Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Σύγχρονοι σοφιστὲς...


         

Ὁ "ἀντινεοφιλελεύθερος" ΕΞΑΝΤΑΣ προπαγανδίζει ἐμετικά καὶ ἀνθρωπιστικά
         Οἱ ἀρνητικές κρίσεις γιὰ τὴν πραγματικότητα τοῦ φιλελευθερισμοῦ, ἄν δὲν συνοδεύονται ἀπὸ τὴν ἰδεολογικὴ του ἀπόρριψη καὶ μιὰ συγκροτημένη ἀντιπρόταση, ἀποτελοῦν τὸν καλύτερό του σύμμαχο. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀμφισβητίες "ξεχνοῦν" ὅτι ἡ ἑκάστοτε ἰδεολογία ἀποτελεῖ ὄχι μόνον μέρος τῆς πραγματικότητος, ἀλλὰ τὸν ἀναγκαῖο καὶ ἱκανὸ παράγοντα ἔνταξης μιᾶς κονωνίας ἐντὸς της. Προσπαθοῦν νὰ ξεπεράσουν τὴν ἀρνητικὴ εἰκόνα ποὺ καταγγέλουν, μεταρρυθμίζοντας - μασκαρεύοντας τὴν ἰδεολογικὴ της βάση. Ὅμως οἱ δομὲς καὶ οἱ θεσμοὶ ἑνὸς συστήματος, ὅσο καὶ ἄν ἀμφισβητοῦνται ἤ πλήττονται σὲ ἐποχές κοινωνικῶν ἀναταραχῶν, ἀναπαράγονται αὐτούσια ἂν ἡ ἰδεολογία ποὺ τὶς δημιουργεῖ παραμείνει ἀνέπαφη. Ὑπ' αὐτὴν τὴν ἔννοια τὸ εὐπώλητο ΔΟΓΜΑ ΤΟΥ ΣΟΚ δὲν ἀφυπνίζει ἀλλὰ νανουρίζει. Οἱ προπαγανδιστὲς μιᾶς θολῆς Εὐρώπης τῶν λαῶν λειτουργοῦν ὡς ἀνάχωμα τῆς Ε.Ε. Ἡ δαιμονοποίηση τῆς ἀγορᾶς δὲν διαφέρει οὐσιωδῶς ἀπὸ τὴν θεοποίησή της, ὅταν ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου μένει ἴδια καὶ ἀπαράλλαχτη. Καριερίστες ποὺ διαρρηγνύουν τὰ ἱμάτιά τους κατὰ τῆς τραπεζικῆς παντοδυναμίας καὶ τῶν μεγάλων οἰκονομικῶν συμφερόντων προπαγανδίζουν ἐμετικὰ καὶ δίνουν συγχωροχάρτι στὶς ἀνθρωπιστικὲς στρατιωτικὲς - ἀνθρωπιστικὲς ἐπεμβάσεις.  Ἐν τέλει τὰ σοφίσματα τῶν «ἀρνητῶν» τοῦ «καπιταλισμοῦ τῆς καταστροφῆς», οἱ ἀκτιβισμοὶ ἀλὰ Ρουβίκωνα κατὰ τῆς παγκοσμιοποίησης ἤ τῆς λιτότητας, καὶ οἱ ἐπιφανειακοὶ ἀρνητὲς τῆς πρωτοκαθεδρίας τῆς ἀγορᾶς, ἀσχέτως καλῶν προθέσεων ἤ ὑπολογισμῶν καριέρας, ὁδηγοῦν στὸν συμβιβασμὸ καὶ τὴν «κατάργηση» τῆς πλαστικῆς σακούλας ὡς κίνησης φιλικῆς πρὸς τὸ περιβάλλον…Tὸ ἑπόμενο βῆμα εἶναι ἡ ποινικοποίηση τῆς προσφορᾶς ἀνθοδέσμης, πρὸς τὸ ἀσθενὲς φύλο, ὡς σεξουαλικὴ παρενόχληση...



         Στὸ κείμενο τοῦ Γερασίμου Κακλαμάνη ποὺ ακολουθεῖ, θὰ δοῦμε τὸ ζήτημα τῆς ἰδεολογίας εὐρύτερα, καὶ πῶς ὁποιαδήποτε ἰδεολογία σὲ κρὶση ἐναπόθετε, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα, τὶς ἐλπίδες της γιὰ ἀνανέωση, στοὺς ἀντίστοιχης ποιότητος «σοφιστές» τῆς ἐποχῆς της. Στὴν περίπτωση τοῦ φιλελευθερισμοῦ - ὅπως καὶ τοῦ εὐρωπαϊσμοῦ - ὅλοι οἱ προαναφερθέντες, φαινομενικὰ πολέμιοί του, εἶναι ἀναμενόμενο νὰ προσπαθοῦν νὰ περισώσουν τὰ συντρίμμια του…


ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΕΙΣ (σελίδες 114 -131)

( Γερασίμου Κακλαμάνη )

         Ἀπαιτεῖται ἴσως ἐδῶ νὰ ἀναφερθοῦμε γενικὰ στὸν ρόλο καὶ τὸν ὁρισμὸ τῆς Ἰδεολογίας.

         Ἰδεολογία καλεῖται ἡ κοινωνικοποίηση ἰδεῶν.

         Τοῦτο συνεπάγεται - πρῶτον - ὅτι προϋποτίθεται ἕνα μίνιμουμ ποσοστὸ συνειδησιακῶν περιεχόμενων, ποὺ θὰ τὴν ὑποδεχθοῦν ὡς φορεῖς. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτή, ὡς ἐκφράζουσα ἡ ἰδεολογία μιὰ πραγματικὴ κατάσταση Ἱστορικότητας, εἶναι ἀλήθεια. Δεύτερον : ὅτι ἡ ἰδεολογία εἶναι κάτι τὸ ἐξ’ ὁρισμοῦ ψευδές, διότι ἡ ἀλήθεια τῶν ἰδεῶν εἶναι ἀντιστρόφως ἀνάλογη τῆς δυνατότητος κοινωνικοποιήσεώς των.

         Γιὰ τὴν κοινωνικοποίηση τῶν ἰδεῶν δὲν ἀπαιτεῖται ἡ χρήση Λογικῆς, ἀλλὰ στοιχείων ἀλόγων. Ἡ λειτουργία τῆς Ἰδεολογίας ἐπιτυγχάνεται, ἐφ’ ὅσον σ’ αὐτὴ συμμετέχει ὁ ἄνθρωπος κατὰ τρόπο σταθερὸ - πρᾶγμα ποὺ ἀπαιτεῖ τὴ μὴ λογικὴ οἰκείωση τῶν «ἰδεῶν» τῆς ἰδεολογίας.

         Ἡ λογικὴ ἀντίληψη διαφέρει ἀπὸ ἀνθρώπου σὲ ἄνθρωπο. Ἐπὶ πλέον, ἡ Λογικὴ ἑκάστου βρίσκεται σὲ διαρκῆ κινητικὸ διαφορισμό, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν μὴ λογική του συγκρότηση, ἡ ὁποία παραμένει σταθερὴ κατὰ πολὺ μεγαλύτερα χρονικὰ διαστήματα. Ἡ μεταποίηση τῆς μὴ λογικῆς δομῆς τοῦ ἀνθρώπου (δὲν λέμε μεταβολή, γιατί δὲν εἶναι ἐξακριβωμένο ἂν τελικῶς αὐτὴ μπορῇ καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ μεταβληθῆ κατὰ τὶς ψυχολογικὲς πρωταρχές της. Ἡ κοινωνικὴ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι βέβαια συνισταμένη συνθηκῶν καὶ τοῦτο ἀκριβῶς προϋποτίθεται γιὰ τὴν ὕπαρξη Ἰδεολογίας. Εἶναι ὅμως κάτι τὸ διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν προσωπικὴ σχέση μὲ τὴν Ἰδεολογία) ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν λογική του ἀντιληπτικότητα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ταυτόσημο μὲ τὸν χαρακτηρισμὸ τῆς λογικῆς ἀπὸ τὴν μὴ λογικὴ ὕπαρξή του. Ἡ Λογικὴ εἶναι πιὸ ροῖκή ἔναντι τῶν περιεχόμενων τῆς ἐμπειρίας (καίτοι σταθερὴ ἔναντι τῶν νοητικῶν, ὅπως π.χ. οἱ ἀρχὲς τῆς Ἀριθμητικῆς), ἀπὸ ὅσο ἡ ψυχολογικὴ καὶ μὴ λογικὴ συμμετοχὴ του σ’ αὐτά. Εἶναι συνεπῶς στοιχεῖα τῆς Ἰδεολογίας τόσο ἡ προπαγάνδα, ὅσο καὶ ἡ θρησκεία. Σ’ αὐτές, ὅπως καὶ στὴν Ἰδεολογία, ὁ ἄνθρωπος συμμετέχει - ἐφ’ ὅσον συμμετέχει - ἀπόλυτα, διότι τὸ χαρακτηριστικό τῆς μὴ λογικῆς ἀπὸ τὴν λογικὴ συμμετοχὴ σὲ ἕνα σύνολο «ἰδεῶν» εἶναι ὅτι τὸ ἄτομο συμμετέχει κατὰ τρόπον ἀπόλυτο.

         Ἀνεξαρτήτως τῶν διαφορῶν τῶν ἐπὶ μέρους μὴ λογικῶν δομῶν, ἡ μέσῳ αὐτῶν οἰκείωση τῶν πραγμάτων γίνεται κατὰ ἀπόλυτον τρόπο, ἐνῷ ἡ διὰ τῆς λογικῆς προσέγγιση παραμένει πάντα σχετικὴ ἐξ αἰτίας τῆς ἰδίας τῆς ὑφῆς τῆς λογικῆς διεργασίας. Ἡ θρησκεία ὡς ἰδεολογία εἶναι εὐρύτερο φαινόμενο, ἀλλὰ τοῦ ἰδίου χαρακτῆρα μὲ κάθε ἄλλη κοινωνικὴ ἰδεολογία. Καὶ στὶς δύο ὑφίσταται τὸ πρόβλημα τῆς προσωπικῆς σχέσης, ἐπέκεινα τῆς ἱστορικῆς διαμόρφωσης τῶν περιεχομένων τους. Ἐπειδὴ ἡ ἰδεολογία φτιάχνεται μὲ λέξεις, ἡ ἀλήθεια της εἶναι εὐθεῖα συνάρτηση τῆς ἀλήθειας τοῦ ἱστορικοῦ περιεχόμενου τῶν λέξεων. Δὲν ὑπάρχουν ἄρα ἰδεολογίες μὲ ἀπόλυτο περιεχόμενο ἰδεῶν.

         Ἡ ὕπαρξη ἰδεολογίας δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα βουλήματος ὡρισμένων κοινωνικῶν μερίδων, ἀλλὰ ἀπορροὴ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν κοινωνικὴ ὕπαρξη τῶν ἀνθρώπων καὶ κατὰ τὸν ἴδιο λόγο μὲ αὐτή. Ἡ ἰδεολογία εἶναι συστατικὸ στοιχεῖο ὅλων των κοινωνιῶν καὶ πηγάζει ἀπὸ βαθύτατες καὶ ἀναλλοίωτες καταβολὲς τοῦ ἀνθρώπου. Χωρὶς ἰδεολογία εἶναι ἀνέφικτη καὶ ἀδιανόητη ὁποιαδήποτε κοινωνία. Ἡ ψυχοκοινωνικὴ μελέτη τῶν σχέσεων καθορίζει τὴν ἰδεολογία σὰν «ἐποικοδόμημα» μιᾶς κοινωνικῆς δομῆς, ἀλλὰ τοῦτο καμμία σχέση δὲν ἔχει μὲ τὴν οὐσία τῆς ἰδεολογίας καὶ τὴν φύση της. Τὸ μόνο ποὺ πιστοποιεῖ μιὰ τέτοια θεωρήση εἶναι τὸ ἁπλὸ ἐμπειρικὸ γεγονὸς ὅτι στὶς τάδε σχέσεις παραγωγῆς ἔχομε τὴν δεῖνα ἰδεολογία πρᾶγμα ποὺ καθόλου δὲν συσχετίζεται μὲ τὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς ἰδεολογίας. Παρὰ τὶς διαπιστώσεις ἀπὸ τὴν μελέτη τῆς ἱστορίας εἶναι ἀδύνατη ἡ ἀπόκριση, περὶ τῆς ἐπιμονῆς τῆς ὑπάρξεως θρησκειῶν, μὲ μόνο κοινωνικὰ μέσα. Τὸ θέμα τῆς καταγωγῆς τῆς Ἰδεολογίας, ἐπειδὴ εἶναι ζήτημα ἀρχῆς, ἐξέρχεται τῶν πλαισίων τῆς ὁποιασδήποτε κοινωνικῆς μεθόδου. Ἔχομε δηλαδὴ καὶ ἐδῶ τὸ ἴδιο φαινόμενο ποὺ συναντοῦμε σχετικὰ μὲ τὶς ἀρχὲς ὅλων τῶν ἐπιστημῶν, ἰδιαίτερα δὲ τῶν Μαθηματικῶν : οἱ ἀρχὲς τῶν ἐπιστημῶν δὲν ἐμπίπτουν μέσα στὴν μέθοδο καὶ τὶς δυνατότητες τῆς ἴδιας τῆς ἐπιστήμης. Οἱ ἐπιστῆμες εἶναι ἁρμόδιες γιὰ τὶς συνέπειες τῶν ἀρχῶν τους καὶ ὄχι γιὰ τὶς ἴδιες τὶς ἀρχές, οἱ ὁποῖες ἀνάγονται σὲ ἄλλες σφαῖρες. Τοῦτο ἰσχύει σὲ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες, καὶ εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ καθιστᾷ δυνατὴ τὴν «φιλοσοφία» τῶν ἀπόψεων περὶ τῶν ἀρχῶν μιᾶς ἐπιστήμης. (Ἡ δυνατότητα αὐτὴ τῆς «φιλοσοφίας τῶν ἀρχῶν» εἶναι ἡ μοναδικὴ πηγὴ γονιμότητας τῶν ἴδιων τῶν ἐπιστημῶν, διότι καθιστᾷ δυνατὸ τὸν ἱστορικὸ ἐμπλουτισμὸ καὶ τὴν περαιτέρω χρησιμοποίησή τους. Τά ἴδια ἰσχύουν καὶ περὶ τῆς καταγωγῆς τῆς ἰδεολογίας).

         Ἡ ἰδεολογία δὲν εἶναι ἐπινόημα μερικῶν, ποὺ θέλουν νὰ ἐξαπατοῦν τοὺς «ἄλλους», ἀλλὰ εἶναι μιὰ βαθύτερη τάση τῶν «ἄλλων» ποὺ καθιστᾷ δυνατὴ τὴν ὕπαρξη ἰδεολογίας. Ἡ ἰδεολογία πηγάζει ἀπὸ τὴν ἔμφυτη τάση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν εὐτυχία του στὸ μέγιστο δυνατό. Ἰδεολογία εἶναι ἀκριβῶς ἡ δίοδος τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν εὐτυχία του.

         Ὅπως ἐξηγήσαμε στὴν ἀρχή, μόνο ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παράγῃ ἔργο γιὰ νὰ ζήση. Κανένα ζῷο δὲν ἔχει αὐτὴ τὴν ἱκανότητα καὶ κατὰ τοῦτο διαφέρει ἡ κοινωνικὴ ὕπαρξη τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν τῶν ζῴων. Δὲν νοεῖται ὅμως παραγωγὴ ἔργου χωρὶς τὴν ὕπαρξη ἀντιστάσεως. Τὸ ἔργο ἐκτελεῖται σὲ βάρος μιᾶς ἀντίστασης ποὺ προϋποτίθεται ὡς συστατικὸ στοιχεῖο τοῦ ἴδιου τοῦ ἔργου καὶ ὁ ἄνθρωπος παράγοντας ἔργο εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κατανικᾷ ἀντιστάσεις. Γιὰ τὸ ἁπλὸ μηχανικὸ ἔργο ἀπαιτεῖται ἡ καταβολὴ δυνάμεως μόνον, ἐνῷ γιὰ τὴν παραγωγὴ τοῦ κοινωνικοῦ ἔργου ἀπαιτεῖται πλὴν τῆς δυνάμεως (ποὺ ὑποτίθεται δεδομένη ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν φυσικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου) καὶ ἡ συμμετοχὴ τῆς βούλησης. «Τοῦ θέλειν καὶ τοῦ δύνασθαι συνηνωμένων», ἔλεγε ὁ Leibniz, «ἐπακολουθεῖ ἡ πρᾶξις».

         Ἐγγίζομε ἔτσι τὸ πρόβλημα τῆς ἀτομικῆς συνειδητοποίησης. Στὴν ἰδεώδη κατάσταση τῶν πραγμάτων εἶναι προφανές, ὅτι ἡ κοινωνικὴ ἐργασία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι συνάρτηση τοῦ βαθμοῦ τῆς κοινωνικῆς του συνειδητοποίησης. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος συντελεστὴς τῆς ἀτομικῆς συμμετοχῆς, ὡς προϋπόθεσης τοῦ κοινωνικοῦ προϊόντος. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς παρουσιάζεται τὸ κενό, ποὺ καλύπτει ἡ ἰδεολογία. Δὲν ἐμφανίζουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τὸν αὐτὸ βαθμὸ βουλητικῆς διεγέρσεως πρὸς κοινωνικὴ ἐργασία. Ἂν μεταξύ τῆς σωματικῆς δύναμης τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχουν μικρὰ περιθώρια ἀπόκλισης, μεταξύ τῆς βουλητικῆς των δυνάμεως οἱ ἀποκλίσεις εἶναι τεράστιες καὶ συνιστοῦν τὶς ποιοτικὲς διαφορὲς των (ἂν ὄχι καθ’ ἑαυτές, ἔναντι πάντως τοῦ κοινωνικοῦ συστήματος ποὺ συγκροτοῦν). Λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ ἐκ πολλαπλῶν λόγων ἐλαττωμένου ἢ ἐλλιπῶς ὠργανωμένου βουλητικοῦ των συντονισμοῦ, ἡ ἀντίσταση γιὰ τὴν παραγωγὴ τοῦ κοινωνικοῦ ἔργου, δημιουργεῖ τὸ αἴσθημα τοῦ πόνου, τὸ ὁποῖον, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἰδεολογία, μετατρέπεται σὲ αἴσθηση δυστυχίας καὶ συνεπῶς κοινωνικῆς ἀδράνειας.

         Ἡ ἔλλειψη ἰδεολογίας, λόγῳ τῶν συντελεστῶν τῆς ἀνθρώπινης ἐργασίας γενικά, φέρει τὸν ἄνθρωπο σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν κοινωνική του συνθήκη – δηλαδὴ τὸν καθιστᾷ φορέα διαλυτικῆς διαθέσεως ἔναντι τῆς προϋποθέσεως τῆς ἱστορικῆς του ὑπάρξεως, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν κοινωνική του ἐργασία. Ἐνῷ ἕνα ἄλλο κοινωνικὸ ζῷο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερβῇ τά φυσικὰ δεδομένα τῆς κοινωνικῆς του κατάστασης π.χ. δὲν μπορεῖ νὰ τραφῆ εἰς βάρος τῶν ἄλλων ζῴων ὁ ἄνθρωπος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχη κάτι τέτοιο ἐξ αἰτίας τῶν κοινωνικῶν του σχέσεων. (Στὴν Ἑλλάδα τουλάχιστον γνωρίζομε καλὰ αὐτὸ τὸ φαινόμενο τοῦ παρασιτισμοῦ, δηλαδή).

         Ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία εἶναι ταυτόσημη μὲ τὴν κοινωνικὴ ἐργασία καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τὸ προαίτημα κάθε κοινωνικῆς ἐπιστήμης. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἐργάζεται ἀλόγως καὶ νὰ ὑπάρχη δυστυχής, καταφεύγει ὀργανικὰ πλέον στὴν διαφυγὴ τῆς ἰδεολογίας. Ἐφ’ ὅσον ἡ ἰδεολογία εἶναι ἐπιτυχὴς πρᾶγμα ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ πλῆθος παραγόντων, τοὺς ὁποίους μελετοῦν οἱ εἰδικὲς ἐπιστῆμες – κάνει τὸν ἄνθρωπο αἰσιόδοξο καὶ τοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἐπιμένῃ ἐργαζόμενος, δηλαδὴ νὰ ἱκανοποιῇ τὴν τάση του στὸ νὰ παραμείνη ἄνθρωπος καὶ νὰ μὴν περιπέση στὴν κατάσταση τοῦ ἀδρανοῦς καὶ μηχανικοῦ ζῴου.

         Οὔτε ὑπῆρξε, οὔτε πρόκειται νὰ ὑπάρξη ποτὲ κοινωνικὸ καθεστὼς χωρὶς ἰδεολογία. Διότι ἡ ἰδεολογία παρέχει στὸν ἄνθρωπο πίστη σὲ αὐτὸ ποὺ κάνει, τοῦ δίνει τὴν αἴσθηση τῆς «δημιουργίας» σ’ αὐτὸ ποὺ παράγει καὶ ἀποτελεῖ κατὰ τὸν τρόπο αὐτὸν ἕνα εἶδος συνεκτικῆς κόλλας τῶν ἀνθρώπων μέσα στὶς συνθῆκες τοῦ κοινωνικοῦ προϊόντος. Ὑποκαθιστᾷ ἔτσι τὸν φορέα τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς, τὸν ὁποῖο προϋποθέτει ἡ ἐργασία καὶ ποὺ σὲ ἄλλες κοινωνίες ὅπως τῶν μελισσῶν π.χ. ἀναλαμβάνει τὸ φυσικὸ ἔνστικτο.

         Οὐδέποτε ὑπῆρξαν καὶ οὔτε θὰ ὑπάρξουν βέβαια ἄνθρωποι ποὺ δὲν θὰ μοχθοῦν ἐργαζόμενοι. Ὁ ἀνώνυμος τεχνίτης τοῦ μεσαίωνα, ποὺ μετεβίβαζε ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ τὸ χτίσιμο τῆς Notre Dame, κουραζόταν ὑπέρμετρα. Τὸ ἔργο ὅμως ἀποπνέει χαρὰ καὶ αἰσιοδοξία, γιατί ἡ ἰδεολογία τοῦ ἀνθρώπου τῆς τότε ἐποχῆς τὸν ἐγέμιζε εὐαρέσκεια καὶ τὸν καθιστοῦσε δημιουργό. Ὁ ἐπιστήμων ἢ ὁ καλλιτέχνης δημιουργὸς (αὐτὸς δηλαδὴ ποὺ συμπυκνώνει στὴν ὕπαρξή του τὴν ἐποχή του), ὁ ὁποῖος ἐργάζεται μ’ ἀτέλειωτη ἐπιμονὴ πάνω στὸ θεώρημα ἤ τὸ ἔργο τέχνης, προσκρούει σὲ τεράστια ἐμπόδια καὶ πολλὲς φορὲς ὁ ἀγῶνας του σημαίνει κυριολεκτικὴν ἀνάλωση τῆς ὕπαρξής του. Ὑπάρχει μιὰ «ἰδεολογία» καὶ ἡ ἰδεολογία αὐτὴ ἔχει μείνει ἀνάλλαγη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ποὺ ἐπιβάλλει στὸν ἐπιστήμονα ἤ τὸν καλλιτέχνη νὰ ταυτίση τὴν «εὐτυχία» του μὲ τὸ ἔργο του. Καὶ τοῦτο ὄχι λίγες φορὲς εἰς βάρος τῆς ἴδιας τῆς βιολογικῆς του ὑπόστασης. (Ὅπως ἐξηγοῦμε παρακάτω, ὑπάρχουν κάποιες μονοσήμαντες συνθῆκες ποὺ ἐπιβάλλουν τὴν κοινωνικὴ λειτουργία τοῦ «πνευματικοῦ ἀνθρώπου» καὶ οἱ ὁποῖες ἐνίοτε τὸν ἐμποδίζουν νὰ ἀποδεχθῆ τὸν περισπασμὸ ποὺ ἀπαιτοῦν οἱ διαδικασίες τῆς εὐχεροῦς ἐπιβίωσης).

         Ὅ,τι ὅμως ἰσχύει γιὰ ἕναν ἤ λίγους ἀνθρώπους - σαφῶς ἱστορικὰ αἰτιολογημένους - δὲν μεταφέρεται ἀφαιρετικὰ στὸ σύνολο τῶν ἀνθρώπων. Στὰ σύνολα, εἴτε μαθηματικὰ εἴτε ἀνθρώπινα, ἰσχύουν ἄλλοι νόμοι ἀπὸ τοὺς ἐπὶ μέρους. Καὶ σὰν σύνολο πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν πάψη νὰ ἐργάζεται - ὁπότε χάνεται κάθε νόημα τῆς ὕπαρξής του καὶ τῆς ἱστορίας του - καὶ γιὰ νὰ τὸ κατορθώση ἔχει ἀνάγκη νὰ εὕρη τρόπους νὰ ὑπερβῇ τά ἐμπόδια καὶ τὸν κάματο. Ἐφ’ ὅσον βρίσκεται «δεμένος» μὲ αὐτὸ ποὺ κάνει, ἡ κούραση καὶ ἡ φθορὰ ἀναπληρώνεται ἀπὸ τὴν εὐχαρίστηση τῆς δημιουργίας. Ἐξ οὗ καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἰδεολογίας.

         Οἱ ἰδεολογίες δὲν χωρίζονται σὲ καλὲς καὶ κακές, ἀλλὰ σὲ ἐφθαρμένες ἤ μή. Ὑφίσταται μόνον θέμα τῆς ἀντιστοιχίσεως μιᾶς ἰδεολογίας μὲ τὴν ἱστορικὴ κατάσταση τῆς κοινωνίας καὶ ὄχι κρίσεως τῆς ἰδεολογίας καθ’ ἑαυτῆς. Μιὰ ἰδεολογία ποὺ θὰ ἔτρεφε τοὺς ἀνθρώπους μὲ τά μεγαλύτερα ψέμματα καὶ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ παραμένῃ ἀνεπηρέαστη ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ χρόνο, θὰ ἦταν ἐξ ἴσου καλὴ μὲ ὁποιαδήποτε ἰδεολογία ποὺ θὰ περιεῖχε τὶς μεγαλύτερες ἀλήθειες. Σκοπὸς τῆς ἰδεολογίας δὲν εἶναι νὰ παρέχῃ οὔτε καλό, οὔτε κακό, ἐπειδὴ αὐτὲς οἱ ἔννοιες ἐπιδέχονται ἱστορικοὺς καθορισμοὺς καὶ δὲν μεταβάλλονται κατ’ ἀνάγκην ἄμεσα ἀπὸ τὴν ἰδεολογία. Π.χ. ἡ ἔννοια τῆς χριστιανικῆς συναλληλίας εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρχῃ μὲ τὸ ἰδεολογικὸ «καλό» της οἰκονομίας τοῦ Laissez faire (ὁ θανατός σου ἡ ζωή μου). Οἱ ἠθικὲς ἀρχὲς τοῦ καλοῦ ἤ τοῦ κακοῦ, ποὺ μορφώνουν ἕνα γενικώτερο ἐπίπεδο πολιτισμοῦ, δὲν συμβαδίζουν ἀναγκαστικὰ μὲ τὸ περιεχόμενο τῶν ἀντιστοίχων πραγμάτων τῆς ἰδεολογίας. Παράδειγμα ἔχομε τὸ καθεστὼς τῆς δουλείας στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Παρὰ τὶς φιλοσοφικὲς ἀρχὲς περὶ ἐλευθερίας καὶ ἰσότητος, ἔχομε θεωρητικὴ κατοχύρωση τοῦ θεσμοῦ καὶ ἰδεολογικὴ πρακτική του. Στὸ καθεστώς τῆς Σπάρτης δὲν ἔχομε ἰδεολογία, ἐπειδὴ ἐκεῖ, ὅπως λέει ὁ Πλούταρχος, ἰσχύει ἡ συμπεριφορὰ τῆς βίας. Στὴν Ἀθήνα ὅμως οἱ ἄνθρωποι εἶναι «φύσει ἐλεύθεροι καὶ φύσει δοῦλοι» τὸ ὁποῖον δηλοῖ : μπορεῖ κανεὶς νὰ συγκαταλέγη νοητικὰ τὸν ἑαυτό του στοὺς «φύσει ἐλεύθερους» καὶ νὰ συνεχίζῃ νὰ ἐργάζεται κοινωνικὰ ὡς δοῦλος. Μὲ τὴν διέξοδο αὐτὴ δὲν ὑπῆρχε λόγος, στὸ καθεστὼς τῆς καλλιεργημένης καὶ δημοκρατικῆς Ἀθηνᾶς, νὰ δυσανασχετίση κάποιος συμμετέχων στὴν κοινωνικὴ δουλεία.

         Βέβαια ἡ ἰδεολογία τῆς δουλείας στὴν Ἀθήνα δὲν προέκυψε τόσον ἁπλᾶ. Εἶναι συνέπεια ἄλλων βαθυτέρων ἱστορικῶν καὶ κοινωνικῶν αἰτίων καὶ κυρίως τῆς δημοκρατικῆς ἀναδιαρθρώσεως τῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας. Μόνο ὑπὸ καθεστὼς δημοκρατίας προκύπτει ἡ ἀνάγκη τῆς ἰδεολογίας, διότι σὲ κάθε ἄλλη περίπτωση ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν πραγμάτων. Δημοκρατία δὲ εἶναι τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖο συμβαίνει τὸ μέγιστο τῆς πραγματώσεως τῶν ἰδεῶν. Ἡ ἱεράρχηση τῶν ἀξιῶν στὰ ἀριστοκρατικὰ καθεστῶτα, ἀποτελεῖ τὸ σῶμα τῆς ἰδεολογίας καὶ γιὰ τοῦτο ὁ στοχαστὴς τῆς κοινωνικῆς φιλοσοφίας καὶ δύσκολο εἶναι νὰ ὑπάρξη ἐκεῖ, καὶ ἐπιβλαβὴς καθίσταται. Ὅταν ὅμως οἱ κοινωνικὲς σχέσεις μεταπίπτουν σὲ κατάσταση δυναμικότητας καὶ ἀρχίζουν οἱ πάγιες παληὲς ἀξίες νὰ μετακινοῦνται ἀδιάκοπα, οἱ δεσμοὶ τῆς ἰδεολογίας ὡς φορέως κοινωνικῆς συνοχῆς χαλαρώνουν καὶ ἀμέσως ἀρχίζουν νὰ φουντώνουν οἱ «σοφιστές», οἱ «penseur libres» καὶ οἱ «φιλόσοφοι». Εἶναι οἱ δυνάμεις ποὺ ἐξαπολύει ἡ ἴδια ἡ κοινωνία γιὰ τὴν αὐτοσυντήρησή της καὶ συνεπῶς ἀποτελοῦν αὐτοὶ τά ὑποκείμενα ἐπὶ τῶν ὁποίων φέρεται ὁλόκληρη ἡ Ἱστορία. Δὲν εἶναι μόνο ὅτι καθορίζουν τὸ ἱστορικὸ μέλλον, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Μποχένσκι (Εὐρωπαϊκὴ Φιλοσοφία τοῦ παρόντος, ἑλλ. ἔκδ. σελ. 30 - 31), ἀλλὰ εἶναι τά ἀντισώματα ποὺ βγάζει ἀπὸ μέσα της ἡ ἴδια ἡ κοινωνία σὲ μεταβατικὲς περιόδους ἱστορικῶν μεταβολῶν. Στοχαστὲς ὑπάρχουν σὲ ὅλες τὶς ἐποχές, πλὴν ἡ σκέψη τους δὲν ἀποκτᾷ ἱστορικὸ ἀντίκρυσμα παρὰ μόνο σ’ ἐκεῖνες ποὺ τὴν ἔχουν ἀνάγκη. Καὶ ἀρκοῦν τότε δύο ἢ τρεῖς ἄνθρωποι γιὰ νὰ δημιουργήσουν ρεύματα καὶ σχολές. Οἱ σοφιστὲς ποὺ εἶναι οἱ πρῶτοι ἐκπρόσωποι τοῦ φαινομένου στὴν γνώστη μας ἱστορία δὲν διδάσκουν τὴν ἀφηρημένη ἠθικὴ ἔννοια τῆς ἀρετῆς (διότι τέτοια ἔννοια ὡς ἀποτέλεσμα φιλοσοφικῆς ἐρεύνης δὲν προϋπῆρχε τῶν σοφιστῶν. Αὐτὴ ἕπεται τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ προϋποθέτει τοὺς σοφιστές), ἀλλὰ τὴν εἰδικὴ ἐκείνη «ἀρετὴ» ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ δημιουργηθῆ ἰδεολογία. Δηλαδὴ τὴν πολιτικὴ ἀρετὴ ὄχι σὰν δεξιότητα διοικήσεως τοῦ Κράτους μέσα ἀπὸ ἕνα σύνολο νόμων ποὺ θὰ στηριζόταν σὲ δεδομένες ἀρχές, ἀλλὰ σὰν τρόπο δημιουργίας ἐκ μέρους τοῦ κράτους ἰδεολογίας. (Τὸ σημεῖο τοῦτο δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ καταλάβουν ὁ Πλάτωνας καὶ ὁ Ἀριστοτέλης, γιατί στὴν ἀρχαία σκέψη δὲν ὑπῆρχε ἡ ἔννοια τῆς κοινωνικῆς διαδικασίας ὅπως τὴν ξέρομε ἀπὸ τὸν διαφωτισμὸ κι’ ἐδῶ). Ἡ ἐπιβολὴ ἰδεολογίας δὲν προϋποθέτει κατ’ ἀνάγκην τὴν ἄκραν φιλοσοφικὴ διύλιση τῶν ἐννοιῶν, ἡ ὁποία φυσιολογικὰ ἕπεται τῶν σοφιστικῶν τεχνασμάτων. Εἶναι τὸ σημεῖο τὸ ὁποῖο τονίζει ἰδιαίτερα ὁ W.Jaeger στὴν «Παιδεία» του (τόμ. Α. σελ.324 κ.ε.) ἐξετάζοντας καθ’ ἑαυτὸ τὸ ἐσωτερικὸ περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τῶν σοφιστῶν.

         Ὅπως θὰ ἀντελήφθη ὁ ἀναγνώστης, ὁ τρόπος θεωρήσεως τῶν σοφιστῶν, τὸν ὁποῖον ἐκθέτομε ἐδῶ, ἐκφράζει προσωπική μας ἄποψη. Τὸ πρόβλημα φέρεται ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς συζητούμενο, μὲ συσχετισμούς, ποὺ σύμφωνα μὲ τά ὅσα ἀναφέραμε, μοιάζουν αἰρόμενοι : Π.χ. καταργεῖται ἡ ἀντιδικία μεταξὺ φιλοσόφων καὶ σοφιστῶν. Ἐξομοιωμένοι οἱ σοφιστὲς μὲ τοὺς σημερινοὺς «δοκιμιογράφους», δὲν ἀπασχολοῦνται μὲ τὸ περιεχόμενο ἤ τὴν ἐπεξεργασία τῶν φιλοσοφικῶν ἐννοιῶν, ἀλλὰ παίρνουν ὅλες τὶς παραδεδομένες φιλοσοφικὲς ἔννοιες, τὶς ἀποτελεσμένες σὲ ἰδεολογία, καὶ τὶς δοκιμάζουν πάνω σε τρέχοντα προβλήματα τοῦ παρόντος (ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν ἀρκοῦν μέσα στὰ νέα κοινωνικὰ δεδομένα καὶ καθίσταται ἀπαραίτητη ἡ συγκρότηση νέας ἰδεολογίας). Σκοπός τους δὲν εἶναι ἡ συναγωγὴ θεωρητικῶν συμπερασμάτων, ὅπως ἀκριβῶς δὲν εἶναι κάτι τέτοιο σκοπὸς καὶ τοῦ σημερινοῦ «δοκιμιογράφου». Τὸν «δοκιμιογράφο» δὲν τὸν ἀπασχολεῖ τὸ περιεχόμενο μιᾶς φιλοσοφικῆς διδασκαλίας καθ’ ἐαυτῆς, ἀλλὰ τὸ ποσοστὸ της τὸ ὁποῖο ἀπετελέσθη σὲ ἰδεολογία καὶ ἔχει σχέση μὲ συγκεκριμένο κοινωνικὸ φαινόμενο. Ἡ τέτοια θεωρήση τῶν σοφιστῶν ἐπιτρέπει ἀπάντηση σὲ σχετικὸ ἐρώτημα ποὺ ἀναφέρει ὁ A. Lesky (Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, σελ. 486) :

« Μπορεῖ κανεὶς καὶ ἐδῶ νὰ θέση τὸ ἐρώτημα ποὺ εἶναι βασικὸ γιὰ κάθε ἱστορία τοῦ πνεύματος, κατὰ πόσο ἡ κίνηση αὐτὴ (ἡ σκέψη τοῦ Ἡράκλειτου καὶ τοῦ Παρμενίδη) ἄλλαξε μὲ νέες ὠθήσεις τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῆς ἐποχῆς της ἢ ἔφερε σὲ τέλειαν ἀνάπτυξη αὐτὸ ποὺ ὑπῆρχε ἤδη «δυνάμει»... Ἔξυπνα πρὶν ἀπὸ λίγο ὁ Br. Snell γιὰ ἕνα τέτοιο θέμα θύμισε τὸ πρόβλημα τί εἶναι πρῶτο, τὸ αὐγὸ ἤ ἡ ὄρνιθα».

         Ἡ ἀπαντήση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὸ κατὰ πόσον , ὁ Βολταῖρος ἦταν φιλόσοφος ἤ κατὰ πόσον γνοιαζόταν γιὰ ἀκραιφνῆ νοήματα τῆς φιλοσοφίας. Μποροῦμε μὲ ἀσφάλεια νὰ ποὺμε ὅτι δὲν ἀπασχολοῦσαν τέτοια πράγματα τὸν Βολταῖρο. Ἂν μάλιστα τὸν ἀπασχολοῦσαν, θὰ ἦταν ἐνδεχομένως κάτι ἄλλο ἐξ ἴσου σπουδαῖο, ὄχι ὅμως ὁ Βολταῖρος τῆς Ἱστορίας ποὺ ξέρομε. Εἶναι πολὺ ἀμφίβολο ἂν ἐγνοιάσθηκε ποτὲ νὰ καταλάβη τὸ βάθος καὶ τὴν σημασία τῶν θεωριῶν τοῦ Leibniz, τὶς ὁποῖες μὲ τόσην ὀξύτητα πολέμησε. (Βλ. π.χ. Larousse : Diction de la philosophie, ἀντίστ. λῆμμα). Μὰ κι’ ἂν τὶς καταλάβαινε, πάλι τά ἴδια θἄγραφε καὶ ἑπομένως τὸ ἐρώτημα μοιάζει χωρὶς σημασία. Ὁ Βολταῖρος δὲν κορόϊδεψε τὴν φιλοσοφικὴ σημασία τοῦ «καλύτερου δυνατοῦ κόσμου», ἀλλὰ τὴν ἰδεολογία του. Κορόϊδεψε δηλαδὴ τὴν κοινωνία τῆς ἐποχῆς του καὶ ὄχι τὸν Leibniz.

         Ὁ Πρωταγόρας εἶναι βέβαια δυνατὸν νὰ σχετισθῆ φιλοσοφικὰ μὲ τὸν Ἡράκλειτο. Μὲ κριτήρια ὅμως φιλοσοφικὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σχετισθῆ καὶ μὲ τὸν Κάντ. Ἡ διαχρονικὴ ἀλλοίωση τῆς Οὐσίας ἀπὸ τὴν Ἡρακλείτεια ροὴ δὲν ἔχει μόνο γνωσιολογικὴ ἀντιστοιχία μὲ τὴν ἀρχὴ τοῦ Πρωταγόρα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς ἀρχὲς πολλῶν ἄλλων φιλοσόφων. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ἡ ἀρχὴ ὅλων ἀνάγεται στὸν Ἡράκλειτο ἤ ὅτι ἡ θεωρία του βρίσκεται σὲ ἄμεση σχέση μὲ τὴν προβληματική τους. Ἐξετάζοντας τὴν ἐσωτερικὴ σημασία τῶν λόγων τῶν σοφιστῶν (ὅπως ἔκανε ὁ Πλάτωνας), τοὺς ἐξετάζομε σὰν φιλοσόφους καὶ τοὺς προσδίδομε προβληματικὴ ποὺ οὔτε κἄν εἶχαν. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ εἶναι ἀμφιβόλου ἐγκυρότητος οἱ ἑλληνικὲς παρουσιάσεις τῶν σοφιστικῶν διαλόγων, ὅταν ἐμμένουν στὴν φιλολογικὴ συσχέτιση τῶν ἀπόψεων τοῦ Πλάτωνα καὶ τῶν Σοφιστῶν, χωρὶς ἄλλην κοινωνικὴ προβληματική (Το μόνο βιβλίο ποὺ γνωρίζομε μὲ μερικὲς συγκλίσεις πρὸς τὴν προβληματικὴ ποὺ ἀναπτύσσομε ἐδῶ, εἶναι ἡ ἔξοχη μικρὴ μελέτη τοῦ Κ. Θ. Δημαρᾶ : «Δοκίμιον περὶ τῆς φυσικῆς θεολογίας τῶν Σοφιστῶν τοῦ Ε' π.Χ. αἰ.». Ἀθῆναι 1926). Οἱ ἰδέες στὴν φιλοσοφία ὅπως καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες ἐπιστῆμες εἶναι καθορισμένου πλήθους. Ἐκεῖνο ποὺ μεταβάλλεται κάθε φορὰ εἶναι ἡ μέθοδος καὶ ἡ προβληματική. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ γίνεται ἡ ἀποτίμησή τους.

         Τὸ ὅτι ἡ ὕπαρξη τῶν σοφιστῶν εἶναι συνέπεια τῆς ὀργανικῆς δράσεως τῆς ἰδεολογίας, καθορίζει καὶ τὴν ἐσωτερικὴ προβληματικὴ μὲ σαφήνεια. Ἔτσι π.χ. ἡ θρησκευτικὴ αἱρετικότης τῶν σοφιστῶν μπορεῖ νὰ ἐξαχθῇ ὄχι ἀπὸ τά λεγόμενα τους περὶ Θεοῦ (ἡ ὕπαρξη τοῦ ὁποίου οὐδόλως τοὺς ἀπασχολεῖ φιλοσοφικῶς, ἐπειδὴ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ τοὺς ἀπασχολεῖ), ἀλλὰ ἀπὸ τὸν χαρακτηρισμό τους ὡς κοινωνικοῦ «προϊόντος». Ὅπως σοφὰ παρατηρεῖ ὁ Lesky, «ἡ σοφιστικὴ σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ ζήτησε καὶ βρῆκε τὴν περιοχὴ τῆς ἐπίδρασής της σὲ μιὰν πνευματικὰ καὶ οἰκονομικὰ ἀνώτερη τάξη». Ἀπὸ τὸ φυσιολογικὸ κοινωνικὸ αὐτὸ γεγονὸς ἕπεται ἐξ ἴσου φυσιολογικὰ ἡ αἱρετικότητά τους. Σὰν ἀποτέλεσμα τοῦ διαφορισμοῦ τῆς ἰδεολογίας, οἱ σοφιστὲς ὤφειλαν νὰ ὑπάρξουν μέσα στὴν ὑπὸ κρίση βρισκόμενη ἡγέτιδα τάξη καὶ ἡ ὁποία ἐπειδὴ ἀκριβῶς διερχόταν κρίση τοὺς ἀμφισβήτησε καὶ τοὺς κατασκεύασε αἱρετικούς. Πρόκειται περὶ συνεπείας ἑνὸς ἄκρως φυσιολογικοῦ φαινόμενου : τῆς τάσεως ποὺ ἐμφανίζουν οἱ κοινωνίες ὅπως καὶ κάθε ἄλλο σῶμα νὰ διατηρήσουν τὴν κεκτημένη κατάστασή τους. Ἡ ἀρχὴ τῆς ἀδρανείας ἰσχύει γιὰ τὸ κάθε τὶ ποὺ μπορεῖ νὰ μελετηθῆ σὰν ἕνα ἀντικείμενο στὰ πλαίσια μιᾶς ἐπιστήμης. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι ἕνα εἶδος τριβῆς ὡς πρὸς τὴν ἱστορικότητα τῶν φαινόμενων καὶ ἀπαραίτητος ὅρος γιὰ τὴν δυνατότητά της, ὅπως καὶ ἡ φυσικὴ τριβὴ εἶναι συνθήκη γιὰ τὴν ὕπαρξη πραγματικῆς κίνησης. Ἑπομένως ἡ θρησκευτικὴ πίστη τῶν σοφιστῶν δὲν μπορεῖ νὰ συναρτηθῆ πρὸς τὸ περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τους, γιατί εἶναι φαινόμενο ἄλλης τάξεως. Δὲν ἰσχύει δὲ αὐτὸ σχετικὰ μὲ τὴν θρησκευτικότητα τους μόνο, ἀλλὰ μὲ ὅλες τὶς ἀρχὲς ποὺ ἀποκρυσταλλοῦνται σὲ στοιχεῖα ἰδεολογίας. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς οἱ σοφιστικοὶ διάλογοι δὲν ἀσχολοῦνται μὲ θέματα γνωσιολογίας, ἀλλὰ μόνο μὲ θέματα ἠθικῆς, δικαίου καὶ ὅσα εἶχαν τὶς κοινωνικὲς ἐπιπτώσεις ποὺ ἤθελαν. Τά «ἐπιστημονικὰ» θέματα, μὲ τά ὁποῖα καταπιάνονται εἶναι τόσα, ὅσα θὰ τοὺς χρησιμεύσουν στὰ ἄλλα. Χωρὶς νὰ παραγνωρίσουν τὴν ἀξία τῶν Μαθηματικῶν, δὲν τὴν ἔθεσαν βάση τῆς διδασκαλίας τους, ὅπως ἔκαμαν ἀργότερα ὁ Πλάτων καὶ ὁ Ἀριστοτέλης. Καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ τὴν θέσουν, ὅπως δὲν μποροῦσαν νὰ ἐπιτύχουν τὴν προσπάθεια τῆς νέας ἰδεολογικῆς σύνθεσης, τὴν ὁποία ἐπεχείρησε ὁ Πλάτων μὲ τὴν Πολιτεία (Βλ. σχετ. τὸ βιβλίο μας, Ἀναλ. τῆς Νεοελλ. Ἀστικῆς Ἰδεολογίας). Οἱ σοφισταὶ βρέθηκαν στὴν ἀρχὴ τῆς ἰδεολογικῆς κρίσης καὶ δὲν ὤφειλαν κάτι τέτοιο. Ὑπῆρξαν ἁπλῶς ἡ ἀναγκαία ἱστορικὴ προϋπόθεση γιὰ νὰ τὴν ἐπιχειρήση ὁ Πλάτων.

         Τοὺς σοφιστὲς δὲν ἦταν βέβαια δυνατὸν παρὰ νὰ τοὺς ἀνακαλύψη ὁ Ἔγελος. Τοὺς ἀνακάλυψε ὅμως σὰν ἱστορικὰ γεγονότα καὶ τοὺς συσχέτισε μὲ τοὺς διαφωτιστὲς τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης. Προσωπικὰ δὲν νομίζομε ὅτι ὁ συσχετισμὸς (τὸν ὁποῖον δέχεται καὶ ὁ W.G. De Burg, Ἡ κληρ. τοῦ Ἀρχ. κόσμου, σελ. 174) εἶναι μοναδικός. Δική μας γνώμη εἶναι ὅτι πρέπει νὰ συσχετισθοῦν μὲ τοὺς ὀρθολογιστὲς λεγόμενους φιλοσόφους τοῦ 17ου αἰ. τὸν Καρτέσιο, τὸν Σπινόζα καὶ τὸν Λάϊμπνιτς.

         Τὸ φαινόμενο στὸ σημεῖο τοῦτο εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο. Μετάπτωση ἰδεολογίας ἔχομε ἀπὸ τὸν Μεσαίωνα στὴν Ἀναγέννηση. Ἡ προβληματικὴ τῶν ὀρθολογιστῶν διακινεῖται μέσα στὰ κλονισμένα ἤδη δεδομένα τῆς μεσαιωνικῆς φιλοσοφίας, ἀλλὰ πάντως μέσα σ’ αὐτά. Ὑπάρχει ἡ κρίση τῆς ἰδεολογίας καὶ τοῦτοι «σοφίζονται», ὅπως καὶ οἱ ἀρχαῖοι σοφιστὲς μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἰδεολογίας ποὺ κλονίσθηκε. Δὲν προσπαθοῦν νὰ τὴν καταργήσουν (ἔστω κι’ ἂν ὁ Κριτίας λέει τὴν θρησκεία περίπου «ὄπιο τῶν λαῶν»), ἀλλὰ νὰ τὴν ἀναμορφώσουν. Καίτοι θὰ ξέφευγε πολὺ ἀπὸ τά πλαίσια αὐτῶν τῶν σημειώσεων ἡ διαπραγμάτευση τοῦ θέματος, εἶναι τουλάχιστον σκόπιμο νὰ ποῦμε ὅτι τὴν ἐπανάσταση ὡς πρὸς τὴν παληὰ ἰδεολογία δὲν τὴν κάνουν οἱ σοφιστές, ἀλλὰ ὁ Πλάτων. Ὄχι μόνο γιατί δομεῖ ἐπαναστατικὰ τὴν Πολιτεία του καὶ καταργεῖ τὸν Ὅμηρο, ποὺ ἦταν ὁ παιδευτικὸς κανόνας, ἀλλὰ γιατί μὲ ὅλη του τὴν θεωρία μετατοπίζεται πρὸς ἰδεολογικὲς προσβάσεις πολὺ πιὸ ὕστερές του, ὅπως εἶναι ὁ Χριστιανισμός. Ὅτι οἱ χριστιανοὶ φιλόσοφοι ἀνεγνώρισαν στὸν Πλάτωνα τὸν ὕπατο πρόγονό τους, καθιστᾷ προφανὲς πόσο προοδευτικὴ ἦταν ἡ θεωρία του καὶ ἀποκαλύπτει ὅλη τὴν κοινωνική της σημασία. Ὁ χριστιανισμός, ὡς γνωστόν, ὑπῆρξε μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἐπαναστάσεις τοῦ κόσμου. Δὲν κατήργησε ἕνα σύστημα, ἀλλὰ ἕναν ὁλόκληρο κόσμο.

         Στοὺς ὀρθολογιστὲς ἐπίσης δὲν ἔχομε «ἐπανάσταση». Ἔχομε ἐπανατοποθέτηση τοῦ Θεοῦ σὲ νέες βάσεις πρὸς ἐξεύρεση νέας ἰδεολογίας. Σκόπιμο εἶναι νὰ σημειώσωμε ὅτι, ὅπως καὶ οἱ σοφιστές, καὶ οἱ φιλόσοφοι τοῦτοι καίτοι μοναδικὴ προβληματική τους εἶναι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι θρησκευόμενες φύσεις, ἀλλὰ μᾶλλον θεϊστές. Γιὰ τοῦτο ἡ μομφὴ τῆς αἵρεσης τοὺς κατατρέχει κατὰ πόδας. Οἱ ὀρθολογιστὲς βρίσκονται στὴν ἀρχὴ μιᾶς ὅλο καὶ βαθύτερης δημοκρατικῆς τροπῆς ποὺ παίρνει ὁ κόσμος μετὰ τὴν Ἀναγέννηση. Εἶναι συνέπεια αὐτὸ τῆς εἰσόδου τῆς ἀνθρωπότητας σὲ νέα ἐποχὴ τὴν ἐποχὴ τῆς τεχνολογίας καὶ τῆς παραγωγῆς. Σὲ ὅλο τὸ διάστημα τοῦτο ἡ «σοφιστικὴ» θὰ γίνῃ φιλοσοφία καὶ ξανὰ σοφιστικὴ καὶ ξανὰ φιλοσοφία ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ἕνας σταθμὸς μέσα σὲ τούτη τὴν ἐναλλαγὴ εἶναι ὁ Κὰντ κι’ ἔπειτα ὁ Ἔγελος. Ἡ ἐναλλαγὴ συνεχίζεται. Μετὰ τὴν Ἀναγέννηση στὴν Εὐρώπη φιλοσόφησε πολὺ περισσότερος κόσμος, ἀπ' ὅσος στὴν Ἀρχαιότητα. Ὄχι γιατί ἦσαν ἀριθμητικὰ περισσότεροι, ἀλλὰ γιατί οἱ συνθῆκες τοῦ πολιτισμοῦ τους τοὺς δημιουργοῦσαν συνεχῆ χαλάρωση τῆς Ἰδεολογίας. Καὶ θίγομε ἐδῶ ἕνα τεράστιο κοινωνιολογικὸ πρόβλημα, ποὺ ἐξέχοντες Ἕλληνες στοχαστὲς μοιάζει νὰ παρενόησαν.

         Ἡ κατανόηση τῆς Ἀστικῆς Κοινωνίας, εἶπαν (Βλ. Ε. Λεμπεση, Μῦθος καὶ πραγματικότης τῆς Ἀστικῆς Κοινωνίας, Ἀθῆναι 1963), δὲν εἶναι νοητὴ χωρὶς τὴν σύγκρισή της μὲ τὴν Κοινωνία ἀπὸ τὴν ὁποία προῆλθε, δηλαδὴ τὴν φεουδαρχία. Καὶ συγκρίνοντας τὴν παγιωμένη ἰδεολογία τῆς φεουδαρχίας καὶ τὶς ἠθικὲς ἀρχές της μὲ τὴν συνεχῆ ρευστότητα ἰδεῶν τῆς Ἀστικῆς Κοινωνίας, ἀμφισβήτησαν τὴν παραγωγὴ πολιτιστικῶν ἀξιῶν τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος. Δὲν ἦταν ὅμως δυνατὸν αὐτὸ τὸ καθεστὼς νὰ μὴν βγάλη τέτοιες ἀξίες, γιατί οἱ συνθῆκες ὑπάρξεώς του τὸ ὑποχρέωναν σὲ διαρκῇ κρίση Ἰδεολογίας. Καὶ κανένα τρόπο δὲν εἶχε γιὰ νὰ διατηρηθῆ, παρὰ νὰ βγάζῃ διαρκῶς σοφιστὲς καὶ φιλοσόφους. Ἄρα καὶ ζωγράφους καὶ ποιητὲς καὶ μουσικούς.

         Αὺτὴ ἡ ἀσταμάτητη παραγωγὴ τέχνης καὶ φιλοσοφίας τῆς Ἀστικῆς Κοινωνίας, εἶναι φαινόμενο ἰδεολογικὸ καὶ ἀποτελεῖ βαθύτατη καὶ ἄφευκτη ἀνάγκη της. Τὸ πρωτεϊκὸ φαινόμενο τῆς εὐρωπαϊκῆς πνευματικῆς παραγωγῆς, ἡ ὁποία εἰσήγαγε τὸν ἄνθρωπο σὲ νέα ἱστορικὴ ἐποχή, ἐπιδέχεται πολλαπλοὺς ἱστορικοκοινωνικοὺς καθορισμοὺς καὶ λιγώτερους μεταφυσικούς. Εἶναι στὸ σύνολό του διαρκὴς συγκρότηση Ἰδεολογίας.

         Δὲν θὰ ἦταν ἄσκοπο γιὰ τὴν κατανόηση τῆς ὀργανικότητας τοῦ φαινόμενου αὐτοῦ - τῆς παραγωγῆς «Ἰδεολόγων» (σοφιστῶν καὶ φιλοσόφων), σὲ περιόδους ἰδεολογικῆς ὕφεσης - νὰ ἀναφέρωμε ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴν σφαῖρα τῆς πολιτικῆς - ποὺ παρουσιάζει τά ἴδια χαρακτηριστικὰ ὀργανικότητας - ὅπως τὸ ἀναφέρει ἕνας κορυφαῖος πολιτικός τοῦ καιροῦ μας : «Οἱ ἐποχὲς ποὺ παρουσιάζονται ἐκ τῶν ὑστέρων σὰν πιὸ εἰρηνικὲς εἶναι ἐκεῖνες ποὺ ἐπεδίωξαν ἐλάχιστα τὴν εἰρήνη. Ἐκεῖνες ποὺ δίνουν τὴν ἐντύπωση τῆς ἀτέρμονης ἀναζήτησής της, ἀποδείχθηκαν περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη χρονικὴ περίοδο κατ’ ἐξοχὴν ἀνίκανες νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν κοινωνικὴ ἰσορροπία καὶ τὴν γαλήνη». Οἱ σταθερὲς ἐποχὲς οὔτε συζητοῦν, οὔτε ἐπιδιώκουν τὴν εἰρήνη ἐπειδὴ τὴν ἔχουν. Ἐκεῖνες ποὺ τὴν ψάχνουν, μὲ «ἀτέρμονες» συζητήσεις καὶ ἀναζητήσεις, δείχνουν ἀκριβῶς ὅτι δὲν τὴν ἔχουν ὅτι δηλαδὴ ἡ εἰρήνη περνᾷ κρίση ἐξ ἀντικειμένου.

         Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἰδεολογία. Σὲ σταθερὲς ἰδεολογικὲς ἐποχές, δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν στοχαστὲς σκεπτόμενοι πέραν τῆς ἐποχῆς τους ἢ καὶ «ἐναντίον» της, ἀλλὰ δὲν χρησιμεύουν, δὲν ἔχουν ἀντίκρυσμα. Μποροῦν νὰ περάσουν πολλὰ χρόνια χωρὶς οἱ ἰδέες τους νὰ δράσουν, ὅπως π.χ. συνέβη μὲ τὸν Ρ. Βάκωνα στὸν Μεσαίωνα. Ἀντίθετα ἡ ἐπικαιρότητα τους παρουσιάζεται ὅταν πιὰ εἶναι ἐξ ἀντικειμένου περιττοί, δηλαδὴ σὲ ἐποχὲς ποὺ ἡ ἰδεολογία περνᾷ κρίση καὶ ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως ἡ ὕπαρξη «διανοούμενων» θὰ ἐμφανισθῆ. Πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι οἱ «σοφιστές», ὅπως τοὺς ἐννοήσαμε ἐδῶ, περιλαμβάνονται στὴν ἴδια τὴν ἰδεολογικὴ παράταξη ποὺ διέρχεται τὴν κρίση καὶ δὲν σκοποῦν νὰ τὴν καταργήσουν. Εἴπαμε ἤδη πῶς πρέπει νὰ ἑρμηνευθῆ τὸ γεγονὸς τῆς «δίωξής» τους. Οἱ ὀρθολογιστές, ποὺ γιὰ ἐμᾶς σήμερα ἀποτελοῦν τὸ «κατεστημένο» τῆς φιλοσοφίας, στὴν ἐποχὴ τους ἐδιώχθησαν πολύ. Τόσο ὁ Καρτεσιος κι’ ὁ Σπινόζα, ὅσο καὶ ὁ πιὸ «νομιμόφρων» ἀπὸ αὐτούς, ὁ Leibniz. (Σχετικὰ μὲ τὸν τελευταῖον τοῦτον, δὲν μᾶς φαίνεται ἐπαρκὴς ἡ αἰτιολογία ποὺ ἀναφέρει στὴν Ἱστορία του ὁ Loria, περὶ τῆς πολιτικῆς του δραστηριότητος γενικὰ καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὴν ἀνάρρηση στὸν θρόνο τῆς Ἀγγλίας τοῦ Γεωργίου τοῦ Ἀννοβέρου. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξύ τῆς πολιτικῆς παραγκώνισης καὶ τῆς κοινωνικῆς ἐγκατάλειψης, ἡ ὁποία ἔχει βαθύτερες κοινωνικὲς αἰτίες). Οἱ ὀρθολογιστὲς κινοῦνται μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἴδιας τῆς σχολαστικῆς παράδοσης καὶ προσπάθεια τους εἶναι νὰ ἐπαναφέρουν τὴν κλονιζόμενη ἰδεολογία τῆς μεσαιωνικῆς πίστης σὲ ἀσφαλέστερες βάσεις, τὶς ὁποῖες ἀναζητοῦν στὸ ἔσχατο καταφύγιο τῆς λογικῆς βεβαιότητος. Ὅμοια καὶ οἱ σοφιστὲς τῆς ἀρχαιότητος δὲν ἀντιτίθενται ἱστορικὰ στὴν ἰδεολογικὴ παράδοση, ἀλλὰ εἶναι «τά γνησιότερα παιδιὰ τῆς Δημοκρατίας» (Θεοδωρίδη, Εἰσαγωγή, σελ. 29).

         Ἐκεῖνο ποὺ διακρίνει τοὺς «σοφιστὲς» ἀπὸ τοὺς ἐπαναστατικοὺς στοχαστές, εἶναι ὅτι οἱ τελευταῖοι ἐκπ
ροσωποῦν κατάσταση τῆς νέας ἰδεολογίας, ποὺ ἤδη ἔχει ἀρχίσει νὰ ὑπάρχη, καὶ ὄχι συντήρηση τῆς παλαιᾶς. Εἶναι συνεπῶς ἀδιακρίτου κοινωνικῆς προελεύσεως, πρᾶγμα ποὺ ἐδημιούργησε ἰδιαίτερη κοινωνικὴ θεωρία τὴν τῆς δράσεως τῶν «ἐπιλέκτων» ἤ τῶν Elites μὲ προεξάρχοντες τοὺς G. Mosca, V. Pareto, R. Michels, K. Mannheim, J. Schumpeter κ.ἄ., πρὸς τοὺς ὁποίους στοιχεῖ ὁ δικός μας Ε. Λεμπεσης. Σύμφωνα μὲ τά ὅσα ἀναφέραμε περὶ ἰδεολογίας, δὲν μπορεῖ ν' ἀποδοθῆ ἀπόλυτη σχέση αἰτίου καὶ αἰτιατοῦ μεταξὺ ἰδεολογίας καὶ Elites. Οὔτε συνεπῶς μπορεῖ νὰ ἀποδοθῆ στὶς Elites ἀπόλυτη λειτουργία δράσεως καὶ προτεραιότητος, οὔτε καὶ ἡ μομφὴ τῶν «νεκροθαφτῶν» τοῦ καπιταλισμοῦ, ὅπως τοὺς χαρακτηρίζει ὁ Schumpeter (Βλ. Λεμπέση, ἐ.ἀ. σελ. 62). Διότι εἶναι οἱ ἴδιες οἱ συνθῆκες τοῦ καπιταλισμοῦ - ἡ ἀναγκαστικὰ δημοκρατικὴ τροπὴ τοῦ κοινωνικοῦ γίγνεσθαι τὴν ὁποίαν ἐνέχει - ποὺ δημιουργεῖ χαλάρωση τῆς Ἰδεολογίας καὶ τὶς παράγει. Ὅτι ἐπίσης εἶναι ἡ κατάσταση τῆς Ἰδεολογίας ποὺ καθορίζει κατὰ περιεχόμενο τὴν δράση τῶν Elites, ἀποδεικνύει τὸ γεγονὸς τῆς ἀνακάλυψης καὶ «ἀναγνώσεως» τῶν «πηγῶν» στὶς διάφορες ἐποχές. Οἱ ἀλήθειες ποὺ ἀνακαλύπτονται στοὺς μεγάλους φιλοσόφους ὑπάρχουν σ’ αὐτοὺς ἐξ ἀρχῆς. Ὅμως, δὲν ἀνακαλύπτει ὅλες αὐτὲς τὶς ἀλήθειες μιὰ μόνη ἐποχὴ (ὡρισμένο πλῆθος ἐπιλέκτων), ἀλλὰ ἡ κάθε ἐποχὴ τοὺς διαβάζει μέσα ἀπὸ τὴν δικὴ της θέαση τῶν προβλημάτων καὶ μὲ τὶς δυνατότητες ποὺ παρέχει ἡ ἴδια, κατ’ ἐξαίρεση καὶ διαφορὰ πρὸς ἄλλες, στοὺς «ἐπιλέκτους» της. Ἐὰν οἱ ἐπίλεκτοι εἶχαν ἐπίσης μεταφυσικὴν τινὰ καταγωγή, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπαναλαμβάνωνται ὡς φαινόμενο  - ἂν ὄχι κατὰ περιεχόμενο - σὲ ὅλες τὶς ἐποχές. Σὰν παράγωγα οἱ ἐπίλεκτοι ὀργανικῆς δράσεως τῶν κοινωνιῶν, ἔχουν βέβαια μονοσήμαντον καθορισμὸ (π.χ. τὸ «δαιμόνιο» τοῦ Σωκράτη). Ἐκεῖνο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθῆ διὰ μεταφυσικῆς καταβολῆς εἶναι ἡ ὕπαρξή τους στὸν κόσμο («ὑπεράνθρωποι», «ἥρωες» κλπ.). Στὴν μεταφυσικὴ δὲν ἀνάγεται ἡ ὕπαρξη τῶν ἐπιλέκτων, ἀλλὰ τῆς κοινωνίας μὲ τοὺς νόμους τους – δηλαδὴ γενικώτερα, μόνο τό φαινόμενο τῆς ζωῆς διὰ τοῦ πνεύματος.

         Οἱ Elites δὲν πρέπει νὰ ταυτίζονται σήμερα μὲ τοὺς τεχνοκράτες, οἱ ὁποῖοι, ἐν ἀντιθέσει πρὸς αὐτές, ἀποτελοῦν τάξη. Οἱ τεχνοκράτες, ὡς συνέπεια εἰδικῶν συνθηκῶν ἱστορικότητας τῆς παραγωγῆς, διαδραματίζουν ἕνα ρόλο τὸν ὁποῖον δὲν θὰ διαδραματίζουν αὔριο, σὲ ἕνα διάφορο στάδιο τῆς κοινωνικῆς παραγωγῆς (π.χ. θὰ ἀντικατασταθοῦν ἀπὸ μακροχρονίως προγραμματιζόμενες μηχανές). Ὁ ρόλος ὅμως τῶν Elites οὐδέποτε θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἀντικατασταθῆ, ἐπειδὴ δὲν ἀποτελοῦν ἱστορικῶς τεχνικὸν ζήτημα κοινωνικῆς ὀργανώσεως, ἀλλὰ εἶναι οἱ φορεῖς ὑπάρξεως ἱστορικοῦ μέλλοντος. Τοὺς διαφόρου εἴδους τεχνοκράτες (ἱερατεῖα τῆς Αἰγύπτου, μεσαιωνικὲς συντεχνίες, σημερινοὶ τεχνικοί των ἐπιστημῶν κ.λπ.), τοὺς παράγει ἡ κοινωνικὴ ὀργάνωση, ἐνῷ τὶς Elites ἡ ἐν εὐρυτέρᾳ ἐννοίᾳ Ἱστορία ὡς ἐνσυνείδητη ἐπιδίωξη. Ἡ ἀρχὴ των σημειώνεται ἀπὸ τοὺς σοφιστὲς τῆς Ἀρχαίας Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας καὶ συνεχίζει ὡς ἀπαραίτητο πλέον ἱστορικὸ φαινόμενο ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση κι’ ἐδῶ. Μιὰ «τεχνικὴ» λεπτομέρεια, ποὺ θὰ ἔπρεπε ἴσως νὰ προστεθῆ, εἶναι ὅτι μὲ τὶς Elites συμβαίνει σταθερὰ κάποιο εἶδος ἑτερογονίας. Π.χ ἡ ἐν ὀνόματι τῆς Λογικῆς δράση τῶν προεπαναστατικῶν Γάλλων διαφωτιστῶν, ὁδηγεῖ στὴν ἐγκαθίδρυση τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον, ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν ὑπῆρξε πάντα λογικῶς ἄψογο, ἀφοῦ στὴν βαθύτατη φύση του στηρίζεται κατ’ οὐσίαν στὸ ἔνστικτο καὶ ὄχι στὴν Λογική. Ἐπίσης ἡ «συνέχεια» τῶν διαφωτιστῶν ἦταν ὁ Kant, ὁ ὁποῖος, ὡς τὸ ἑπόμενο συνθετικὸ βῆμα τῶν ὀρθολογιστῶν φιλοσόφων, ἐπανέφερε τὴν σκέψη στοὺς παληοὺς χώρους τῆς πίστης καὶ τοῦ ἀλόγου τῆς προηγούμενης Μεταφυσικῆς. Πρὸ τοῦ νὰ εἶναι βέβαια ὁ Kant «ἀντίδραση» ἢ «πρόοδος» σχετικὰ μὲ τοὺς φιλοσόφους του Γαλλικοῦ Διαφωτισμοῦ (λέξεις ἄνευ σημασίας ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς Ἰδεολογίας, ὅπως τὴν διευκρινίσαμε), ὤφειλε ἡ «Κριτικὴ τοῦ Καθαροῦ λόγου» νὰ εἶναι τὸ ἑπόμενο βῆμα μετὰ τά «Νέα Δοκίμια» τοῦ Leibniz. (Ὅπως καὶ ἡ Γεωμετρία τοῦ Riemann δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ εἶναι τὸ ἑπόμενο βῆμα μετὰ τὴν Γεωμετρία τοῦ Εὐκλείδη).

         Οἱ προηγούμενες σκέψεις μας συνεπάγονται ὡς αὐτονόητο γεγονὸς ὅτι ἡ παραγωγὴ πνεύματος εἶναι ἡ ἀναγκαία συνθήκη γιὰ τὴν ὕπαρξη τῆς δυτικῆς κοινωνίας. Μέσα στὰ πλαίσια τοῦ καπιταλιστικοῦ συστήματος, πάντα θὰ ἔχῃ ἀνάγκη ἀπὸ τὴν παραγωγὴ ἰδεολογίας καὶ πνεύματος καὶ γιὰ τοῦτο πάντα θὰ προηγεῖται ἄλλων μονοσημάντων κοινωνικῶν συνθέσεων. Μετὰ τὸν Kant ἔχομε τὴν μεγάλη ἀναλυτικὴ περίοδο τῆς φιλοσοφίας ποὺ ἀρχίζει μὲ τὸν Hegel. Μιὰ νέα σύνθεση, ἔστω καὶ μὴ «συστηματική», ὅπως θέλει ὁ Χάϊντεγγερ - ὁ ὁποῖος θεωρεῖ τὸν Ἑγελιανισμὸ σὰν τὸ τελευταῖο δυνατὸ σύστημα τῆς δυτικῆς φιλοσοφίας - ὀφείλει νὰ ὑπάρξη. Καὶ συνιστῶσες της μοιάζει νὰ εἶναι ἀπὸ κοινοῦ ἡ νέα φιλοσοφία τῶν μαθηματικῶν καὶ ἡ κοινωνικὴ φιλοσοφία. Καθόλου τυχαῖο δὲν μᾶς φαίνεται ὅτι στὴν ἐμπνευσμένη σειρὰ τοῦ Ρ. Chatelet τῆς Ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας, παρὰ τὴν πρόδηλη προσπάθεια ἰδεολογικῆς κατανομῆς τῆς Φιλοσοφίας καὶ ἱστορικῆς διαιρέσεώς της, οἱ τόμοι 5ος καὶ 4ος καλύπτουν τὴν ἴδια περίοδο.

         Στὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι ἡ παραγωγὴ πνεύματος εἶναι ὁ sine qua non ὅρος ὑπάρξεως τοῦ δυτικοῦ κόσμου, θὰ μποροῦσε κανεὶς ν’ ἀναγνωρίση τὸ ἀναπότρεπτο μιᾶς ἑνιαίας Εὐρώπης, ἔναντι τῶν ἤδη ὑπαρχόντων ἰδεολογικῶν μηχανισμῶν. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι οἰκονομικό, ἀλλὰ πολιτικὸ (συνεπῶς ἰδεολογικό). Ἐκεῖνο ποὺ ἀμφισβητεῖται σήμερα δὲν εἶναι τά ἱστορικὰ δικαιώματα τοῦ σοσιαλισμοῦ, ἀλλὰ ἡ μονοσήμαντη μονοπώληση τοῦ πολιτικοῦ του περιεχόμενου. Ἀμφισβητεῖται δηλαδὴ ἡ ὑποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας (Βλ. Ντοστογιέφσκυ, Ἡμερολόγιο, ἑλλ. ἔκδ. σέλ. 118 - 125) διὰ τοῦ Κομμουνισμοῦ.

         Στὴν συγκρότηση τοῦ ὅλου αὐτοῦ θὰ συμμετάσχουν ὁπωσδήποτε «περιφερειακὰ» θεωρούμενα κράτη, ἐπειδὴ οἱ ἀντίστοιχες ἰδεολογικὲς ἐκφράσεις ἀκριβῶς λόγῳ τῆς χαλαρότητος τῆς δυτικῆς ἴδεολογιας ἀπαιτοῦν «σιδηρᾶ παραπετάσματα», ὅπως καὶ τά αὐτοκίνητα ἀπαιτοῦν τοὺς προφυλακτῆρες τους. Στὴν διαρκῆ μάλιστα προέκταση τῶν «προφυλακτήρων» συνίσταται ἡ ἀπώτερη συνθήκη γιὰ τὸν δυτικὸ κόσμο. Οὔτε ἄλλωστε ἡ ὁμοιογένεια εἶναι ὁ μοναδικὸς φορέας εὐρύτερων πολιτικῶν σχηματισμῶν. Ἀντίθετα : ἡ ἀνομοιογένεια εἶναι ἀπαραίτητος ὅρος μακροβιότητός των πρᾶγμα ποὺ πιστοποιεῖ ὄχι μόνο ἡ ὕπαρξη τῶν αὐτοκρατοριῶν, οἱ ὁποῖες ἐξ ὁρισμοῦ περιλαμβάνουν πανσπερμίες λαῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἴδιο το γεγονὸς μιᾶς ἑνοποιημένης Εὐρώπης.

         Τὸ γεγονὸς τῆς συμμετοχῆς μας στὸν ἑνιαῖον αὐτὸν πολιτικὸ ὀργανισμό, μᾶς ἀνάγκασε νὰ ποὺμε τόσο πολλὰ περὶ Ἰδεολογίας. Τίθεται δηλαδὴ τὸ πρόβλημα τῶν προϋποθέσεων μιᾶς ἰδεολογικῆς διαφυγῆς, ποὺ θὰ καταστήση τὸν λαὸ μας ἱκανὸ γιὰ μιὰ καπιταλιστικὴ (καὶ ὄχι βέβαια ἁπλῶς ἐργατική, ὅπως νομίζουν οἱ οἰκονομολογοί μας) παραγωγή. Διότι, ὅπως ξέρομε, ὁ λαὸς μας εἶναι ὁλοσχερῶς ἀνίκανος γιὰ μιὰ τέτοια παραγωγή, ἐνῷ ἡ διαμόρφωση τοῦ καπιταλισμοῦ μέσα στὸν σχηματισμὸ τῶν πολιτικῶν αὐτῶν ὀργανισμῶν ἀπαιτεῖ «ἐργασία λαῶν» καὶ ὄχι «ἐργατικὴ δύναμη» συνόλων.

         Καὶ μακρηγορήσαμε γιὰ τὸν ρόλο τῆς Ἰδεολογίας, γιατί ὠρισμενοι μελετητὲς μανιακοί των «διαλεκτικῶν ἀναλύσεων» καὶ ποὺ πολὺ ἔχουν πληθυνθῆ ἐσχάτως ἔχουν σχεδὸν πλήρως ὑποκαταστήσει τὸν ρόλο τῆς Ἰδεολογίας ἀπὸ κάποιο εἶδος «ταξικῆς πάλης» ποὺ αὐτοὶ μόνοι ἀρέσκονται ν’ ἀναγνωρίζουν, ὄχι χωρὶς μερικὰ ἴχνη μυστικισμοῦ, στὴν διάκριση τοῦ Τόϋνμπη «κέντρου περιφέρειας» ἡ καὶ ἄλλων εἴδικωτερων νοητικῶν σχημάτων.

         Κατ’ ἐμᾶς ἡ καλύτερη ἐπιστημονικὴ μέθοδος εἶναι ἐκείνη ποὺ συναρμόζεται κατὰ τὸ δυνατὸν ἄμεσα στὰ γεγονότα, χωρὶς νὰ τά ἐκβιάζῃ. Ἡ ἰδεολογία δὲν εἶναι κατάσταση μέσα σὲ ὠρισμενο καὶ ἕνα μόνο κοινωνικὸ σύστημα, ἀλλὰ κατάσταση ὁλόκληρής της Ἱστορίας. Δὲν εἶναι συνεπῶς ἡ εἰδικὴ ἐπιστήμη ποὺ θὰ μᾶς διαφωτίση γι’ αὐτήν, ἀλλὰ ἡ γενικὴ θεώρηση καὶ τὸ γενικὸν τέλος. Καὶ πάντα βέβαια ἐκκινοῦντες ἀπὸ τὴν τρέχουσα πραγματικότητα, ποὺ ἄμεσα μᾶς ἀφορᾷ. Δὲν εἶναι τά ὅσα θὰ μποροῦσε νὰ διακρίνῃ μιὰ μονομερὴς θεώρηση, ποὺ ἔθεσαν ὑπὸ κρίση τὴν Ἰδεολογία, ἀλλά ἀντίθετα ἡ κρίση τῆς Ἰδεολογίας (ὀφειλόμενη στὸ μεταβατικὸ στάδιο ποὺ περνᾶμε) ἔκαμε ἐμφανῆ τά ὅσα αὐτὴ θεωρεῖ καὶ ἐπιμένει. Οἱ μανιακοί τῆς «διαλεκτικῆς» πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσουν..


1 σχόλιο:

  1. Ἰδεολογία καλεῖται ἡ κοινωνικοποίηση ἰδεῶν.
    Θὰ ἔλεγα πὼς ἕνας ἀκριβέστερος ὁρισμός, ποὺ περιλαμβάνει τὴν ἔννοια τῆς κοινωνικοποίησης, εἶναι πὼς ἡ ἰδεολογία εἶναι ἕνα ψέμα ποὺ γίνεται παραδειγματικό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή