Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Ὁ Δωδεκάλογος τοῦ Καρούζου

( γραμμένο ἀπό τόν Ἠλία Πετρόπουλο στίς 31/8/1994. Δημοσιευμένο στήν Ἐλευθεροτυπία στίς 19/12/1994)


Μὲ τὸν ἀξέχαστο Νῖκο Καροῦζο εἴμασταν φιλαράκια. Ὁ Καροῦζος μίλαγε (ἤ, μᾶλλον ἀγόρευε) ὑπέροχα. Ὅταν ἤθελα νὰ τὸν ἀκούσω, κατηφόριζα ὡς τοῦ Λουμίδη, ὅπου ἦταν βέβαιο πώς θὰ τὸν εὕρισκα πάντα ἐκεῖ. Κάποτε-κάποτε, καταλήγαμε σὲ καμιὰ ταβέρνα. Ὁ Καροῦζος, πρὶν ἀρχίσει νὰ πίνει, ἔτρωγε στὰ γεμάτα. Ἔτρωγε σιωπηλός. Μετὰ ζήταγε ἂπ' τὸ γκαρσόνι νὰ μάσει τὰ μπάζα, δηλαδὴ τὰ ἄδεια πιάτα καὶ τὰ πιρούνια. Καί, τότε, μόνον τότε, ξεκίναγε νὰ πίνει καὶ νὰ μιλάει. Ὁ Καροῦζος ἦταν ὡραῖος ἄντρας, ἀλλὰ δὲν τόξερε. Εἶχε μεγάλη μόρφωση καὶ ἀκόμη μεγαλύτερη πνευματικότητα. Μίλαγε ἐπὶ παντὸς θέματος: ἀπὸ τὰ ποιήματα τοῦ Καβάφη μέχρι τὴν ζωγραφική τοῦ Δέρπαπα. Καὶ ὅταν μίλαγε, ἦταν σχεδὸν γοητευτικός.



Καμιὰ φορά ἐρχότανε σπίτι μου καὶ μὲ ψιλορώταγε γιὰ τὰ βιβλία πού ἑτοίμαζα. Συνήθως, σκάλιζε τὰ χρωματιστὰ στυλὸ τοῦ γραφείου μου. Καὶ ἔπειτα καθότανε κι ἔγραφε μικρὰ ποιηματάκια, χρησιμοποιώντας πάντοτε ἕνα στυλὸ μὲ διαφορετικὸ χρῶμα. Μιὰ μέρα κάθισε καὶ μοῦ ἔγραψε κάτι λακωνικὲς συμβουλές. Θυμᾶμαι πώς ἔγραφε κατ' εὐθείαν, δίχως κομπιάσματα, δίχως νὰ διορθώνει τίποτε. Τώρα, ἔπειτα ἀπὸ σχεδὸν τριάντα χρόνια, ψάχνοντας τὸ ἀρχεῖο μου, ὅλο καὶ βρίσκω τέτια χαρτάκια τοῦ Καρούζου. Καὶ ὁμολογῶ ὅτι, συγκινοῦμαι πολύ.

Στὶς 21 Δεκεμβρίου 1971, ξαναῆρθε ὁ Νῖκος Καροῦζος στὸ σπίτι μου. Ἦταν κάπως τσατισμένος. Ἄρχισε νὰ μοῦ κολλάει, γιατί εἶχα γράψει τὸ βιβλίο μου γιὰ τὸν Ἐλύτη κτλ. Φαντάζομαι ὅτι ζήλευε, ἀλλὰ δὲν μποροῦσα νὰ κάνω τίποτα — πολὺ περισσότερο πού ἐκτιμοῦσα ἀπέραντα τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου κι αὐτὸς τὸ ἤξερε κάλλιστα. Δὲν τοῦ εἶπα τίποτα γιὰ νὰ μὴν τὸν ἐρεθίσω. Καὶ τότε, ξαφνικά, ἔπιασε κι ἔγραψε ἕνα κειμενάκι γιὰ τὸ βιβλίο μου Ρεμπέτικα Τραγούδια, πού εἶχε δημοσιευτεῖ πρὸ τριετίας. Καὶ σὲ λίγο, ἔκατσε μπρὸς στὴν γραφομηχανὴ καὶ ἔγραψε τὸν Δωδεκάλογο πού παραθέτω.

Ἐπὶ εἴκοσι χρόνια μάθαινα τὰ νέα τοῦ Καρούζου ἀπὸ τὸν Φασιανό. Ἄλλωστε, ὁ Φασιανός μοῦ ἀφηγήθηκε πολλὰ γιὰ τὶς τελευταῖες μέρες τοῦ Ποιητῆ στὸ νοσοκομεῖο.

Ὁ Νῖκος Καροῦζος πέθανε, μὰ πάντα τὸν ἀκούω νὰ μοῦ μιλάει μ' ἐκείνη τὴν πεντακάθαρη προφορὰ τοῦ Ναυπλίου.

Στὸν Ἠλία Πετροπουλο

1. Νὰ μὴν εἰρηνεύεις ἀνώφελα.

2. Νὰ μὴν πολεμᾶς ἐπίσης ἀνώφελα.

3. Ν' ἀγαπᾶς τὸν ἥλιο, μὰ ὄχι σὰν θεότητα.

4. Ν’ ἀποστρέφεσαι τὴ σελήνη σὰν ἔδαφος.

5. Νὰ πηγαίνεις καμιὰ φορά στὴν ἐκκλησία, δὲ χάνεις τίποτα.

6. Νὰ θυμᾶσαι λιγάκι τὸ θάνατο, μὰ ὄχι σὰν θάνατο.

7. Νὰ βλέπεις τὴ ματαιότητα καὶ τῆς ἰδέας τῆς ματαιότητας.

8. Νὰ λὲς ἕλληνας καὶ νὰ νιώθεις ἄλλην ὀμορφιά, νὰ μὴ νιώθεις ἑλληνικότητα.

9. Νὰ γράφεις ἀγαπώντας τὸ ἄγραφο.

10. Νὰ στοχάζεσαι πέρ’ ἀπ' τοὺς στοχασμούς σου.

11. Νὰ μὴν ξεχνᾶς τὴν ὕπαρξη τοῦ Ἀνύπαρχτου.

12. Νάν τὰ διαβάζεις κάθε μέρα τοῦτα.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ 21.12.71

10 σχόλια:

  1. Λέει κάπου ο Καρούζος (στο βιβλίο «Η τελευταία συνέντευξη στον Κων. Αν. Θέμελη», εκδόσεις Υψιλον, 1991): «Το ξέρετε το ωραίο: Ρωτούν έναν Ασιάτη, φωτισμένο άνθρωπο: "Πώς πέρασες χτες;". Κι αυτός, ωσάν το χτες να είναι έτη φωτός πίσω του, λέει: "Χτες; Δεν θυμάμαι να υπήρξα χτες. Τώρα υπάρχω". Αυτό φαίνεται, μοιάζει με παραδοξολόγημα• δεν είναι όμως. Είναι η βαθύτερη υπαρξιακή αλήθεια». Το παρόν του Καρούζου είναι φτιαγμένο σύμφωνα με μια πολύ εκλεπτυσμένη τεχνολογία θανάτου που αυτόματα καταργεί και παρελθόν και μέλλον και τα μετατρέπει όλα σε απόλυτο παρόν. Είναι το παρόν που είναι δυναστικό, όχι ο χρόνος. «Αυτό που ονομάζουμε "χρόνο" είναι μια ανάγκη της σκέψης για να επιβάλλει στα φαινόμενα μια οργάνωση. Είναι ένα μέσο. Τίποτ' άλλο» (στο ίδιο βιβλίο).

    Αυτή η ποιητική ένταση του παρόντος στον Καρούζο είναι ίσως αυτή που δίνει τη μοναδική γεύση της ποίησής του. Ακόμη κι όταν αναφέρεται σε ιστορικά πρόσωπα - στον Μάρκο Αυρήλιο, στον Βαρβαρόσα κλπ. -, δηλαδή στο παρελθόν, και αδιάλειπτα «αναπνέοντας την ποιότητα της ανυπαρξίας» (ίσως ακριβώς γι' αυτό), κινείται πάντα στην αιωνιότητα του παρόντος της ζωής. «Οσο κρατήσει η ζωή κρατά κι ο θάνατος» (Καρούζος).

    Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Από το βιβλίο «Συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου» εκδόσεις Ίκαρος 2002

    Του Νίκου Καρούζου
    Σκέφτομαι ότι θα μπορούσαμε ν’ αντιμετωπίζουμε το περιεχόμενο της ζωής απαλλαγμένο από κάθε πεποίθηση ή προκαταβολική αντίληψη. Έτσι, μπαίνουμε περισσότερο, και πιο ήρεμα, στην πραγματικότητα. Συνεπώς , το μόνο που έχω να πω είναι ότι η σύγχρονη ποίηση είναι αυτή που είναι.
    Πραγματικά, η ποίηση μετέχει στις αξίες του κόσμου. Εκφράζει βαθύτερες αρχετυπικές νοσταλγίες του ανθρώπου, και είναι το σπουδαιότερο σχολείο ελευθερίας. Δείχνει στον άνθρωπο τους δεσμούς του με κάτι απόλυτο, με κάτι ανεπίδεκτο ερμηνείας. Η γνώμη μου είναι ότι η ποίηση προχωρεί σε πιο πολύπλοκες από άλλοτε συνειδητοποιήσεις της υπάρξεως και σε πιο εσωτερικές “θέες”…
    Δίνονται κάθε τόσο διάφοροι ορισμοί (για την ποίηση). Προσωπικά, δεν συμπαθώ καθόλου τους ορισμούς, γιατί σκεπάζουν αντί να ξεσκεπάζουν τα ζητήματα. Ειδικά στο θέμα της ποιητικής λειτουργίας και κατ’ επέκταση της ποιήσεως, οι δυσκολίες να την ορίσουμε αυξάνουν, επειδή κάθε ποιητής είναι και ένα είδος ορισμού της ποιήσεως…
    Η μοναξιά, φίλε, είναι τρομερή στις μέρες μας. Το κακό το έκανε η περίφημη «καταναλωτική κοινωνία», στην οποία ζούμε. Πολλαπλασιάζουμε ολοένα τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας, με αποτέλεσμα να μην έχουμε ούτε λεπτό της ώρας για ανθρώπινη επαφή, για γνησιότητα επικοινωνίας. Η μοναξιά μας γίνεται έτσι το σκληρό τίμημα της παγερής ομαδικότητας, που καθορίζεται από δυο θεότητες: την ταχύτητα και τη διαφήμιση.

    "Και πώς εξηγείται το γεγονός ότι το είδος (η ποίηση) στη χώρα μας δεν έχει μεγάλο αναγνωστικό κοινό; Μήπως αυτό οφείλεται στην «ερμητικότητα» της μοντέρνας ποιήσεως;"

    Οφείλεται και στην «ερμητικότητα». Βασικά, όμως, προέρχεται από το χαμηλό πνευματικό επίπεδο του μεγάλου αναγνωστικού κοινού. Βλέπετε την κυκλοφορία που έχουν τα φτηνά σε περιεχόμενο έντυπα, βλέπετε τη λύσσα που έχει πιάσει τον κόσμο για εύκολη απόλαυση… Πώς να υπάρξει, λοιπόν, αναγνωστικό κοινό της ποιήσεως; Υπάρχει μόνο η αδυναμία των περισσοτέρων ανθρώπων να ξεπεράσουν την τυπική λογική τους.
    Η ποίηση δεν πιστεύω πως θα χαθεί ποτέ από τον κόσμο. Γι’ αυτό το πράγμα είμαι βέβαιος, επειδή δεν θα λείψουν ποτέ οι ποιητές. Άλλο τόσο βέβαιος είμαι, ωστόσο, για το γεγονός ότι δεν έχει στο ιλιγγιώδες τεχνολογικό μέλλον σπουδαίες πιθανότητες να παίξει, [...] λυτρωτικό ρόλο. Χωρίς να κινδυνεύει σαν δημιουργική ανάγκη, θα τοποθετηθεί στην άκρη της Ιστορίας. Όλα, όμως, είναι μακροχρονίως προσωρινά!
    Ο ποιητής, ο καλλιτέχνης γενικά, είναι ένα «πρόσωπο», με τη φιλοσοφική διάσταση που παίρνει η λέξη. Αλλά με την ίδια διάσταση είναι και μια απρόσωπη δύναμη. Μάχεται με την έκφραση για τον αυτοκαθορισμό του, που περιέχει τη λαχτάρα της ταυτίσεως με τη ζωή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Γιώργος Κακουλίδης: ο Νίκος είναι μοναχικός στη ζωή του, όχι μόνο δεν έκανε παιδιά αλλά ακόμα και τις πολλές γυναίκες που είχε στη ζωή του κάποια στιγμή τις ξεπέρασε για να βρεθεί μονάχος σε μια κάμαρη, μονάχος με το φόβο του στρογγυλεμένο, για να δει τι ακριβώς γίνεται με τη ζωή και τη Ποίηση.

    Νίκος Καρούζος: Αυτό που λέει ο Γιώργος είναι μια πραγματικότητα για μένα. Είναι τρομερός ο θάνατος, οι κίνδυνοι μεγάλοι. Είμαστε παγιδευμένοι. Η γέννηση είναι παγίδα. Εντελώς αινιγματική παγίδα, γιατί, όταν κανείς βγαίνει απ’ το σώμα της μάνας του, προκαλεί ίσως η εικόνα αυτή εντύπωση απελευθέρωσης. Εντούτοις, όταν βγαίνει απ’ το σώμα της μάνας του, το παιδί μπαίνει στην παγίδα. Στη τρομερή παγίδα της ύπαρξης.

    Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης: Μπαίνει κιόλας στο παιχνίδι της ελπίδας.

    Ν.Κ.: Η ελπίδα είναι τάση να ξεχάσουμε την παγίδα.

    Γ.Κ.: Ο ποιητής δεν έχει σχέση μ’ αυτή την κατάσταση της ελπίδας, γιατί η τραγωδία του είναι ότι τα ’χει τετρακόσια. Αυτή είναι η τραγωδία του ποιητή, ότι δεν πετάει στα σύννεφα, ότι έχει σώας τας φρένας του.

    Ν.Κ.: Αιθεροβάμονες είναι οι καθημερινοί άνθρωποι. Ο ποιητής δεν είναι. [...] Οι μεγάλοι τρελοί είναι οι άνθρωποι της κοινής και κοινωνικής λογικής. [...] Η κοινή λογική είναι μορφή παραφροσύνης. [...] Θα ήθελα επίσης να προσθέσω ότι η Ποίηση δεν έχει σχέση με την εξυπνάδα, είναι μια άλλη νοημοσύνη.

    Γ.Κ.: Ναι, ο ποιητής βαριέται να είναι έξυπνος.

    Απόσπασμα από συζήτηση, δημοσιευμένη στο περιοδικό Σχολιαστής, τεύχος 51, Ιούνιος 1987.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Βγάλε, ψυχή μου, τραγούδι
    Να πολεμήσω την Άνοιξη.
    Ξένος είμαι στο σπίτι μου
    ξένος στους δρόμους
    με λένε Γιάννη
    δεν έχω τίποτα δικό μου…

    Νίκου Καρούζου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Χάρης Βλαβιανός
    -Νομίζω ότι κάθε ποιητής κουβαλά μέσα του τη δική του Ελλάδα –αυτή είναι που τον βοηθά να γράψει και σ’ αυτή απευθύνεται. Ποιά είναι η δική σου Ελλάδα;

    Νίκος Καρούζος
    «Η Ελλάδα της γλώσσας. Αυτής της τρισχιλιόχρονης γλώσσας που, κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό της, από άποψη λεξιλογίου, έρχεται μέσα απ’ τα βάθη του καιρού. Γι’ αυτό είμαι γλωσσικά διαχρονικός. Αυτή η γλώσσα η εκπληκτικά πλούσια, είναι μιά γλώσσα δαιμονιακή, μεγάλης μουσικότητας, αν ξέρει να χειριστεί τις δομές του λεκτισμού ο λέγων ή ο γράφων».

    Χάρης Βλαβιανός
    -Άρα δεν χρησιμοποιείς την ελληνικότητα ως άλλοθι, όπως άλλοι, αλλά ως υπόδειγμα γραφής.

    Νίκος Καρούζος
    «Ακριβώς. Ελάχιστες είναι οι αναγωγές μου σε πρόσωπα και σε θεωρήματα. Γιατί αυτό που μ’ ενδιαφέρει ήταν να κερδίσω αυτή την εκστατική λακωνικότητα που χαρακτηρίζει τον θησαυρό της ελληνικής γραμματείας, αρχίζοντας από τα ορφικά, περνώντας από το Βυζάντιο και την τουρκοκρατία και φτάνοντας ως τα σήμερα».

    Χάρης Βλαβιανός
    -Μήπως γύρω απ’ αυτόν τον άξονα περιστρέφεται, τελικά η ποίησή σου;

    Νίκος Καρούζος
    «Εγώ πρόσφερα στους Έλληνες –αν είναι επιτρεπτό να πω κάτι υπέρ εμού- μιά νέα συνείδηση της ελληνικής γλώσσας. Αυτό το έχουν καταλάβει ελάχιστοι. Θα το καταλάβουν περισσότεροι στο μέλλον, και μ’ ενδιαφέρει να το καταλάβουν οι Έλληνες της ουσίας. Δεν με νοιάζουν εμένα τα κατεστημένα. Αυτοί είναι κομπλεξικοί τύποι, αβυσσαλέοι. Δεν βρίσκεις άκρη μ’ αυτούς, όλοι τους θέλουν ψυχοφάρμακα. Μ’ ενδιαφέρει ο ουσιαστικός Έλληνας – κι αυτός, υπάρχει».

    Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 1990

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. "οποιος γνωριζει την ελληνικη γλωσσα , ειναι σαν να εχει τελειωσει 5 πανεπιστημια "
    καπως ετσι διατυπωμενο νομιζω το διαβασα καπου.
    γιωργος-λευκαδα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Η γνώση της οποιασδήποτε γλώσσας παρέχει τη δυνατότητα του σκέπτεσθαι, κι αυτή είναι η σημασία της. Η γνώση μιας συγκεκριμένης γλώσσας, επιτρέπει στην σκέψη των χρηστών της, την επιλεκτική επεξεργασία δεδομένων (η γλώσσα των μαθηματικών για παράδειγμα). Στη βάση αυτή, συμφωνώ απόλυτα μαζί σας, η ελληνική γλώσσα ενδυναμώνει τη σκέψη του μυημένου χρήστη της, περέχοντάς του απεριόριστες δυνατότητες και διεξόδους.

    Βέβαια το πρόβλημα είναι, η γνώση και η καλλιέργεια είναι μη μετρήσιμες ποσότητες, αλλά ακόμα και αν ήταν –και είμαι σίγουρος γι αυτό- ο αριθμός των πανεπιστημίων στα οποία έχει κανείς φοιτήσει είναι η πλέον ακατάλληλη μονάδα μέτρησής τους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. εδω στο καφενειο μια μερα μπηκε το ερωτημα ποσες λεξεις ξερει και χρησιμοποιει ο καθενας .
    3 μονο ξεπερασαν της 100 λεξεις κι΄αυτοι ηταν , ο ενας δικηγορος και οι αλλοι δυο σχεδον τελειοφοιτοι πανεπιστημιου , εμεις οι αλλοι δεν ξεραπερασμε ουτε τις 70 ! ενω πριν , πιστευαμε οτι ξερουμε πανω απο 300-400

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Ο 12λογος αυτός που γράφτηκε μάλιστα στα γρήγορα φανερώνει το πνευματικό του βάθος (ή να 'λεγα πλάτος;)

    Τι σύμπτωση! Έχουμε τον ίδιο στίχο του Κάλβου για επικεφαλίδα στα μπλογκ μας και ανεβάσαμε με διαφορά ενός μήνα αναρτήσεις για τον Καρούζο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Για τον ποιητή Γιάννη Καρούζο, τόφεραν τα πράγματα να προετοιμαστώ κάποιες μέρες πριν μεταβώ το 2001 στη νήσο Χβαρ (βγαίνει από την λέξη ΦΑΡΟΣ", που βρίσκεται απέναντι από το διάσημο Σπολέτο ή Σπλιτ της Κροατίας...Εκεί ήμουν καλεσμένη σε Festival Ραδιοφώνου, που θεωρείται και το επικρατέστερο της Ευρώπης, εκπροσωπώντας την ΕΡΑ (ελληνική Ραδιοφωνία) μέσω διαγωνισμού με τον τίτλο: "PRIX MARULIC" (=Βραβείο Μάρουλιτς). Ο Μάρουλιτς είναι ο αντίστοιχος Διον. Σολωμός της Κροατίας. Μίλησα στα Ιταλικά για 10 λεπτά για τη ζωή του ΓΙάννη Καρούζου με δέος και τρακ..Ακόμα θυμάμαι κυρίως τους Ιταλούς ραδιο-συνδαιτημόνες να ρωτούν για τον μοναχικό ποιητή....Ενας από αυτούς είχε αφιερώσει πολλές εκπομπές στο Ραδιόφωνο της RAI, όπως μού είπε. Το ενδιαφέρον ήταν θερμό σε σημείο που μου ζητήθηκε να μεταφέρω στους ιθύνοντες της ΕΡΤ και κυρίως στον αείμνηστο συνθέτη και διευθυντή του Γ΄προγράμματος (τότε) ΓΙώργο Τσαγκάρη το αίτημα συνδιοργάνωσης Ραδιο-Φεστιβάλ για τους λιγότερο γνωστούς ποιητές της χώρας μας...Ο Γερμανός κριτικός και προεδρεύων του Φεστιβάλ κ. G.Nalepa προσπάθησε με κάθε τρόπο να μου πει ότι "πρέπει οι δημοσιογράφοι του πολιτιστικού ρεπορτάζ να βοηθήσουμε να αναδειχθεί περισσότερο η Ελλάδα της ποίησης"....

    ΑπάντησηΔιαγραφή