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις ἀφαίρεσις τοῦ ἀστικοῦ στοιχείου): εἰς μὲν τὸν πρῶτον θὰ ἐξαπόλυση γυμνὸν καὶ θανάσιμον μίσος, ἐνῷ ὁ δεύτερος θὰ μείνη ἀδιάφορος. Σχέσις μεταξὺ τῶν δύο τούτων μελῶν τῆς ἀστικῆς τάξεως : Ὑποτιμητικὴ καὶ εἰρηνικὴ διάθεσις τοῦ δευτέρου πρὸς τὸν πρῶτον — γυμνὸν μῖσος τοῦ πρώτου πρὸς τὸν δεύτερον. Περίπτωσις, καθ' ἥν ἀμφότεροι παρασύρονται εἰς τὴν ἐπαναστατικὴν μᾶζαν: ὁ μὲν πρῶτος λόγῳ τοῦ μίσους του κατὰ τῆς ἀριστοκρατίας (δι’ ἧς ὑπονοεῖ τὸν δεύτερον), ὁ δὲ δεύτερος λόγῳ τῆς ἐξεγέρσεως του κατὰ τοῦ νεοπλουτισμοῦ , εἰς ὅν ἐξεχυδαῒσθη ὁ καπιταλισμὸς (δι' οὗ ὑπονοεῖ τὸν πρῶτον). Κοινὸς ἀρνητικὸς σκοπός: ἡ ἀνατροπὴ τοῦ ὑφισταμένου καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ἀμφότεροι ὑποκειμενικῶς βλέπουν ἐκ δύο ἀντιθέτων ἀπόψεων, ἀναλόγως τῆς ἀτομικῆς των μειώσεως. Ἀποτέλεσμα: μετὰ τὴν ἀνατροπήν, ἐγκατάστασις εἰς τὴν ἐξουσίαν μίας ὠργανωμένης
ἰσχυράς κοινωνικῆς ὁμάδος, μὴ περιλαμβανούσης οὐδὲ τὸν πρῶτον, οὐδὲ τὸν δεύτερον, οἵτινες ἀπετέλεσαν ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν μετὰ τὴν ἀνατροπὴν διαλυθεῖσαν μᾶζαν. Καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν μορφὴν τοῦ ἐλευθέρου ἀνταγωνισμοῦ φαίνεται σαφῶς, ὅτι ὁ εἷς ἀστὸς εἶναι ἀπόλυτος ἐχθρός τοῦ ἄλλου, τὸν ὁποῖον ἀπειλεῖ σταθερῶς ὅπως μεταβάλη εἰς προλετάριον. Ἀλλ' ὁ ἐλεύθερος ἀνταγωνισμός, ὡς οἰκονομικὸν στοιχεΐον, δέν δημιουργεῖ ψυχολογικὰ κίνητρα, εἶναι ἁπλοῦν μέσον — καὶ ἕν ἐκ τῶν μέσων — πρὸς κοινωνικὴν ὑπέροχην μέσῳ τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως, ὅπως ἄλλοτε τοιοῦτο μέσον ἀπετέλουν τὰ τιμάρια. Διὰ ταῦτα καὶ ὁ ἐλεύθερος ἀνταγωνισμὸς μεταβάλλεται εἰς μονοπώλιον, ἅμα ὡς ἡ δύναμις ἡ συγκεντρωμένη εἰς ὡρισμὲνα πρόσωπα φθάση εἰς ὡρισμένον τί σημεῖον. Τὸ μονοπώλιον εἶναι κοινωνικὴ ὑπεροχὴ διὰ τῆς ἀντιθέτου τοῦ ἀνταγωνισμοῦ ἀρχῆς: τῆς οἰκονομικῆς βίας.

Ἡ μαρξικὴ θεωρία ἰσχυρίζεται — κατὰ σχῆμα πρωθύστερον — ὅτι ἡ μεταβολὴ τῶν μορφῶν τοῦ καπισταλισμοῦ (λ.χ. ἀπό τοῦ ἀνταγωνισμοῦ εἰς τὸ μονοπώλιον) συμβαίνει αὐτοδυνάμως ἐξ ἰδίων οἰκονομικῶν «νόμων». Εἰς τοιαύτην ἀνεξάρτητον ἀπό τοῦ παντὸς νομοτέλειαν τὸ ὁρμέμφυτον τῆς ὑπεροχῆς δὲν ἔχει βεβαίως καμμίαν θέσιν, διότι προφανῶς δὲν δύναται νὰ μεταβάλη τίποτε εἰς τὴν νομοτέλειαν ταύτην. Ἄλλως τε δὲν εἶναι τὸ ὁρμέμφυτον τοῦτο, ἀλλά τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ κίνητρον τοῦ κεφαλαιούχου. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ συγχύσεως κοσμοϊστορικῆς σημασίας: Ὁ μηχανισμὸς τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, τῆς συγκεντρώσεως τοῦ κεφαλαίου καὶ τοῦ μονοπωλίου, ὡς ἀνέλυσε τοῦτον ὁ Μάρξ, δὲν εἶναι δυνατὸν ν' ἀμφισβητηθῆ. Ἐπίσης ὁ ἀτομικὸς ἐπιχειρηματίας εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἐπισωρεύη κεφάλαιον, δὲν ἐπισωρεύει αὐτὸ ἐξ ἐλευθέρας βουλήσεως. Ἐὰν δὲν ἐπισωρεύση, θὰ ἐκπρολεταρισθῆ. Ἐπίσης ἄμεσος σκοπὸς εἶναι τὸ κέρδος κλπ. Ἀλλά ἐρωτᾶται: εἶναι τὸ κέρδος τελικὸς σκοπός, ἤ σκοπὸς ἐνδιάμεσος; Ἐὰν ὑποθέσωμεν ἄνθρωπον κερδαίνοντα, ἀλλά κοινωνικῶς ἀπομεμονωμένον: πόθεν θὰ εἶχεν οὗτος τὸ ψυχολογικὸν ἐλατήριον διὰ νὰ ἐπιδιώξη τὸ κέρδος; Προϋποτίθεται δὲ καὶ παρὰ τοῦ μαρξισμοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ζῆ ἐν κοινωνία, διὰ τοῦτο καὶ ἡ παραγωγὴ καλεῖται κοινωνική . Ἀλλά ἡ κοινωνία εἶναι ἁπλῶς οἰκονομικὴ ἑταιρεία; Ἐξετέθη ἤδη ἀλλαχοῦ ὅτι δὲν εἶναι. Ἐξετέθη ὅτι τὸ κοινωνικὸν κίνητρον εἶναι τὸ ὁρμέμφυτον τῆς ὑπεροχῆς ἔναντι τῶν ἄλλων ἀτόμων καὶ ὁμάδων. — Ἄλλη σειρὰ συλλογισμῶν: ὁ ἀτομικὸς ἐπιχειρηματίας ἐπισωρεύει διότι εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἐπισωρεύση, ὅπως ἀποτρέψη τὴν ἦτταν του ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ. Οὕτω ἕκαστος ἐπιχειρηματίας εὑρίσκεται δεσμευμένος, παρὰ τὴν θέλησίν του, εἰς δίκτυον ὑπαγορεύσεων ξένων πρὸς αὐτήν. Πόθεν ὅμως ἐξηγεῖται ἡ ὁμαδικὴ αὐτὴ παραφροσύνη ; (Διότι ὡς παραφροσύνη χαρακτηρίζεται — καὶ ὀρθῶς, ὡς τὴν ἀντιλαμβάνεται οὗτος — καὶ ὑπό του μαρξισμοῦ ἡ ἐπισώρευσις διὰ τὴν ἐπισώρευσιν , μὲ τελικόν σκοπὸν τὸ κέρδος, ὁ τύπος G-W-G). Ὁ μαρξισμὸς ἀπαντᾷ: ἐκ τῆς οἰκονομικῆς νομοτέλειας. Ἀλλά ἐρωτᾶται: πώς εἶναι δυνατὸν νὰ πρόκειται ἐνταῦθα περὶ νομοτελείας , ὅταν αὕτη ἰσχύει δι’ ἕν μόνον κοινωνικὸν σύστημα, διὰ μίαν μόνον ἱστορικήν περίοδον, καὶ ἥτις νομοτέλεια πρόκειται διὰ τῆς ἀταξικῆς κοινωνίας νὰ καταργηθῆ;

Τὸ πρόβλημα τοῦτο δὲν ἐπιδέχεται οὐδεμίαν παράκαμψιν δι’ ἰδεαλιστικῶν σχημάτων ὡς ὁ τραγέλαφος τοῦ διαλεκτικοῦ ὑλισμοῦ . Οὐδεμία δύναμις δύναται νὰ σώση τὸν μαρξισμὸν ἐκ τοῦ διλήμματος: ἤ ἡ οἰκονομικὴ νομοτέλεια εἶναι φυσική, ὁπότε οὐδέποτε καταργεῖται , ἤ αὕτη δὲν εἶναι φυσική, ὁπότε εἶναι ἀνύπαρκτος. Ἡ θεωρητικὴ κατασκευὴ μέσου τινὸς τραγέλαφου ἐξ ἰδεαλισμοῦ καὶ ὑλισμοῦ, ὡς ὁ διαλεκτικὸς ὑλισμός, δύναται μόνον νὰ χρησιμοποιηθῆ διὰ τοὺς ἀγνοοῦντας καὶ τὸν ἰδεαλισμὸν καὶ τὸν ὑλισμόν, οὐδέποτε ὅμως νὰ χρησιμεύση ὡς ὑπεκφυγὴ ἐκ τοῦ ἀπηνοῦς διλήμματος.

Εὐλόγως θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῆ, ὅτι ἡ ἔκρηξις τῆς μάζης ἀποτελεῖ ἐπανάστασιν τῆς κοινότητος κατὰ τῆς κοινωνίας , ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ Toennies [2], καθὼς εὐστόχως παρατηρεῖ ὁ Geiger, ὅστις διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν κοινωνιολογίαν τῆς μάζης ἀπαλλάσσει αὐτὴν πάσης ἀρνητικῆς ἀξιολογίας, ἀποδίδων τὴν δρᾶσιν αὐτῆς εἰς ἐπανάστασιν τοῦ προλεταρίου ἀνθρώπου κατὰ τῆς μηχανοποιήσεώς του. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἀπότομος καὶ τυφλὴ ἔκρηξις ἀλόγων δυνάμεων τῆς μάζης εἶναι ἀντίδρασις μίας πιεζόμενης καὶ ταλαιπωρουμένης ψυχῆς κατὰ τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπεργάζεται συστηματικῶς τὴν ψυχικὴν αὐτῆς ἀπογύμνωσιν καὶ μηχανοποίησιν. Ἀλλά ἡ μοιραία οἰκονομιστική θεωρία, ἥτις χάνει πρὸ ὀφθαλμῶν τοὺς φυσικοὺς καὶ αἰωνίους κοινωνικοὺς νόμους, τοὺς διέποντας πάντα ἀνεξαιρέτως τὰ κοινωνικὰ καθεστῶτα, ἀποδίδουσα εἰς τὸν σύγχρονον καπιταλισμὸν ἰδίαν νομοτέλειαν, ἔχασε καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν οὐσίαν τῆς μηχανοποιήσεως τῆς μάζης. Οὕτω ἡ μηχανοποίησις αὕτη ἀποδίδεται εἰς τὴν σύγχρονον διὰ μηχανῶν παραγωγήν, ἰδιαιτέραν ὅλως τοῦ καπιταλισμοῦ ἐμφάνισιν. Ἐκ τῆς θεωρίας ταύτης ἕπονται: α) Ὅτι ἀποκλείονται τῆς μηχανοποιήσεως ταύτης πάντες οἱ μὴ οἰκονομικοὶ προλετάριοι, ἤτοι πάντα τὰ ἄτομα τῆς μάζης, τὰ ὁποῖα εἰς οὐδεμίαν ἐπαφήν εὑρίσκονται μὲ τὸ ἐργοστάσιον. β) Ὅτι ἀποκλείεται τὸ φαινόμενον τῆς μηχανοποιήσεως καὶ ἀκολούθως τὸ φαινόμενον τῆς μάζης διὰ πᾶσαν ἄλλην ἐποχήν — ἄνευ μηχανῶν — πλὴν τῆς ἐποχῆς τοῦ συγχρόνου καπιταλισμοῦ. Ἡ διάψευσις τῆς θεωρίας ταύτης ἐπέρχεται δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ γεγονότος τῆς συνθέσεως τῆς μάζης ἐκ τῶν πλέον ἀνομοιογενῶν — οἰκονομικῶς — στοιχείων, βάσει τοῦ ressentiment.

Ἀλλοῦ λοιπὸν ἔγκειται ἡ μηχανοποίησις [3]. Ἡ μηχανοποίησὶς ἔγκειται εἰς ὅλας τὰς ἐποχὰς καὶ δι’ ὅλα τὰ ἄτομα εἰς τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ ἀνθρώπου, εἰς ἀντικείμενον, εἰς τὴν ὑποτίμησιν τοῦ ἀνθρώπου εἰς προλετάριον. Καὶ ὁ ὑποβιβασμὸς καὶ ἡ ὑποτίμησις αὔτη μεταβάλλει τὸν ἄνθρωπον εἰς ἐκτελεστικὴν μηχανὴν ἀφ' ἑνός, καὶ προκαλεῖ τὴν ἀπογύμνωσιν τῆς ψυχῆς του ἐξ ὅλης ἐκείνης τῆς ἀνθήσεως, ἥτις μόνον εἰς τούς κυριάρχους εἶναι δυνατή: ὅλα τὰ θετικὰ καὶ δημιουργικὰ ψυχικὰ συναισθήματα, τὰ ὁποῖα ζοῦν ὑπὸ τὴν στέγην τῆς κοινωνικῆς ὑπεροχῆς, μαραίνονται, στρεβλώνονται καὶ νοσοῦν ὑπὸ τὴν κοινωνικὴν ὑποτίμησιν. Τὴν θέσιν αὐτῶν καταλαμβάνει ἡ πικρία, ὁ φόβος, ὁ φθόνος, τὸ μῖσος, ἡ πονηρία, ἡ μικρότης, ἐν ἑνί λόγῳ ὁλόκληρον τὸ ψυχολογικὸν σύμπλεγμα τοῦ ressentiment.

Διὰ τοῦτο τοὺς πολιτισμοὺς ἐδημιούργησαν πάντοτε οἱ κυρίαρχοι. Ἡ μᾶζα εὑρίσκεται ἀπογυμνωμένη τοῦ θετικοῦ ἀνθρωπισμοῦ, μηχανοποιημένη, ἀποκεκλεισμένη τοῦ πολιτισμοῦ, διὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ ὁποίου χρησιμοποιεῖται ἁπλῶς ὡς ὄργανον, καθὼς κοινωνικῶς αἰσθάνεται ἑαυτήν ὡς ἀντικείμενον. Μία μόνον περίπτωσις ὑπάρχει νὰ αἰσθανθῆ ἑαυτήν ὡς ὑποκείμενον: ἡ ἐπαναστατικὴ δρᾶσις αὐτῆς. Ἡ δρᾶσις «αὕτη» ἀποτελεῖ τὴν μοναδικὴν διαμαρτυρίαν της διὰ τὴν μηχανοποίησίν της, κατευθύνεται ἀρνητικῶς καθ' ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ἀξιῶν τοῦ καθεστῶτος, τὰς ὁποίας δὲν ἐννοεῖ καὶ τῶν ὁποίων δὲν μετέχει, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ὡς ἐξ ἴσου ὑπευθύνους τῆς ψυχικῆς της ἀπογυμνώσεως καὶ μηχανοποιήσεως καὶ σκοπεῖ, κατὰ τελευταῖον λόγον, τὴν ἄρσιν τοῦ ἑαυτοῦ της: τὸν ἐξανθρωπισμόν της.

Διὰ τοῦτο ἡ ἔκρηξις τῆς μάζης εἶναι φαινόμενον ὀξὺ καὶ παροδικόν, ὡς στερούμενον θετικῶν δεσμῶν μεταξὺ τῶν μελῶν της. Διὰ τοῦτο ἡ δρᾶσις τῆς μάζης εἶναι καθαρῶς καταστροφική, καθαρὰ ἄρνησις, «τὸ μέγα Ὄχι!» [4]. Διὰ τοῦτο ἐπίσης εἶναι τυφλὴ καὶ ἄνευ οὐδεμιάς διακρίσεως. Μαζικὸν κίνημα ἦτο ἡ ἐπανάστασις τῶν δούλων τῆς ἀρχαιότητος, μαζικὸν κίνημα ἦτο τὸ κίνημα τοῦ Σπαρτάκου, ὁ γερμανικὸς πόλεμος τῶν χωρικῶν , ἡ γαλλικὴ ἐπανάστασις, ἡ μπολσεβικικὴ ἐπανάστασις: ὑπό τὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ ἐκτελεστής τῶν δύο τελευταίων τούτων ἐπαναστάσεων ἦτο ἡ μᾶζα [5].

Ἡ προϋπόθεσις αὕτη τῆς ὑπάρξεως μηχανοποιημένων ἀτόμων κατέχει σπουδαίαν σημασίαν διὰ τὴν ἑνότητα τοῦ οἰκονομικοῦ προλεταριάτου.

Εἴπομεν ἐν ἀρχῇ, ὅτι τὸ προλεταριᾶτον ὑπὸ τὴν οἴκονομικὴν ἔννοιαν ἀποτελεῖ πᾶν ἄλλο ἤ ἑνιαῖον ὅλον, ἀλλά ἀποτελεῖται, τουναντίον, ἐκ τῶν ἐν πολλοῖς ἀντιθετικῶν καὶ ἀντιμαχομένων ὑποομάδων αὐτοῦ, τὰς ὁποίας διαιροῦν ἀκριβῶς, τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα. Ἐκ τούτου ἤχθημεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν προλεταριᾶτον ἀδυνατεῖ νὰ προβῆ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν μίας κοινωνικῆς ἐπαναστάσεως. Τὸ γεγονὸς ὅμως ἀντιθέτως εἶναι, ὅτι τὸ προλεταριᾶτον καὶ προέβη καὶ δύναται πάντοτε νὰ προβῆ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς κοινωνικῆς ἐπαναστάσεως. Ἐὰν συνεπῶς ἀρνούμεθα εἰς αὐτό, ὑπὸ τὴν οἰκονομικήν του ἔννοιαν, τὴν δυναμικότητα ταύτην, ὑποχρεούμεθα νὰ ἐξηγήσωμεμεν τὸ φαινόμενον δι’ ἄλλων λόγων. Εἰς τοῦτο ἀπαντῶμεν τὰ ἑξῆς: Εἴπομεν ἤδη, ὅτι ὁ ἐκτελεστής τῆς ἐπαναστάσεως δὲν εἶναι τὸ οἰκονομικὸν προλεταριᾶτον, ἀλλά ἡ μᾶζα, τῆς ὁποίας τὰ πρόσωπα τοῦ οἰκονομικοῦ προλεταριάτου ἀποτελοῦν τμῆμα (ὡς ἀντικειμενικὸν προλεταριᾶτον ), ὄχι δὲ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα των ὡς οἰκονομικῶν προσώπων, ἀλλά ὡς συγχωνευθέντων μελῶν τῆς μάζης. Τὸ ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ προλετάριοι καὶ οἱ μαζοποιηθέντες προλετάριοι εἶναι οἱ αὐτοί, δηλαδὴ τὰ αὐτὰ ἄτομα, δὲν ἔχει σημασίαν, ὡς ἤδη ἐλέχθη, λόγου γενομένου περὶ τῶν ποικιλωτάτων προελεύσεων τῶν μελῶν τῆς μάζης. Ἐὰν οἱ οἰκονομικοὶ προλετάριοι διετήρουν ἐν τῇ μάζῃ τὴν ἰδιότητα των ὡς οἰκονομικὰ πρόσωπα μὲ ἀντίθετα — συνεπῶς — μεταξὺ των συμφέροντα καὶ ἐπαγγελματικάς καὶ πολιτικάς ἰδεολογίας, ἡ μαζοποίησις των θ' ἀπέβαινεν ἀδύνατος. Ἀλλά τοῦτο εἶναι ἡ ἀρνητικὴ ἀπόδειξις τοῦ ὅτι ἡ ἑνότης τοῦ προλεταριάτου καθίσταται ἀδύνατος ἐπί τῆς βάσεως τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων. Ἡ θετικὴ ἀπόδειξις (ὅτι ἡ ἑνότης τοῦ προλεταριάτου ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς μαζοποιήσεως αὐτοῦ), ἐξάγεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὰ μηχανοποιημένα προλεταριακὰ ἄτομα ἀποτελοῦν ἐν τῷ ἀρνητισμῷ των συμπαγῆ καὶ ἐκρηκτικὴν δύναμιν. Ἡ μηχανοποίησις των, ὁ ὑποβιβασμὸς των τουτέστιν ἀπὸ ἀνθρωπίνων ὑποκειμένων εἰς μηχανικὰ ἀντικείμενα, ἡ κοινωνικὴ των ὑποτίμησις, ἐπιτυγχάνει τρία τινά, ἅτινα οὐδόλως ἐπιτυγχάνονται ἐκ τῆς ἰδιότητος των ὡς οἰκονομικῶν προλεταρίων (ἤτοι ὡς οἰκονομικῶν ὑποκειμένων): α) Ἐξαφανίζει τὰς μεταξὺ αὐτῶν οἰκονομικάς ἀντιθέσεις ὡς οἰκονομικῶν ὑποκειμένων, δρώντων ὑπὲρ ὑποκειμενικῶν συμφερόντων β) δημιουργεῖ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν ἀτόμων τῶν ἀνηκόντων εἰς προλεταριακάς ὑποομάδας, ἑνιαίαν καὶ συμπαγῆμᾶζαν. μέ πλήρη ἐξαφάνισιν τοῦ ἀτομισμοῦ ἤ τοῦ στενωτέρου ὁμαδισμοῦ των καὶ πλήρη συγχώνευσιν αὐτῶν εἰς ἐκρηκτικὸν σῶμα πρωτογόνου δυνάμεως γ) δίδει τὸ φυσικοκοινωνικὸν κίνητρον — ressentiment — πρὸς δρᾶσιν τῆς μάζης, ἥτις ἀπὸ παθητικῆς πλειάδος ἀτόμων, μεταβάλλεται εἰς ἐνεργητικὴν ὑπερατομικὴν δύναμιν.

Εἰς τὴν μᾶζαν ὅμως ἀνήκει οὕτω πᾶν μηχανοποιημένον ἃτομον, ὑπὸ τὴν ὡς ἄνω ἔννοιαν τῆς ἀντικειμενοποιήσεως αὐτοῦ διὰ τῆς κοινωνικῆς ὑποτιμήσεως, πᾶν ἄτομον κατεχόμενον ὑπὸ τοῦ ressentiment καὶ εἰς οὐδεμίαν σχέσιν εὑρίσκομενον μετὰ τοῦ οἰκονομικοῦ (ἀντικειμενικοῦ) προλεταριάτου. Μέγα τμῆμα τῆς μάζης ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ ὑποκειμενικοῦ τούτου προλεταριάτου, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐξηγεῖται ἀκόμη ὀλιγώτερον διά τοῦ οἰκονομικοῦ παράγοντος , ἀπὸ ὅσον ἐξηγεῖται (ἤτοι δὲν ἐξηγεῖται) ἡ μαζοποίησις καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ οἰκονομικοῦ προλεταριάτου.

Ἡ παθητικὴ αὕτη πλειὰς ἀτόμων, ἐφ' ὅσον ταῦτα συνδέονται διὰ τοῦ ressentiment, ἤτοι ἐφ' ὅσον τοῦτο ὑφίσταται εἰς ἕν ἕκαστον ἐξ αὐτῶν κεχωρισμένως, ἐγκλείει ἐν ἑαυτῇ ἐν διαρκείᾳ τὴν δυνατότητα τῆς μετατροπῆς αὐτῆς εἰςμᾶζαν.. Μᾶζα, κυρίως εἰπεῖν, ἐννοεῖται μόνον ἐν δράσει. Ἡ προδιάθεσὶς ὅμως τῶν ἀτόμων, προϋπάρχουσα οὕτω πρὸ τῆς δράσεως, εἶναι ἡ πραγματικὴ καὶ ἡ βαθύτερα αἰτία πάσης αὐτῆς ἐκρήξεως. Ἡ πλειὰς αὕτη τῶν ἀτόμων, ἥτις ἐν ἀδρανείᾳ εἶναι ὁ φορεὺς τῆς δυνατότητος ἤ προδιαθέσεως ταύτης, εἶναι ἡ λανθάνουσα μᾶζα ( Geiger ἐνθ. ἀνωτ.). Πᾶν ἐπίκαιρον ἐξωτερικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὴν ἀπότομον καὶ ἀκαριαίαν μετατροπὴν τῆς λανθανούσης μάζης εἰς ἐκρηκτικὴν μᾶζαν, ἀποτελεῖ συνεπῶς μόνον τὴν ἀφορμήν, οὐδέποτε τὴν αἰτίαν.

Ὀρθότατον συνεπῶς εἶναι τὸ ἀστυνομικὸν μέτρον τῆς ἀπαγορεύσεως διαδηλώσεων καὶ ὑπαιθρίων συναθροίσεων εἰς κρίσιμους στιγμάς, ὡς μέτρον προληπτικόν, σκοποῦν τὴν ἀφαιρεσὶν τοῦ ἐδάφους τῆς ἐκρηκτικῆς μάζης, διὰ τῆς παρεμποδίσεως τοῦ σχηματισμοῦ λανθανούσης μάζης, ἥτις δύναται εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ ἐξ οἱασδήποτε ἀφορμῆς νὰ μετατραπῆ ἀκαριαίως εἰς ἐκρηκτικὴν μᾶζαν. Ὅλως ἐσφαλμένη εἶναι τουναντίον ἡ ἀντίληψις, ὅτι διὰ τῆς ἀποτροπῆς ταύτης τῆς μαζικῆς ἐκρήξεως κατωρθώθη καὶ ἡ τελικὴ ἐξαφάνισις τῆς μάζης. Ἡ ἀντίληψις αὕτη παραγνωρίζει τὸ βασικὸν φυσικοκοινωνικὸν γεγονός, ὅτι ἡ μᾶζα (ὡς λανθάνουσα πάντοτε, ὡς ἐκρηκτικὴ δέ ἐνίοτε), ἀποτελεῖ θεμελιώδη κοινωνικὴν κατηγορίαν τῆς κοινωνικῆς δυναμικῆς, ἤτοι αὐτὸ τοῦτο τὸ ἕτερον τῶν σκελῶν ταύτης, ἐν διαρκείᾳ, καὶ ὅτι συνεπῶς οὐδεμία δύναμις εἶναι ἱκανή νὰ κατάργηση αὐτὴν εἰς πάσαν κοινωνίαν καὶ εἰς ὅλάς τὰς ἐποχάς. Ἐπί τῆς ἀφελοῦς ταύτης ἀντιλήψεως περὶ τῆς μάζης βασίζονται καὶ αἱ πρὸς αὐτὴν ἀπευθυνόμεναι νουθετήσεις καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι διὰ τῶν ἀνοήτων τούτων νουθετήσεων ἐξασφαλίζεται ἡ κοινωνικὴ εἰρήνη, παραγνωριζομένου, ἐν πὰραληρήματι, τοῦ φυσικοῦ νόμου, καθ' ὅν τοιαύτη εἰρήνη εἰς ζωντανὸν ὀργανισμὸν εἶναι ἀδύνατος, διότι κατ' αὐτῆς ἐξεγείρεται ὁ νόμος τῆς ἀνισότητος καὶ τοῦ διαφορισμοῦ καὶ πᾶσα φυσικὴ καὶ κοινωνικὴ νομοτέλεια. Ἡ μᾶζα θὰ κατηργεῖτο μόνον μετὰ τῆς κυριάρχου ὁμάδος, ἥτις διὰ τῆς ἐπιθέσεως αὐτῆς προκαλεῖ τὴν ἀντεπίθεσιν — ἀλλά ἥτις κατάργησις κρατικῆς ὁμάδος ἀφ' ἑνὸς καὶ ἐπαναστατικῆς μάζης ἀφ' ἑτέρου θὰ ἐσήμαινε βεβαίως τὴν κατάργησιν αὐτῆς ταύτης τῆς κοινωνίας ( ἰδεώδης κατάστασις διὰ τοὺς ἐν ἐγρηγόρσει ὑπνώττοντας, ἴνα κοιμηθοῦν τὸν αἰὼνιόν των ὕπνον, ἀλλά ἀνέφικτος ἐφ' ὅσον ζωὴ σημαίνει, δι’ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους, ἀντίδρασιν κατὰ τοῦ θανάτου, ἤτοι ἐφ' ὅσον ἡ κυρίαρχος ὁμὰς θὰ ἐξακολουθῆ εἰς τοὺς αἰῶνας νὰ ἐπιτίθεται, ἡ μᾶζα ν' ἀντεπιτίθεται — οἱ δὲ «νουθετοῦντες» νὰ χάνουν τὸν πολύτιμον ὓπνον των). Διὰ τοῦ γεγονότος τῆς προϋπαρχούσης προδιαθέσεως παρὰ τῇ λανθανούσῃ μάζῃ ἐξηγεῖται καὶ ἡ καταπληκτικὴ εὐκολία μεθ' ἧς αὕτη πιστεύει ψευδεῖς εἰδήσεις — μέσον παλαιότατον πρὸς μετατροπὴν τῆς λανθανούσης μάζης εἰς ἐκρηκτικὴν μᾶζαν. Προβλ. σχετικὰ κρατικὰ ἀντίμετρα κατὰ τῶν διαδοσιῶν.

Ἐκ τούτων συνάγεται ἅπαξ ἔτι ὁ ἀντικειμενικὸς χαρακτὴρ τῆς μάζης, ἡ ἐν διαρκείᾳ ὕπαρξις αὐτῆς (Permanente Masse) καὶ ἡ νομοτέλεια, ὑπὸ τῆς ὁποίας αὕτη διέπεται. Λανθάνουσα μᾶζα προϋπῆρχεν ἤδη ὡς τμῆμα ἐντὸς τοῦ ἀθροίσματος τῶν περιπατητῶν, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν ὡς παράδειγμα, πρὶν ἤ καταφθάση ἡ ἀποφασιστικὴ περὶ ἐπαναστάσεως εἴδησις, ἥτις προεκάλεσε στιγμιαίως ἀκαριαίαν μετατροπὴν αὐτῆς εἰς ἐκρηκτικὴν μᾶζαν ( explosive Masse).

Ε’iς τὴν λανθάνουσαν ἤ παθητικὴν μᾶζαν παρατηρεῖται ἤδη διαφορισμὸς τις μεταξὺ τῶν ἀτόμων, ὅστις ἐξαφανίζεται σχεδὸν τελείως εἰς τὴν δρῶσαν μᾶζαν. Ὁ διαφορισμὸς οὗτος παίζει ρόλον καὶ προκαταβολικῶς, ὡς πρὸς τὴν στρατολόγησιν τῶν μελῶν τῆς δρώσης μάζης ἐκ τῆς λανθανούσης μάζης καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς δράσεως αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν ἔντασιν ταύτης. Ἡ μᾶζα, καθὼς καὶ ὁ προλετάριος, εἶναι καὶ αὐτὴ ἔννοια βαθμικὴ (Grandbegriffe).

α) Προκαταβολικῶς, πρὸ τῆς μετατροπῆς τῆς λανθανούσης μάζης εἰς δρῶσαν.μᾶζαν., ἡ ἀτομικὴ προδιάθεσις πρὸς μαζοποίησιν μεταξὺ τῶν ἀτόμων ποικίλει. Βάσις τοῦ τοιούτου διαφορισμοῦ εἶναι καὶ πάλιν ὁ βαθμὸς τοῦ ἐκπρολεταρισμοῦ τοῦ ἀτόμου, ἀντικειμενικῶς ἤ ὑποκειμενικῶς. Τὸ ἐκ τούτου ressentiment ὑπόκειται εἰς τὴν αὐτὴν διαβάθμισιν, ὄχι μόνον λόγῳ τῆς διαβαθμίσεως τῶν ἐξωτερικῶν αἰτίων τῆς γενέσεως του, — ἔστω καί μη οἰκονομικῶν, — ἀλλά καὶ ἐκ τῆς διαβαθμίσεως τῶν ἀτομικῶν ψυχολογικῶν μηχανισμῶν, ὡς πρὸς τὴν ἔντασιν τῶν ἀτομικῶν ἀντιδράσεων αὐτῶν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν αἰτίων, ἄτινα προκαλοῦν τὴν γένεσιν τοῦ ressentiment.

Ὅσον περισσότερον τὸ ἄτομον εἶναι βυθισμένον εἰς τὸ προλεταριᾶτον, ὅσον βαθύτερα εὑρίσκεται εἰς τὴν διαβάθμισιν τοῦ (ἀντικειμενικοῦ ἤ ὑποκειμενικοῦ) ἐκκπρολεταρισμοῦ, ὅσον περισσότερον εἶναι ἐκριζωμένον ἐκ σταθερῶν τοπικῶν ἡ ὁμαδικῶν δεσμῶν μετὰ μίας ἤ πλειοτέρων κοινωνικῶν ὁμάδων, ὅσον περισσότερον ἵσταται ἐκτός τῆς κοινωνίας , εἴτε ἐκ λόγων οἰκονομικῶν, εἶτε ἐκ τοῦ ressentiment, εἴτε ἐκ λόγων ψυχικῆς προδιαθέσεως, εἴτε ἐκ λόγων περιβάλλοντος — τόσον μεγαλύτερα εἶναι ἡ δυνατότης τῆς μαζοποιήσεώς του καὶ τόσον μεγαλύτερος ὁ βαθμὸς αὐτῆς. Ὁ πτωχὸς καὶ κοινωνικῶς μειωμένος διδάσκαλος, ἤ ὑπαλληλίσκος, ὁ ὁποῖος ἀνήκει συγχρόνως εἰς πλειοτέρας κοινωνικάς ὁμάδας εἰρηνικωτάτου χαρακτῆρος, — εἰς τὸν σύλλογον τῶν καθηγητῶν τοῦ σχολείου του, εἰς τὸ σωματεῖον του, ἔνθα διαρκῶς γίνεται λόγος περὶ τῆς «πνευματικῆς» ἀποστολῆς του (ὡς ἐπιχειρήματος ἐπαγγελματικῶν διεκδικήσεων), εἰς ὅμιλὸν τινα ἐκδρομῶν, εἰς τὸν καφενειακὸν ὅμιλον τῆς πρέφας, εἰς τὸν Σύλλογον ὑπὲρ τῆς προαγωγῆς τῶν σπουδῶν ἐπί της δασείας κλπ., — δύσκολον εἶναι βεβαίως νὰ κόψη κεφαλὴν τυράννου καὶ νὰ περιφέρη αὐτὴν ἐπὶ κοντῷ, ἐνῷ εὔκολον εἶναι καὶ ἐπακόλουθον τοῦ ἐκπρολεταρισμοῦ του νὰ εἶναι θερμὸς θιασώτης τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἴδεων, τὰς ὁποίας, ἐννοεῖται ἀναλαμβάνουν νὰ ἐφαρμόσουν οἱ δυνάμενοι νὰ κόπτουν κεφαλάς, ἀδιαφοροῦντες τελείως διὰ τὸν Σύλλογον ὑπὲρ τῆς δασείας καὶ τὰς λοιπάς ψυχαγωγικάς ὀργανώσεις. Οὕτω ὁ ἄτυχης οὗτος προλετάριος, ἐκ τῆς δασείας ὁρμώμενος, δὲν ἀποκλείεται νὰ ἴδη περιεργότατα πράγματα, ὁπωσοῦν ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰς ἀνθρωπιστικάς ἰδέας, τῶν ὁποίων τὸ ἀληθὲς καὶ βαθύτερον νόημα μόνον οἱ κόπτοντες κεφαλάς δύνανται νὰ συλλάβουν, διότι διὰ τῶν ἰδεῶν τούτων ἄρχονται εἰς τὴν Ἀρχήν. Καὶ νὰ γίνη κομμουνιστής.

Εἰς τὴν αὐτὴν ὄχι μόνον οἰκονομικήν, ἀλλὰ καὶ κοινωνικὴν κατάστασιν (ὡς πρὸς τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ ὁρμεμφύτου τῆς ὑπεροχῆς) αἰσθάνεται ἑαυτὸν ὁ εἷς ὡς ἐκπρολεταρισμένον, ὁ ἕτερος ὄχι• ὁ εἷς περισσότερον (ψυχολογικῶς: ἐντονώτερον), ὁ ἕτερος ὀλιγώτερον.

Τὰ ἄτομα τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν εἶναι εἰς μεγαλύτερον βαθμὸν μαζοποιήσιμα, τὰ τῆς δευτέρας κατηγορίας εἶναι πιθανὸν νὰ μείνουν ἐκτός τῆς δρώσης μάζης, ὡς συμπαθητικῶς λαμβάνοντα μέρος εἰς τὰς πράξεις αὐτῆς, κατ' ἀναλογίαν λ.χ. πρὸς τὸ κοινὸν ἑνὸς ἀθλητικοῦ ἀγῶνος, τὸ ὁποῖον παρακολουθεῖ συμ-παθῶς, ἤτοι μετὰ τοῦ αὐτοῦ πάθους ἐκ τῶν ἔξω τούς παλαιστάς. Τὴν μᾶζαν ταύτην ὀνομάζομεν παθητικὴν μᾶζαν, ἐν διακρίσει πρὸς τὴν λανθάνουσαν μᾶζαν (τῆς ὁποίας αὕτη ἀποτελεῖ τμῆμα ἐν λανθανούσῃ μόνον καταστάσει) καὶ πρὸς τὴν ἐκρηκτικὴν ἤ δρῶσαν μᾶζαν, ἥτις εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ λανθάνουσα μᾶζα — πλὴν τῆς παθητικῆς — μετατραπεῖσα.

β) Τὰ αὐτὰ ἄτομα τῆς δευτέρας κατηγορίας — τὰ ὀλιγώτερον προδιατεθειμένα — δύνανται ὅμως νὰ παρασυρθοῦν εἰς τὴν δρῶσαν μᾶζα, ὅποτε ἤ χάνουν τὴν διαβάθμισιν τῆς προδιαθὲσεως — τοῦ ressentiment — αὐτῶν τελείως, συγχωνευόμενα ἐντελῶς μετὰ τῶν ἄλλων ἀτόμων, ὑφιστάμενα ὕψωσιν τῆς ὁρμῆς αὐτῶν ἐν τῇ δρώσῃ μάζῃ ἤ προκαλοῦντα διὰ τινος σχετικῆς ἠττοπαθείας αὐτῶν τὴν μείωσιν τῆς ὁρμῆς τῆς δρώσης μάζης, ἤτις, διαλυομένη, δύναται νὰ φθάση μέχρι τοῦ πανικοῦ.

Ὁ πανικὸς εἶναι φαινόμενον ξένον πρὸς τὴν μᾶζαν, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς συνάγεται: Πανικὸς εἶναι ὁ ἔντονος φόβος τοῦ ἀτόμου διὰ τὴν προσωπικήν του ἀσφάλειαν, ἐκδηλούμενος ὡς ἄτακτος φυγή, ἤτοι φαινόμενον ἀντίθετον πρὸς τὴν μᾶζαν, ἔνθα ἄτομα δὲν ὑπάρχουν, συγχωνευθέντα ἤδη ἅμα τῇ μαζοποιήσει. Ὁ πανικὸς συνεπῶς σημαίνει ἤδη ἀφ' ἑαυτοῦ ὅτι ἡ μᾶζα διελύθη εἰς ἄτομα, — ὅπερ εἶναι τὸ σύμπτωμα τῆς διαλύσεως τῆς μάζης. Διὰ τοῦτο ὁ πανικὸς δύναται νὰ προέλθη εἰς τὴν μᾶζαν ἐκ στοιχείων μὴ ἐπαρκῶς μαζοποιηθέντων, ὡς λ.χ. τὰ ὡς ἄνω περὶ οὗ ὁ λόγος στοιχεῖα. Παλαιὰ εἶναι συναφῶς ἡ τακτικὴ τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν διάλυσιν τῆς μάζης κυριάρχων ὁμάδων ν' ἀποστέλλουν εἰς αὐτὴν εἰδικοὺς πράκτορας, ὡς δῆθεν μέλη της, διὰ νὰ δημιουργοῦν τεχνητὸν πανικόν διὰ τῶν ἀτόμων των, μὲ τὴν πρόθεσιν ὅπως ὁ πανικὸς οὗτος ἐπιδράση ὑποβλητικῶς ἐπὶ τῆς μάζης καὶ ἐπιφέρει τὴν εἰς ἄτομα διάλυσιν αὐτῆς διὰ τῆς ἐξαπλώσεως του ἐπὶ τῶν μελῶν της. Τὸ τέχνασμα τοῦτο ὅμως εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον διὰ τοὺς πράκτορας τούτους, διότι ἐὰν ὁ ἀρχηγὸς τῆς μάζης ἔχει συλλάβει τὴν νομοτέλειαν αὐτῆς, θὰ διάταξη τὴν μᾶζαν, ὅπως αὔτη προβαίνη εἰς τὴν ἐπὶ τόπου θανάτωσιν παντὸς κατ' ἀρχὴν ἡττοπαθοῦς στοιχείου ὁθενδήποτε καὶ ἂν προέρχεται, ὡς ἐκ τῆς σκοπιμότητος τῆς παντὶ σθένει ἀποτροπῆς τοῦ πανικοῦ. Ὁ φόνος ἑνὸς τουλάχιστον πράκτορος ἐνδείκνυται ἀπολύτως διὰ τὴν μᾶζαν, διότι οὕτω οὔ μόνον ἀποφεύγεται ὁ πανικός, ἀλλά καὶ τονοῦται ἡ ἐπιθετικὴ συνοχὴ αὐτῆς. Ἀλλά καὶ ἀθῶος τις φονευθείς ἄνθρωπος θὰ χαρακτηρισθῆ ὑπό τοῦ εὐφυοῦς δημαγωγοῦ ὡς πράκτωρ — μὲ τὴν ἀπόλυτον βεβαιότητα, ὅτι τὸ ψυχολογικὸν ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ἀκριβῶς τὸ αὐτό, διότι ἡ μᾶζα, λόγῳ τῆς προδιαθέσεώς της, θὰ τὸ πιστεύση. Διὰ τὸ κράτος συνεπῶς ἐνδείκνυται ἡ ἡττοπαθὴς προπαγανδιστικὴ δράσις τῶν πρακτόρων ἐν τῇ λανθανούσῃ μάζῃ, πρὶν ἤ αὕτη μετατραπῆ εἰς ἐκρηκτικήν, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδισθῆ καν δι’ ἀπαγορεύσεως προληπτικῆς ἡ τοπικὴ συνάθροισις αὐτῆς. Σύνηθες ἐπίσης εἶναι τὸ τέχνασμα τῆς τεχνητῆς προκλήσεως τῆς μάζης πρὸς δρᾶσιν, διὰ τῶν agents provocateurs, ὅταν ἡ ἐξουσία εἶναι ἐκ τῶν προτέρων βεβαία περὶ τῆς νίκης της. Ἡ εὔκολος πάταξις τοιαύτης μικράς ἐξεγέρσεως τῆς μάζης, χρησιμεύει ὡς προκαταβολικὸν τρομοκρατικὸν τέχνασμα ἔναντι ἐπικινδυνωδεστέρας ἐξεγέρσεως αὐτῆς. Ἡ ἀστυνομικὴ βεβαίως νοοτροπία ἐπεκτεινόμενη καὶ εἰς πολλοὺς ἰθύνοντας νόας τοῦ ἑκάστοτε κοινωνικοῦ καθεστῶτος — δὲν προχωρεῖ πέραν τῶν τεχνασμάτων, ἐν τῇ ἀπολύτῳ πεποιθήσει, ὅτι ὁ βίος τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης οὕτω ἐτερματίσθη, ἐὰν δὲ ἐκ νέου σημειωθῆ ποιὰ τις ἐντονωτέρα ἀναπνοὴ αὐτοῦ ἐν εἴδει βρυχηθμοῦ, καταφεύγει εἰς τὰ αὐτὰ πάντοτε μέσα, πολλάκις ὅμως ἀψυχολογήτως, ἤτοι μετὰ τὴν συγκρότησιν τῆς δρώσης ἐκρηκτικῆς μάζης, ὅποτε εἶναι πλέον ἀργά. Μέτρα βίας, λαμβανόμενα εἰς τοιαύτην στιγμήν, ἐπιτείνουν τὴν ἐκρηκτικότητα τῆς μάζης. Καὶ τὸ ὅτι μὲν ὁ βίος τῆς μάζης δὲν ὑπόκειται εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα εἰς τερματισμόν, ἀποτελεῖ ἀδιάσειστον καὶ εὐχάριστον ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀστυνομικοῦ ἔχεται στερεῶν βάσεων. 'Ἀλλ' ὅτι τὴν φύσιν καὶ τὸν ρόλον τῆς μάζης δὲν ἀντιλαμβάνονται οἱ ὡς ἄνω πολιτικοί, ἀποδεικνύει ἀντιθέτως, ὅτι τὸ πνεῦμα αὐτῶν ἔχεται βάσεων λίαν σαθρῶν.

Ἐκ τῆς ἐπικρατήσεως τῶν πλέον μαζοποιησίμων ἤ τῶν ὀλιγώτερον μαζοποιησίμων στοιχείων ἐν τῇ δρώσῃ μάζῃ, κατὰ τὴν διαμόρφωσιν τῆς ἑνιαίας αὐτῆς ὁρμῆς καὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐπιθετικότητος, ἐξαρτᾶται ἡ ἔντασις τῆς δράσεως αὐτῆς. Ἡ ἔντασις αὕτη δύναται νὰ ὁδηγήση ἀπό τῶν συνήθων παρεκτροπῶν καὶ κρουσμάτων εἰς τὴν ἐξάσκησιν ὀξυτάτης μαζικῆς τρομοκρατίας ἤ εἰς τὴν κοινωνικὴν ἐπανάστασιν. Σημαίνοντα ἐπίσης ρόλον παίζει ἐνταῦθα ὁ ἀρχηγός, ὡς θὰ ἴδωμεν ἀλλαχοῦ.

γ. Συμβολισμὸς καὶ τρομοκρατία τῆς μάζης.

Ἡ δρῶσα μᾶζα καταστρέφει σύμβολα: τὰ σύμβολα τῆς μειώσεώς της καὶ τῆς μηχανοποιήσεώς της, εἰς τὰ ὁποῖα βλέπει τὸ «σύστημα» τῆς στερήσεως τοῦ ἀνθρωπισμοῦ της. Ὁ συμβολισμὸς οὗτος τῆς μάζης εἶναι ἀπολύτως συμφυὴς πρὸς τὴν ἐνστικτώδη, ψυχικήν, μὴ νοητικὴν δρᾶσιν αὐτῆς, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν νοητικὴν δρᾶσιν, ἔνθα ἀντὶ τοῦ συμβόλου ἐπικρατεῖ ἡ ἀνάλυσις, ἡ αἰτιοκρατία καὶ ὁ λογικὸς τύπος. Σύμβολα καταστρέφει ἡ μᾶζα, διότι ταῦτα μόνον ἐννοεῖ — ἤτοι διαισθάνεται, ἄνευ ἀναλύσεως αἰτιοκρατίας καὶ λογικῶν τύπων — καὶ διὰ συμβόλων ἐξεγείρεται, συντάσσεται καὶ μάχεται. Διότι τὰ σύμβολα μόνον ὁμιλοῦν εἰς τὴν ψυχήν της. Ἡ μᾶζα εὑρίσκεται ἐγγὺς πρὸς τὴν θρησκείαν (ὁμιλία διὰ παραβολῶν) καὶ πρὸς τὴν ποίησιν (ὀργάνωσις εἰκόνων). Ἐκ τούτου ἡ γενικὴ ἐντύπωσις πολλῶν παρατηρητῶν τῆς μάζης περὶ τῆς θρησκοειδοῦς ἐμφανίσεως αὐτῆς καὶ ἐκ τούτου ἡ ἔκστασις τῆς μάζης, ἡ πλήρης κατάργησις τῶν «ἐγώ», ἡ πλήρης συγχώνευσις, ἡ πλήρης αὐτολησμοσύνη. Ἡ μᾶζα σημαίνει ὡς εἴπομεν ἀλλαχοῦ, ἐξέγερσιν τῆς ψυχῆς κατὰ τοῦ πνεύματος, τοῦ ἐνστίκτου κατὰ τῆς διανοίας, τοῦ αὐθορμητισμοῦ κατὰ τῆς μηχανικῆς πειθαρχίας καὶ ὀργανώσεως, τῆς γυμνῆς δυνάμεως κατὰ τοῦ συστήματος, τῆς μεταφυσικῆς κατὰ τοῦ ὀρθολογισμοῦ, τῆς θρησκείας καὶ τῆς τέχνης κατὰ τῆς ἐπιστήμης, τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τοῦ κράτους, τοῦ ἀλόγου ἐν γένει κατὰ τοῦ λόγου, τῆς κοινότητος κατὰ τῆς κοινωνίας.

Σύμβολα καταστρέφει ἡ μᾶζα καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς φυσικῆς ζωῆς ἀνθρώπων. Οἱ ἄνθρωποι, καὶ δὴ τὰ συγκεκριμένα ἄτομα ἐκ τῆς ἄνω τάξεως, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται εἰς τὸν δρόμον της, εἶναι τὰ πρόχειρα καὶ τὰ ἁπτότερα σύμβολα τῆς «τάξεως», τοῦ συστήματος, καὶ διὰ τοῦτο ἡ μᾶζα ὁρμᾶ εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς φυσικῆς ζωῆς των. Ἐκ τούτου γίνεται φανερόν, πόσον ἐπιπόλαιος καὶ ἀνεπιστημονικὸς εἶναι ὁ ἰσχυρισμός, περὶ τῶν ἀνηθίκων ἐνστίκτων τῆς μάζης, προκειμένου περὶ τῶν θανατικῶν τούτων ἐκτελέσεων ὡρισμένων ἀντιπροσωπευτικῶν τῆς ἄνω τάξεως ἀτόμων, εἰς τὸ πρόσωπον τῶν ὁποίων ἡ μᾶζα διαβλέπει καὶ καταστρέφει τὴν τάξιν καὶ τὸ καθεστώς.

Οὐδέποτε ἡ μᾶζα φονεύει ἄτομον ἐξ ἀνεξηγήτου τινος ἀγριότητος ἤ ἐμφύτου ἐγκληματικότητος καὶ ἄτομον μάλιστα, τὸ ὁποῖον διὰ πρώτην φορὰν ἐπὶ τὸ πλεῖστον συναντᾶ καὶ μετὰ τοῦ ὁποίου οὐδένα δύναται νὰ ἔχη προσωπικὸν λογαριασμόν, διότι ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ ὑποκειμένου της καὶ ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς φύσεώς της ἡ μᾶζα δὲν εἶναι πρόσωπον, οὐδ’ ἄθροισμα προσώπων. Ἡ μᾶζα φονεύει τὴν στολὴν ἤ τὴν περιβολὴν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ τῆς ἄνω τάξεως ἀτόμου, καὶ ὅτι ἄλλο ἀκόμη δεικνύει τὴν ὁμαδικὴν του ὑπηκοότητα, — ὡς λ.χ. οἱ περιποιημένοι ὄνυχες, ἡ καθαριότης, τὸ ὕφος, — οὐδέποτε δὲ τὸ ἄτομον τοῦτο προσωπικῶς, ὅπερ θὰ ἦτο συμπέρασμα παραλογιζομένης διανοίας, (διότι ἐὰν τὸ πρόσωπον τοῦτο δὲν εἶχε τὰ χαρακτηριστικά τῆς κυριάρχου ὁμάδος του, βεβαίως δὲν θὰ ἐφονεύετο). Τὸ γεγονός, ὅτι ἐντός τῆς μάζης εὑρίσκονται καὶ φύσει ἐγκληματίαι — τόσοι ἀκριβῶς, ὅσοι ἀναλογοῦν εἰς αὐτὴν καὶ εἰς πᾶν ἄλλο ἀνθρώπινον ἄθροισμα ἀριθμητικῶς, διότι οἱ φύσει ἔγκληματιαι εἶναι ἀκριβῶς δεδομένοι ὑπό τῆς φύσεως καὶ δὲν αὐξάνονται δι’ ἄλλων μέσων — οἵτινες ἐκμεταλλευόμενοι τὸν ἀναβρασμὸν, δύνανται νὰ δράσουν ἀτομικῶς, ἡ ἀτομικὴ των αὐτὴ δρᾶσις ἀποδεικνύει ἀκριβῶς, ὅτι οὗτοι δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν μᾶζαν, ἥτις ὡς ἀπρόσωπος μᾶζα καταστρέφει ἀπρόσωπα σύμβολα, καὶ οὐχὶ ὡς ἄτομον ἄτομα. Ἡ πεῖρα, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ νομοτέλεια τῆς μάζης δεικνύει, ὅτι ἅμα ὡς αὐτὴ παρατηρήση ἐντὸς τῶν κόλπων της τοιαῦτα ἄτομα, (ἀτομικῶς ἐνεργοῦντα) πίπτει ὁλόκληρος μὲ τὸ συνθλιπτικὸν βάρος αὐτῆς ἐ' αὐτῶν καὶ ἐπιφέρει τὴν ἐξὀντωσιν των, ( ἥτις δύναται νὰ πραγματοποιηθῆ καὶ ὑπὸ μορφὴν ἐπιτοπίου καὶ ἀκαριαίου λυντσαρισμοῦ αὐτῶν). Καὶ τοῦτο ἐκ τοῦ γενικοῦ ἤδη νόμου, ὅτι ἡ μᾶζα θεωρεῖ ὡς στοιχεῖον ξένον πρὸς αὐτήν, διαλυτικὸν καὶ ἐχθρικόν πᾶν ἄτομον, ἀλλά καὶ ἐκ τῆς ἠθικῆς δῆθεν ἐξεγέρσεως αὐτῆς. Διότι πάντας τοὺς λόγους, οἵτινες ἐπιφέρουν τὸν σχηματισμὸν καὶ τὴν δρᾶσιν τῆς μάζης — ἡ διαμαρτυρία της κατὰ τοῦ ἀπανθρωπισμοῦ της, ὁ πόθος πρὸς ἐξανθρωπισμὸν της — εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ παραδεχθοῦν ὡς λόγους κατ' ἐξοχὴν ἠθικοὺς ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐφαρμόζουν ὡς κριτήριον τὴν ἠθικήν καὶ ταυτοχρόνως κατηγοροῦν τὴν μᾶζαν ἐπὶ ἀνηθικότητι.

Χαρακτηριστικώτατον εἶναι ἐν προκειμένῳ τὸ φαινόμενον τῶν ἁπανταχοῦ «ἠθικολόγων», οἵτινες τὰς μὲν παρεκτροπάς καὶ θανατικάς ἐκτελέσεις τῆς ρωσσικῆς μπολσεβικῆς μάζης ἐχαρακτήρισαν ὡς ἀνηκούστους ὠμότητας καὶ ἐγκλήματα πρωτάκουστα, ἐνῷ ἀντιθέτως τὰς αὐτάς πράξεις τῶν ἀνερχομένων ἀστῶν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως — ἐνεργούντων διὰ λογαριασμὸν τῆς ἰδικῆς των μάζης — ἐπιμελῶς παρεσιώπησαν. Καὶ δι’ ἐκείνους μέν, οἵτινες ἔπραξαν τοῦτο ἐκ καθαράς πολιτικῆς σκοπιμότητος ἡ στάσις των εἶναι κοινωνιολογικῶς ὀρθὴ καὶ εὐεξήγητος: πολιτικὴν σημασίαν δύναται νὰ ἔχει δι’ αὐτοὺς ἡ μᾶζα μόνον ἐφ' ὅσον ἀκολουθεῖ τὴν ἰδικήν των κοινωνικὴν ὁμάδα. Ἐὰν ὅμως συμβῆ τὸ ἀντίθετον, φανερὸν εἶναι, ὅτι ἡ μᾶζα δέον σκοπίμως νὰ χαρακτηρισθῆ ὅτι ἔχει ἠθικήν σημασίαν καὶ ὄχι πολιτικὴν α) ἀφ' ἑνὸς διότι ἡ ἀναγνώρισις ὅτι ἡ μᾶζα ἐξακολουθεῖ πάντοτε καὶ ὁπωσδήποτε νὰ ἔχει πολιτικὴν σημασίαν, θὰ ἐσήμαινεν ἐνταῦθα ἀναγνώρισιν τῆς πολιτικῆς δυνάμεως τῆς ἀντιπάλου κοινωνικῆς ὁμάδος, τὴν ὁποίαν ἡ μᾶζα ἀκολουθεῖ β) ἀφ' ἑτέρου δέ, διότι οὕτω δημιουργεῖται ἡ εὐκαιρία ὅπως ἡ μᾶζα χαρακτηρισθῆ δημοκοπικῶς ὡς ἀνήθικος. Περιττὸν νὰ τονισθῆ, ὅτι ἡ αὐτὴ τακτικὴ ἰσχύει καὶ διὰ τὴν ἐπαναστατικὴν ὁμάδα, ὡς λ.χ. τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα: τοῦτο, ἐφ' ὅσον ἡ μᾶζα δὲν τοῦ ἀνήκει, δὲν χαρακτηρίζει βεβαίως αὐτὴν ὡς ἀνήθικον, ἀλλά ὡς πεπλανημένην (χαρακτηρισμὸς τὸν ὁποῖον ἄλλως τε μεταχειρίζονται διὰ τὴν περίπτωσὶν των καὶ οἱ ἀντίπαλοί του). Πεπλανημένη δὲ εἶναι ἡ μᾶζα διότι αὕτη δὲν βοηθεῖ τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα νὰ ἔλθη εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ νὰ ἐπικαθήση τοῦτο ἐπ’ αὐτῆς, ἀλλά ἐξακολουθεῖ νὰ δέχεται τὴν ὑφισταμένην κυρίαρχον ὁμάδα. Κατόπιν τῶν συγκινητικῶν τούτων φροντίδων τῶν δύο κοινωνικῶν παρατάξεων ἡ θερμοκρασία τῆς ἀληθείας εἶναι βεβαίως ψυχρά. Αὕτη εἶναι: ὅτι ἡ μᾶζα εἶναι παντοῦ καὶ πάντοτε ἡ αὐτή, ἀνεξαρτήτως τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων, αἵτινες ἑκάστοτε τὴν ὁδηγοῦν. Διότι αὗται τὴν ὁδηγοῦν πάντοτε διὰ τῶν αὐτῶν ἀφηρημένων καὶ μεταφυσικῶν συμβόλων: τῶν ἀνωτέρων ἰδανικῶν, τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἰδεῶν κλπ. ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων τὴν κατακτοῦν καὶ τὰ ὁποῖα φυσικὰ οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν εἰς τὴν πραγματικότητα, ἐὰν ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία δὲν μεταβληθῆ εἰς μαλάκιον καὶ ἡ κοινωνικὴ ζωὴ εἰς νεκροταφεῖον. Καθ' ὅσον ἀφορᾶ ὅμως τοὺς ἀφελεῖς ἐκείνους οἵτινες καλῇ τῇ πίστει χαρακτηρίζουν τὴν μὲν μίαν μᾶζαν ὡς ἠθικήν, τὴν δὲ ἄλλην ὡς ἀνήθικον, οὗτοι ἐμπλέκονται, ὡς εἴδωμεν ἀνωτέρω, εἰς τὴν κοινώνικην νομοτέλειαν — ἥτις ἀναγνωρίζει τὴν μᾶζαν ὡς ὀντότητα μόνον κοινωνικὴν καὶ πολιτικήν. Διότι φανερὸν εἶναι ἐκ τῶν ἀνωτέρω, ὅτι πᾶν τοιοῦτο ἠθικὸν κριτήριον — εἶναι κριτήριον ἀξιολογικὸν, τουτέστιν ὑποκειμενικὸν, σχέσιν ἔχον μόνον μὲ τὸν χρησιμοποιοῦντα αὐτὸ καὶ κατηγορηματικῶς ἀποκρουόμενον ὑπό τοῦ ἀντιπάλου.

Σύμβολον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην μεγαλύτερον τῆς ἀτομικῆς θανατώσεως μεμονωμένων ἀντιπροσωπευτικῶν τύπων τοῦ καθεστῶτος, εἶναι αἱ ὁμαδικαί θανατικαί ἐκτελέσεις αὐτῶν. Ἡ θανάτωσις ὁλοκλήρων δεκάδων ἤ χιλιάδων ἀντιπροσωπευτικῶν τύπων τοῦ καθεστῶτος συμβολίζει, ὡς εἶναι εὐνόητον, ἔτι περισσότερον τὴν νίκην τῆς μάζης ἐπί τῆς ἀντιπάλου αὐτῆς κρατούσης ὁμάδος, ὄχι διότι ἡ κρατοῦσα ὁμὰς διὰ τοῦ δεκατισμοῦ τούτου χάνει τὸν ὁμαδικὸν χαρακτῆρα της ἤ τὴν ὁμαδικὴν δυναμίν της, ἀλλά διότι καθαρῶς αἰσθητικῶς — ἐντυπωσιακῶς (ὡς παραβολὴ ἤ ὡς εἰκών) ἡ πλειάς, τὸ ἄθροισμα τῶν θανατουμένων ἐχθρῶν, ὡς σύμβολον, δίδει εἰς τὴν μᾶζαν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τοιουτοτρόπως ἡ ἀντίπαλος αὐτῆς ὁμὰς ἐξοντοῦται. Ἡ μᾶζα σκέπτεται καὶ ἐνταῦθα, ὅπως πάντοτε, συμβολικῶς — ἐντυπωσιακῶς, ἐλέχθη δὲ ἀνωτέρω, ὅτι ἡ ἰδιότης της αὕτη ὀφείλεται εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν νομοτέλειαν αὐτῆς, ὡς ἀλόγου ὀντότητος. Αἱ ὁμαδικαί αὗται ἐκτελέσεις ἐνισχύουν σημαντικῶς τὸ ἠθικόν τῆς μάζης, ἐὰν δὲ δὲν πραγματοποιήση αὔτας αὐθορμήτως αὐτὴ αὕτη ἡ μᾶζα θὰ διάταξη ταύτας, ἐκ λόγων τακτικῆς πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἠθικοῦ της, ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς, ἐὰν εἶναι ἐν ἐπιγνώσει τοῦ ρόλου του. Ἐὰν ὁ ἀρχηγὸς κατὰ σύμπτωσιν καὶ ὡς πρόσωπον εἶναι ἐκ λόγων ἰδιοσυγκρασίας αἱμοχαρής, ἡ σύμπτωσις αὕτη δύναται ν' ἀποβῆ πρὸς ὄφελος τῆς μάζης ἐν ταῇ ἐνισχύσει τοῦ ἠθικοῦ αὐτῆς δι’ ὁμαδικῶν ἐκτελέσεων τῶν ἀντιπάλων της. Ἐὰν ὅμως ὁ ἀρχηγὸς εἶναι μόνον αἱμοχαρής, ἤ μεταφυσικὸς ( Robespierre ) ἄνευ ἄλλων ἡγετικῶν προσόντων, ἡ αἱματηρὰ δρᾶσις αὐτοῦ, ἐπιτεινομένη ὑπὲρ τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα τῆς ἐνισχύσεως τοῦ ἠθικοῦ τῆς μάζης, δύναται ν' ἀποβῆ μοιραία καὶ δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν κεφαλήν του καὶ διὰ τὸ ἠθικόν τῆς μάζης, ὅταν προώρως ἐπέλθη ὁ κόρος αὐτῆς, — ὁπότε ἐγγίζει ἡ στιγμὴ τῆς ἀντεπαναστάσεως. Ἡ πρώην κυρίαρχος παράταξις ἤ ἄλλη τις κοινωνικὴ ὁμὰς (Ναπολέων) δύναται οὕτω, δι’ ἐπιτυχοῦς πραξικοπήματος, νὰ εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ — στηριζομένη ἴσως ἐπὶ τῆς αὐτῆς μάζης, ἤδη μεταστραφείσης, — νὰ προβῆ εἰς τὴν παράλυσιν ἤ τὴν ἔξοντωσιν τῶν πρώην ἀρχηγῶν της, ( La revolution est finie !, Ναπολέων).

Ὁ συμβολισμὸς τῆς μάζης ἐκτείνεται, κατὰ φυσικὸν λόγον, ἐφ’ ὅλων τῶν συμβόλων τῆς ἰσχυούσης τάξεως, κατὰ τῆς ὁποίας κατευθύνεται ἡ ἐπίθεσις αὐτῆς. Ἡ μᾶζα καταστρέφει ἤ ἐξευτελίζει μνημεῖα, μέγαρα, ἔργα τέχνης, ἀρχαῖα. Ἀνοίγει τὰς θύρας τῶν φυλακῶν, ὄχι διότι χρειάζεται τὴν βοήθειαν τῶν κακοποιῶν, — τοῦτο ὑπολογίζουν μόνον οἱ ἀρχηγοὶ της — ἀλλά ὡς εὔστοχως παρατηρεῖ ὁ Geiger, διὰ νὰ διαμαρτυρηθῆ κατὰ τῶν συμβόλων καὶ ὀργάνων τούτων τῆς κρατούσης τάξεως. Ὁρμᾶ ἐναντίον τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν Χρηματιστηρίων ὡς συμβόλων τῆς οἰκονομικῆς ἀνισότητος, κατὰ τῶν μνημείων καὶ τῶν καλλιτεχνικῶν ἔργων, ὡς εἰδώλων τῶν ἀξιῶν τοῦ καθεστῶτος. Ὑπ' αὐτὴν καὶ μόνην τὴν ἔννοιαν αἱ «βλαβεραὶ» «ὠμαί» καὶ «περιτταὶ» αὗται πράξεις τῆς μάζης ἀποκτοῦν σημασίαν θεμελιώδη διὰ τὴν ὔπαρξιν αὐτῆς. Ἐκ τούτου δείκνυται ἡ ἐπιπολαιότης τοῦ σοβαροφανοῦς ἰσχυρισμοῦ τῶν ὀκνηρῶν ἀστῶν, μὲ τὸν ὁποῖον οὗτοι βαυκαλίζονται ὅτι τὸ ὑπὸ τῶν μαζῶν χυνόμενον αἷμα τῶν ἐχθρῶν της εἶναι περιττὸν καὶ ὅτι τοιαῦται πράξεις ἤδυναντο καὶ νὰ μὴ γίνουν, καθὼς ὡς περιτταί καὶ ἄνευ νοήματος χαρακτηρίζονται μετ' ἐλαφρότητος (ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως) πᾶσαι αἱ ὡς ἄνω πράξεις τῆς μάζης.

Ὅτι ἐκτός τοῦ συμβολισμοῦ της ἡ μᾶζα διακρίνεται διὰ τὴν ἀκρότητα της εἶναι εὐνόητον, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι τόσον τοῦ συμβολισμοῦ, ὅσον καὶ τῆς ἀδιαλλαξίας κοινὴ εἶναι ἡ βάσις: τὸ ressentiment ἐφ’ ἑνὸς καὶ τὸ ἀπροσγείωτον, τὸ λογικῶς ἀδέσμευτον, τὸ μεταφυσικὸν ἰδανικόν τῆς μάζης: ἡ ἐπιδίωξις τοῦ Ἀπολύτου! Ἡ μᾶζα ἀγνοεῖ τὸ σχετικόν, τὸ ὁποῖον μόνον διὰ τῆς νοητικῆς συλλήψεως τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν πραγμάτων, τῶν ἐπιδιώξεων καὶ τῶν ἐπιτυχιῶν, εἶναι νοητόν. Ἀγνοεῖ τὴν ἐξωτερικὴν ἐμπειρίαν, ἥτις μόνον διὰ τῶν αὐτῶν λογικῶν μέσων εἶναι συλληπτή. Ἁγνοεῖ τὴν σκοπιμότητα, ἀπόρροιαν τῶν αὐτῶν λογικῶν μέσων, τέχνην τοῦ συνδυασμοῦ τῶν μέσων πρὸς τὸν σκοπὸν, βάσει τῆς ὀρθολογικῆς ἀρχῆς τῆς ἐλαχίστης προσπάθειας καί τῆς μείζονος ἀποδόσεως. Ἁγνοεῖ τὴν πολιτικὴν στρατηγικὴν καὶ τακτικήν, ἀπορροίας τῆς σκοπιμότητος, μερικάς μεθόδους αὐτῆς, ἐφαρμοζομένας διά ψυχροῦ καὶ ἐλικτικοῦ χειρισμοῦ λογικῶν μέσων.

α) Διᾶ τοῦτο ἡ μᾶζα εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶναι δημοκρατική.

Ἡ ἔλλειψις τοῦ Σχετικοῦ ἐνισχύει τὸ Ἀπόλυτον, ἤτοι τὸ οὐτοπικόν, τὸ φανταστικόν, τὸ ἀφηρημένον, ἡ δὲ ἔντασις τῆς ἐπαναστατικότητος κατὰ τοῦ καθεστῶτος ἐνισχύει τὴν ἐπιδίωξὶν τοῦ Ἀπολύτου, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς ἡ φυσικωτέρα καὶ εὐκόλως ἐφικτὴ πραγματικότης. Ἡ ἐπιδίωξις — ἀφ' ἑτέρου — τοῦ Ἀπολύτου ἐνισχύει τὴν ἀδιαλλαξίαν, τῆς ὁποίας τὰ ὅρια ἐξέρχονται οὕτω τῆς πραγματικότητος, διότι ὄχι ἡ πραγματικότης, (ἤ μία συγκεκριμένη ἐπιτυχία), ἀλλά τὸ Ἀπόλυτον χρησιμεύει ὡς μέτρον τῆς ἀδιαλλαξίας. Διότι ἐὰν ὁ θάνατος ἑνὸς ἀνθρώπου δύναται νὰ θεωρηθῆ ὡς θυσία ἀρκετὴ διὰ τὴν σχετικὴν ἐπιδίωξιν καὶ ἐπιτυχίαν, — πᾶσα ἐξ ἀντιθέτου θυσία ὁσωνδήποτε ἀνθρώπων λογίζεται ὡς μικρά, προκειμένου νὰ ἐπιδιωχθῆ τὸ Ἀπόλυτον! ( «Ἐλευθερία, Ἰσότης, Ἀδελφότης», «Ἀταξικὴ κοινωνία» ). Τοιαύτη ἡ ἀμοιβαία σχέσις καὶ ἀλληλεπίδρασις τοῦ συμβολισμοῦ καὶ τῆς ἀδιαλλαξίας τῆς μάζης.

Ἡ μᾶζα οὐδόλως διακρίνει τὴν ποιότητα καὶ τὴν διαβὰθμισιν τῆς δυνάμεως τῶν ἐχθρῶν της — ἐργασία κριτικὴ — οὐδὲ κατευθύνει τὰ πλήγματα αὐτῆς βάσει τῆς διαβαθμίσεως ταύτης (σκοπιμότης). Τὸ τοιοῦτο θ' ἀνήρει τὴν φύσιν καὶ θ' ἀντέφασκε πρὸς τὸν συμβολισμόν της. Ἀλλά ἕτερος ἐπιπόλαιος ἰσχυρισμὸς συνδέεται πρὸς τὴν τυφλότητα ταύτην τῆς μάζης, — ἐνῷ αὐτοὶ οὗτοι οἱ τοῦτο κατηγοροῦντες γνωρίζουν, ὅτι πᾶσαι αἱ φυσικαὶ καὶ αἱ ψυχικαὶ δυνάμεις στεροῦνται λογικῶν ὀφθαλμῶν. Πρὸς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον συνδέεται ἡ ἠθικὴ κρίσις, ὅτι ἡ μᾶζα εἶναι «ἄδικος» , λόγῳ τοῦ ὅτι βρέχει τὰ κτυπήματα αὐτῆς ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους. Ἀλλά ὄχι εἰς τὴν λογικὴν ἤ τὴν ἠθικήν ἀλλά εἰς τὸν φυσικὸν νόμον ἑδρεύει ἡ νομοτέλεια τῆς μάζης, πρὸς τὴν ὁποίαν αὕτη εὑρίσκεται ἐγγύτερον — ἤτοι εἰς μορφὴν ἁπλουστέραν — παντὸς ἄλλου κοινωνικοῦ φαινομένου. Ἄπορον ὅμως τυγχάνει, διατὶ οἱ οὕτω ἠθικολογοῦντες κλαίουν μὲν — δικαίως — τὰ θύματα μίας φυσικῆς καταιγίδος, δὲν περιορίζονται δὲ νὰ κλαύσουν — δικαίως — τὰ θύματα μίας μαζικῆς καταιγίδος, ἀλλά κατηγοροῦν τὴν μᾶζαν δι’ αὐτήν, λόγῳ τῶν ἀθώων θυμάτων της. ( Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τῶν ἀτόμων τῆς μάζης). Ἡ περὶ ἀθωότητος θεωρία αὐτῶν εἶναι ἄλλως τε λίαν περίεργος καὶ καθαρῶς λαϊκή. Ἀθῶος ὅμως δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ οὐδὲν πράξας κατὰ τῆς φονικῆς μάζης, — μολονότι τοιοῦτος ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξη, διότι ἀναγκαίως θ' ἀνήκη εἰς τὴν κρατοῦσαν τάξιν ἤ εἰς τὴν ἐπανάστασιν — ἀλλά καὶ ὁ τὰ πάντα πράξας κατ’ αὐτῆς, ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι οὗτος στερεῖται ἐλευθέρας βουλήσεως, καθ' ὅ διεπόμενος ὑπὸ τῶν φυσικοκοινωνικῶν νόμων. Ἂν ὅμως ἀντιθέτως ἀναχωρῆ τις ἀπό του δόγματος τοῦ αὐτεξουσίου καὶ ἀποδώση τοῦτο — παρὰ πᾶσαν κοινὴν νοημοσύνην — καὶ εἰς τὴν μᾶζαν, ( ἥτις δὲν εἶναι πρόσωπον), ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑποχρεοῦται ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀρχῆς του νὰ ἐπιρρίψη μὲν εἰς τὴν μᾶζαν ἐκτελέσεις ἀθώων ἀνθρώπων, ν’ ἀναγνώριση ὅμως ἀφ' ἑτέρου τὸ δίκαιον αὐτῆς νὰ φονεύη τοὺς ὑπαιτίους της ἀθλιότητός της. (Ὁ πραγματικὸς ὑπαίτιος εἶναι βεβαίως ὁ φυσικὸς νόμος καὶ οὐδεὶς ἄλλος). Ἀλλά ἤδη δημιουργεῖται ὑπό τῆς ἀτέγκτου κοινωνικῆς νομοτελείας, διὰ τὸν οὕτω σκεπτόμενον, θεωρητικὸν κενὸν μέγα, ἄνωθεν τοῦ ὁποίου οὗτος αἰωρεῖται, διότι: Ἐὰν μὲν οὗτος εὑρεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κράτους, θὰ παραδώση αὐτὸ εἰς τὴν μᾶζαν (λόγω τοῦ δικαίου τὸ ὁποῖον οὗτος ἀναγνωρίζει εἰς αὐτήν, ὅπως αὕτη τιμωρῆ τοὺς «ὑπαιτίους» τῆς ἀθλιότητός της)• ὅπερ βεβαίως σημαίνει, ὅτι ἡ κρατικὴ κυρίαρχος κοινωνικὴ ὁμὰς θὰ ἐκσφενδονίση τὸν τοιοῦτον μεταφυσικὸν πολιτικὸν κατὰ τρόπον δεινὸν ἀπό τῆς θέσεως του εἰς τὸ κενόν. Ἐὰν δὲ ὁ ἀκατάλληλος οὗτος δημαγωγὸς εὑρεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς μάζης, θὰ καταδικάση τὰς ἀδίκους αὐτῆς πράξεις, ἤτοι θὰ διαλύση ὁλόκληρον τὸν μαζικὸν συμβολισμὸν καὶ ἐξτρεμισμόν, ἤτοι αὐτὴν ταύτην τὴν μᾶζαν, ὅπερ σημαίνει, ὅτι καὶ ἡ μᾶζα θὰ πράξη τὸ αὐτό, ὡς θὰ ἔπραττε καὶ τὸ κράτος, ἤτοι θὰ καθαιρέση τὸν ἀρχηγόν τοῦτον.

Χαρακτηριστικὰ εἶναι δύο ὕψιστα σύμβολα, δύο ὕψισται μορφαὶ τοῦ Ἀπολύτου, χάριν τῶν ὁποίων ἐφθασεν εἰς ὓψιστον σημεῖον ἡ μαζικὴ ἀδιαλλαξία καὶ ἠσκήθη ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου δισταγμοῦ ἡ ἀγριωτέρα μαζικὴ τρομοκρατία: τὸ φυσικὸν δίκαιον καὶ ἡ ἀταξικὴ κοινωνία.

Εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ φυσικοῦ δικαίου, ὑφ' ἥν ἀντελήφθη τοῦτο ὁ Robespierre καὶ ἡ μᾶζα τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῆς πραγματικότητος καταλήγει εἰς ἀκροβατικὰ ὕψη: διότι καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ φύσις, ἤτοι αὔτη αὕτη ἡ ἀνισότης καὶ ὁ πόλεμος ὅλων ἐναντίον ὅλων ( Hobbes), ἥτις κατ' ἐπέκτασιν ἦτο ἀκριβῶς ἡ κοινωνία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέτρεψεν ἡ ἐπαναστατικὴ μᾶζα, — ἐξελήφθη ὡς ἁρμονία, ὡς κοιτὶς τοῦ πλέον παρακεκινδυνευμένου ἀνθρωπίνου παραληρήματος: Ἐλευθερία, Ἰσότης, Ἀδελφότης ! Τοιαύτη ἡ τυπικὴ τύφλωσις τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης ἐκ τοῦ ἐκτυφλωτικοῦ ressentiment τὸ ὁποῖον ἐβρυχᾶτο εἰς τὴν ψυχήν της. Εἰς τὴν τελείαν αὐτὴν ἀντιστροφὴν ἐννοιῶν καὶ πραγμάτων, ὑπὸ τὴν καταιγίδα τῆς ὀξυτέρας πνευματικῆς παρακρούσεως, ἐζητεῖτο ἡ ἐγκαθίδρυσις τῆς φύσεως ἀντὶ τῆς κοινωνίας, ἤτοι τῆς Οὐτοπίας ἀντὶ τῆς Φύσεως. Φύσις ἦτο, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, τὸ δεοντολογικὸν παραλήρημα τῶν ἀδυνάτων καὶ ἐξαθλιωμένων κατὰ τῆς πραγματικῆς κοινωνίας τοῦ διαφορισμοῦ καὶ τῆς ἀνισότητος, καθ' ὅλου τοῦ φυσικοκοινωνικοῦ συγκροτήματος τῆς κοινωνικῆς ἱεραρχίας, τῆς πολιτικῆς τάξεως καὶ τῆς παραδόσεως, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποκλείση ἐκ τῶν κόλπων αὐτοῦ τὴν ἐπαναστατικὴν ὁμάδα τῶν ἀνερχομένων ζωτικωτέρων στοιχείων τῆς ἀστικῆς τάξεως καὶ τὴν ἐπαναστατικὴν μᾶζαν. Τὴν καταστροφὴν τοῦ συγκροτήματος τούτου, καὶ τῶν συμβόλων του καὶ τῶν ἀξιῶν του ἐζήτει — ἐν ὀνόματι τῆς φύσεως! — ἡ μᾶζα. Τὴν ἀπογύμνωσιν τῆς κοινωνίας ἐκ τοῦ μισητοῦ πολιτισμοῦ τῶν «τυράννων», τὴν «φυσικὴν» ζωήν: ζωὴν δηλαδὴ ἀπογυμνωμένην πολιτισμοῦ, ὡς ἔννοιαν ἀντίθετον αὐτοῦ. Οὕτως ἐνεφανίζετο ἡ φύσις ὡς ἄρνησις τοῦ πολιτισμοῦ, καθὼς τὸ ressentiment ἐμφανίζεται ὡς ἄρνησις τῶν ἀξιῶν τοῦ καθεστῶτος. Ἀπογυμνωμένη πάσης ἀξίας ἡ μᾶζα, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ θέση εἰς ἀντικατάστασιν τῶν παλαιῶν ἀξιῶν, — τοῦτο ἔπραξε μόνον ἡ ἐπαναστατικὴ ὁμὰς τῆς ἀστικῆς τάξεως, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἐξεμεταλλεύθη θετικῶς τὰς δυνάμεις της, διότι ἡ μᾶζα οὐδέποτε ἀπετέλεσε κράτος, — ἐξύψωσε τὰ ράκη της εἰς ἀρετάς, τὴν παρὰκρουσιν εἰς ἐπιχείρημα, τὴν τύφλωσιν εἰς ἰδανικὸν καὶ τὸ μῖσος της εἰς σημαίαν. Ἐν ὀνόματι τῶν ἀξιῶν τούτων ἡ ἐπαναστατικὴ μᾶζα ἐξώρμησεν εἰς τὴν κατάκτησιν τοῦ Ἀπολύτου: τῆς μαλακιώδους κοινωνίας ( «φύσεως» ) ἄνευ διαφορισμοῦ, ἄνευ τάξεων καὶ ἄνευ πολιτισμοῦ, ἔνθα — καθ’ ὅτι ὁ Gumplowicz [6] λέγει περὶ τῶν ἀγρίων, — δὲν θὰ ὑπῆρχον ἐκμεταλλευταί καὶ ἐκμεταλλευόμενοι, κυρίαρχοι καὶ κυριαρχούμενοι, διότι ἐν τῇ ἀθλιότητι των θὰ ἦσαν πάντες ἴσοι.

Οἰκτρόν βεβαίως ὑπῆρξε τὸ τέλος τοῦ ὀνείρου τούτου τῶν ἐξαθλιωμένων ἀλητῶν, (οἰκονομικῶν καὶ ψυχικῶν), ὁταν ἡ ὠργανωμένη ἐπαναστατικὴ ὁμὰς τῆς ἀστικῆς τάξεως περιωρίσθη νὰ κατακτήση, ἀντὶ τοῦ Ἀπολύτου, ἁπλῶς τὸ Σχετικόν, ἤτοι τὴν ἁπτήν Ἐξουσίαν...Ὁπότε ὁ καλοενδεδυμένος ἀστός, τοῦ ὁποίου δὲν ἐτάρασσε τὰς φρένας καὶ τὴν ψυχικὴν ἰσορροπίαν ἡ πεῖνα καὶ τὸ τυφλόν μῖσος, ἀνηγόρευσε τουναντίον τὸν ὑψηλόν πῖλον εἰς ἀρετήν, τὸν πλοῦτον καὶ τὴν κοινωνικὴν ὑπεροχὴν εἰς ἐπιχειρήματα, τὴν θετικὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν εὐημερίαν εἰς ἰδανικὸν καὶ τὴν συντήρησιν εἰς σημαίαν, προβαίνων εἰς ψύχραιμον καὶ λελογισμένην συμμαχίαν μετὰ τῆς παλαιάς κυριάρχου τάξεως, ἤ εἰς ψύχραιμον καὶ λελογισμένην ἐξόντωσιν αὐτῆς.
Τῆς ψυχολογίας ταύτης ἀπαύγασμα ὑπῆρξεν ἡ κεντρικὴ ἔννοια τῆς δημοκρατίας, ὁ Λαός , ὡς ἑνιαῖον τι μαλάκιον ἀποτελούμενον ἐξ ἴσων ἀτόμων καὶ ὡς μηχανικὸν — ρασιοναλιστικὸν ἄθροισμα ἴσων ψήφων. Ἔννοια, τῆς ὁποίας ἡ φασματικότης ἤρχισε νὰ διαφαίνεται εὐθὺς μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς ἀρχῆς ὑπό τῆς νέας κοινωνικῆς παρατάξεως καὶ εὐθὺς ὡς ἤρχισεν ἐκ νέου λειτουργῶν ὁ κοινωνικὸς διαφορισμός. Τότε ἡ ἀστικὴ τάξις ἐκήρυξε τὴν νομικὴν μόνον ἰσότητα πρὸς ἐλευθέραν ἀνάπτυξιν τῆς φυσικοκοινωνικῆς ἀνισότητος, ἡ δὲ μαζικὴ ἔννοια τῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἰσότητος ἔγινε σύνθημα τῆς προλεταριακῆς μάζης, — δηλαδὴ τῆς αὐτῆς μάζης, ὠνομασθείσης ἤδη προλεταριακῆς — καὶ κεντρικὴ ἔννοια τῆς σοσιαλδημοκρατίας. Τῆς προλεταριακῆς μάζης ἠγήθη νέα ἐπαναστατικὴ ὁμάς: τὸ ἐπαγγελματικῶς καὶ πολιτικῶς ὠργανωμένον προλεταριᾶτον. Τοῦτο ἀντικατέστησε τὸ Ἀπόλυτον τοῦ φυσικοῦ δικαίου διὰ τοῦ Ἀπολύτου τῆς «ἀταξικῆς κοινωνίας». Καὶ πάλιν ἐδόθη εἰς τὴν μᾶζαν τὸ διὰ τὴν φύσιν της καὶ τὴν συνοχὴν της ἀπαραίτητον Ἀπόλυτον, τὸ μεμακρυσμένον καὶ ἄφθαστον ἰδανικόν. Αὐτὸς οὗτος ὁ Lenin, ὁ μεγαλύτερος πολιτικὸς νοῦς τῆς συγχρόνου ἐπαναστάσεως, εἰς τὸ ρεαλιστικώτατον ἔργον του [7] γράφων ἐν ἐποχῇ μαζικῆς κινήσεως, προσκολλᾷ εἰς τὸ τέλος τὴν οὐτοπίαν: Τὸ κράτος, τοῦ ὁποίου τὸν μηχανισμὸν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ὁ πολιτικὸς οὗτος εἶχε κατανόηση καὶ ἐπιτυχῶς χειρισθῆ — εἰς τὸ τέλος «ἀποθνήσκει» [8]. Ἀλλά μέχρις ὅτου ἡ κοινωνία μεταβληθῆ εἰς μαλάκιον καὶ τὸ κράτος αὐτοκτονήση, παρατηρεῖται ἤδη δύο εἴδων ἄνοδος τοῦ προλεταριάτου εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἐκ νέου δράσις τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ: α) Ἡ ἐν Γερμανίᾳ σοσιαλδημοκρατικὴ διανομὴ τῆς ἐξουσίας μεταξύ τῆς κρατούσης παρατάξεως καὶ τοῦ ὠργανωμένου προλεταριάτου, ἤτοι τῶν ἐπαγγελματικῶν του ὀργανώσεων καὶ τοῦ πολιτικοῦ του κόμματος (τοῦ σοσιαλδημοκρατικοῦ). (1920 - 30). Τὸ ὠργανωμένον τοῦτο προλεταριᾶτον τῶν ἀνωτέρων στρωμάτων τῆς ἐργατικῆς τάξεως ἀπέκλεισεν ἐπιμελῶς τῆς ἐξουσίας τὸ ἀνοργάνωτον προλεταριᾶτον, τὸ ἄνεργον προλεταριᾶτον καὶ τὴν μᾶζαν, — ἐπὶ τῶν ὁποίων στοιχείων τοῦ προλεταριάτου ἐστηρίχθη ἀκριβῶς τὸ γερμανικὸν κομμουνιστικὸν κόμμα, κατόπιν δε ὁ ἐθνικοσοσιαλισμός.

Προλεταριᾶτον (ὑποκειμενικὸν καὶ ἀντικειμενικὸν) ἦτο ἡ μᾶζα τοῦ ἐθνικοσοσιαλιστικοῦ κόμματος πρὶν ἤ τοῦτο καταλάβη τὴν ἀρχήν. Ὁλόκληρον τὸ σύμπλεγμα τοῦ ressentiment - φθόνος, μῖσος κλπ. — ὑπῆρχον εἰς τὴν ψυχὴν τῶν ὀπαδῶν τοῦ Χίτλερ ὑπὸ τὰς πλέον διαφόρους μορφάς, ἀναλόγως τῶν ἀτόμων, ἀλλ’ ἑνιαῖον εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς μεταπολεμικῆς γερμανικῆς κοινωνίας, ὅπως εἶναι φανερὸν ἐκ τῆς παραδειγματικῶς ἁπλῆς ἐκδηλώσεως του εἰς τὸν ἀντισημιτισμόν. Ὁ ἀντισημιτισμὸς ἦτο ὁλόκληρον τὸ ressentiment τῶν ἐθνικοσοσιαλιστῶν κατὰ τῆς κυριάρχου ἑβραϊκῆς φυλῆς καὶ κοινωνικῆς ὁμάδος, κατὰ τῶν κυριαρχουσῶν ἑβραϊκῶν ἀξιῶν ἐφ’ ὅλων τῶν πνευματικῶν πεδίων, κατὰ τῆς κυριάρχου ἑβραϊκῆς οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς δυνάμεως, ἐκδηλουμένης εἰς τὸν καπιταλισμὸν καὶ εἰς τὴν Δημοκρατίαν. Ταύτην τὴν κυρίαρχον κοινωνικὴν ὁμάδα ἐξετόπισεν ἡ ἐπαναστατικὴ ὁμὰς τοῦ ἐθνικοσοσιαλιστικοῦ κόμματος, καταλαβοῦσα τὴν θέσιν της καὶ ἀποκλείσασα ἀκολούθως τὴν μᾶζαν ἐκ τοῦ κράτους, ἀφοῦ οὐδὲν βασικῶς μετέβαλεν εἰς τὴν κρατικὴν ἱεραρχίαν, ἀλλά μετέτρεψεν ἁπλῶς αὐτὴν κατὰ τὰ ἴδια της συμφέροντα. Οὐδὲν ἀναληθέστερον τοῦ δημοκοπικοῦ σοσιαλιστικοῦ καὶ κομμουνιστικοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι ὁ ἐθνικοσοσιαλισμὸς ὑπῆρξε κίνημα τῆς ἀστικῆς τάξεως. Ἐκτός τοῦ ὅτι ἡ μεγαλοαστικὴ τάξις ἐν Γερμανίᾳ ἦτο ὡς γνωστόν, κατὰ τὸ σύνολον σχεδὸν αὐτῆς ἑβραϊκή, ὁ ἐπικρατήσας ἐθνικοσοσιαλισμὸς ἐπενέβη μέχρι τοιούτου βαθμοῦ εἰς τὰ ταμεῖα τῆς ἀστικῆς τάξεως πρὸς κρατικὸν καὶ κομματικὸν ἀποκλειστικῶς ὄφελος καὶ προεκάλεσε τοιαύτην δυσφορίαν αὐτῆς, — ὡς δεικνύουν καὶ τὰ ἁπανταχοῦ ἀστικὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα, — ὥστε τὸ ἐθνικοσοσιαλιστικόν κόμμα, ὡς μοναδικὴ κυρίαρχος κρατικὴ ὁμάς, μόνον πρὸς τὴν «ἑταιρείαν τῆς 14ης Δεκεμβρίου» τοῦ Λουδοβίκου Βοναπάρτου δύναται νὰ προσομοιασθῆ, τὴν ὁποίαν διεξοδικῶς ἐπραγματεύθη ὁ Marx εἰς τὸ ἔργον του « Der 18 Brummaire des Louis Bonaparte».

Ἡ ζωτικωτέρα αὕτη τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος ἐπαναστατικὴ ὁμὰς — ὁ ἐθνικοσοσιαλισμὸς — ἐξετόπισεν ἀκολούθως τελείως τὴν ἐπαγγελματικὴν ὀργάνωσιν καὶ τὸ πολιτικὸν κόμμα τοῦ ὠργανωμένου προλεταριάτου ἐκ τῆς ἀρχῆς, δημιουργήσασα νέον προλεταριακὸν σῶμα ἰδίας συνθέσεως, βάσει τοῦ νέου διαφορισμοῦ ( Reichsarbeitsstand ).

μαρξικὴ θεωρία ὑπέστη καὶ εἰς τὸν παράδειγμα τοῦτο τοιαύτην ἧτταν - ἐκ λόγων κοινωνικῶν καὶ ὄχι «φυλετικῶν» ἄλλωνὥστε μόνον θεωρία τοῦ οἰκονομικοῦ χαρακτῆρος τῶν κοινωνικῶν τάξεων, παντελὴς ἄγνοια τῆς αὐτοδυνάμου ὑπάρξεως καὶ τοῦ μηχανισμοῦ τῆς μάζης καὶ περίφημος «διαλεκτικὸς ὑλισμός» , καθὄν «μετὰ τὴν κεφαλαιοκρατίαν σοσιαλισμὸς» κλπ. δύνανται νὰ μένουν ἄναυδοι πρὸ τοιούτου γεγονότος, ὡς ἄνοδος τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ βάσει τῆς αὐτῆς μάζης, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπηυθύνετο ἐξ ἴσου τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα. λενινισμὸς ὑπῆρξε καὶ εἰς τοῦτο ὀξυδερκέστερος, λόγῳ τῆς προεχόντως πολιτικῆς του θεωρίας περὶ κοινωνικῶν τάξεων τῶν ὁποίων τὴν τύχην ἐξαρτᾶ ἐκ τῆς γυμνῆς πολιτικῆς των δυνάμεως ἐκτός τοῦ κοινοβουλίου, ἤτοι ἐκ τῆς δεδομένης φυσικῆς δυνάμεως αὐτῶν. Συνεπὴς ἄλλως τε λενινισμὸς κατέβαλε τὴν κυριωτέραν αὐτοῦ προσπάθειαν ὅπως κατακτήσει τὴν μᾶζαν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν ὀρθόδοξον μαρξισμὸν τοῦ σοσιαλδημοκρατικοῦ κόμματος (θεωρία Kautsky). Eἰς τοῦτο λενινισμὸς ὡς θεωρία καὶ τά ἑκασταχοῦ κομμουνιστικὰ κόμματα ἀπετέλεσαν τὸν μόνον ἀνταγωνιστὴν τοῦ φασισμοῦ καὶ τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ ἐν τῇ προσπαθείᾳ πρὸς κατάκτησιν τῆς μάζης. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἐν προκειμένῳ πρὸ τοῦ φασισμοῦ διατυπωθεῖσα ὀρθοτάτη πρόρρησις τοῦ Lenin, — κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς Κομμουνιστικῆς Διεθνοῦς ἀπὸ τῶν μεταρρυθμιστικῶν στοιχείων (21 «ὅροι», 1920) — ὅτι ἐὰν τὸ προλεταριᾶτον δὲν προλάβη τὴν ἐξουσίαν εἶναι βεβαία ἔλευσις τοῦ φασισμοῦ. Τοιαύτη σκέψις εἶναι βεβαίως ἀδύνατον νά γίνη ἀπὸ θεωρητικὸν πιστεύοντα σοβαρῶς εἰς τὸν πρωταρχικὸν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ρόλον τῶν οἰκονομικῶν ἀντιφάσεων τοῦ καπιταλισμοῦ, καὶ ἀναμένοντα ἐκ τῶν ἀντιφάσεων τούτων τὴν αὐτόματον τοῦ καπιταλισμοῦ κατάρρευσιν, ἤτοι θέτοντα τὸν οἰκονομικὸν νόμον πρὸ τοῦ κοινωνικοπολιτικοῦ. Διότι ταῦτα ἀκριβῶς συνιστοῦν τὸν Καουτσκυανισμόν. Ἐκ τούτων ὅμως ἀποδεικνύεται διὰ τὴν ἀντικειμενικὴν ἐπιστήμην τὸ πραγματικὸν ἀδιέξοδον, εἰς ὁ παριῆλθεν ὁ διαλεκτικὸς ὑλισμός. Διότι ἐὰν πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ καπιταλισμοῦ καὶ πρὸς ἀναγκαστικὴν διαδοχὴν αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ σοσιαλισμοὺ χρειάζονται ὄχι αἱ οἰκονομικαί ἀντιφάσεις αὐτοῦ, ἀλλά μία γυμνὴ φυσικὴ δύναμις, ἡ δύναμις αὕτη εἶναι ἡ μᾶζα. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἡ μᾶζα — ἐκ τούτου ἀκριβῶς ἕπονται δύο τινά: ἤ ὅτι αὔτη θ' ἀκολουθήση ὡς ἐπαναστατικὴ ὁμάδα τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα, ἤ θ’ ἀκολουθήση ἄλλην τινα ἐπαναστατικὴν ὁμάδα ὡς λ.χ. συγκεκριμένως τὸν ἐθνικοσοσιαλισμὸν. Οὐδὲν συγκεκριμένον προγραμματικὸν περιεχόμενον συνδέει τὴν μᾶζαν ἰδιαιτέρως πρὸς τὸ κομμουνιστικὸν ἤ πρὸς οἱονδήποτε ἄλλο κόμμα. Βασικὸν δὲ παραμένει, ὅτι ἄνευ τῆς μάζης οὐδεμία κοινωνικὴ ἐπανάστασις καὶ οὐδεμία διαδοχὴ τοῦ καπιταλισμοῦ. Ἐκ τούτων ἕπεται: ὅτι κομμουνιστικὴ ἐπανάστασις εἶναι δυνατή, (πιθανή), κατ' οὐδένα λόγον ὅμως ἀναγκαστική, ( βεβαία ). Δι’ οὐδεμιάς σοφιστείας εἶναι δυνατὸν ν' ἀνατραπῆ ἡ σιδηρᾶ αὕτη νομοτέλεια ὑπὸ οἱουδήποτε διαλεκτικοῦ ὑλισμοῦ καὶ ἰδεαλισμοῦ συλλήβδην. Ἡ μυθικὴ αὕτη «ἀναγκαστικὴ» ἤ «διαλεκτικὴ» διαδοχὴ τοῦ καπιταλισμοῦ ὑπό του σοσιαλισμοῦ ἀποτελεῖ ἄλλωστε πρόληψιν, ἔχουσαν τὴν βάσιν αὐτῆς προδήλως εἰς τὸν οἰκονομισμὸν ἐν τῇ θεωρίᾳ τῶν καταστροφικῶν οἰκονομικῶν ἀντιφάσεων τοῦ καπιταλισμοῦ . Ὑπὸ τὸν καπιταλισμὸν νοεῖται τὸ οἰκονομικὸν σύστημα καὶ ὄχι ἡ διαφορισμένη κοινωνία, τῆς ὁποίας ἕν ἐκ τῶν ἁπλῶν σχημάτων εἶναι ὁ καπιταλισμός . Οὕτω καὶ πάλιν ὁ οἰκονομικὸς νόμος προηγεῖται τοῦ φυσικοῦ — εἰς τὸν ὁποῖον ἀκριβῶς ὀφείλεται ἡ ἵδρυσις τῆς διαφορισμένης κοινωνίας! Ἀλλά ἡ ἀντιστροφὴ αὕτη, ἥτις ἀφήνει ἀνεξήγητον τὸν κύριον παράγοντα τῆς κοινωνικῆς ἐπαναστάσεως, τὴν μᾶζαν, δύναται ἴσως ν' ἀπατήση τοὺς πτωχοὺς τῷ πνεύματι, ἤ ἐκείνους, εἰς τούς ὁποίους ἡ διανοητικὴ σύγχυσις εἶναι κατοχυρωμένη διὰ μονιμότητος — ὄχι ὅμως καὶ τὴν κοινωνικὴν νομοτέλειαν, ἥτις ὑφίσταται ἀνεξαρτήτως τῶν μαρξικῶν θεωριῶν ἤ τῆς τυφλώσεως ὡρισμένων μανιακῶν, ἐκ τῶν ὁποίων πλεῖστοι ἔχουν διατελέση καὶ τρόφιμοι φρενοκομείων. Διότι: Ἐὰν δεχθῶμεν βεβαίως, ὅτι ὄπισθεν τοῦ καπιταλισμοῦ οὐδὲν ὑπάρχει, οὐδεὶς φυσικὸς νόμος κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ, — ὅστις ἀκριβῶς δημιουργεῖ τὴν μᾶζαν — νόμος σταθερὸς καὶ ἀκατάλυτος, τότε βεβαίως εἶναι πιθανόν, ὅτι τοῦ καπιταλισμοῦ διάδοχος θὰ εἶναι ἡ ἄρσις αὐτοῦ, ἤτοι ὁ σοσιαλισμός [9]. Ἀτυχῶς ὅμως οὐδ' ὁ μαρξισμὸς εἶναι ἱκανὸς νὰ καταργήση τὸν νόμον τοῦτον, ἐνῷ ἀντιθέτως μᾶλλον ὁ νόμος οὗτος μέχρι σήμερον κατήργησε τὸν μαρξισμὸν. Ἀλλ' ὅ,τι συμβαίνει μὲ τὸν καπιταλισμόν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι μόνος του , ἀλλ’ ὄπισθεν αὐτοῦ ἵσταται ἡ διαφορισμένη κοινωνία, (ἔννοια πᾶν ἄλλο ἤ οἰκονομική), τὸ αὐτὸ συμβαίνει κατὰ σατανικὴν συντυχίαν καὶ μὲ τὸ οἰκονομικόν προλεταριᾶτον, τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ ἀνατρέψη τὸν καπιταλισμόν , χρειάζεται ἀπαραιτήτως τὴν οἰκονομικήν του αὐτοαναίρεσιν καὶ τὴν μετατροπὴν του εἰς μᾶζαν (ἔννοια ἐπίσης πᾶν ἄλλο ἤ οἰκονομικήν). Ταῦτα τὰ περίεργα συμβαίνουν διὰ τοὺς τυφλώττοντας. Ὁ ἀγών διεξάγεται εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν, μεταξὺ διαφορισμένης κοινωνίας καὶ ἐπαναστατικῆς μάζης, καὶ ὄχι μεταξὺ καπιταλισμοῦ καὶ οἰκονομικοῦ προλεταριάτου. Ἄς ἐπιχειρήση λοιπὸν ἁπλῶς νὰ φαντασθῆ τις «ἀγῶνα» ἐπαναστατικὸν ἁπλῶς μεταξὺ τῶν δύο τελευταίων ἀντιπάλων, μὲ καπιταλισμόν, ἀλλά ἄνευ διαφορισμένης κοινωνίας, (ἤτοι τοῦ ὀργάνου τῆς ὠργανωμένης κρατικῆς βίας), μὲ προλεταριᾶτον, ἀλλά ἄνευ μάζης, ἤ ἂς ὑποδείξη ἐν τῇ ἱστορίᾳ πραγματικὸν παράδειγμα τοιούτου ἀγῶνος. Ἀλλά ἂν ὁ Marx διὰ πολλῶν προρρήσεων του ζῆ καὶ εἰς τὴν ἐποχήν μας, οἱ μαθηταὶ του ὅμως διὰ τῆς μετριότητας τῶων, ζοῦν φαίνεται μόνον εἰς τὴν ἐποχήν τοῦ Marx. Διότι ἕνας μεγαλοφυὴς δύναται νὰ δημιουργήση πλῆθος πνευματικῶν προλεταρίων ἀλλά ἀντιθέτως ἐκ τούτων δὲν δύναται νὰ προέλθη οὐδεὶς μεγαλοφυής.

Μετὰ τὴν κατάληψιν τοῦ κράτους ὑπὸ τῆς ἐπαναστατικῆς ὁμάδος τοῦ ἐθνικοσοσιαλιστικοῦ κόμματος ἐπαναλαμβάνεται τὸ τυπικὸν κοινωνικὸν σχῆμα ὅλων τῶν αἰώνων: «La revolution est finie» καὶ μεταβάλλεται ἄρδην ἡ πολιτικὴ τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ. Ἄλλοτε οὗτος ὡμίλει μόνον περὶ ἐπαναστάσεως κατὰ τοῦ κράτους (τῶν «ἐκμεταλλευτῶν» , τῶν «προδοτῶν» καὶ τῶν «κερδοσκόπων»), ἤδη τὸ κυρίαρχον ἐθνικοσοσιαλιστικὸν κόμμα ὁμιλεῖ περὶ τοῦ κράτους κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως (τῶν «προδοτῶν» ἐπίσης, τῶν «παρεξηγησάντων» τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς ἰδεολογίας τῶν «ταλαντευομένων» καὶ «ἀναποφασίστων», τῶν ἀνήθικων κλπ.). Ἡ ἐπαναστατικὴ μᾶζα χειραγωγεῖται ἤδη ὑπό τῆς πρώην ἐπαναστατικῆς καὶ ἤδη κυριάρχου κοινωνικῆς ὁμάδος ὅπως μετατραπῆ εἰς παθητικὴν μᾶζαν, ὡς μόνον θεμέλιον τοῦ καθεστῶτος. Πάς κίνδυνος συνεχίσεως τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης ἐν ὀνόματι, τοῦ μὴ ἐκπληρωθέντος Ἀπολύτου, ἤ πάς κίνδυνος ἀναβιώσεως αὐτῆς ἐκ τῆς λανθανούσης μάζης καὶ νέας ἐπαναστατικῆς δράσεως αὐτῆς κατὰ τοῦ νέου καθεστῶτος — πλήττεται ἀνηλεῶς μέχρι φυσικῆς ἐξοντώσεως τῶν ὑποκινητῶν του. (Θανατικαὶ ἐκτελέσεις τῶν ἀντιπάλων τοῦ Χίτλερ ἐθνικοσοσιαλιστῶν ἀρχηγῶν κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1933. Ἐξόντωσις τῆς «Δευτέρας Ἐπαναστάσεως» ).

Ἡ στιγμὴ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Χίτλερ εἰς τὴν κίνησιν τῆς «Δευτέρας Ἐπαναστάσεως», ἐὰν πιστεύσωμεν τὴν πιθανωτὲραν ἐκδοχήν, δὲν ἦτο στιγμὴ ἀμέσου κινδύνου, ὅταν ἐπενέβη τὸ κράτος διὰ τῶν γνωστῶν ἐκτελέσεων, ἀλλά εὑρίσκετο ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὴν Ὁδὸν τῆς μετατροπῆς τῆς λανθανούσης μάζης εἰς ἐπαναστατικὴν μᾶζαν κατὰ τοῦ Χιτλερικοῦ καθεστῶτος. Τὴν μετατροπὴν αὐτὴν ἀπὸ μακροῦ ἐπεξειργάζοντο οἱ ἐκτελεσθέντες ἀρχηγοὶ τῆς «Δευτέρας Ἐπαναστάσεως». Ἡ πράξις τοῦ Χίτλερ, ὅπως ἀκριβῶς ἀνακόψη τὴν μετατροπὴν αὐτὴν τῆς μάζης, πρὶν ἤ αὕτη προχωρήση εἰς σημεῖον ἐπικίνδυνον καὶ ἀκολούθως ἐκραγῆ, ὑπῆρξε συνεπῶς πράξις πολιτικῶς ὀρθή, μαρτυρεῖ δὲ περὶ τοῦ ἐξαιρετικοῦ ἐνστίκτου τοῦ Χίτλερ ὡς πρὸς τὴν φύσιν τῆς μάζης, — ἐξ ἧς ἄλλως τε καὶ προῆλθε — καὶ γενικώτερον διδάσκει, ὅτι οὐδεὶς πολιτικὸς εἶναι δυνατὸν νὰ κυβερνήση ἐπιτυχῶς ἄνευ τοῦ ἐνστίκτου τούτου, ἤτοι μὲ ἄλλας λέξεις ὅτι οὐδεὶς ἀληθὴς πολιτικὸς δύναται νὰ ὑπάρξη, ἐὰν ταυτοχρόνως δὲν κατέχη τὸ τάλαντον τοῦ μεγάλου δημαγωγοῦ. Διότι ἡ πολιτικὴ διεξάγεται πάντοτε μεταξὺ δύο ἀντιθέτων παραγόντων, ἤτοι τῆς κρατικῆς ὁμάδος καὶ τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης. Οὐδέποτε δὲ ὑπὸ μίας ἐκ τούτων μονομερῶς καὶ ἀκόμη ὀλιγωτερον ὑπὸ ἤ διὰ τοῦ ἑνιαίου μαλακίου «λαός». Ἡ ἀναγκαστικὴ ὅθεν στάσις τοῦ θετικοῦ πολιτικοῦ (ἐκπροσώπου τοῦ κράτους) ἔναντι τῆς μάζης καὶ ὁ χειρισμὸς αὐτῆς προϋποθέτει τοιαύτην γνῶσιν αὐτῆς καὶ ψυχολογικὴν ἱκανότητα πρὸς χειρισμὸν της παρὰ τῷ θετικῶ πολιτικῷ, οἵαν γνῶσιν καὶ ψυχολογικὴν ἱκανότητα προϋποθέτει ὁ χειρισμὸς τῆς μάζης παρὰ τῷ δημαγωγῷ. Ἡ διαφορὰ μεταξύ τοῦ θετικοῦ πολιτικοῦ καὶ τοῦ δημαγωγοῦ ἔγκειται ὄχι εἰς τὴν ὕπαρξιν δημαγωγικοῦ ταλάντου — ἀπαραιτήτου δι’ ἀμφοτέρους — ἀλλά εἰς τὴν διαφορετικὴν χρῆσιν αὐτοῦ παρ' ἑκάτερου: Ὁ μὲν θετικὸς πολιτικὸς θὰ χειρισθῆ τὴν μᾶζαν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κράτους, ἐπιδιώκων νὰ μὴ ἐξέλθη αὕτη τοῦ λανθάνοντος χαρακτῆρος αὐτῆς καὶ ἔτι περισσότερον νὰ μείνη αὔτη ὄχι ἁπλῶς λανθάνουσα, ἀλλά παθητική• ὁ δὲ δημαγωγὸς θὰ χειρισθῆ τὴν μᾶζαν ἀντιθέτως. Ἀλλά ἡ σκέψις, ὅτι ὁ θετικὸς πολιτικὸς δὲν χρειάζεται νὰ γνωρίζη καὶ νὰ χειρισθῆ τὴν μᾶζαν, διότι δὲν εἶναι ἀρχηγὸς αὐτῆς δύναται βεβαίως νὰ γεννηθῆ μόνον εἰς νηπιώδη ἔγκεφαλον. Τὸ ὅτι σήμερον κυβερνοῦν παντοῦ ὄχι πολιτικοί, ἀλλά κοινότατοι ἐπαγγελματίαι τοῦ ἀτυχοῦς τούτου ἐπαγγέλματος , ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου ταλάντου καὶ μὲ φρικτὸν κενὸν ἐντός τοῦ ἀξιοδακρύτου κρανίου των, — τοῦτο ἀποτελεῖ ἴσως τὸν μεγαλύτερον κίνδυνον διὰ τὸ κράτος. Οὐδέποτε δημαγωγὸς κατώρθωσε ν' ἀνατρέψη τὸ καθεστώς, ὅταν εὑρέθη πρὸ μεγάλου πολιτικοῦ, κατέχοντος ἀναγκαστικῶς εἰς τὸ ἔπακρον καὶ τὸ δημαγωγικὸν τάλαντον. Διότι μέγας πολιτικὸς εἶναι ὁ καλύπτων διὰ τῆς διανοίας του ὁλόκληρον τὴν κοινωνικὴν πραγματικότητα, καὶ δυναμικὴν καὶ οὐχὶ ἁπλῶς τὴν κοινωνικήν του ὁμάδα ἤ τὴν ἐκλογικήν του περιφέρειαν, ἤ ὁλόκληρον τὴν χώραν — ὡς ἐκλογικὴν περιφέρειαν.

Ἡ λέξις «δημαγωγός», ἀπό της ἀπόψεως τῆς μάζης, δὲν σημαίνει ἁπλῶς τὸν ἱκανόν χειριστὴν ἑνὸς φυσικῶς δεδομένου μηχανισμοῦ τῆς μάζης, διὰ τὸν ὁποῖον οὗτος εἶναι παντελῶς ἀνεύθυνος — ὡς θὰ ἦτο ἡ ἐπιστημονικὴ ἔννοια — ἀλλά ἀποτελεῖ ἠθικήν καὶ ἀξιολογικὴν κρίσιν (ὡς εἶναι φυσικόν, διότι εἰς τὴν μᾶζαν πᾶσα νοητικὴ ἀνάλυσις εἶναι ξένη). Ἀπό της ἀπόψεως αὐτῆς ὁ θετικὸς πολιτικός, ὅστις ἐπιδιώκει τὴν παθητικότητα της χαρακτηρίζεται ὡς ἐκμεταλλευτής, ὁ δὲ δημαγωγός, ὅστις δι’ αὐτῆς ἔρχεται εἰς τὴν ἀρχήν, ἀποκλείων εἶτα αὐτὴν ἀπό τῆς ἐξουσίας, χαρακτηρίζεται ὡς προδότης. Οἱ συγγραφεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες οὐδὲν δύνανται νὰ ἐννοήσουν ἐκ τῆς φυσικῆς καὶ ἀνεκλήτως δεδομένης κοινωνικῆς δυναμικῆς δύνανται βεβαίως νὰ ἐξακολουθήσουν νὰ ἐντρυφοῦν ἀνενοχλήτως εἰς τὰς τοιαύτας «ἀντιλήψεις». Αὗται ὅμως εἶναι νοηταὶ μόνον ἀπό τῆς προϋποθέσεως, ὅτι ἡ μᾶζα εἶναι μία ὀντότης ἀξία νὰ κυβερνήση, καὶ ἥτις συνεπῶς διαρκῶς ἐξαπατᾶται, διότι οὐδέποτε ἐπετράπη εἰς αὐτὴν νὰ κυβερνήση. Τὸν ἀστήρικτον τοῦτον ἰσχυρισμὸν βεβαίως δὲν θὰ συζητήσωμεν. Ἐπίσης αἱ τοιαῦται ἀντιλήψεις προέρχονται μόνον ἐκ τῆς προϋποθέσεως, ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἴσοι. Ἐκ τῆς ἰσότητος ταύτης βεβαίως πᾶσα προκύπτουσα ἀνισότης φαίνεται ὡς ἀδικία, ὡς ἐκμετάλλευσις, ὡς ἐξαπάτησις. Ἐκ τούτων καταφαίνεται, ὅτι τόσον ὁ θετικὸς πολιτικός, ὅσον καὶ ὁ δημαγωγός, ἀποκλείοντες ἀμφότεροι τὴν μᾶζαν ἀπό τοῦ κράτους, ἐκφράζουν ἁπλῶς τὴν θέλησιν τῆς διαφορισμένης κοινωνίας, ἤτοι τῆς κοινωνίας ἁπλῶς, ὅπως ἀποσοβήση τὴν διάλυσιν της.

Παραλλήλως πρὸς τὴν ἔμπρακτον ταύτην μαχητικότητα τοῦ κράτους κατὰ τῆς ἐπαναστατικῆς μετατροπῆς τῆς λανθανούσης μάζης, ἤτοι κατὰ τῶν πραγματικῶν ἤ πιθανῶν ἀρχηγῶν της ( ἐξ οἱασδήποτε ἐπαναστατικῆς ὁμάδος καὶ ἂν προὲρχωνται, εἴτε ἐκ τῆς σοσιαλδημοκρατίας, εἴτε ἐκ τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, εἴτε ἐκ τῶν κόλπων τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ) διατηρεῖται καὶ ἡ εἰκονικὴ καὶ φρασεολογικὴ μαχητικότης τοῦ νέου καθεστῶτος κατὰ τοῦ νεκροῦ πλέον παλαιοῦ καθεστῶτος, σκοπὸν ἔχουσα νὰ σχηματίση εἰς τὴν ἐπαναστατικὴν μᾶζαν τὴν γέφυραν μεταξύ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τοῦ ἐθνικοσοσιαλιστικοῦ κράτους, ἤτοι νὰ ἐπιτύχη τὴν παθητικοποίησιν αὐτῆς. Τὸ παλαιόν καθεστὼς ἐξακολουθεῖ, ἐν ἀπουσίᾳ του, νὰ ὑβρίζεται διὰ δύο λόγους: 1. Διὰ νὰ ἐπιρρίπτωνται εἰς τὴν «ἀθλίαν» κληρονομίαν του πολλαὶ ἀθετήσεις ὑποσχέσεων τοῦ νέου καθεστῶτος, ὅπερ ἐπιτυγχάνει: α) προσγείωσιν τῆς μάζης εἰς τὴν πρὰγματικότητα καὶ ἐξάτμισιν τοῦ Ἀπολύτου• ἤτοι τὴν διάλυσιν τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης. β) δικαιολογίαν τοῦ νέου καθεστῶτος καὶ ἀρνητικῶς, διὰ τῆς παθητικοποιήσεως τῆς μάζης, καὶ θετικῶς, διὰ τῆς προσπαθείας πρὸς ἐνεργητικὴν πρόσκτησιν αὐτῆς, ἤδη διαλελυμένης, (ἤτοι τῶν ἀτόμων αὐτῆς ὡς ἁπλοῦ ἀθροίσματος) καὶ κατ' αὐτῶν τούτων τῶν ἐνδεχομένων νέων ἐπαναστατῶν καὶ ἐπιδόξων ἀρχηγῶν τοῦ ἐνδεχομένου ἀνασχηματισμοῦ της. 2. Διά νὰ δίδεται εἰς τὴν μᾶζαν ἡ εἰκών, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐξακολουθεῖ καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ κράτους κατὰ τοῦ πρώην ἐχθροῦ, ὅπερ ἐπιτυγχάνει: α) τὴν τοποθὲτησιν τοῦ Ἀπολύτου εἰς ἔτι ἀπώτερον μέλλον, ἐνῷ ἐν τῷ μεταξὺ κερδίζεται καιρὸς πρὸς βαθμιαίαν ἐξάτμισιν αὐτῆς, β) νὰ μὴ ἐμφανισθῆ γυμνὸν τὸ κράτος ἐναντίον τῆς μάζης ὡς μηχανικὸς ἀντιμαζικὸς ὀργανισμὸς — ὅπερ θὰ προεκάλει ἀκαριαίαν καὶ ὀξεῖαν ἐπαναστατικὴν αὐτῆς μετατροπήν, γ) τὴν λῆψιν δρακοντείων μέτρων κατὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ καθεστῶτος — ἤτοι τῶν πιθανῶν νέων ἡγετῶν τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης — πρὸς προάσπισιν τῆς «ἐπαναστάσεως»(;) ἤτοι ἐν τῇ πραγματικότητι πρὸς προάσπισιν τοῦ κράτους, ἤτοι τοῦ νέου κοινωνικοπολιτικοῦ διαφορισμοῦ, ὅστις ἀκριβῶς σημαίνει τὴν ἄρσιν τῆς «ἐπαναστάσεως» καὶ τὴν «προδοσίαν» ἔναντι τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης. Τοιουτοτρόπως ἐπιδιώκεται ἡ παρεμπόδισις τῆς συνεχίσεως ἤ τοῦ ἀνασχηματισμοῦ τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης.

Ὁ ἀντικειμενικὸς βεβαίως σκοπὸς τοῦ νέου καθεστῶτος συνίσταται εἰς τὴν διάλυσιν τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης καὶ εἰς τὴν ἐπίτευξιν μάζης ἀπολύτως παθητικῆς. Ὁ τρόπος ὅμως πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀπότομος δι’ οὕς λόγους ἀνωτέρω ἐξετέθησαν. Ὁ διὰ παντὸς χειρισμοῦ σχηματισμὸς «γεφύρας» ἀπό τῆς ἐπαναστάσεως εἰς τὸ καθεστὼς καὶ ἀπό τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης εἰς τὸ φύσει ἀντεπαναστατικὸν καὶ ἀντιμαζικὸν κράτος ἀποτελεῖ ἔργον βαρὺ καὶ πολύπλοκον, ἀλλά κατορθωτόν. Τ' ἀνωτέρω ἰσχύουν διὰ πᾶσαν ἐπανάστασιν οἱουδήποτε κοινωνικοῦ περιεχομένου καὶ διὰ πᾶν ἐξ ἐπαναστάσεως προερχόμενον κοινωνικὸν καθεστώς: ἀπό της ἀστικῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως μέχρι τῆς μπολσεβικικῆς, τῆς φασιστικῆς, τῆς ἐθνικοσοσιαλιστικῆς καὶ ὅλων τῶν τακτικῶν καὶ ἀτερμόνων ἐκκαθαρίσεων τῶν ἁπανταχοῦ κομμουνιστικῶν κομμάτων, ὑπὸ διάφορα προσχήματα: ἐπὶ Τροτσκισμῷ, λικβινταρισμῷ , ὀππορτουνισμῷ, τελευταίως Τιτοϊσμῷ καὶ ὑπὸ διάφορα ἄλλα μέλλοντα προσχήματα ἀγνώστου εἰσέτι ὀνομασίας.

Ἡ ἐπακολουθήσασα τὰς ἐκτελέσεις τοῦ Ἰουνίου 1933 διάλυσις τῶν χιτλερικῶν ταγμάτων ἑφόδου ὑπῆρξε πράξις ὀρθωτάτη μαζικῆς ψυχολογίας. Τὰ τάγματα ταῦτα εἶχον μεταβληθῆ εἰς παγίαν ἑστίαν τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης, ἤτοι ἀπετέλουν λανθάνουσαν μᾶζαν ἐν διαρκείᾳ, εἰς πρώτην εὐκαιρίαν δυναμένην νὰ μετατραπῆ. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ ἁπλῆ ἐκκαθάρισις αὐτῶν ἀπέβαινεν ἀδύνατος, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς μαζοποιήσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὰ καθ' ἕκαστον ἄτομα εἶναι ἀσύλληπτα διότι ἁπλούστατα δεν ὑπάρχουν. Τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς διάλυσιν τῆς μάζης ταύτης ἦτο ὁ μηχανικὸς χωρισμὸς τῶν ἀτόμων αὐτῆς καθ' ἕκαστον, ἡ ἄρσις τῆς τοπικῆς συγκεντρώσεως αὐτῶν, ἤτοι ἡ ἀποστολή αὐτῶν κατ' ἄτομον εἰς ἄδειαν. Μέτρον παρόμοιον μὲ τὸ τοῦ Καρλομάγνου, ὅστις ἀφοῦ ἀντιμετώπισε σειρὰν ἐξεγέρσεων τῶν Σαξώνων, ἐξερρίζωσεν ἐν τέλει αὐτοὺς ἀπό τοῦ πατρίου ἐδάφους καὶ διεσκόρπισεν αὐτοὺς κατὰ μεμονωμένας οἰκογενείας εἰς ἅπαντα τὰ τμήματα τῆς αὐτοκρατορίας του. Τὸ αὐτὸ ἔπραξεν, ὡς γνωστόν, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας καὶ ὁ Χίτλερ καὶ ὁ Στάλιν διὰ τῆς ἐκριζώσεως καὶ μετατοπίσεως ὁλοκλήρων πληθυσμῶν, μέχρις αὐτοῦ τούτου τοῦ συστήματος τῆς ὁμηρίας καὶ τοῦ παιδομαζώματος. Ἡ πράξις ὅμως αὕτη κατέστη δυνατὴ μόνον καὶ μόνον διότι ἡ λανθάνουσα μᾶζα τῶν ταγμάτων τούτων δὲν εἶχεν ἀκόμη μετατραπῆ εἰς ἐπαναστατικὴν μᾶζαν, ὅποτε ἡ διάλυσις αὐτῶν θὰ ἦτο πρόβλημα ὅλως διάφορον καὶ μόνον κατὰ μηχανικὸν τρόπον δυνατή, ἤτοι μόνον κατόπιν φυσικῆς ἤττης αὐτῶν ἐν ἐμφυλίῳ πολέμῳ, τοῦ ὁποίου τὸ ἀποτέλεσμα ἠδύνατο νὰ εἶναι καὶ ἡ ἀνατροπὴ τοῦ καθεστῶτος. Ἄλλα τοῦτο ἀκριβῶς ἀπέτρεψε τὸ κράτος διὰ τῆς ἐγκαίρου αὐτοῦ ἐπεμβάσεως πολὺ πρὶν ἤ σχηματισθῆ ἐπαναστατικὴ μᾶζα.

Ἡ στροφὴ τοῦ Χίτλερ πρὸς τὸν τακτικὸν στρατὸν μετὰ ταῦτα ὑπῆρξεν ἐν προκειμένῳ ἕτερον τυπικὸν χαρακτηριστικὸν τῆς μεταβολῆς τοῦ ἐπαναστάτου εἰς πολιτικόν, τῆς ἐξοφλήσεως τῆς ἐπαναστάσεως ὑπὸ τοῦ κράτους. Ὁ τακτικὸς στρατός, ὡς μηχανικὴ καὶ πειθαναγκαστικὴ ὀργάνωσις, ἀποκλείει πᾶσαν μαζοποίησιν, ἀποτελεῖ δὲ τὸ κὰτ’ ἐξοχὴν χαρακτηριστικὸν ὄργανον τοῦ κράτους.

Ὁ περαιτέρω ὅμως βίος παντὸς τοιούτου καθεστῶτος ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ βαθμοῦ τῆς διαλύσεως ἤ παθητικοποιήσεως τῆς μάζης καὶ ἐκ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος κατὰ τὸ ὁποῖον αὕτη θὰ διαρκέση. Τὴν μέθοδον πάντως τῆς παρεμποδίσεως τῆς μετατροπῆς τῆς λανθανούσης μάζης εἰς ἐπαναστατικὴν διὰ δραστικῶν καὶ κεραυνοβόλων μέτρων κατὰ τῶν ὑποκινητῶν αὐτῆς καὶ μόνον κατέχουν οἱ σύγχρονοι δικτάτορες, οἱ διὰ τῆς μάζης ἀνελθόντες, εἰς βαθμὸν πρωτοφανῆ [10].

β) Ἐξ ἴσου ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ τύχη τοῦ Ἀπολύτου εἰς τὴν δευτέραν μορφὴν ἀνόδου τοῦ προλεταριάτου , τὴν λεγομένην δικτατορίαν τοῦ προλεταριάτου.

Ἡ χρονικὴ παράτασις τῆς ἐκ μέρους τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος ἀντιστάσεως καὶ ποικίλαι ἄλλαι πολὺ ριζικώτεραι κοινωνικαί περιπέτειαι τῆς σοβιετικῆς ἐξουσίας καθιστοῦν τὸ φαινόμενον πολυπλοκώτερον ἀλλά οὒχ' ἧττον ἐξ ἴσου τυπικόν. Ὅτι εὐθὺς ἅμα τῇ καταλήψει τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ὑπό της ἐπαναστατικῆς ὁμάδος ἡ ἐπαναστατικὴ μᾶζα ἀπεκλείσθη ἐκ τοῦ κράτους, τοῦ ὁποίου ἐπέβη ἰσχυρότατη καὶ ἄκρως πειθαρχημένη ὁμὰς ὑπὸ τὴν σιδηρᾶν δικτατορίαν, τοῦ πολιτικοῦ καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ἀρχηγοῦ ( LeninTrotsky ), εἶναι γνωστόν. Ἡ συνεχὴς ὅμως ἐπὶ ἑξαετίαν κατὰ τοῦ νέου καθεστῶτος ἐπίθεσις τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος δι’ ἐσωτερικῶν συνωμοσιῶν καὶ ἐξωτερικῶν πολέμων παρέτεινε τὴν διάρκειαν τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο (1917 - 23) δύναται νὰ λεχθῆ, ὅτι ἡ σοβιετικὴ ἐξουσία συνεχίζει τὴν ἐπανάστασιν καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ κράτους. Ή δύναμις ὅμως κράτους ὑποστηριζόμενου ὑπό τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης εἶναι πρωτοφανὴς καὶ σπανιωτάτη εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἐνταῦθα δημιουργεῖται τὸ σπάνιον φαινόμενον τοῦ μαζικοῦ στρατοῦ. Ὁ ἐρυθρὸς στρατὸς ἦτο αὐτὴ αὕτη ἡ ἐπαναστατικὴ μᾶζα. Ὁλόκληρος ἡ τυφλὴ φυσικὴ δύναμις τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης ἐξεδηλώθη ὡς ἄφθαστος καὶ καταφανής ἡρωϊσμὸς τοῦ ἐρυθροῦ στρατοῦ, ὅστις, καθοδηγούμενος καὶ ὑπό τῆς ἀπροσδόκητου στρατηγικῆς ἰδιοφυΐας ἑνὸς πολιτικοῦ, κατώρθωσε νὰ συντρίψη ἕξ κατὰ σειρὰν ὠργανωμένους διὰ τῶν καλυτέρων στελεχῶν στρατοὺς κατὰ τῆς σοβιετικῆς ἐξουσίας καὶ νὰ προξενήση εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον τοιοῦτον πανικόν, οἶον οὗτος μόνον κατὰ τὴν περίοδον τοῦ Μ. Ναπολέοντος εἶχε γνωρίση, τοῦ ὁποίου ὁ στρατὸς ἐπίσης πολλάκις ἦτο αὐτὴ ἡ ἐπαναστατικὴ μᾶζα. Ἡ ἐπαναστατικὴ μᾶζα ἐμάχετο καὶ τὴν φορὰν αὐτὴν ὑπὲρ τοῦ Ἀπολύτου, ὑπὲρ τῆς «ἀταξικῆς κοινωνίας»:

Τὸ Ἀπόλυτον τοῦτο μετεβλήθη εἰς Σχετικὸν ἀφ' ἧς ἐπεκράτησεν ἡ νέα ἰθύνουσα τάξις καὶ τὸ ὄργανόν της, ἡ σοβιετικὴ γραφειοκρατία.

5. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

Τὸ πρόβλημα τῆς εὐθύνης ἔχει ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον προκειμένου περὶ τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων τῆς μάζης, δηλαδὴ περὶ τῶν πλείστων πράξεων τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης.

Φανερὸν εἶναι, ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι ἡ μᾶζα δὲν εἶναι οὔτε φυσικόν, οὔτε νομικὸν πρόσωπον, ἑπομένως ἡ μᾶζα, ὡς τοιαύτη, οὐδεμίαν εὐθύνην φέρει. Αἱ πράξεις της στεροῦνται καταλογισμοῦ κατὰ πρῶτον λόγον, διότι δὲν ὑπάρχει τί, ἔλλογον ὄν, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταλογισθοῦν [11]. Ἀλλά ὅταν λέγωμεν πράξεις τῆς μάζης — ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐγκληματικάς — ἐννοοῦμεν τὰς πράξεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας προβαίνει ἡ μᾶζα, κατὰ τὰς ὀλίγας ὀξείας καὶ παροδικάς στιγμάς τῆς μαζικῆς ψυχῆς , δηλαδὴ τῆς πλήρους ἀπωλείας τῆς ἀτομικότητος. Μήπως λοιπὸν εἰς τὰ προηγούμενα στάδια, πρὸ τῆς πλήρους μαζοποιήσεως, δύνανται ν' ἀναζητηθοῦν καὶ νὰ εὑρεθοῦν εὐθύναι διὰ τὰς αὐτάς ὡς ἄνω πράξεις, αἵτινες ἐξετελέσθησαν ἔπειτα κατὰ τὴν πλήρη μαζοποίησιν; Ἡ ἀπάντησις εἶναι προφανὴς ὅσον προφανὲς εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι πρὸ τῆς πλήρους μαζοποιήσεως τὰ ἄτομα διετήρουν τὴν ἀτομικὴν των προσωπικότητα. Τὰ ἄτομα ταῦτα εἶχον ἑπομένως πλήρη καταλογισμὸν καὶ πλήρη ἠθικήν, κοινωνικὴν καὶ ποινικὴν εὐθύνην, ἐὰν ἐγνώριζον ἤ ἠδύναντο νὰ ἐκτιμήσουν ἐκ τῶν προτέρων τὰ ἐπικείμενα ἤ τὰ πιθανὰ ἐγκληματικὰ γεγονότα, εἰς τὰ ὁποῖα κατόπιν μετέσχον.

α) Ἡ ἠθικὴ καὶ κοινωνικὴ εὐθύνη. — Ἀνελύσαμεν ἤδη διὰ μακρῶν εἰς τὸ προηγούμενον κεφάλαιον ποῖοι οἱ βαθύτεροι λόγοι τῆς ἐξεγέρσεως τῆς μάζης καὶ ἐξελέξαμεν σκοπίμως τὴν δραστικωτέραν ὑπὲρ αὐτῆς διατύπωσιν: Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἀπότομος καὶ τυφλὴ ἔκρηξις ἀλόγων δυνάμεων τῆς μάζης εἶναι ἀντίδρασις μιάς πιεζόμενης καὶ ταλαιπωρουμένης ψυχῆς κατὰ τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπεργάζεται συστηματικῶς τὴν ψυχικὴν αὐτῆς ἀπογύμνωσιν καὶ μηχανοποίησιν . Τοῦτο μᾶς ἐνδιέφερεν εἰς τὴν οἰκείαν θέσιν αἰτιοκρατικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ ὄχι ἠθικῶς. Ἂν ὅμως τὸ ζήτημα τεθῆ ἠθικῶς, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐρωτήσωμεν: « ποῖον εἶναι πράγματι τὸ καθεστώς, τὸ ἀπεργαζόμενον τὴν ψυχικὴν ἀπογύμνωσιν καὶ μηχανοποίησιν τῆς μάζης;» Καὶ νὰ ἀπαντήσωμεν: «Πᾶν ὑπαρκτὸν καθεστώς, πᾶσα ὑπαρκτὴ κοινωνία.» Διότι πᾶσα ὑπαρκτὴ κοινωνία ἀναγκαστικῶς ἑδράζεται ἐπί τοῦ νόμου τῆς φυσικῆς ἀνισότητος καὶ τοῦ φυσικοκοινωνικοῦ διαφορισμοῦ. Καὶ πᾶσα τοιαύτη κοινωνία περιλαμβάνει εἰς τούς κόλπους της συγκριτικῶς κατωτέρας ἀξίας ἀνθρώπους, οἵτινες αἰσθάνονται ἑαυτοὺς ὡς ὑποτιμημένους, ὡς πιεζομένους, ὡς ἀποκλήρους [12]. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως ἀνθρωπίνη ὑπαιτιότης κατὰ τῆς μάζης, διότι δὲν εἶναι ἄνθρωποι, ἀλλά φυσικοὶ νόμοι, οἱ διέποντες τὴν φυσικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀνισότητα. Ἑπομένως βασικῶς δὲν δημιουργεῖται διὰ τὴν μᾶζαν ἠθικὸν δικαίωμα πρὸς ἐγκληματικάς πράξεις ἐναντίον ἀνθρώπων, δηλαδὴ τῶν κρατούντων, παρὰ τότε μόνον, ὁσάκις οὗτοι κάμνουν κατάχρησιν τῆς θέσεως των εἰς τὴν μεταχείρισιν  τῶν κυριαρχουμένων [13]. Ἀντιθέτως θεμελιοῦται δικαίωμα ἀμύνης τοῦ καθεστῶτος κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως , δηλαδή, ἐν τῇ πραγματικότητι, τῆς κοινωνίας κατὰ τῆς ἀναρχίας.

Ἰδιαιτέραν σημασίαν διὰ τὴν ἠθικήν καὶ κοινωνικὴν εὐθύνην τῶν ἀτόμων τῆς μάζης, πρὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐκρήξεως, ἔχει ὅμως καὶ ἄλλο γεγονός, ἀφορῶν εἰς τὴν ψυχολογίαν τῆς μάζης καὶ εἰς τὴν ποινικὴν εὐθύνην τῶν μελῶν της: τὸ γεγονός, ὅτι τὸ πλῆθος τῶν ἀτόμων, τῶν ἁπαρτιζόντων τὴν μᾶζαν δημιουργεῖ εἰς αὐτὰ ἐνσυνειδήτως τὴν πεποίθησιν τῆς παντοδυναμίας καὶ τῆς ἀτιμωρησίας καὶ ἑπομένως τοῦ ἀνευθύνου, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν συνείδησιν των ἠθικὴ καὶ ποινικὴ εὐθύνη, ἀλλά ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι αὕτη εἶναι τεχνικῶς δύσκολον νὰ ἐξακριβωθῆ καὶ νὰ καταλογισθῆ εἰς ἕν ἕκαστον ἄτομον ὑπό της νομίμου Ἐξουσίας. Ἡ τοιαύτη πεποίθησις εἶναι κακῆς πίστεως (ἐνέχει δόλον) καὶ ἑπομένως δημιουργεῖ ἠθικήν εὐθύνην, ἕκτος τοῦ ὅτι ἡ συνείδησις αὐτὴ τῆς παντοδυναμίας, τῆς ἀτιμωρησίας καὶ τοῦ «ἀνευθύνου» αὐξάνει σημαντικῶς τὴν ἐγκληματικότητα τῆς μάζης.

Δεύτερον δέον νὰ προστεθῆ ὅτι ναὶ μὲν ἡ πλήρης μαζοποίησις, ἥτις ταυτίζεται μὲ τὴν ἐπαναστατικὴν ἔκρηξιν τῆς μάζης, εἶναι κατάστασις ἀκαταλόγιστος, ἀλλά ἡ προσχώρησις τοῦ ἄτομου εἰς αὐτὴν ἔχει τὸ καταλογιστόν, διότι τὸ ἄτομον ἔχει τὴν ἔκλογην νὰ εἰσέλθη ἤ νὰ μὴ εἰσέλθη εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης. Καὶ τὴν ἐκλογήν ταύτην ἔχει, μὲ πλήρη καταλογισμόν, ὄχι μόνον ὅταν εὑρίσκεται κατ' ἀρχὰς ἐκτός τῆς μάζης, ἀλλά καὶ ὅταν — μὲ μειούμενον καταλογισμὸν — εὑρίσκεται ἀκόμη ἐν τῇ παθητικῇ ἤ ἐν τῇ λανθανούσῇ μάζῃ. Καὶ τρίτον δέον νὰ παρατηρηθῆ, ὅτι ἠθικήν εὐθύνην δημιουργεῖ καὶ τὸ γεγονός, ὅτι τὰ πλεῖστα ἄτομα τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης ἐγνώριζαν ἤ ἐνέκριναν ἐκ τῶν προτέρων, — ἡ εἰς τὴν ἐπὶ τόπου συνάθροισιν, — εἰς τὴν ἀτομικήν των συνείδησιν, τὰ μαζικὰ ἐγκλήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπειτα ἔλαβον μέρος.

Αἱ διαιστώσεις αὗται, πού ἔχουν πρωτεύουσαν σημασίαν διὰ τὴν νομικὴν (ποινικὴν) εὔθυνην, ἔχουν σημασίαν καὶ διὰ τὴν ἠθικήν καὶ κοινωνικὴν εὐθύνην τῶν ἀνὰ ἕκαστον ἀτόμων τῆς ἐπαναστατικῆς μάζης.

β) Ἡ νομικὴ (ποινικὴ) εὐθύνη. — Ἐκ τῶν ἀνωτέρω κοινωνιολογικῶν δεδομένων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συνταχθῶμεν μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἡμετέρου διακεκριμένου καθηγητοῦ τῆς Ἐγκληματολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Κ. Γαρδίκα ὡς πρὸς τὸν ποινικὸν καταλογισμὸν τῶν ἐγκληματιῶν τῆς μάζης καὶ νὰ παραπέμψωμεν, ἐν ταύτῳ εἰς τὸ κατωτέρω ἔργον τοῦ διὰ τὰς λοιπάς δοξασίας ἐν τῷ Ποινικῷ Δικαίῳ [14] (Γαρδίκα, Ἐγκληματολογία, τόμ. Α', σ. 374, ἑπ.). Ἐκ τῶν δοξασιῶν τούτων, πλὴν ἐκείνης, ἥτις παραχωρεῖ τὸ ἀκαταλόγιστον καὶ τὸ ἀνεύθυνον εἰς τὸν ὄχλον καὶ τὰ μέλη του — καὶ τῆς ὁποίας τὸ ἀβάσιμον εἶναι περιττὸν νὰ συζητηθῆ καὶ περαιτέρω — σημασίαν ἔχουν κυρίως ἡ τοῦ Sighele καὶ ἡ τοῦ Tarde [15]. Ἐξ αὐτῶν ὁ πρῶτος δέχεται — τὸ πολὺ — τὸ μειούμενον καταλογισμὸν τῶν ἀτόμων τοῦ ὄχλου, ὅσῳ μεγαλυτέρα εἶναι ἡ δύναμις τῆς ὀχλοκρατίας, ὁ δὲ δεύτερος δέχεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει μὲν ἠθικὴ καὶ ψυχολογικὴ εὐθύνη διὰ τὸ ἄτομον τοῦ ὄχλου, ὑπάρχει ὅμως εὐθύνη νομικὴ (ποινική). Καὶ ὁ Γαρδίκας δέχεται, ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνωνται βεβαίως ὑπ' ὄψιν αἱ συνθῆκαι, ὑφ' ἅς ἐγκληματεῖ τὸ ἄτομον τοῦ ὄχλου καὶ τὰ αἴτια της πρὸς τὸ ἔγκλημα παρωθήσεως, διότι τὰ ἐν ψυχρῷ διανοούμενα καὶ ἀποφασίζοντα τὸ ἔγκλημα ἄτομα ἔχουν βαρυτέραν εὔθυνην. Εἰς ταῦτα δὲ καταλογίζει ὀρθῶς, ὡς πρᾶξιν ἠθελημένην καὶ ἐσκεμμένην καὶ αὐτὴν τὴν προσέλευσιν εἰς τὴν συνάθροισιν τοῦ ὄχλου, ὅστις θὰ ἐξελιχθῆ ἐν συνεχείᾳ εἰς ἐγκληματικὸν ὄχλον. Ἀκριβῶς δὲ αἱ περιπτώσεις τῆς ἐγκληματικῆς δράσεως ἀτόμων, ἐπὶ τὰ ὁποῖα ἀσκεῖται ὑποβολὴ (οἱ παρασυρθέντες ) εἶναι κατὰ τὸν Γαρδίκαν, αἱ βαρύτεραι, διότι ἐξ αὐτῶν ὁ κίνδυνος τῆς κοινωνίας εἶναι μεγαλύτερος. «Ἀλλά ὅταν εἶναι δυνατὸν ν' ἀσκηθῆ ἐπίδρασις ἐπὶ τὸ ἄτομον δὲν δύναται νὰ γίνη λόγος περὶ ἀκαταλογίστου. Καὶ παρανοϊκὸς καὶ κατεχόμενος ὑπὸ παράφρονος ἰδέας δυνατὸν νὰ εἶναι ἐπιδεκτικὸς πρὸς καταλογισμὸν εὐθύνης» [16]. Ποινικὴν εὐθύνη ὑπέχουν, κατὰ τὸν αὐτὸν συγγραφέα, πάντα τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα προσῆλθον καὶ παρέμειναν εἰς συνάθροισιν, τῆς ὁποίας ἠδύναντο νὰ γνωρίζουν τοὺς ἐγκληματικοὺς σκοπούς, εἴτε ἐνεργά, εἴτε παθητικὰ μέλη τοῦ ὄχλου ὑπῆρξαν.

Οὕτως εἰσέρχεται εἰς τὴν ποινικὴν εὐθύνην καὶ ἀντικειμενικόν στοιχεῖον: ὁ κίνδυνος τῆς κοινωνίας.

Μόνον ἀτομικὴν ποινικὴν εὐθύνην ἀναγνωρίζει ὁ Ναπολεόντειος Ποινικὸς Κῶδιξ τιμωρῶν, κατὰ τὸν γαλλικὸν ρασιοναλισμόν, τὸ ὡς λογικὸν ὑποτιθέμενον ἄτομον καὶ τοὺς συμμετόχους εἰς τό ἔγκλημα, χωρὶς καμμίαν διάκρισιν ἀρχηγῶν — ὁδηγῶν καὶ ἀκολουθοῦντος ὄχλου, καὶ ἀγνοῶν παντάπασι τὸ συλλογικὸν ψυχολογικὸν πρόσωπον τοῦ ὄχλου ἤ τῆς μάζης [17].

Ἀντιθέτως τὸ ποινικὸν δίκαιον τῶν γερμανικῶν χωρῶν καὶ ὁ ἐκ τούτου ἔχων τὴν προέλευσιν Ἑλληνικὸς Ποινικὸς Νόμος, θεσπίζοντες τὸ ἔγκλημα τῆς στάσεως ( Aufruhr), ἀναγνωρίζουν τὸ ψυχολογικὸν συλλογικὸν πρόσωπον τοῦ ὄχλου καί δίδουν, οὕτως εἰπεῖν συνθετικὴν ἔννοιαν τῆς ποινικῆς εὐθύνης τῶν μαζικῶν ἐγκλημάτων. Διότι καθορίζουν μὲν τὸ Ἔγκλημα τῆς στάσεως ἀντικειμενικῶς ὡς «δημοσίαν συνάθροισιν προσώπων τείνουσαν πρὸς βιαίαν ἐξέγερσιν κατὰ τῆς ἀρχῆς, πρὸς ἐκδίκησιν κατ' αὐτῆς, πρὸς ἐξαναγκασμὸν αὐτῆς νὰ προβῆ εἰς ἐνέργειαν ἡ πρὸς παρακώλυσιν μίας διατάξεως αὐτῆς»• ἀναγνωρίζουν ὅμως διαφορισμὸν καὶ διαβάθμισιν καταλογισμοῦ εὐθυνῶν καὶ ποινῶν, ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐνσυνειδήτου ἐνεργείας τοῦ ἀτόμου τοῦ ἐγκληματίου. Τοῦτο ἐκδηλοῦται εἰς τὸν ἀποχωρισμὸν τῶν ἀδικημάτων κατὰ τῆς περιουσίας καὶ τῶν ἰδιωτῶν ( διατάραξις τῆς κοινῆς εἰρήνης ἄρθρ. 193 Ἑλλ. Π.Ν.) ἀπὸ τῶν ἐγκλημάτων κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ κυρίως: α) εἰς τὴν διάκρισιν τριῶν σταδίων τῆς στάσεως (ἄρθρ. 173, 174, 175 Ἑλλ. Π.Ν.), καὶ β) εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀρχηγῶν καὶ ὁδηγῶν ἀπὸ τῶν ἁπλῶν συναιτίων (ἄρθρ. 179 καὶ 60 Ἑλλ. Π. Ν.) καὶ τῶν ὁπλοφορούντων ἀπὸ τῶν ἀόπλων.

Ἡ στάσις διαιρεῖται, κατὰ ταῦτα, εἰς τρία στάδια, ἀνταποκρινόμενα εἰς τρεῖς βαθμοὺς μαζοποιήσεως καὶ εἰς τρεῖς βαθμοὺς ποινικῆς εὐθύνης. Κατὰ τὸ πρῶτον «ἐκδηλοῦται μόνον ἡ προαίρεσις τῶν συναθροισθέντων, ἄλλ’ οὗτοι διαλύονται πάραυτα μετὰ τὴν προσταγὴν τῆς ἀρχῆς» [18]. Κατὰ τὸ δεύτερον, «οἱ συναθροισθέντες, παρὰ τὰς προσταγάς τῆς ἀρχῆς, παρεκτρέπονται εἰς ἀπειλάς καὶ ὕβρεις, ἀλλά ἀποκαθίσταται ἡ ἡσυχία, πρίν τελεσθῶσι βιαιοπραγίαι κατὰ προσώπων ἤ πραγμάτων» [19]. Κατὰ τὸ τρίτον « οἱ στασιασταὶ προβαίνουσιν εἰς βιαιότητας κατὰ προσώπων καὶ πραγμάτων, κινητῶν ἤ ἀκινήτων» [20]. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῆ, ὅτι τοιοῦτος Ποινικὸς Νόμος, παρακολουθῶν μετὰ τοιαύτης ὑπομονῆς καὶ ἐπιεικείας τὴν λεπτομερῆ ψυχολογικὴν ἐξέλιξιν τῶν ἀτόμων τῆς μάζης, δὲν ἀπονέμει εἰς αὐτὰ δικαιοσύνην. Καὶ ὑπερβολικὴν ἴσως δικαιοσύνην, δεδομένων τῶν μεγίστων δυσχερειῶν τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας πρὸς διαπίστωσιν συγκεκριμένων ἐγκλημάτων συγκεκριμένων ἀτόμων ἐντός τῆς συγχύσεως τῆς ἐπαναστατικῆς δράσεως. Τὰ αὐτὰ ἰσχύουν καὶ διὰ τὴν διάκρισιν μεταξὺ ἀρχηγῶν καὶ ὁδηγῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ συναιτίων ἀφ' ἑτέρου.


[1]. Ἄλλο ζήτημα τὸ ὠργανωμένον προλεταριᾶτον (ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων καὶ τῶν πολιτικῶν του κομμάτων), τοῦ ὁποίου τὴν σχέσιν, ὡς πρὸς τὴν μᾶζαν, θὰ πραγματευθῶμεν κατωτέρω.

[2]. Τοennies, Gemeinschaft und Gesselschaft, βλ. Π.Κανελλοπούλου, κοινωνία τῆς ἐποχῆς μας, Ε. Λεμπέση, Κοινωνία καὶ κοινότης τοῦ Ferdinand Toennies, εἰς «Νέαν Ἡμέραν» 1935/36.

[3]. Περὶ τοῦ ὅτι διὰ τῶν μηχανῶν δῆθεν μηχανοποίησις τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελεῖ μῦθον, βλ. Ε. Λεμπέση, Κοινωνία καὶ κοινότης τοῦ Ferdinand Toennies, ἔνθ. ἀνωτ. Ἀξιοπαρατήρητον ὅμως εἶναι λ.χ. τὸ φαινόμενον τῶν Γερμανῶν ὠργανωμένων ἐργατῶν, τῶν ὁποίων ψυχικὴ ζωὴ ἦτο τόσον πλουσία, ὥστε ἀπέδιδε τὰ ἄνθη αὐτῆς τόσον εἰς τὰς γλάστρας τῶν παραθύρων τῶν λίαν περιποιημένων καὶ λίαν μικροαστικῶν ἐργατικῶν κατοικιῶν, ὅσον καὶ εἰς τὰ νυκτικὰ καὶ τὰς ἐστολισμένας παντούφλας τῶν διασήμων αὐτῶν ἐπαναστατῶν, τὰς ὁποίας ματαίως ἠγωνίζοντο νὰ τοὺς ἀφαιρέσουν τῷ 1919-23 οἱ κομμουνισταί, διὰ νὰ τοὺς πείσουν ὅτι ἀποτελοῦν ἐπαναστατικὴνμᾶζαν. . Ἀντιθέτως, ὅμως, πλουσία ψυχικὴ ζωὴ τοῦ Γερμανοῦ ὠργανωμένου προλεταρίου ἐνίκησε τὴν μηχανὴνκαὶ παντούφλα τὴν ἐπανάστασιν.

[4]. Geiger: «Μᾶζα εἶναι κοινότης εἰς τὸ μέγα Ὄχι!».

[5]. Πρβλ. John Reed, Zehn Tage die die Welt erschütterten. - Philipps Price. Die russische Revolution. – Landau – Aldanow, Lenin und der Bolschewismus, Trotzky, Mein Leben. Τοῦ αὐτοῦ: νοn der Oktoberrevolution bis zum Brester Friedensvertrag. Περὶ τῆς γερμανικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1919: Ρhillipp Scheidemann, Der Zusammenbruch. Eberhard Bruchner, Revolutionsdokumente. Περὶ τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1789: Κropotkin, Die Französiche Revolution. Περὶ τῶν στάσεων τῆς ἀρχαιότητος: Μοmmsen, Römische Geschichte. Beer, Geschichte des Sozialismus und der sozialen Bewegung Ι.

[6]. Gumplowicz, oziologie und Politik.

[7]. N.Lenin, Staat und Revolution, κεφάλαιον τελευταῖον.

[8]. Ἀναλυτικὴ πραγματεία καὶ κριτικὴ τῆς θεωρίας ταύτης ἐκ τῶν νεωτέρων εἰς Kelsen, Staat und Sozialismus, Er. Lenz, Marxismus und Staat φιλοσοφικῶς Spengler, Jahre der Endscheidung. Ε. Λεμπέση, Κοινωνία καὶ Κράτος κλπ.

[9]. Περιττὸν νὰ λεχθῆ, ὅτι «ἄρσις» τοῦ καπιταλισμοῦ δὲν εἶναι μόνον ὁ σοσιαλισμός, ἀλλά καὶ πᾶσα μετατροπὴ αὐτοῦ μὲ τὴν αὐτὴν βάσιν. Καὶ εἰς τοῦτο ἐπίσης οὐδὲν δύναται νὰ μεταβάλη ἡ «διαλεκτικὴ» σοφιστεία. Πρβλ. Sombart, Hochkapitalismus, Τοῦ αὑτοῦ Prol. Soz.

[10]. Περιττόν νὰ τονισθῆ, ὅτι ἐὰν συγκριθῆ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Γερμανίας ἤ τῆς Ρωσσίας κατὰ τὴν περίοδον ταύτην πρὸς τὰ ὡς ἄνω φαινόμενα, οὐδεμία ἀντιστοιχία αὐτῆς πρὸς ταῦτα παρατηρεῖται.

[11]. Τοῦτο ἰσχύει ἰδιαιτέρως διὰ τὴν ἐνταῦθα ἐκτιθεμένην θεωρίαν τῆς μάζης, ἥτις δέχεται αὐτὴν ὡς ἄλογον καὶ πρωτογενῆ φυσικὴν δνναμιν. Ἰσχύει δὲ ὀλιγώτερον διὰ τοὺς ὑπὸ ἄλλων θεωριῶν καλουμένους ὄχλους ὡς ἁπλῶς ἑτερογενῆ συνοθυλεύματα, εἰς τὰ ὁποῖα διατηρεῖται ἡ ἀτομικότης, — καὶ ἑπομένως ἡ εὐθύνη — πολλῶν ἀτόμων.

[12]. Βεβαίως δύνανται νὰ ὑπάρξουν καταστάσεις ἀγρίας ὑποτιμήσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν ὀλιγώτερον ἤ καθόλου προικισμένων ἀτόμων καὶ ἡ ἀδικία νὰ βοᾶ, καὶ ἐπίσης δύναται νὰ βελτιοῦται ἀπεριορίστως ἡ κατάστασις αὐτῶν, ἀλλά τοῦτο δὲν μεταβάλλει τίποτε εἰς τόν βασικὸν φυσικὸν νόμον, ἐφ’ ὅσον πάντοτε θὰ ὑπάρχουν «ἀνώτεροι» καὶ «κατώτεροι». Καὶ αὐτὸ ἔχει σημασίαν. Ὄχι τὸ συνολικόν πολιτιστικὸν ἐπίπεδον μίας κοινωνίας, οὔτε αἱ διάφοροι διαβαθμίσεις.

[13]. Τὸ πότε ὅμως κάμνουν κατάχρησιν εἶναι ζήτημα ὄχι μόνον ἀντικειμενικῆς, ἀλλά καὶ ὑποκειμενικῆς ἐκτιμήσεως τῶν μαζοποιηθέντων ἀτόμων καὶ ἰδίως τῶν δημαγωγῶν. Διότι ἡ «ἐνδόξως» ἁλωθεῖσα Βαστίλλη περιελάμβανε, ἀντὶ τῶν χιλιάδων ἀγωνιστῶν, — ὅπως διέδιδον οἱ δημαγωγοὶ — ἁπλῶς 5 κοινοὺς ἐγκληματίας!

[14]. Σημειωτέον ὅτι ὁ καθηγητὴς Γαρδίκας, καίτοι μνημονεύει εἰς τὸ ἀνωτέρω ἔργον του καὶ τὴν ἀνὰ χεῖρας μελέτην μου, δὲν προϋποθέτει τὴν μᾶζαν ὡς πρωτογενῆ φυσικὴν δύναμιν, καὶ δὲν ὁμιλεῖ περὶ μάζης, ἀλλά περὶ ὄχλων καὶ ὀχλοκρατίας. Ἡ ἐνταῦθα ἐκτιθεμένη κοινωνιολογικὴ θεωρία περὶ μάζης εἶναι φαινομενικῶς πλησιεστέρα πρὸς τὸ ἀκαταλόγιστον τῆς μάζης, ἀπὸ τὰς περὶ ὄχλων κοινωνιολογικάς καὶ νομικάς θεωρίας. Ἐν τούτοις, κατὰ τὴν ὡς ἄνω ἀνάλυσιν, καὶ αὐτὴ ἄγεται εἰς τὸ καταλογιστὸν τῶν ἀτόμων τῆς μάζης εἰς τὰ στάδια τῆς παθητικῆς καὶ τῆς λανθανούσης μάζης καὶ πρὸ τῆς ἐπαναστατικῆς ἐκρήξεως.

[15]. Γαρδίκας 394.

[16]. Γαρδίκας, 395.

[17]. Δριμεῖαν κριτικὴν κατὰ τοῦ τοιούτου γαλλικοῦ ρασιοναλισμοῦ βλέπει εἰς Gustave Le Bon, Psychologie des Revolutions.

[18]. Γαρδίκας, 398.

[19]. Γαρδίκας, αὐτόθι.

[20]. Γαρδίκας, αὐτόθι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου