Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

Ἡ ξεθεωτική Γερμανία...



Ἄνθρωποι τοῦ ΕΡΕΒΟΥΣ μέ τά φορέματα τοῦ ΛΑΟΥ, φορέσατε τά Φορέματα τοῦ ΦΩΤΟΣ.ΝΕΟΙ,ΝΕΟΙ,ΝΕΟΙ ἑτοιμασθῆτε διά τόν Ἀγώνα τοῦ ΦΩΤΟΣ κατά τοῦ ΣΚΟΤΟΥΣ.Ἐνδυθῆτε Ρουχικῶς,Σωματικῶς, Πνευματικῶς μέ ΗΛΙΟΝ. Λαμπροστολισθῆτε μέ τά ΦΩΤΑ καί τά ΧΡΩΜΑΤΑ τῆς Γῆς Σας. Καί πάρετε τά καμιτσίκια τῶν Χρυσῶν Ἀκτίνων καί κτυπᾶτε παντοῦ ἀλύπητα καί κατακέφαλα τό ΜΑΥΡΟΝ.


Καί ὅπως εἰς τάς Γερμανίας, εἶναι Ὁμίχλαι καί Σκοτάδια καί ἀντί Γραμμῶν ΟΓΚΟΙ καί Χρώματα Ἐρεβώδη καί ὅπως ὁ Ζωγράφος εἶναι Στραβός, ἡ Ζωγραφική εἶναι ἐπίπεδα καί Χρώματα. Καί εἶναι Γροθιά Φωτός καί Γροθιά Σκότους. Μπουνιά μέ μπουνιά. Καί εἶναι Γροθιές Σκότους καί μεγαλοδύναμη γροθιά Φωτός. Διότι εἶναι ὁ Ἀγών τοῦ Σκότους πού τείνει νά πνίξει τό Φῶς. Καί εἶναι ὁ Ἡράκλειος Ἀγών τοῦ Φωτός νά φανῆ εἰς τά ἀσφυκτικώτατα, ἀποπνικτικώτατα, σφίγγοντα καί πνίγοντα πανταχόθεν Σκοτάδια.



Ὁμίχλαι λοιπόν ζωγραφημέναι ἀπό Στραβούς, μέ δυναμωμένα φῶτα βγαίνονται εἰς πηκτομπογιές σάν δάκτυλα. Καί εἶναι ἐξωτερικόν Φῶς περνῶν παπλώματα διαθλώμενον καί ἀναλυόμενον εἰς ἰριδοχρώματα καί εἶναι ἐσωτερικόν Φῶς τοῦ μυαλοῦ τοῦ Ζωγράφου, περνῶν τά κρεβατοστρώματα τῆς Γερμανοσοφίας, τά πηκτώματα τῶν Γερμανο-επιστημῶν τοῦ Ὡραίου, τῶν Γεωμετριῶν τοῦ Ὡραίου, τῶν Ἀλγεβρῶν τοῦ Ὡραίου, τῶν Χημειῶν τοῦ Ὡραίου, τῶν Φυσικῶν του Φωτός, καί τῶν Χημειῶν τοῦ Χρώματος, διαθλώμενον, ἀναλυόμενον εἰς Σκοταδοφωτότυφλες καί κολλώμενον, διαλελυμένον εἰς ἑκατομμύρια πολυχρόων κοτσιλιῶν εἰς τό πρόσωπον τῆς Ζωγραφικῆς.

Καί τό ζωγράφημα αὐτό θά τεθῆ εἰς τό Σκοτεινό Σπίτι, μέ σκοτεινόχροα γυαλιά, μέ σκοτεινά ἔπιπλα, μέ σκοτεινά ὑφάσματα, μέ πρωϊνόν Ταρτάρινον Φῶς, μέ ἡμερινόν Καρβουνοσούρπωμα, μέ μεσημερινόν συχνά ψεύτικον φῶς γκάζ, ἠλεκτρικόν. Ὁρίστε εἰς τά ἐσωτερικά: Ἔπιπλα μαῦροι στοῦμποι προαιώνιοι, μαυρόλερη κουρελαρία ἑβραϊκή, κομψοτεχνήματα τῆς ἐσχάτης φτώχιας καί προστυχιᾶς καί ἀκαλαισθησίας, φωτογραφίες πενταρίσιες καί βιβλία, βιβλία, βιβλία. Ο ΝΕΟΣ, Γκαῖτε οὔντ Βάγνερ, οὔντ Μπετχόβεν καί βιολί καί πιάνο καί φλάουτο καί μπασαβιόλα καί ζωγραφική καί ξυλουργική καί ὡρολογαδική καί ὅτι θέλετε καί μαζύ ὅλα τά σχόλια τῶν κλασσικῶν τῆς Γῆς, ὅλους τούς λογαριασμούς τῆς οἰκουμένης, ὅλα τά βάσανα καί τούς μπελάδες καί τά πάθη ὅλων τῶν ψόφιων λαῶν τῆς Γῆς. Ἕνα φτερό κότας εἰς τό ἕνα πλευρό τοῦ καπελλίνου, ἕνα Ἐδδελουάιζ εἰς τό ἄλλο, μία σπαθιά εἰς τό κούτελο, ἄλλη εἰς τήν μασέλλα καί μέ ὅλα αὐτά κορίτσι, παρθένος, μέ κουταμάρα καί ἀθωότητα καί χαζή γλυκύτητα Ἀγγέλου εἰς τόν ὁποῖον δυνατόν νά ἐμπιστευθῆ κανείς τήν κόρην του καί Ἀφροδίτην τῆς Μήλου ἄν τήν ὑποθέση, μέ τήν βεβαιότητα ὅτι μόνον τά χέρια της θά πασαλείψη, μέ ὀλίγα ἴχ λίμπε, ἐνθουσιασμένος μέ ἕνα μπόκ μπίρρας, εὐδαίμων μέ λίγο Ράϊνβαϊν καί ἕτοιμος δι’ἔρωτα βιολιοῦ Μαρίνου καί κλάμματα μπίρρας εἰς τά πόδια μίας ξανθῆς ζουμερῆς, παχουλῆς, βραστῆς πάπιας. Μόλις μία στιγμή Νεότητος, καί ἀμέσως σόμπα, ρόμπα, πίπα, σχόλια καί παχυσαρκία καί νερουλοσαρκία καί μπιρροσαρκία καί βιβλιοφαγία καί βιβλιογεννοβολία. Εἴτε ξανθός, εἴτε μελαχροινός, εἴτε κοντός, εἴτε ψηλός, εἴτε ἐνεργητικός, εἴτε καθιστικός, ταχύτατα θά καταντήση, πολύσαρκος ἀποπληκτικός σάν μπιρροβάρελον. Βλέπετε ἕναν νέον ὡραιότατον, ἰσχνόν, ὠχρόν, ἀσώματον, ἀγγελικόν σάν ζωγράφημα προραφαηλίτου, αὐτός θά καταντήση ταχύτατα ἱπποπόταμος. Βλέπετε μίαν νέαν ἀρχαγγελικωτάτην σάν Ποιητικήν Ἰδέαν Γκαιτικοῦ Τραγουδιοῦ. Δυνατόν νά καταντήση τάχιστα φουσκωμένον ἀερόστατον. Ἡ ΝΕΑ Μίλκ, ἴχ Λίμπε οὔντ Μπλοῦμεν. Ἴχ Λίμπε – μαλακώσατε τό χ, μελώσετε τό Λ, στεγνώσατε τό μπ – ἴχ Λίμπε. Ἐρωτήσατε τούς Βαρβάρους Ἕλληνας Διάκους πού πηγαίνουν εἰς τήν Γερμανίαν – καί οἱ Παπάδες βλέπετε ἔχουν ἀνάγκην νά τελειοποιήσουν τό ὅπλον των, καί μεταβαίνουν εἰς τήν Ἑσπερίαν…διά νά μάθουν τόν Χριστιανισμόν!!! πού ἐφτειάσαμεν ΕΜΕΙΣ – πηγαίνουν δηλαδή διά νά γίνουν…Ἐπίσκοποι καί γλεντοῦν εἰς τήν Βαρβατίλαν των καί μᾶς κουβαλοῦν ἐδῶ τήν Γερμανοβλακείαν καί καταντοῦν τόν Θεόν μας πού εἴδαμεν καί ἐπάθαμεν τόσα καί τόσα διά νά τόν λαμπροστολίσωμεν, καί φαιδρύνωμεν καί εὐθυμίσωμεν καί τόν συνηθίσωμεν εἰς τά πανηγύρια μας, ἕναν σκυθρωπόν, γρουσούζην, Βλάκα, μέ ρόμπα καί σκούφια καί πίπα, βλακομπουμπουνίζοντα ἀκατανόητες μαυρίλες. Μόλις ἰδῆ, ὀλίγον φῶς, ὀλίγον γέλιο, ὀλίγον τραγούδι, ὀλίγον παιγνιδάκι Διάκου τερτιπιλῆ, Ἴχ Λίμπε. Ὀλίγον νά παίξη τό μάτι τοῦ Διάκου – καί Ἕλληνος Διάκου…ΜΑΤΙ, τά Ἴχ Λίμπε πέφτουν ἑκατομμύρια σάν πεινασμένοι σπουργίτες χιονιᾶς. Ἴχ Λίμπε καί παχαίνει. Ἴχ Λίμπε καί νερουλαίνει. Ἴχ Λίμπε καί νεροξανθίζει. Ἴχ Λίμπε καί δουλεύει, δουλεύει, ρέβει εἰς τήν δουλειά. Ἴχ Λίμπε καί γίνεται Σκλάβα. Καί γκροσλίμπε, δηλαδή πενήντα παιδιά. Καί γκροσλίμπε, δηλαδή ἑκατόν δύο ἐγγόνια.

Ὁ Γερμανός καί ἡ Γερμανίς ἐπλάσθησαν εἰς τόν κόσμον διά νά εἶναι Γκροσφάτερ καί Γκροσμοῦτερ. Μικροί ζηλεύουν, ἔφηβοι ἑτοιμάζονται, νέοι προπονοῦνται, εἰς τά σαράντα Εἶναι. Εἶναι καθισμένοι εἰς τίς πολυθρόνες πού ἐκάθισαν οἱ τρισπρόπαπποί των, ἀπό μέσα ἀπ’ τά γυαλιά τοῦ παραθύρου –καλότατοι, γλυκύτατοι, τιμιώτατοι, θαυμασιώτατοι, κουτότατοι, θυμώνοντας μόνον μεταξύ των, πιανόμενοι μόνον μεταξύ των μέ Ἴχ κλώσας χήνας, μέ γιαβόλ καί γκεζάχτ καί γκεβέζεν, ἀπλήρωτης κλαπαδόρας, ὠφελιμότατοι εἰς ὅλον τόν κόσμον, ἀνωφελέστατοι εἰς ἑαυτούς. Εἰς τά πενήντα ἐκεῖ καί βιλιοφαγία, μέ τά κασόνια καί βιβλιογραφία καί τόμοι τόμων διά τήν ἱστορίαν τοῦ κάθε κατσαβιδιοῦ.

Εἰς τά ἑξήντα ἐκεῖ, πιασμένοι μέν, καθισμένοι μέν, ἀλλά μή ὑποχωροῦντες οὔτε βῆμα οὔτε ὁ ἕνας οὔτε ὁ ἄλλος. Εἰς τά ἑβδομήντα ὁ Γκροσφάτερ χώνεται εἰς τό κρεβάτι καί ἐξακολουθεῖ τό χιλιοστόν τρίτον κεφάλαιον, τοῦ ἑξηκοστοῦ δευτέρου τόμου τῆς Ἱστορίας, τοῦ ἐπάνω κουμπιοῦ τοῦ βρακιοῦ τοῦ Φαραώ. Εἰς τά ὀγδόντα ὁ Γκροσφάτερ ἐξακολουθεῖ, ἡ Γκροσμοῦτερ ὑγιαίνει, ξανανοιώνει καθισμένη σάν Χριστουγεννιάτικη Χήνα σέ πιάτα, καί γύρω εἰς τήν πολυθρόνα κόσμος κόσμων ἀπερίγραπτος ἀπό κουρέλια, κεντήματα, φωτογραφίες, περιοδικά, γάστρες, Εὐαγγέλια καί καί καί ὅτι εἶδε, ὅτι ἐμάζευσε, ὅτι ἐπροφιτίρισε εἰς ὅλην της τήν ζωήν. Εἰς τά ἐνενήντα σηκώνουν τόν Γκροσφάτερ πού δέν ἐτελείωσεν τήν ἱστορίαν του, ὀλίγη σκούφια καί ὀλίγη ρόμπα πού ἀπέμεινε καί τό δισέγγονον τῆς Γάτας, πού ἀπεβίωσεν μαζύ. Εἰς τά ἑκατόν ἡ Γκροσμοῦτερ μέ τό τρισέγγονον τῆς Γάτας, ἀρχίζει ἐκ νέου Γκαῖτε οὔντ Μπλούσης ἄσπρα ροῦχα – ὁ Γλύπτης ἀφῆκε κ.λπ.

Ἐκεῖ ὁ Γλύπτης ἀφῆκε τό Μάρμαρον λευκόν, διότι ἡ ὕλη αὐτή δι’ αὐτόν Φῶς λαμπρότατον, τό ἔκοψεν εἰς ὄγκους, ἐδυνάμωσε κάθε ὄγκον – περί Γραμμῶν δέν πρόκειται ποτέ εἰς τήν Εὐρώπην – διά νά φαίνεται καί κάθεται καί κυττάζει τό μελαγχολικώτατον ἀπό νοσταλγίαν φωτός Μάρμαρον καί λερώνεται καί μαυρίζει καί γίνεται ἀπαισιώτατον, ὁ ζωγράφος διά τούς αὐτούς λόγους ἔγραψε τά πάντα συγκεχυμένα, τά πάντα δι’ ὄγκων, τά πάντα δυνατόχρωμα, ὅπως τά ἔβλεπε, ὅπως εἶναι, ὅπως πρέπει νά εἶναι διά νά φανοῦν ὅπου θά τεθοῦν. Καί ἐκεῖ ὁ κάθε Τεχνίτης, κάθε Τέχνης, ἐνεργεῖ ἀναλόγως. Διότι κάθε ἄνθρωπος, κάθε Γῆς – ὅταν δέν εἶναι Τρελλός σάν Ἐσᾶς – ἀφήνεται φυσικά εἰς τήν Φύσιν του καί εἰς τήν γύρω του Φύσιν καί ἐκφράζει Αὐτήν καί Ἑαυτόν. Διότι ὁ κάθε ἄνθρωπος κάθε Γῆς δέν εἶναι δυνατόν παρά αὐτό νά κάμη φυσικῶς καί ὅτι καί ἄν θελήση ἄλλο δέν δύναται παρά αὐτό, καί αὐτό μόνον θά κάμνη, ὅσον καί ἄν νομίζη ὅτι κάμνη ἄλλο, ὅσον καί νά προσπαθῆ νά κάμη ἄλλο τί, καί ὅταν προσπαθῆ νά κάμη ἄλλο τί, δέν κάμνει οὔτε αὐτό πού δύναται νά κάμη καί χάνει πάσαν ἀτομικότητα καί γίνεται γελειωδέστατος καί γίνεται τό παίγνιον εἰς τό ἀρρώστημα καί τό μασκάρευμα τῆς Γῆς του ὅπως Σεῖς. Καί ὅταν ὁ κάθε Λαός, ὁ οἱοσδήποτε Λαός, παίρνη πράγματα ΞΕΝΑ εἴτε θέλων, εἴτε χωρίς νά τό καταλαμβάνη, ὅπως Σεῖς, τά ἀλλάζει καί τά στραβώνει, καί τά μεταμορφώνει ὅπως Σεῖς. Καί ὅταν ὁ οἱοσδήποτε Λάος παίρνη πράγματα ΞΕΝΑ καί ἄσχετα πρός τήν Φύσιν του καί τήν Γῆν του εἶναι ΨΕΥΤΗΣ, ΨΕΥΤΗΣ, ΨΕΥΤΗΣ. Καί ὅταν ὁ σκοτεινός Λάος παίρνει τοῦ Φωτεινού τά πράγματα καί ὁ Φωτεινός του Σκοτεινοῦ εἶναι καί οἱ δυό παρομοίως ΤΡΕΛΛΟΙ. Καί ὅταν ὁ Σκοτεινός Λαός παίρνη τά πράγματα τοῦ Φωτεινοῦ, τά σκοτεινιάζει καί τά σκοτώνει καί τά ξεπατώνει. Καί ὅταν ὁ Φωτεινός Λαός παίρνη τά πράγματα τοῦ Σκοτεινοῦ…Στραβώνεται. Καί ὅταν οἱ Σκοτεινοί Λαοί παίρνουν εἰς τά χέρια των τό ΠΝΕΥΜΑ καί τάς ΤΕΧΝΑΣ, τό Πνεῦμα γίνεται ΣΚΟΤΟΣ, τό ΩΡΑΙΟΝ γίνεται ΦΡΙΚΗ, ἡ ΖΩΗ γίνεται ΚΟΛΑΣΙΣ.

Καί ὅταν ἡ ΕΛΛΑΣ σιγᾶ παύει κάθε ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ. Καί ὅταν ὁ ΕΛΛΗΝ σιγᾶ καταργεῖται ὁ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Καί ὅταν ὁ ΕΛΛΗΝ μιμῆται ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ αὐτοκτονεῖ καί οὐκ ἔστιν ἐπί Γῆς ΕΛΛΗΝ. Καί οὐκ ἔστιν ἐπί Γῆς, ΦΥΣΙΣ. Καί οὐκ ἔστιν ΠΝΕΥΜΑ. Καί οὐκ ἔστιν ΩΡΑΙΟΝ. Διότι ὁ Βάρμεν, καί τά ἐγγόνια καί τά δισέγγονα ψοφοῦν κατά δεκάδας ἀπό τά χίλια κακά τῆς ζωῆς, καί πέφτουν τά κάδρα ἀπό βαρεσιά καί διαλύονται οἱ καρέκλες ἀπό ἀπελπισία καί αὐτοκτονοῦν τά ντουλάπια ἀπό σπλήν, ἀλλά ἡ Γκροσμοῦτερ σά νά μήν εἶχε συμβῆ τίποτε, διηγεῖται εἰς τά ἐγγόνια της, τά ἤδη γκροσφατερίζοντα καί γκροσμουτερίζοντα καί περιμένοντα νά ἀδειάση ἡ πολυθρόνα διά νά καθήσουν, τήν ἱστορίαν ὅλων αὐτῶν τῶν Γερμανῶν πού ἐγέννησαν αὐτήν, ἤ πού ἐγέννησεν αὐτή καί εἰς τήν γάτα της τό ἑκατοστόν κεφάλαιον τῆς Ἱστορίας τοῦ ἐπάνω κουμπιοῦ τοῦ βρακιοῦ τοῦ Φαραώ, τήν ὁποίαν γνωρίζει ὅλην ἐκ στήθους, τήν ἱστορίαν πού δέν ἐπρόφθασε νά τελειώση ὁ καημένος ὁ Γιόχαν, τήν μόνην της κληρονομίαν, πού δέν τήν θέλει κανένας οὔτε νά τήν ἀκούση, καί τήν ὁποίαν μανθάνουν μόνον τά ποντίκια πού τήν ροκανίζουν. Διότι ἡ Γκροσμοῦτερ δέν τελειώνει ποτέ, δέν πεθαίνει ποτέ. Διότι ἡ ΓΚΡΟΣΜΟΥΤΕΡ εἶναι ἡ καλή, γλυκειά, ἡ παλιά παλιά παλιά Ἀγελάδα, ἡ παραμυθική καί Μεσαιωνική καί Σκοτεινιασμένη καί Μουχλιασμένη Καλή καί Ἁγία καί Ἱερά, ἀλλά δυσβάστακτον βάρος ἀρούρης, ἡ ΞΕΘΕΩΤΙΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ.


Καί σεῖς πηγαίνετε ἐκεῖ διά νά εὐρῆτε Φῶς, Ζωήν, Τέχνας. Καί σεῖς πηγαίνετε εἰς τάς Γαλλίας διά τά ἀνάλογα ἀηδέστατα καθ’ ὅλην τήν Γραμμήν!


Ἐκεῖ τό κτίριον εἶναι ΟΓΚΟΙ καί Ὄγκοι χανόμενοι εἰς τά σάπια Μαυρίσματα καί δι’ αὐτό δυναμωνόμενοι, καί δι’ αὐτό προβαλλόμενοι πανταχόθεν, ἐξερχόμενοι σάν πολεμικά τμήματα φρουρίου. Ἐκεῖ ἐλαφρότης ἄγνωστος. Ἐκεῖ ΓΡΑΜΜΑΙ ἄγνωστοι καί ἀχρηστότατοι. Ἐκεῖ τό Μουσεῖον, κτίριον γιγάντειον, ὑψούμενον μαυρισμένον εἰς τήν ὁμίχλην καί τήν πάχνην καί τόν διαλελυμένον εἰς τόν παχύν ἀέραν καπνόν τῶν ἑστιῶν, σομπῶν, φούρνων, σιδηροδρόμων, βιομηχανιῶν, ἀέρα γεμάτον τρίμματα κόκ.

Τό Φῶς κατεβαίνει ἀπό θεόρατον ὕψος, ὁ ἀρχιτέκτων ἐπρόβαλεν ὄγκους παντοῦ διά νά διακρίνωνται τά μέρη, τά μέλη, τά στολίσματα, τά Ἐπίπεδα. Ὄγκος διά νά διακρίνεται τό Σχῆμα. Ὁ διακοσμητής ἔκαμεν ὄγκους κοσμημάτων διά νά κατορθωθῆ νά φανοῦν. Ὁ Μπογιατζῆς τῶν τοίχων ἔβαλε δυνατομαυρομπογιές διά νά μή λερώνονται.


Καί ὅλα αὐτά τά εὐρωπαϊκά: Γραμμαί, Χρώματα, φυσικά, ἁρμονικά, καί καλά καί ἅγια δι΄ αὐτούς ἐκεῖ, ἀλλά βαρβαρώτατα καί ἀχρειώτατα δι’ἠμᾶς ἐδῶ, μεταφέρονται ΕΔΩ – ἔστω καί ὑπό τούς καλλίτερους ὅρους, φαντασθῆτε ἔργα τῶν τωρινῶν τεχνοτροπιῶν περίφημα, φαντασθῆτε ἕνα λαμπρόν ἑλληνικόν κτίριον Μουσείου, ἀλλά ὑπό ἕναν ὄρον Ἀληθείας, Ἐντιμότητος, τό Φῶς νά εἶναι μέν διευθετημένον ὅπως θέλετε, ἀλλ’ ὄχι ἐμποδισμένον, νά μή μᾶς εἰσάγετε δηλαδή εἰς ἕνα τεχνητόν ὑπόγειον Γερμανικῆς ζυθοποσίας ἤ Σουηδικῆς καταχνιᾶς ἤ Ἀγγλικῆς καρβουνομαυρίλας, - κτυπῶνται ἀπό τό ΦΩΣ ΜΑΣ, ἀπογυμνοῦνται καί ἀποκαλύπτονται – διά τό ἰδικόν μας φῶς, διά τά ἰδικά μας ΜΑΤΙΑ – ΤΡΙΒΑΡΒΑΡΩΤΑΤΑ, ΤΡΙΣΘΗΡΙΩΔΕΣΤΑΤΑ.
Καί Σεῖς πού χάσκετε καί θαυμάζετε καί ἀφήνετε τήν λαμπροτάτην σας Ἡμέραν καί πηγαίνετε εἰς τήν Νύκταν καί μιμεῖσθε τήν ΤΕΧΝΙΚΗΝ ΦΡΙΚΑΛΕΟΤΗΤΑ εἶσθε…ΘΕΟΠΑΛΑΒΩΤΑΤΟΙ καί δημιουργεῖτε ΤΕΧΝΑΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ, ΨΕΥΔΕΣΤΑΤΑΣ, ΚΑΚΟΗΘΕΣΤΑΤΑΣ, ΑΤΙΜΟΤΑΤΑΣ…ἀφοῦ οὔτε αἵ γραμμαί των, οὔτε τά Χρώματα των δύνανται νά σταθοῦν εἰς τό Ἐσωτερικόν Φῶς, ἀδυνατοῦν νά ἀντικρύσουν τό …ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΝ ΦΩΣ, ἀδυνατοῦν νά παρουσιασθοῦν ἐνώπιον τῶν θεῶν. Καί διατί; Διατί; Διατί; Μνήσθητί μου ΝΕΕ ὅταν θά ἔλθης εἰς τήν Ἑλληνικήν Σου Βασιλείαν διότι… εἰς τήν Εὐρώπην εἶναι ΝΥΚΤΑ.


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ -ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΧΡΩΜΑ 1903-1904

(Περικλῆς Γιαννόπουλος)

2 σχόλια:

  1. Θερμὰ συγχαρητήρια γιὰ τὸ ἱστολόγιό σας.
    Μία πρόταση: Μὴν καταργήσετε τὸ παρόν. Εἶναι εὐχρηστότερο ἀπὸ τὸ mantri.gr.
    Εὐχαριστῶ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα!!

    Εὐχαριστῶ γιά τά καλά λόγια.

    Μόλις ἀντελήφθην τήν ὕπαρξη τοῦ σχολίου σας. Λόγῳ χρόνου ἀραιά ἀνατρέχω στά παλιότερα θέματα, κυριως κοιτάζω γιά σχόλια στό τρέχον θέμα.

    Ὄχι δέν πρόκειται νά καταργηθῆ τό παρόν.

    Καλές γιορτές!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή