Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

ΚΚΣΕ -ΑΚΕΛ ἤ Γκορμπατσώφ -Χριστόφιας ( Βίοι παράλληλοι)



















Ἀκολουθεῖ ἄρθρο τοῦ Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου ἀπό τό περιοδικό Μετροπόλιταν

ΚΚΣΕ -ΑΚΕΛ

Κύπριος «Γκορμπατσόφ» ὁ Χριστόφιας;

Παραμονές τῆς ἐκλογῆς τοῦ νέου γενικοῦ γραμματέα τοῦ ΑΚΕΛ, ὁ ἀπερχόμενος, Δημήτρης Χριστόφιας, ἐξαπέλυσε ἐναντίον ἑνός ἐκ τῶν ὑποψηφίων, τοῦ Νίκου Κατσουρίδη, μία ἐξαιρετικά ἀσυνήθιστη –ἔμμεση, πλήν σαφή– ἐπίθεση διά ὑπονοούμενων. Ἀσυνήθιστη, διότι παραβίασε δραστικά ὅλους τους ἄγραφους κανόνες τῆς κυπριακῆς κοινωνίας, καί εἰδικότερα τοῦ ΑΚΕΛ. Οὐσιαστικά, τοῦ καταλόγισε ἀμφίβολη στάση ἀναφορικά μέ τίς ἡδονές τῆς ζωῆς, διαφθορά καί εὐδαιμονισμό. Καί, βεβαίως, δέν τό ’κανε μέ τόν τρόπο τοῦ Λένιν, εὐθέως καί ὀνομαστικά, ἀναλαμβάνοντας καί τήν εὐθύνη τῶν κατηγοριῶν, ἀλλά μέ τή σταλινική μέθοδο τῆς… σουπιᾶς. Γιατί, ὅμως, ὁ Δημήτρης Χριστόφιας ἔνοιωσε τήν ἀνάγκη, ἀναλαμβάνοντας καί ἕνα μικρό κίνδυνο, νά παρέμβει τόσο ἄκομψα, παρεμποδίζοντας τήν ἐλεύθερη βούληση τῶν στελεχῶν καί μελῶν τοῦ κόμματός του; Ἔχει, ἄραγε, σκοπό νά κάνει κάτι πού φοβᾶται ὅτι θά βρεῖ ἀντίθετο τό κόμμα του;
Πέρσι, μεταξύ τῶν δύο γύρων τῶν προεδρικῶν ἐκλογῶν, συνάντησα σέ ἕνα γραφεῖο γνωστοῦ ἐκδότη τῆς Λευκωσίας τόν Ἄντρο Κυπριανοῦ, τόν ἀνθυποψήφιό τοῦ κ. Κατσουρίδη. Εὐγενέστατος, δέν παρέλειψε νά ἀναφέρει τή διαφωνία του μέ ὅσα ἔγραφα στό βιβλίο μου Ἡ Κύπρος σέ Παγίδα, πού εἶχε μόλις κυκλοφορήσει ἀπό τίς ἐκδόσεις Λιβάνη. Τοῦ ἀπήντησα ὅτι ἰδιότητα τῶν πραγματικῶν φίλων εἶναι νά γίνονται δυσάρεστοι. Ἄν, ἄλλωστε, τά στελέχη τοῦ ΚΚΣΕ εἶχαν προβληματιστεῖ ἀπό τό περίφημο ἄρθρο τῆς Νίνα Ἀντρέεβνα στή Σοβιέτσκαγια Ρασία, τό Μάρτιο τοῦ 1987, ἀντί νά συνεδριάζουν γιά νά τό καταδικάσουν, ἴσως σήμερα νά ὑπῆρχε Σοβιετική Ἕνωση.



Πέρασα σχεδόν μία δεκαετία ἀπό τή ζωή μου στή Ρωσία, ἐργαζόμενος ὡς ἀνταποκριτής καί παρακολουθώντας πῶς τελείωσε τό πείραμα πού ἄρχισαν ὁ Λένιν καί ὁ Τρότσκι καί, μαζί του ὁ, κατά Χομσμπάουμ, «σύντομος 20ός αἰώνας», πού ξεκίνησε στά χαρακώματα τοῦ Βερντέν καί στά Σοβιέτ τῆς Πετρούπολης. Φυσικό εἶναι νά ἀνατρέχω ἐνίοτε στήν «ἰδρυτική» γιά τό σημερινό κόσμο ἐμπειρία αὐτή, ἀναζητώντας κρυφές ὁμοιότητες στίς ὑφέρπουσες δομές φαινομενικά ἄσχετων ἐξελίξεων. Στό βιβλίο μου, διατύπωσα τήν ὑπόθεση ἐργασίας ὅτι ὁ κ. Χριστόφιας κινδυνεύει νά ἀποδειχτεῖ «Γκορμπατσόφ», μέ τήν ἔννοια τοῦ πολιτικοῦ πού, καταλαμβανόμενος ἀπό τήν «ἰδεοληψία» ὅτι πρέπει καί μπορεῖ νά λύσει τό Κυπριακό ἐδῶ καί τώρα, χωρίς καθυστέρηση καί χωρίς νά ἐξετάζει ἄν συντρέχουν οἱ προϋποθέσεις καί χωρίς νά δίνει σημασία στίς διαψεύσεις τῆς ζωῆς, μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς καταλύτης, τελικά, μίας διαδικασίας αὐτοκαταστροφῆς τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας, τοῦ ΑΚΕΛ καί τοῦ ἴδιου προσωπικά.
Ἀντιλαμβάνομαι, ἐπίσης, ὅτι οἱ μόνες πολιτικές διαφορές πού μπορῶ νά ἀνιχνεύσω στό κυπριακό «Βυζάντιο» ἀπό τίς δηλώσεις τῶν δύο ἀντιπάλων, Κυπριανοῦ καί Κατσουρίδη, ἀφοροῦν στή διατήρηση τῶν ἐπεμβατικῶν καί ἐγγυητικῶν δικαιωμάτων τρίτων χωρῶν στήν Κύπρο. Ὁ κ. Κατσουρίδης μοιάζει νά λέει «χωρίς κατάργησή τους δέν συζητᾶμε συμφωνία», ὁ κ. Κυπριανοῦ λέει ὅτι δέν δεχόμαστε «μονομερῆ» (ἄρα δεχόμαστε «πολυμερῆ»;) ἐγγυητικά δικαιώματα καί, ἐσχάτως, ὁ κ. Χριστόφιας βρίσκει ἀντιπαραγωγική τή συζήτηση γιά «κόκκινες γραμμές».

Ἀνατροπές

Οἱ Κύπριοι κομουνιστές, ὅμως, ὅπως καί οἱ περισσότεροι Κύπριοι γενικῶς, δέν γνωρίζουν ἀκόμη νά συζητᾶνε πολιτική, παρόλο πού εἴχανε, τουλάχιστον, τό θάρρος νά ποῦν ἕνα σπουδαῖο «ὄχι» τό 2004, γιά νά αὐτοτρομοκρατηθοῦν κάπως καί οἱ ἴδιοι μετά. Χρησιμοποιοῦν τή γλώσσα ὄχι ὡς ἄσκηση ἀπελευθέρωσης, ἀλλά ὡς ἐργαλεῖο παραπλάνησης, μή ἀντιλαμβανόμενοι ὅτι, τελικά, κινδυνεύουν νά παραπλανηθοῦν μόνο οἱ ἴδιοι, ἀναγκασμένοι νά ἐπιβεβαιώσουν τό ρητό τοῦ Λακάν, τό περίφημο «Εἴμαστε ὅ,τι λέμε». Δέν συζητᾶνε πολιτική, ἀλλά τήν κάνουν, καί γιά νά τήν κάνουν συζητοῦν γιά τή διαφθορά καί τήν ἠθική, γιά τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἑνός καί τοῦ ἄλλου γιά τίς ὡραῖες γυναῖκες, τά σπόρ αὐτοκίνητα καί τά πούρα Ἀβάνας. Γιά τούς πιό μυημένους ὑπάρχουν κι ἄλλες πληροφορίες –δῆθεν ἐμπιστευτικές…– γιά τήν ἄλφα ἤ τή βήτα joint venture, τοῦ τύπου «ξέρεις θά σ’ τό πῶ, ἀλλά πρόσεχε μήν μέ ἐκθέσεις, μήν τά λές παραπέρα», μία τακτική πού μπορεῖ νά κάμψει τή δυσπιστία πολλῶν ἀνθρώπων. Θυμᾶμαι, τό φθινόπωρο τοῦ 1993, τόν Γιεγκόρ Λιγκατσόφ, κάποτε παντοδύναμο, νούμερο 2 τῆς σοβιετικῆς ὑπερδύναμης, νά περνάει τό κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ μου στή Μόσχα, στή Ρουμπλιόφσκοε Σοσέ, γιά μία συνέντευξη στήν Ἐλευθεροτυπία. Ὅταν ἔφυγε, ἡ γυναίκα μου γύρισε καί μοῦ εἶπε: «Τίς εἶδες τίς σόλες στά παπούτσια του; Αὐτόν βρῆκαν νά κατηγορήσουν γιά διαφθορά;»
Μπορεῖ νά μήν ἀποδείχτηκαν ποτέ, οἱ κατηγορίες ὅμως γιά διαφθορά, κατά τοῦ Λιγκατσόφ ἀπό τούς Εἰσαγγελεῖς Γκντλιαν καί Ἰβανόφ, ἔπαιξαν σπουδαῖο ρόλο στήν ἐξουδετέρωση τοῦ ΚΚΣΕ καί τῆς ἱκανότητάς του νά φρενάρει κάπως τόν αὐτοκαταστροφικό οἶστρο τοῦ γενικοῦ γραμματέα Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, πού ὁδήγησε στήν ἀνατροπή τῆς ΕΣΣΔ. Κι ὁ Γκορμπατσόφ πείστηκε ὅτι κινδυνεύει ἀπό τόν πιό πειθαρχικό συνεργάτη του. Ὁ Λιγκατσόφ «φαγώθηκε». Κι ἕνας ἄνθρωπος πού μισοῦσε τόν κομουνισμό, μέ τή σαδομαζοχιστικού τύπου σχέση πού ἀνέπτυξαν πολλοί ἀπαράτσικ, ἄνθρωποι τοῦ μηχανισμοῦ, μέ τό κόμμα τους, ἀνέλαβε τήν καθοδήγησή του. Ὁ Ἀλεξάντρ Γιάκοβλεφ ὑπονόμευσε πρῶτα τό σοβιετικό ἔλεγχο στήν Ἀνατολική Εὐρώπη καί, στή συνέχεια, τό ἴδιο του τό κόμμα. Ὄχι ὅτι ὁ Λιγκατσόφ ἄξιζε πολλά• μία ζωή πειθαρχικό στέλεχος τοῦ ΚΚΣΕ, ἀγνοοῦσε τί σήμαινε ἀνοιχτή πολιτική, δέν μποροῦσε νά συνειδητοποιήσει ἐγκαίρως τήν ἔκταση τῆς ἀφέλειας καί τῆς προδοσίας μέσα στόν ἴδιο τό μηχανισμό τοῦ κόμματος, θεωροῦσε «ἁμάρτημα» τήν ἀνοιχτή συζήτηση τῶν διαφορῶν καί τῶν ἐπιλογῶν. (Στό Κομουνιστικό Κόμμα τῆς Κύπρου, ὅπως μοῦ ἔλεγε ἕνα ἱστορικό στέλεχός του, θεωρεῖται «ἁμάρτημα» ὄχι μόνο ἡ ἀνοιχτή, ἀλλά καί κάθε συζήτηση.) Ὅταν ξεκίνησε νά κάνει κάποια ἀντιπολίτευση, ἦταν πιά πολύ λίγο καί πολύ ἀργά. Τό κόμμα του παρασύρθηκε τελικά, μοιραῖο καί ἄβουλο, ἀπό τή δυναμική πού ἐξαπέλυσε ὁ γενικός γραμματέας. Κάνα χρόνο μετά τή συνέντευξη τοῦ Λιγκατσόφ, συνάντησα τόν ἤδη βουλευτή Τέλμαν Γκντλιάν νά ἀγορεύει στό «πηγαδάκι» μίας δεξίωσης στήν ἑλληνική πρεσβεία τῆς Μόσχας. Κατακεραύνωνε τούς «δημοκράτες» πού διέλυσαν τή Ρωσία. «Μά τί μᾶς λές», τοῦ ’πα, «ἐσύ δέν τά ξεκίνησες ὄλ’ αὐτά;». Ἔβαλε τήν οὐρά στά σκέλια κι ἔφυγε...
Ὁ Γκορμπατσόφ τήν εἶχε «ψωνίσει». Νόμιζε στ’ ἀλήθεια ὅτι θά ἔπειθε τή «διεθνῆ κοινότητα» μέ τό φλογερό του πάθος καί μόνο, τήν εἰλικρίνεια τῶν προθέσεών του καί τίς κολοσσιαῖες, μονομερεῖς παραχωρήσεις του, ὅτι εἶναι καιρός νά φύγουμε ἅπαξ καί διά παντός ἀπό τίς ἀπειλές, τά ὄπλα, τούς πολέμους, νά ἀνοίξουμε ἕνα νέο κεφάλαιο στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. (Ἄλλων τό «ὄνειρο» εἶναι πιό μετριοπαθές, θέλουν νά λύσουν ἐπιτέλους τό Κυπριακό…) Πίστευε –ἤ τόν εἶχαν πείσει– ὅτι ἦταν μεγαλοφυής καί προοριζόταν νά ἀνοίξει «νέους δρόμους» στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας ἡ «Νέα Πολιτική Σκέψη» του, πού, στήν πραγματικότητα, ὅμως, δέν γεννήθηκε στό μυαλό του, ἀλλά «πάσαρε» τεχνηέντως στούς συνεργάτες του ὁ «διεθνής παράγων» (καί εἰδικότερα ἡ μελέτη γιά τίς ταξικές καί πανανθρώπινες ἀξίες πού εἶχε κάνει μέ χρηματοδότηση τῆς ἀμερικανικῆς κυβέρνησης ἕνας ἐμιγκρές πρώην διαφωνῶν, ὁ Σλιάπεντοχ).
Ἡ φιλόδοξη γυναίκα του, ἡ Ραΐσα, τόν ἔσπρωχνε. Τελείως ἄπειρος ἀπό διεθνῆ πολιτική, ἕνας ἐπαρχιώτης γιά τά σοβιετικά μέτρα καί σταθμά, ἀναγνώριζε στά φρενιασμένα χειροκροτήματα καί τίς ἐπιδοκιμασίες τοῦ «διεθνοῦς παράγοντος» τήν ἐκτίμηση στίς ἰδέες καί στό πρόσωπό του, ὄχι τόν ἐνθουσιασμό πού προκαλοῦσε ἡ αὐτοκαταστροφή τῆς Ρωσίας καί τοῦ «σοσιαλισμοῦ» της στούς ἀντιπάλους τους. Ὅταν, ὅμως, κατάλαβε ὅτι πήγαινε ὁλόισια στά βράχια, πρός τά τέλη τοῦ 1990, τότε γύρεψε τό κόμμα του νά τόν στηρίξει. Ἦταν, ὅμως, πιά ἀργά• τό ’χε ἤδη ἐξουδετερώσει ὁ ἴδιος... Τό ἔξυπνο πουλί, λένε, ἀπό τή μύτη πιάνεται.
Εἶδα ἕνα βράδυ, μετά τό τέλος τῆς ΕΣΣΔ, τό ζεῦγος Γκορμπατσόφ στό σπίτι τοῦ Τζουλιέτο Κιέζα, τοῦ ἀνταποκριτῆ τῆς Οὐνιτά στή Μόσχα. Ἡ Ραΐσα εἶχε πιά συνειδητοποιήσει τήν ἔκταση τῆς καταστροφῆς. Μᾶς ἐκλιπαροῦσε μέ τό βλέμμα νά συνηγορήσουμε στή συμβουλή της πρός τόν ἄνδρα της νά μήν κατεβεῖ στίς προεδρικές ἐκλογές, στίς ὁποῖες ἐκεῖνος τελικά κατέβηκε, παίρνοντας λιγότερο ἀπό… 1%. Ἀργότερα πέθανε, νομίζω γιατί κατάλαβε. Ὁ Μιχαήλ Σεργκέεβιτς ἀκόμη καί σήμερα δέν θέλει νά συνειδητοποιήσει τήν τραγωδία στήν ὁποία πρωτοστάτησε. Κατά τή γνώμη μου, τό μακράν σημαντικότερο κείμενο τοῦ Λένιν εἶναι ἡ Διαθήκη του. Ἄν τό πολιτικό γραφεῖο τοῦ κόμματος τήν εἶχε λάβει ὑπόψη του, ἀντί νά τήν ἀπαγορεύσει, ἡ ἐξέλιξη τοῦ 20ου αἰώνα θά ’ταν πολύ διαφορετική. Στό κείμενο αὐτό, ὁ ἡγέτης τῆς Ὀκτωβριανῆς Ἐπανάστασης χαρακτηρίζει μέ μία πινελιά τούς συντρόφους του. Ζητᾶ τήν ἀπομάκρυνση τοῦ Στάλιν, τόν ὁποῖο κρίνει ἐπικίνδυνο, γιατί δέν γνωρίζει πῶς νά χρησιμοποιεῖ τήν τεράστια δύναμη τοῦ μηχανισμοῦ. Γιά τούς Ζινόβιεφ καί Κάμενεφ ὑποστηρίζει ὅτι ἀσφαλῶς δέν ἦταν τυχαία ἡ στάση τούς τό 1917. Ἀλλά δέν μπορεῖ νά χρησιμοποιεῖται αὐτό τό ἐπιχείρημα κάθε φορά γιά νά λυθοῦν οἱ διαφορές μαζί τους. Ἄν ἕνα κόμμα προσάπτει σέ ἕνα στέλεχός του κάτι σοβαρό, τότε ὀφείλει νά ξεκαθαρίσει ἀμέσως τό ζήτημα, ὄχι νά τό ἀφήνει νά αἰωρεῖται, γιά νά ἐλέγχει τόν… ὑποψήφιο κατηγορούμενο.

Κοινωνία ἀπελεύθερων

Ἄλλωστε, πρέπει κανείς νά ἐξετάζει προσεκτικά τό κίνητρο ὅσων ἐξαπολύουν ἠθικές κατηγορίες, σέ ποιό κοινωνικό περιβάλλον διατυπώνονται καί ποιά σημασία ἔχουν. Σέ κρίσιμα σημεῖα τῆς ἱστορίας τοῦ ΑΚΕΛ, οἱ φῆμες γιά τήν ἐρωτική συμπεριφορά ἀνώτατων στελεχῶν ἤ συντρόφων τους ἔπαιξαν σημαντικό ρόλο. Ἀλλά εἶναι, λόγου χάρη, στίς σημερινές συνθῆκες τῆς Κύπρου ψυχικά ὑγιέστερος ἕνας κομουνιστής πού λέει ὅτι δέν τοῦ ἀρέσουν οἱ ὡραῖες γυναῖκες ἤ τά σπόρ αὐτοκίνητα; Ποιός χαρακτήρας κομουνιστή θά ὑπερασπίσει καλύτερα τά συμφέροντα τοῦ λαοῦ καί τοῦ κόμματος;
Ἡ καταπίεση βασικῶν ἐνστίκτων, ὅπως τό σεξουαλικό, δέν ὁδηγεῖ στήν ἐξαφάνισή τους, ἀλλά στήν ἱκανοποίησή τους μέ ἀκατάλληλους καί ζημιογόνους τρόπους. Ἡ καταπίεση τῶν «παθῶν» δέν κάνει τούς ἀνθρώπους ἠθικότερους, τούς κάνει εἴτε νευρωτικούς εἴτε ὑποκριτές. Τά πάθη πού καταπιέζονται ὄχι μόνο δέν ἐξαφανίζονται, πολλῷ δέ μᾶλλον κάνουν τούς ἀνθρώπους πού τά ἀπωθοῦν ἕρμαιά τους. Ὁ Βίλχελμ Ράιχ ἔχει περιγράψει τή σεξουαλική καταπίεση ὡς ἕναν ἀπό τούς βασικούς μηχανισμούς πού στήριξαν τό φασισμό.
Ἡ κυπριακή κοινωνία δέν μοιάζει, βέβαια, μέ τίς μεσοπολεμικές κοινωνίες. Ἔχει «ἀπελευθερώσει» τήν πρακτική της, χωρίς, ὅμως, νά «ἀπελευθερώσει» τή συνείδηση καί τήν ἰδεολογία της, καί διαχειρίζεται τήν ἀντίφαση διά τῆς καθολικῆς ὑποκρισίας, χωρίς κάν νά ὑποπτεύεται τό τίμημα πού καταβάλλει. Ἀπό κοινωνία καταπιεσμένων μεταβλήθηκε ὄχι σέ κοινωνία ἐλεύθερων, ἀλλά σέ κοινωνία ἀπελεύθερων. Αὐτό πού συνέβη στά ἤθη συνέβη καί στήν πολιτική. Ἐδῶ ἡ ὑποκρισία συνίσταται στό νά ἰσχυριζόμαστε, φερ’ εἰπεῖν, ὅτι κάνουμε ἀγώνα ἐνάντια στήν εἰσβολή, ἐνῶ ἀναζητοῦμε τρόπο ἀξιοπρεποῦς ὑποχώρησης, νά λέμε ὅτι θέλουμε νά ζήσουμε μέ τούς Τούρκους, ἐνῶ δέν θέλουμε, «ἄλλα νά λέμε, ἄλλα νά σκεφτόμαστε, ἄλλα νά κάνουμε», ὅπως μοῦ ’πε μία μέρα γιά μᾶς τούς Ἕλληνες ἕνας Ἐλβετός δημοσιογράφος, κι ἔμεινα νά τόν κοιτάω ἄναυδος. Αὐτός εἶναι ὁ μηχανισμός πού μπορεῖ νά ὠθήσει τήν κυπριακή κοινωνία νά δεχτεῖ μία λύση πού δέν θά εἶναι ἁπλῶς κακή, πολύ περισσότερο θά καταστρέψει τό ὑπάρχον κυπριακό κράτος – βασική προϋπόθεση ἐπιβίωσης καί εὐημερίας τῶν Ἑλληνοκυπρίων, ἄν ὄχι καί τῆς Ἑλλάδας μαζί.
Ἡ ἀπουσία πολιτικῆς, ὡς ἔλλογης καί συνεποῦς ἔκφρασης τῶν ἐπιθυμιῶν, εἶναι συνέπεια τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ κυπριακή κοινωνία δέν πέρασε ποτέ ἀπό δημοκρατική ἐπανάσταση, πέρασε μόνο ἀπό ἐθνική, καί αὐτή ἀνολοκλήρωτη. Ἔμαθε νά συνεννοεῖται μέ μυστικούς κώδικες καί νά χρησιμοποιεῖ τά λόγια γιά νά παραπλανᾶ. Ἡ ἐπιτυχία της στό ἐμπόριο, στή συσσώρευση πλούτου καί στίς μεθόδους ἐξαπάτησης, πού τήν καθιστοῦν δυνατή, καθιστά εὐκολότερη τή μεταφορά αὐτῶν τῶν μεθόδων στήν πολιτική. Ἄν, ὅμως, οἱ Κύπριοι δέν «ἐνηλικιωθοῦν», ἄν δέν πάρουν στά σοβαρά τόν ἑαυτό τους, ἄν ἐξακολουθήσουν νά χρησιμοποιοῦν τόν ἀνορθολογισμό, νά μήν συμπεριφέρονται ὡς κυρίαρχο καί ἀνεξάρτητο κράτος, ἀλλά ὡς ἀνατολίτες, τότε θά καταστραφοῦν, καί ἴσως καταστρέψουν καί τήν Ἑλλάδα…

2 σχόλια:

  1. Άργησα ν' απαντήσω, γιατί μέχρι τώρα διάβαζα το κείμενο. "Ίσως καταστρέψουν και την Ελλάδα", λέει το συμπέρασμα. Πάλι για μαλάκες ψάχνουν.........

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ἔχει ἀπόλυτο δίκιο ὁ Κωνσταντακόπουλος. Ἡ πρὀσφατη ἱστορἰα μᾶς δείχνει ὅτι τό Κυπριακό καθόρισε τίς τελευταῖες δεκαετίες τήν ἐξωτερική πολιτική τῆς Ἐλλάδας, τίς εσωτερικές πολιτικές ἐξελίξεις, τίς διπλωματικές σχέσεις μέ τήν Τουρκία, ΗΠΑ καί Ε.Ε πρόσφατα. Ἐπηρέασε καθοριστικά τίς άμυντικές δαπάνες. Ὅλα αὐτἀ ὄχι μόνον δέν θά ἀτονίσουν ἀλλά θά ἴσα ἴσα θά ἐνταθοῦν, μέ δεδομένο ὅτι μιά "λύση" στό πνεῦμα Ἀνάν δημιουργεῖ -σκόπιμα - μύριες ὅσες δυσλειτουργίες στό ἐπιδιωκόμενο μόρφωμα. Ἀρα ἡ κατά καιρούς καί κατά κόρον προωθούμενη ἄποψη
    " λύση νά βρεθεῖ καί ἄς ειναι ὅτι νάναι, ἀρκεῖ νά τελειώνουμε" θά φέρει τό ἀντίθετο ἀποτέλεσμα ἀπό αὐτό πού προβάλλεται πώς θά πετύχει. Καί τό χειρότερο εἶναι πώς δέν θά μποροῦμε καί νά ποῦμε τίποτα. Θά ἔχουμε βγάλει μόνοι μας τά μάτια μας.

    Νά προσθέσω μόνο στό ἄρθρο πώς μπορεῖ ἡ κύρια εὐθύνη νά ἀνήκει στήν Κύπρο, ἀλλά σημαντικό μέρος ἔχει καί ἡ Ἑλλάδα. Τό ἑλληνικό κατεστημένο εἴτε λουφάζει, εἴτε προπαγανδίζει, ἀερολογῶντας, ἀπόψεις τῶν ὁποίων τό κυρίαρχο μοτίβο εἶναι " λύση νά βρεθεῖ καί ἄς εἶναι ὅτι νάναι, ἀρκεῖ νά τελειώνουμε". Ἀλλά δέν θά τελειώνουμε, θά τά βροῦμε μπροστά μας, τά ἴδια καί χειρότερα. Καί θά φταίει καί ἡ Κύπρος ἀλλά καί ἡ Ἑλλάδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή