Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Νεοφιλελευθερισμός καί αἰωνία Ἑλλάς (1)

Τό ποταμίσιο ἀπόστημα τῶν ἑλλαδικῶν ΜΜΕ ἐπί τό ἔργον… Ὁ Κοσκωτᾶς – κόκκινο πανί γιά τούς τότε ἐκδότες - μπροστά του ὑπῆρξε παρονυχίδα…
Ἀπουσίᾳ ἐθνικῆς διανόησης τά ἰδεολογικά ζητήματα στήν Ἑλλάδα δέν συζητοῦνται, ἀλλά μέ ταχυδακτυλουργικό τρόπο ἀποκρύβονται. Κόντρα στόν σκοταδισμό τῶν ταχυδακτυλουργῶν τῆς ἐθνικοφροσύνης καί τῆς προοδευτικῆς θολοκουλτούρας ὁ Γεράσιμος Κακλαμάνης σὲ μία σειρὰ ἄρθρων του στὴν καθημερινὴ ἐφημερίδα ΕΘΝΟΣ, τόν Ἰούλιο τοῦ 1987, καταπιάστηκε μέ μερικά ἀπό τά οὐσιώδη. Τί σημαίνει  « δημόσιο συμφέρον» καὶ  « πόθεν ἔσχες»; Δημόσια πρόσωπα εἶναι μόνον οἱ πολιτικοὶ ἢ καὶ ὁ ἰδιώτης πού διαχειρίζεται δημόσια ἀγαθά; Εἶναι ἡ ἐνημέρωση δημόσιο ἀγαθό; Τί σημαίνει Τύπος,  πληροφόρηση, χειραγώγηση καὶ τί πλύση ἐγκεφάλου; Πῶς σχηματίζεται ἡ κοινή γνώμη καί πῶς σχετίζεται μέ τό δημόσιο συμφέρον; Ποιὲς συνθῆκες γεννοῦν τὸν κιτρινισμό,  καὶ γιατί εἶναι ἀναγκαῖο κακό; Ποιὰ εἶναι τὰ ὅρια καὶ τὸ περιβάλλον ἐντός του ὁποίου ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία ἔχει θετικὸ κοινωνικὸ πρόσημο; Γιατί εἶναι κρίσιμης σημασίας ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ δημοσιογράφου ἔναντι τῶν ίδιωτικῶν συμφερόντων τοῦ ἐργοδότη του; Γιατί ὁ συγκεντρωτισμός στόν χῶρο τοῦ Τύπου ἀποτελεῖ ἀπειλή γιά τήν κοινωνική λειτουργία του; Μέσα ἀπὸ ποιὲς ἱστορικὲς συνθῆκες διαμορφώθηκε διεθνῶς  ἡ κοινωνικὴ λειτουργία τοῦ Τύπου, ἡ ὁποία ὅπως ὅλα στὴν Ἑλλάδα μεταμορφώνεται σὲ ἐπιχείρηση ἐθνικῆς ἐξαπάτησης;  Ἀφορμὴ γιὰ τὰ ἄρθρα τοῦ Κακλαμάνη στὸ ΕΘΝΟΣ ὑπῆρξε ἡ δικαστική διαμάχη μεταξύ το Κοσκωτᾶ καί τῆς ἐφημερίδας τό 1987.

Ὁ Κοσκωτᾶς εἰσέβαλλε στὴν ἑλλαδικὴ πραγματικότητα τήν δεκαετία τοῦ 1980 ὡς ταῦρος ἐν ὑαλοπωλείω ὥστε, ἐλέγχοντας μὲ τὴν ἀβάντα τοῦ κράτους τὸ τραπεζικὸ σύστημα καὶ τὸν τύπο, νὰ καλύπτει-μηδενίζει τὰ ὅποια ρίσκα τῆς ἐπιχειρηματικῆς του δραστηριότητος. Λογικώτατα τότε ἡ ἐφημερίδα ΕΘΝΟΣ ἀντέστη, καὶ ὁ Κοσκωτᾶς τιμώντας τὴν ἑλλαδικὴ κουτοπόνηρη παράδοση τὴν ἔσυρε στὸ δικαστήριο μπροστά στήν ἀνεξάρτητη ἑλλαδική δικαιοσύνη ( ἀπό τούς βασικούς πυλῶνες μαζί μέ τήν κρατική ἐξουσία καί τόν Τύπο τῆς ἐθνικῆς μας ἰδεολογίας). Ὁ Κοσκωτᾶς κέρδισε τήν δίκη κατά τοῦ ΕΘΝΟΥΣ, ὅσο οἱ ὑπόλοιπες ἐφημερίδες ἔκαναν χάζι...

Ὅπως καὶ τὸ ἑλλαδικὸ κομματικὸ σύστημα, τὸ ἴδιο καὶ ὁ ἑλλαδικὸς Τύπος δὲν ἐπιτελεῖ καμιὰ κοινωνικὴ λειτουργία, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐπιχειρήσεις οἰκογενειακῶν μεγαλοσυμφερόντων πού διαπλέκονται μὲ οἰκονομικὰ καὶ κομματικὰ συμφέροντα ἐξουσίας. Μέσα βέβαια σὲ ἕνα καθαυτὸ ἰδεοκτονικὸ περιβάλλον ὅπως τὸ ἑλλαδικό, ὅπου οἱ ἰδεολογίες εἶναι ταυτισμένες μὲ πρόσωπα, ἔργο καί ὑπόθεση τῶν κομματικῶν ἐγκεφάλων καὶ ὄχι τῆς περὶ ἄλλα τυρβάζουσας μελοδραματικῆς μας διανόησης, ἡ ἐξέλιξη τοῦ Τύπου δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι πολὺ διαφορετική. Μικρὲς ἀγγελίες, ἀποκαλύψεις σκανδάλων, πολιτικό κουτσομπολιό, πρωτοσέλιδα, πηχυαῖοι τίτλοι καί ἀποσπασματικὰ ρεπορτάζ, προφητεῖες, κοσμικὲς στῆλες, κρατικὲς διαφημίσεις καὶ οἱ ἰδέες στὸ περιθώριο. Τί χειρότερο μπορεῖ νὰ φέρει ἡ συγκέντρωση ἀ λὰ Μέρντοχ,  πού ὑποτίθεται πολέμησαν στὸ πρόσωπο τοῦ Κοσκωτᾶ μετά τήν καταδίκη τοῦ ΕΘΝΟΥΣ οἱ "δημοκράτες" ἐκδότες; Ὁ καθαυτὸ κομματικὸς καί ἀνελεύθερος τύπος στὴν Ἑλλάδα δέν εἶναι τά ἐπίσημα κομματικά ὄργανα π.χ. "Ριζοσπάστης", ἀλλά ὁ αὐτοαποκαλούμενος «ἀνεξάρτητος». Σέ ἄλλες εὐρωπαϊκές χῶρες ἕνας μαρξιστής διάβάζει ἄνετα ἕνα συντηρητικό φῦλλο, λόγῳ τοῦ κύρους πού αὐτό διαθέτει.  Τό ὁποῖο φῦλλο κάλλιστα μπορεῖ νά ἀσκήσει σοβαρή κριτική σέ κόμμα τῆς ἰδεολογικῆς παράταξής του ἤ καί νά τοποθετηθεῖ ἀπέναντί του. Τό ἀνεβοκατέβασμα κυβερνήσεων ἀπό τόν Τύπο εἶναι καθαρά ἑλλαδικό φαινόμενο καί εἶναι σημάδι μιᾶς μόνιμης πολιτικῆς κρίσης. Ὁ ἑλληνικός τύπος εἶναι, ἄν ὄχι ὁ χειρότερος, ἀπό τούς χειρότερους παγκοσμίως. Ὑπάρχει ἑλληνική ἐφημερίδα ἡ ὁποία νά ἔχει δημιουργήσει παράδοση καί λογῳ αὐτῆς τῆς παράδοσης νά γίνεται σημεῖο ἀναφορᾶς στά διεθνῆ είδησεογραγικά πρακτορεῖα; Γιά νά μήν ἀναφερθοῦμε σέ μεγάλους εἰδησεογραφικούς ὀργανισμούς τῶν ΗΠΑ καί τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης,  ἔχουμε τήν σπανία, τήν Ἀργεντινή, τήν Αἴγυπτο νά διαθέτουν τέτοιες ἐφημερίδες ἡ Ἑλλάδα ὅμως ὄχι.

Ἡ κατοπινὴ ἀντίδραση τῶν ἐκδοτῶν στὴν γιγάντωση τοῦ Κοσκωτᾶ - μετά τήν δίκη καί καταδίκη τοῦ ΕΘΝΟΥΣ πού παρακολούθησαν ἀπό τόν καναπέ  -  πῆρε μορφή μὲ τὴν ὁμαδική ὑποβολὴ ὑπομνήματος στὸν τότε πρωθυπουργό. Δὲν εἶχε δέ καμιὰ ἀπολύτως οὐσιαστική σχέση μὲ τό ἄν τά χρήματα τοῦ Κοσκωτᾶ ἦταν προϊόν ἐγκληματικῆς δραστηριότητας ( αὐτό εἶναι παντελῶς ἄσχετο μέ τό κοινωνικό ρόλο τοῦ Τύπου),  οὔτε μέ τήν καταπολέμηση τῆς διαφθορᾶς, οὔτε ἐπρόκειτο γιὰ μία μάχη κατὰ τῆς συγκέντρωσης τοῦ Τύπου καὶ ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας του. Αὐτά ἦσαν προσχήματα. Πολὺ ἁπλὰ οἱ ἐκδότες μὲ νοοτροπία φυλάρχου τριτοκοσμικῆς χώρας, ἀνησύχησαν μήπως χάσουν τὸν ἔλεγχο τῆς πίτας. Αὐτὸ πού ἀπὸ τὶς στῆλες τῶν συνασπισμένων κατὰ τοῦ Κοσκωτᾶ ἐκδοτῶν «ἐρευνᾶτο» ἐναγωνίως ἦταν ἡ προέλευση τῶν χρημάτων του. Τὴν ἴδια στιγμὴ πού ἡ πλαδαρὴ καὶ ἐγκληματική μας διανόηση ἔχει παραχωρήσει τὴν παραγωγὴ ἰδεῶν στοὺς κομπογιανίτες, οἱ «ἀγωνιστὲς» κατὰ τοῦ Κοσκωτᾶ ἐκδότες, χρησιμοποιντας μία φιλελεύθερη κομπογιανίτικη θεωρία περὶ «πόθεν ἔσχες», γιὰ τὰ τοῦ οἴκου τους ἐποίησαν τὴν νῆσσαν. Ἀντί για « πόθεν ἔσχες» ἡ ἐπίδειξη μετοχῶν τῆς ἐκδοτικῆς τους ἑταιρείας ἦταν ἀρκετή.

Ἡ νεοελληνικὴ ἱστορία εἶναι μία διαρκής κατάσταση κοινωνικῆς ἀπάτης,  ὅπου τὰ γεγονότα ρίπτονται στὸ προσκήνιο ἀτάκτως καὶ σκοπίμως. Ἡ ἀποκάλυψη σκανδάλων ὡς τροφὴ τοῦ μικροαστοῦ ἰσοδυναμεῖ μὲ διαχείριση καταστάσεων, ἡ ὁμίχλη καὶ ἡ θολούρα διαιωνίζεται. Τὸ ἱστορικὸ νόημα τῶν πραγμάτων μένει στὸ σκοτάδι.  Μετά τὴν δίκη καὶ τὴν καταδίκη τοῦ Κοσκωτᾶ δὲν ἀπεκατεστάθη ἡ κοινωνικὴ λειτουργία τοῦ Τύπου, ἀντίθετα τό ἀπόστημα τῆς διαπλοκῆς τύπου -κράτους και ἐπιχειρηματιῶν θέριεψε μέ ἀποκορύφωμα τῆς δημοσιογραφικῆς πορνείας τήν ἵδρυση καί κόμματος καί τήν ξεδιάντροπη προώθηση του ἀπό τά ΜΜΕ ( Ποτάμι ). Ὅπως καὶ δὲν ἀπεκαλύφθη τόσα χρόνια, ἴσα ἴσα ἀπεκρύβη ἡ μήτρα ὅλων τῶν σκανδάλων δηλαδή, τὸ ἱστορικὸ ἀνέκδοτο τῆς Ἑλλάδος ὡς κράτους. Πέρα ἀπὸ τὶς γνήσιες προθέσεις, προσδοκίες καὶ ὁράματα, ὅπως καὶ τὸ Πολυτεχνεῖο πού πρὶν μερικὲς μέρες γιορτάσαμε ὡς νίκη τῆς δημοκρατίας, ἔτσι καὶ ἡ ὑπόθεση Κοσκωτὰ ὡς μάχη κατὰ τῆς διαπλοκῆς καὶ τῆς διαφάνειας στὸν χῶρο τοῦ τύπου, ὑπῆρξε ἕνα ἀκόμη βαρύγδουπο ἐπεισόδιο τῆς νεοελληνικῆς ἐπιθεωρησιακῆς σκηνῆς.

Ἂς δοῦμε τώρα τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα τοῦ Γερασίμου Κακλαμάνη… ( τό τονισμένο κείμενο εἶναι δική μου ἐπιλογή)

ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΑΣ
ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΔΙΚΗ "ΕΘΝΟΥΣ" - ΚΟΣΚΩΤΑ

Α) ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ,  ΤΟ ΑΡΟΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΑΝΟ ( ΕΘΝΟΣ 27/7/1987)

Σὲ μία πρόσφατη δημοσκόπηση γιὰ τὴ γνωστὴ δίκη τοῦ «Ἔθνους», μερικοὶ ἐκπρόσωποι τῆς Δεξιᾶς ἀπάντησαν πὼς «δὲν ὑπάρχει δημόσιο συμφέρον» (εἰδικότερα δὲν ὑπάρχει ἐπικρατοῦσα ἄποψη περὶ αὐτοῦ) καὶ ὅτι εἶναι κατὰ τοῦ «πόθεν ἔσχες» (βλ. «Ἔθνος» 28/6/87). Τὰ ἐρωτήματα τοῦ «Ἔθνους» ἦταν:

- Ἔχουν δικαίωμα οἱ ἐφημερίδες νὰ ἀγωνίζονται γιὰ τὸ δημόσιο συμφέρον; - Ἔχει δικαίωμα ὁ ἑλληνικὸς λαὸς νὰ πληροφορεῖται τὶς οἰκονομικὲς πηγὲς τῶν προσώπων πού δεσπόζουν ἢ προσπαθοῦν νὰ δεσπόσουν στὸ τραπεζιτικὸ σύστημα καὶ στὸν Τύπο;

Οἱ σπεκουλαδόροι

Ἐπειδὴ στὶς ἀπαντήσεις αὐτὲς ἐπιδιώχθηκε νὰ δοθεῖ μία θεωρητικὴ καὶ ἰδεολογικὴ βάση («φιλελευθερισμός», «ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου», «ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία») κ.λπ., τὸ νόημα τῶν πραγμάτων παρουσιάζει ἕνα γενικότερο ἐνδιαφέρον, πού δὲν θάπρεπε νὰ μείνει ἀσχολίαστο καὶ ἀπαρατήρητο. Ὄχι μόνο γιατί οἱ ἀπόψεις αὐτὲς προέρχονται ἀπὸ τὴν παράταξη πού ἔμεινε κυριολεκτικῶς κατὰ παραχώρηση ἐπὶ μισὸν αἰώνα στὴν ἐξουσία καὶ γνωρίζουμε ὅλα τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἰδεολογικῶν της ἐφαρμογῶν, ἀλλὰ γιατί μὲ τὸ δῆθεν πρόσχημα κάποιας «ἰδεολογίας», πού ἔχει νὰ προτείνει ἡ Δεξιά, γίνεται αἰτία συσκότισης, στοὺς πολλούς, αὐτοῦ πού πράγματι ἔφερε ἡ ἀλλαγὴ μὲ τὴν παροῦσα Κυβέρνηση: Ὅτι ἡ κύρια αἰτία καθυστέρησης τοῦ τόπου μας ὀφείλεται στὴν πνευματικὴ καὶ ἰδεολογικὴ χρεοκοπία τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας.

Δὲν ἐξετάζουμε ἂν καὶ σὲ τί ὑπῆρξε πράγματι μία «Ἀλλαγὴ» στὰ τελευταῖα χρόνια, οὔτε καὶ κατὰ πόσον ὑπῆρχαν οἱ κοινωνικὲς προϋποθέσεις μίας ἀντίστοιχης δυνατότητος πρόκειται νὰ συζητήσουμε. Ἕνα ὅμως εἶναι ἀναμφισβήτητο: ὅτι ἀφήνοντας ἐλεύθερο τὸ λόγο καὶ τὶς ἰδέες ἡ παροῦσα Κυβέρνησα, εἴδαμε πὼς ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τοὺς μύθους τοῦ προγονικοῦ παρελθόντος καὶ τὰ διάφορα ἄλλα κουραφέξαλα, πού μὲ τόσο ζῆλο καλλιέργησε ἡ Δεξιὰ στὸ παρελθόν, εὑρέθηκε καὶ βρίσκεται σὲ πλήρη χρεοκοπία ἰδεῶν ὡς πρὸς τὸ σύγχρονο κόσμο. Ἔχουμε ἰδέες γιὰ τὸν Μακρυγιάννη· δὲν ξέρουμε ὅμως τί θὰ πεῖ ἠλεκτρόνιο. Συζητᾶμε γιὰ τὴν «κιβωτὸ τῆς Ὀρθοδοξίας»- δὲν ξέρουμε ὅμως πῶς γιατρεύεται ἕνας ἄρρωστος. Μιλᾶμε γιὰ τεχνολογία καὶ ἀνάπτυξη ἂν ὅμως χαλάσει ἡ ἀριθμομηχανὴ μας πρέπει νὰ πάρουμε ἄλλη ἢ νὰ τὴ στείλουμε γιὰ ἐπισκευὴ στὴν Ἰαπωνία ἢ τὴν Ἀμερική.

Παραποιήσαμε τὴν ἔννοια τοῦ ρολογᾶ καὶ τὸν κάναμε «ὡρολογοποιὸ» ( «ποιῶ» σημαίνει «φκιάνω» καὶ ὄχι ἐπισκευάζω), γιατί εἴμαστε ἡ μόνη χώρα πού ἔχει ρολογάδες, ἐπειδὴ δὲν ἔφκιαξε ποτὲ ρολόγια. Συζητᾶμε γιὰ «βιομηχανία», γιατί ποτὲ δὲν ἔχουμε καταλάβει πὼς τὰ λεφτὰ πού δίνουμε γιὰ ν’ ἀγοράσουμε μία τηλεόραση εἶναι ἁπλῶς νοίκι πρὸς τὸν κατασκευαστὴ καὶ τίποτα πιὸ πολύ. Αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα...

Καὶ ὅλα αὐτά, γιατί ποτὲ δὲν τέθηκε ζήτημα νὰ συζητήσουμε γιὰ τὶς προϋποθέσεις ὅλων αὐτῶν, νὰ καταλάβουμε δηλαδὴ τουλάχιστον ὅτι δὲν πρόκειται νὰ τὰ φκιάξουμε καὶ ποτέ. Γιατί τὸ ὅλο πρόβλημα ἦταν νὰ βρεθεῖ μία ἰδέα - σύνθημα, πού ἀρκοῦσε ἁπλῶς νὰ βρεθεῖ ἕνας ποδοσφαιρικὸς τρόπος πλασσαρίσματός της πρὸς τὰ κάτω, γιὰ νὰ μείνουμε ἀμετακίνητοι πάντα στὰ ἴδια. Καὶ σ' αὐτὸ τὸ σπὸρ ἡ Δεξιὰ διέπρεψε. Ὄχι τὰ πράγματα, ἀλλὰ οἱ προϋποθέσεις γιὰ τὰ πράγματα - ἦταν πάντα ὅ,τι δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ συζητηθεῖ. Γιὰ τὴ «βιομηχανία», ναί, ποτὲ ὅμως γιὰ τὶς κοινωνικὲς προϋποθέσεις αὐτοῦ τοῦ πράγματος. Καὶ ἂς μὴν ποῦμε ὅτι αὐτὰ εἶναι φυσικὰ σὲ μία παραδοσιακῶς ἀγροτικὴ κοινωνία σὰν τὴ δική μας. Ἀγροτικὲς ἦταν καὶ οἱ σκανδιναβικὲς κοινωνίες ὡς τά μέσα τοῦ περασμένου αἰῶνα.

Ἡ διαφορὰ ὅμως τῆς δικῆς μας κοινωνίας, τῆς γαλουχημένης σὰν κράτος μὲ τὸ ὀρθόδοξό της παρελθόν..., ἦταν ὅτι ἦταν καὶ παρέμεινε μία κοινωνία τοῦ ἀρότρου. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς τρομάξῃ ἡ ἀλήθεια. Κι ἂς μὴν μᾶς πεῖ κανένας ὅτι οἱ ἰδέες ὑπῆρξαν, ἀλλά, ἀλλά... Οἱ ἰδέες εἶναι σὰν τὸν ἥλιο, πού κι ἂν ἀκόμα τὸν κρύβουν τὰ σύννεφα  φαίνεται.  Ἑκατὸ οἰκογένειες ἔλεγε κάποτε ὁ Χίτλερ πὼς κυβερνοῦν τὴν Αἰγγλία. Καὶ ὄχι μόνο, βέβαια, στὴν Ἀγγλία. Οἱ ἀνώτερες τάξεις ὅμως τῶν ἄλλων κρατῶν δὲν κράτησαν μόνο τὶς οἰκονομίες τῶν χωρῶν τους, ἀλλὰ κράτησαν καὶ τὴν πνευματική τους ζωή. Ἔβγαλαν ἐπιστήμονες, μουσικούς, καλλιτέχνες,  φιλοσόφους, τὰ πάντα. Τί ἄλλο ἐκτὸς ἀπό... ρομαντισμὸ καὶ μπεμπεδισμὸ ἔβγαλαν οἱ δικές μας; Ὑπάρχει κανένας γόνος τζακιοῦ πού νὰ 'χει μείνει στὰ γράμματά μας, στὴ μουσική, κάπου; Ὑπάρχουν οἰκογένειες πολιτικῶν, ἐφοπλιστῶν, «βιομηχάνων», πού  νὰ  μπῆκαν μέσῳ κάποιου «γόνου» τους στὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας τουλάχιστον; Ἂν ὁ μπαμπὰς κατάφερε νὰ δημιουργήσῃ τὸ πολὺ πολὺ κάποιο φιλολογικὸ θόρυβο, αὐτὸ ἦταν ὅλο. Ἡ κόρη θὰ κοίταζε νὰ πουλήσῃ τὰ « κειμήλια» καὶ τὰ ἔπιπλα, μήπως καὶ συγκινήσει τὸν περιπαθῆ μανάβη τῆς γειτονιᾶς της. Αὐτὴ ἦταν κοινωνικῶς ἡ ἔννοια τῆς  «ρίζας» στὸν τόπο μας...

Ἀπὸ κάτω τὸ ἄροτρο καὶ ἀπὸ πάνω ἡ σπεκουλαδαρία συνθημάτων περὶ τὰς ἰδέας καὶ τὰ σπουδαῖα. Κάποιες κυρίες, πού ὑποτίθεται πὼς «πήγαιναν στὸ θέατρο» κι ἂς μὴν ὑπῆρχε στὴν Ἑλλάδα ἕνας Σαίξπηρ, κάποιες «οἰκοδέσποινες», πού ἐνῷ δὲν εἶχαν Βολταίρους  ἤθελαν ὁπωσδήποτε «σαλόνια», κάποιες δεσποινίδες, πού ἐπειδὴ πῆγαν στὶς καλόγριες ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ἀγοράσουν πιάνο. Ὡς τὰ σήμερα τὰ καταστήματα πιάνων στὴν Ἀθήνα κοντεύουν νὰ συναγωνισθοῦν τὰ σουβλατζίδικα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ χωρίζει μία πόρτα...

Σὲ στὶλ καουμπόικο

Στὸν περασμένο αἰώνα, μὲ τὶς ἀνακατατάξεις τοῦ χώρου τῶν Βαλκανίων, εἶναι ἀλήθεια πὼς ἦρθαν στὴν Ἀθήνα μερικὲς οἰκογένειες. Ἄλλες γιατί τὶς ὑποχρέωναν οἱ συσχετισμοὶ τῶν διεθνῶν σχέσεων ὑπὸ τὶς ὁποῖες ζοῦσαν, καὶ οἱ ξένες δυνάμεις ἤθελαν «Ἕλληνες» ἀνθρώπους τους ἐδῶ, ἄλλοι πράγματι μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἐπενδύσουν καὶ ἄλλοι μὲ τὴ συναίσθηση τοῦ κάου μπόι, πού ξεκίναγε «γιὰ τὰ δυτικά». Ὅλοι αὐτοί, μέσα στὰ ὑπερεθνικὰ πλαίσια τόσο τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, ὅσο καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἦταν κάτοχοι ἑλληνικῆς παιδείας. Στὸ μὲν ἐξωτερικὸ γιατί ἡ μελέτη τοῦ ἑλληνισμοῦ ἱστορικὰ ἦταν μία αὐτονόητη πραγματικότητα, καὶ στὴν ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία γιατί ἦταν μία ἀναγκαστικὴ κληρονομιά, στὴν ὁποία βυθίζονταν οἱ ρίζες ὅλων σχεδὸν τῶν φυλῶν της.

Μπετόβεν καὶ ἀλληλούια

Ἦταν, δηλαδή, μία διάσταση μεσογειακοῦ πολιτισμοῦ καὶ ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ τὸν ξέρουν. Μαζὶ ὅμως μὲ αὐτὸν ἔφερναν καὶ τὸν «κοσμοπολιτισμὸ» τῶν κέντρων πού ἔζησαν, θέατρα ἔβλεπαν στὸ ἐξωτερικό, θέατρα ἤθελαν — κι ἂς ὑπῆρχε ἐδῶ ὁ καραγκιόζης. Σαλόνια ἔβλεπαν ἔξω, σαλόνια ἤθελαν — κι ἂς ἔβλεπαν παντοῦ τριγύρω καφενέ. Πιάνα ἄκουγαν στὴ Βιέννη, πιάνα ἤθελαν — κι ἂς μὴν ὑπῆρχε ὁ Μπετόβεν, ἀλλὰ μόνο τὸ ἀλληλούια. Γιὰ τὴν ἱστορία σημειώνουμε πὼς τὸ πρῶτο πιάνο στὴν Ἑλλάδα τὸ ἔφερε ὁ γιὸς τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ Μουχτάρ. Ἀλλὰ τὸ ἔφερε, βέβαια, γιὰ νὰ φέρει καὶ τὴ μουσικὴ σὰν ἀπροκατάληπτος «γηγενὴς» πού ἦταν, ὅπως καὶ ὁ πατέρας του ἤθελε «διαφωτισμὸ» καὶ «συντάγματα». Οἱ ἄλλοι τὸ ἔφεραν σὰν ἔπιπλο, σὰν εἶδος δηλαδὴ «οἰκογενειακῆς ἀνατροφῆς». Ἀπὸ κάτω οἱ ἐγκέφαλοι τῶν ὑπολοίπων δούλευαν στὴ διάσταση τοῦ ἀρότρου. Καὶ βέβαια, μέσα σὲ μία διάσταση καραγκιόζη, τί ἄλλο μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ «Σαίξπηρ» ἀπὸ σύνθημα; Τί νὰ εἶναι στὴ βουκολικὴ διάσταση τῆς πίπιζας καὶ τῆς φλογέρας τὸ πιάνο; Καμαρωτὴ στέκει ἡ προτομὴ τοῦ Δαμίραλη στὴ Νάξο μὲ τὸν Σαίξπηρ ἀπὸ κάτω. Ἂν ὅμως στὴ μικρὴ πολιτιστικὴ διάσταση τῆς Νάξου ὁ Σαίξπηρ εἶχε κάτι νὰ πεῖ, τί νὰ πεῖ στὸν ἐγκαταλειμμένο γιδοβοσκὸ τῆς Πίνδου, τὸν ἀφημένον ἐκεῖ νὰ παίζει τὴ φλογέρα του γιὰ νὰ τρῶνε καλύτερα τὰ γίδια; Ἀλλὰ ὁ Σαίξπηρ μποροῦσε νὰ «παιχθεῖ» στὸ Ἐθνικό, κι αὐτὸ εἶχε σημασία —- νὰ μεταβληθεῖ τὸ σύνθημα σὲ ἰδεολογία. Κι ἀφοῦ βέβαια ἡ ἐπιχείρηση τῆς κρατικῆς βιτρίνας πέτυχε, γιατί ἔπρεπε νὰ πετύχει, ἀλλὰ ἡ «κάτω βόλτα» εἶχε πάρει τὸ σύμπαντα κόσμο γιὰ καλά, δὲν ὑπῆρχε πλέον πρόβλημα ἐπιλογῆς: ὁλόκληρη ἡ κατὰ καιροὺς ἰδεολογία ἔπρεπε νὰ γίνει ὑπόθεση συνθημάτων. Καθεστὼς πού ἰσχύει ὡς τὰ σήμερα σὲ ὅλους τους τομεῖς. Ἄλλος τρόπος νὰ σωθοῦν ὅσο μποροῦσαν τὰ «πιάνα» δὲν ὑπῆρχε. «Ὅσο μποροῦσαν», γιατί δυστυχῶς ὁ σύλλογος τῶν ἀντικὲρ δὲν μᾶς ἔβγαλε μία μελέτη γιὰ τὸ πῶς πουλιόνταν τὰ πιάνα στὴν πρώτη γενεὰ γιὰ κάποιο ταγεράκι καὶ στὴ δεύτερη οἱ βιβλιοθῆκες γιὰ τὸ κοὺμ καν. Γιατί γιὰ τὴν τρίτη, βέβαια, δὲν γεννᾶται πρόβλημα: ἡ μόνη μέριμνα ἦταν νὰ ἐπενδυθοῦν οἱ προγονικοὶ τίτλοι στὴν ἐξεύρεση κανενὸς πετυχημένου τυρέμπορου ἢ χασάπη... Τί ἄλλο ὅμως νὰ ἦταν κοινωνικῶς δυνατόν;

Δὲν ξεφύγαμε τοῦ θέματός μας. Ἀφενὸς μὲν θελήσαμε νὰ δείξουμε ὅτι οἱ «ἐπενδύσεις» στὴν Ἑλλάδα χωρὶς ἐξέταση κοινωνικῶν σκοπουμένων καὶ μέσα σὲ καθεστὼς ἰδεολογικῶν συνθημάτων, ἔχουν μία μακριὰ προϊστορία καί, ἀφ' ἑτέρου, πῶς μέσα στὴν ἰδεολογία αὐτή, στὸ δίπολο ἀρότρου — πιάνου, ἡ Ἑλλάδα κατάντησε μέσα στὰ πλαίσια τῶν ἱστορικῶν της ὑπαγωγῶν, στὸ πολιτικὸ καὶ οἰκονομικὸ ἐπίπεδο, μία «χώρα ὑπὸ ἀναγκαστικὴ διαχείριση» σὰν τὶς προβληματικὲς ἑταιρεῖες. Ἀλλά, ὅπως πρωτοβαθμίως ἡ δίκη τοῦ «Ἔθνους» ἀπέδειξε, ὁ ποινικὸς κώδικας δὲν ἀφήνει περιθώρια συζήτησης οὔτε καν γιὰ τὸ εἶδος διαχείρισης. Ποιὸς εἶναι αὐτὸς πού δὲν θέλει τὶς ἐπενδύσεις ξένων χρημάτων στὸν τόπο μας; Σὰν κοινωνία τοῦ ἀρότρου πού παραμείναμε, ἂν δὲν μᾶς δώσουν οἱ ἄλλοι μὲ τὸν τουρισμό, μὲ τὶς ἐπενδύσεις, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο νὰ φᾶμε, θὰ ψοφήσουμε. Στὶς ἐπενδύσεις, ναί· εἶναι ἄλλο ὅμως τὸ πρόβλημα τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν προϋποθέσεων τῶν ἐπενδύσεων. Σὲ μία κοινωνία μὲ τὶς παραπάνω κοινωνικὲς καὶ ἱστορικὲς προϋποθέσεις τῆς Ἑλλάδας, εἶναι φανερὸ πὼς ἀποτελεῖ κοινὴ συνείδηση τὸ γεγονὸς ὅτι μόνο ἀπὸ τὸ κράτος καὶ μέσῳ τοῦ κράτους ἦταν δυνατὸν νὰ προσκτηθεῖ κάποιος κάτι μονιμότερο καὶ νὰ τὸ κρατήσει ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο. Καὶ σὲ ἕνα κράτος, πού προέκυψε ἀπὸ ἀκαθόριστες ἀκόμα ἱστορικὲς συγκυρίες, ὅπου μία μερίδα κόσμου κατάφερε νὰ ἐπικρατήσει στὴ γένεση αὐτοῦ του κράτους, νὰ τὰ μοιράσουν μεταξύ τους καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ προσπαθοῦν νὰ τὰ κρατήσουν μὲ τὶς διαθῆκες ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἐνῷ βέβαια σὰν κρατικὸς μηχανισμὸς ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ ἀνανεοῦται «ἐκ τῶν κάτω», εἶναι φανερὸ τί ἡ ἴδια ἡ δομὴ τοῦ κράτους ὑπεδείκνυε ἀφ' ἑαυτῆς στὸν νεοανερχόμενο τὶς κλίμακές του. Σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση, ὅμως, ἡ ἔννοια τῆς «προσωπικῆς τιμῆς» νοήθηκε στὸν αὐτὸ βαθμὸ ἀστικῆς ἐντελείας πού ἰσχύει σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀνεπτυγμένη χώρα ἢ καὶ στὴν ἴδια τὴν Ἀμερική, ὅπου ἡ διατύπωση ἁπλῆς ὑπόνοιας περὶ οἰκονομικοῦ σκανδάλου μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει ἕναν ὑπουργὸ Οἰκονομικῶν στὴν αὐτοκτονία.

Ὁ περὶ Τύπου νόμος στὴν Ἑλλάδα φιάχθηκε σὲ μία περίοδο πολεμικῆς προπαρασκευῆς καὶ ἰσχύει ἀκόμα. Καὶ οὔτε τυχαῖο βέβαια εἶναι, ὅτι ὁ Π.Κ., πλὴν τοῦ χώρου τῆς «κουλτούρας» — δηλαδή πράγματος ἔτσι κι ἀλλιῶς «περιθωριακοῦ» σὲ μία κοινωνία τοῦ ἀρότρου — ὅπου διὰ τοῦ ἄρθρου 367 ἐπιτρέπει τὴ φραστικὴ ἐλευθερία κρίσεως, ἡ μόνη περίπτωση πού ἐπιτρέπει στὸ δημοσιογράφο ἐλεύθερη κρίση περὶ δημοσίου προσώπου εἶναι ὁ χῶρος τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἡ κρίση θὰ φέρεται σὰν κρίση κόμματος καὶ ὄχι τοῦ ἰδίου. Καὶ τοῦτο φυσικό, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι φαίνεται ἔτσι τὸ ἦθος τῆς δημόσιας ζωῆς, μιά καὶ τὰ κόμματα δὲν δικάζονται.

Οἱ ὑπερασπιστὲς

Σύμφωνα μὲ τίς ἐπεξηγήσεις τοῦ ἄρθρου 20, πού περιχαρακώνει τὴν τέτοια ἐλευθερία τοῦ δημοσιογράφου στὸ συγκεκριμένο χῶρο τῆς πολιτικῆς ἀρένας καὶ ὑπὸ τὶς συγκεκριμένες προϋποθέσεις πού εἴπαμε, εἶναι πλέον εὔκολο νὰ ἀναχθοῦμε στὶς σφαῖρες τῶν πλέον δημοκρατικῶν κοινωνιῶν, μιάς καὶ «ἡ ἐλευθερία τοῦ Τύπου συνίσταται εἰς τὸ ἐμφανίζειν πιστῶς τὴν δημοσίαν πραγματικότητα — ὅλα τὰ γεγονότα καὶ συμβεβηκότα — ἔστω καὶ ἂν ταῦτα εἶναι ἐν ἐπιγνώσει τοῦ δημοσιογράφου ψευδῆ καὶ ἐντεῦθεν ἐνδέχεται νὰ προσβληθῆ ἡ τιμὴ οἱουδήποτε παράγοντος τῆς δημόσιας ζωῆς» (Μ. Βαβαρέσσου, ἔτους 1986, σελ. 48). Καὶ ἀφοῦ οἱ «οἱοιδήποτε παράγοντες τῆς δημόσιας ζωῆς» εἶναι μόνο τὰ πολιτικά πρόσωπα, ἕπεται πὼς ὅλοι οἱ ἄλλοι σὲ μίαν «ἀναπτυσσόμενη» κοινωνία εἶναι ἐπιχειρηματίες ἰδιῶτες πού μποροῦν νὰ προσβληθοῦν μὲ τὸ παραμικρό... Πρόκειται γιὰ τὴν ἑλληνικῶς νοούμενη ἀστικὴ ὑπεράσπιση τῆς ἐννοίας τοῦ «ἀτόμου». Μίας ἐννοίας ἄλλωστε πού ἡ ἐπίσημη θρησκευτική μας ἰδεολογία ἀπορρίπτει ὡς «ρωμαϊκὴν ἐφεύρεση» καὶ ὡς «ἐκπεσμὸν» ἀπὸ τὴν ἔννοια τοῦ «προσώπου». Ἄντε νὰ βρεῖς ἄκρη...


ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ, ΤΥΠΟΣ ΚΑΙ ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ ( ΕΘΝΟΣ 28/7/1987)

Δὲν εἶναι παράξενο ὅτι διαπιστώνουμε καὶ σήμερα πὼς δημόσια πρόσωπα εἶναι μόνο οἱ πολιτικοί. Γιατί ὄντως ἂν δὲν ὑπάρχει ἀντικειμενικῶς δεδομένο δημόσιο συμφέρον καὶ αὐτὸ εἶναι κάθε φορά θέμα «ἀπόψεως» καὶ ὑποκειμενικῆς ἐκτίμησης, τότε ἡ μόνη ἀδιαμφισβήτητη ἔννοια τοῦ δημοσίου προσώπου εἶναι ἐκείνη τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ βουλευτῆ. Ὅπως ἐπίσης, χωρὶς μία συγκεκριμένη ἔννοια τοῦ δημοσίου συμφέροντος, εἶναι ἑπόμενο ἡ ἔννοια τοῦ «πόθεν ἔσχες» νὰ συμπίπτει μὲ ἐκείνην τῆς φορολογικῆς δήλωσης, πρᾶγμα πού ἤδη συμβαίνει, ὅπως ἐπίσης μπορεῖ εὔκολα νὰ εἶναι κάνεις κατὰ τοῦ «πόθεν ἔσχες» ἐν ὀνόματι τῆς «ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας».

Χωρὶς μία ἔννοια δημοσίου συμφέροντος ὅμως γενικῶς ἀποδεκτοῦ, δὲν προκύπτει ἡ διαφορὰ φορολογικῆς δήλωσης καὶ «πόθεν ἔσχες». Γιατί ἡ μὲν φορολογικὴ δήλωση ἀναφέρεται σὲ προσωπικά κτήματα, δηλαδή στὴν ἰδιοκτησία τοῦ ἀτόμου σὰν τέτοιου, πρᾶγμα πού προστατεύεται συνταγματικὰ σὲ ὅλα τὰ καθεστῶτα καπιταλιστικὰ καὶ μή. Ὅλα ὅσα ἀπέκτησε κανεὶς σὰν ἰδιώτης μὲ τὶς προσωπικές του ἱκανότητες εἶναι νόμιμα καὶ ἀπαραβίαστα. Καὶ οὔτε μποροῦν νὰ ἐπιδεχθοῦν κανέναν ἔλεγχο — πέραν τῆς ὑποχρεώσεως τῆς συνεισφορᾶς ἑκάστου πρὸς τὸ κράτος ἀνάλογα τῶν δυνατοτήτων του — διότι ἕνας τέτοιος ἔλεγχος θὰ ἐσήμαινε ἔλεγχο ὡς πρὸς τὶς ἱκανότητες πού τὸν προίκισε ἡ φύση. Καὶ ἡ φύση θέλησε νὰ ὑπάρχουν ἔξυπνοι καὶ κουτοὶ σὲ ὅλα τὰ κοινωνικὰ συστήματα ἀνεξαιρέτως. Στὸ καπιταλιστικὸ σύστημα, ἡ τέτοια ἐλευθερία τοῦ ἀποκτᾶν ἀποτελεῖ τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο ὅλων τῶν Συνταγμάτων. Ἀκόμη δηλαδὴ καὶ στὴν περίπτωση πού «παρααποκτᾶ» κανείς, ἔστω κι ἂν δὲν φαίνεται παραπροικισμένος...

Φιλελευθερισμὸς

Εἶναι ἄλλη ὅμως ἡ ἔννοια τοῦ «πόθεν ἔσχες». Αὐτὴ ἀφορᾶ τὶς οἰκονομικὲς δραστηριότητες καὶ ὅ,τι ἀποκτᾶ ἕνα πρόσωπο ὡς διαχειριστὴς ἑνὸς δημοσίου πράγματος. Αὐτὰ δὲν θεωροῦνται προσωπικὰ κτήματα, γιὰ νὰ δηλώνονται κατ' ἀνάγκην στὴν ἐφορία. Μπορεῖ κάλλιστα π.χ. νὰ εἶναι συμμετοχὴ σὲ ἐπιχειρήσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὶς ὁποῖες ἀπέκτησε τὸ πρόσωπο ἀκριβῶς λόγῳ τῆς δημόσιας ἰδιότητάς του καὶ νὰ μὴ φαίνονται καθόλου στὴν Ἑλλάδα. Ἕνας Δ/ντὴς ἑνὸς Μουσείου λ.χ. μπορεῖ ν' ἀφήσει ἄγραφα μερικὰ ἀγάλματα, νὰ τὰ βγάλει στὸ ἐξωτερικὸ (δὲν συζητᾶμε βέβαια τώρα ἂν αὐτὸ τελικῶς εἶναι σωστὸ ἢ ὄχι) καὶ ν' ἀποκτήσει ἔτσι μετοχὲς σὲ ἐπιχειρήσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ ἢ καταθέσεις σὲ ξένες τράπεζες. Στὶς ἑλληνικὲς φορολογικὲς δηλώσεις του δὲν θὰ παύει ποτὲ νὰ φαίνεται ἕνας μισθοσυντήρητος ἄνθρωπος. Προφανῶς ὁ δικτάτορας τῶν Φιλιππίνων Μάρκος θὰ εἶχε σίγουρα φορολογικὲς δηλώσεις στὴ χώρα του «φτωχότερες» ἀπ' ὅσο ἕνας μέσος δημόσιος ὑπάλληλος...

Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἔννοια τοῦ «πόθεν ἔσχες» δὲν ἀφορᾷ μόνον τὰ «ἐξερχόμενα» λεφτά· ἀκριβῶς ἐπειδὴ προϋποθέτει μίαν ἔννοια «δημοσίου συμφέροντος» ἀφορᾷ καὶ τὰ «εἰσερχόμενα». Δὲν χρειάζεται ἐδῶ οὔτε φιλοσοφία, οὔτε δικαιακὲς ἐμβαθύνσεις: ἕνας συλλέκτης ἀρχαιοτήτων καθίσταται νομικὰ ὑπόλογος ἔναντι κάποιου «δημοσίου συμφέροντος» καὶ μέσα σ' αὐτὸ τὸ πλαίσιο ἀσκεῖ τὴ δραστηριότητά του. Ἂν λοιπὸν τοῦ παρουσιασθεῖ ἕνα μεγάλης ἀξίας ἄγαλμα, ἀναγκαστικὰ θὰ ρωτήσει τὸ «πόθεν ἔσχες». Ἂν βέβαια δὲν πάρει ἀπάντηση μὲ τὴν αἰτιολογία τοῦ ἀδιακρίτου ὡς πρὸς τὴν «ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία», τότε εἶναι σίγουρο ὅτι ὁ ἀντικὲρ δὲν θὰ βγάλει καλὰ συμπεράσματα γιὰ τὸν πελάτη του.... Ρόλο «ἀντικὲρ» ὡς πρὸς τὸ δημόσιο συμφέρον παίζει καὶ τὸ κράτος μὲ τὸ συνάλλαγμά του.

Τὸ νὰ ταυτίζουμε λοιπὸν σήμερα καὶ μέσα στὶς γνωστές μας καταστάσεις τοῦ ἑλληνικοῦ κρατισμοῦ, τὸ «πόθεν ἔσχες» μὲ τὶς φορολογικὲς δηλώσεις καὶ νὰ εἴμαστε κατά, ἐν ὀνόματι τοῦ «φιλελευθερισμοῦ» καὶ τῆς «ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας», εἶναι πρᾶγμα ἐξόχως σημαντικό. Ἡ σημαντικότητα του ἔγκειται στὸ ὅτι δίνουμε τὴν ἴδια ἀπάντηση μὲ τὸν Κωλέττη, ὅταν ρωτήθηκε κάποτε γιὰ τὶς δημόσιες ρεμοῦλες: «Ἐ καὶ λοιπὸν τί ἔγινε; - Οἱ ἑλληνάρες μου τὰ τρῶνε»...

Χωρὶς λοιπὸν ν' ἀσχοληθοῦμε μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «δημοσίου συμφέροντος» εἶναι ἀδύνατον νὰ καταλάβουμε πὼς ἀπάντησαν ὁρισμένοι ἄνθρωποι καὶ τί εἶπαν στὰ ἐρωτήματα τοῦ «Ἔθνους». Εἶναι δηλαδὴ ἐνδιαφέρον νὰ ἰδοῦμε ὡς ποιὸν βαθμὸ ἰσχύει καὶ σήμερα, ὅπως καὶ πάντα, ἡ τακτική της ἰδεολογίας — συνθήματος πού ἀναφέραμε. Γιατί τὸ νὰ δηλώνεις «νεοφιλελεύθερος»,  χωρὶς νὰ ἐξηγεῖς τί εἶναι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα — ἐπειδὴ βέβαια οὔτε ἱστορικὰ ἴσως εἶσαι σὲ θέση νὰ τὸ κάνεις, μιά καὶ δὲν ἐξήγησαν οἱ προηγούμενοι αἰῶνες στὴν Ἑλλάδα τί εἶναι τὸ «φιλελεύθερος» — εἶναι μία εὐκολία πού σοῦ ἐπιτρέπει νὰ ψαρεύεις ἰδεολογικὰ παντοῦ δίχως νὰ παύεις νὰ εἶσαι αὐτὸ πού δήλωσες. Ὅπως ἐπίσης καὶ μὲ μεγάλη εὐκολία ν' ἀπαντᾶς περὶ τῶν πάντων.

Ὅσα ὅμως κι ἂν μέμφεται ἡ ΕΣΤΙΑ τὸν κ. Ἐβερτ καὶ τὸν κ, Ἀνδριανόπουλο, ὅτι παρεκλίνουν τῶν δογμάτων (;) τῆς μεταπολεμικῆς Δεξιᾶς καὶ τοὺς ἀποκαλεῖ «νεομοντέρνους» (8/7/87), πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι ὁ κ. Ἐβερτ ἀπάντησε στὶς ἐρωτήσεις τοῦ «Ἔθνους» μὲ μεγάλη αἴσθηση πολιτικοῦ πραγματισμοῦ. Δὲν ἀρνήθηκε τὴν ἔννοια τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ ἀναγνώρισε τὴν ἀνάγκη ἐλευθερίας τοῦ Τύπου. Μόνο πού εἶπε πὼς στὶς δημοκρατικὰ ἀνεπτυγμένες χῶρες δὲν ἀσκεῖται ἔλεγχος οὔτε ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησία τοῦ Τύπου καὶ ὁ «ἀναγνώστης» ὡς μόνο κριτήριο ἀρκεῖ.

Ἡ Ἐξομοίωση

Ἐδῶ πρέπει νὰ πληροφορήσουμε τὸν κ. Ἐβερτ ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἔτσι καὶ οὔτε θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι. Καὶ στὶς δημοκρατικά ἀνεπτυγμένες χῶρες ὁ ἀναγνώστης δὲν ἀποτελεῖ τὸ «μόνο κριτήριο», δηλαδὴ ὁ Τύπος δὲν ἀποτελεῖ ἔννοια ἐλεύθερης ἐπιχειρηματικῆς δραστηριότητος καὶ ὅτι σὲ μεγάλες δίκες ἐντύπων ἐτέθη ὀξὺ τὸ πρόβλημα τῆς συγκέντρωσης τοῦ Τύπου. Σύμφωνα μάλιστα μὲ ὁρισμένες ἐκτιμήσεις μεγάλων χωρῶν, ἂν ἕνας ἐκδότης, συγκεντρώνει τὸ 20% τῶν καθημερινῶν καὶ κυριακάτικων ἐφημερίδων, τότε θεωρεῖται πὼς ἡ ἐλευθερία τοῦ Τύπου κινδυνεύει. Ἂν συγκεντρώνει τὸ 40%, τότε θεωρεῖται πὼς ἡ ἐλευθερία τοῦ Τύπου εἶναι ἀπὸ προβληματικὴ ἕως καταργούμενη.

Ὁ «ἀναγνώστης» δὲν μπορεῖ νὰ ἐξομοιωθεῖ μὲ τὸν τυχόντα «ἀγοραστὴ» κατὰ τὴν ἔννοια τῆς φιλελεύθερης οἰκονομίας, διότι ὁ ἀναγνώστης ἀγοράζει μέσῳ κάποιας «κοινῆς γνώμης», ἡ ὁποία «ρυθμίζεται». Θὰ ἰδοῦμε πιὸ κάτω τὴ διαφορὰ πού ὑπάρχει μεταξὺ «πλύσης ἐγκεφάλου» προκειμένου ν' ἀγοράσει κανεὶς ἕνα ἀπορρυπαντικὸ (πρᾶγμα πού ἐπιβάλλεται καὶ ἐπιτρέπεται σ' ἕνα καθεστὼς ἐλεύθερου συναγωνισμοῦ τῶν προϊόντων), ἀπὸ τὴ «ρύθμιση» τῆς κοινῆς γνώμης πού παρεμβάλλεται γιὰ τὴν ἀγορὰ ἑνὸς ἐντύπου γενικά. Τὸ θέμα δηλαδὴ ἐδῶ εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὴν περίπτωση ἑνὸς ἀρχηγοῦ κρότους πού ἐκλέγεται μέσῳ τῆς προπαγάνδας π.χ. τῶν πολεμικῶν βιομηχανιῶν. Μπορεῖ κανένας σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση νὰ ἰσχυρισθεῖ πώς μέτρο εἶναι «ἡ ἐλευθερία τῶν ψηφοφόρων» καὶ νὰ ἡσυχάσει; Δημοκρατία, σὲ ὅποιο εἶδος κι ἂν νοηθεῖ, δὲν εἶναι τὸ καθεστὼς μίας ἀφηρημένης ἔννοιας ἐλευθερίας ἀλλὰ τοῦ ἐλέγχου τῆς ἐλευθερίας μέσῳ αὐτορρυθμιζόμενων κοινωνικῶν μηχανισμῶν. Ἐγγύηση τῆς λειτουργίας αὐτῶν τῶν μηχανισμῶν εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ Τύπου ὡς πρὸς τὴν πληροφόρηση καὶ τὴν κρίση, ἡ ὁποία ὅμως σήμερα μὲ τὶς τάσεις συγκεντρωτισμοῦ τοῦ Τύπου διεθνῶς, συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν λεγόμενη «ἐσωτερικὴ ἐλευθερία» τοῦ Τύπου, δηλαδὴ τὸ πρόβλημα τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ δημοσιογράφου ἔναντι τῶν ἰδιαιτέρων συμφερόντων τοῦ ἐκδότη, πολιτικῶν εἴτε οἰκονομικῶν.

Ὁ κ. Ἀνδριανόπουλος ὅμως ἀπάντησε διαφορετικά. Εἶπε πὼς «δὲν ὑπάρχει κοινῶς παραδεδεγμένη ἄποψη γιὰ τὸ ποιὸ εἶναι τὸ δημόσιο συμφέρον» καὶ (συνεπῶς) ὅτι «δὲν ἀναγνωρίζει σὲ κανέναν τὸ δικαίωμα νὰ καθορίζει τὸ δημόσιο συμφέρον καὶ νὰ τὸ ἐκφράζει». Σύμφωνα μὲ τοῦτο θὰ ἀνέμενε κανεὶς ὅτι ἡ ἀπάντηση τοῦ κ. Ἀνδριανόπουλου γιὰ τὸ «πόθεν ἔσχες» θὰ ἦταν ἁπλῶς πὼς κάτι τέτοιο δὲν ἔχει νόημα καὶ κακῶς τίθεται. Ὁ κ. Ἀνδριανόπουλος ὅμως ἔδωσε ἄλλες «θεωρητικὲς προεκτάσεις» στὴν ἀπάντησή του καὶ μᾶς εἶπε, ὅτι ἐφαρμογὴ αὐτοῦ του πράγματος θὰ «σήμαινε «μία χωρὶς προηγούμενο κηδεμονία τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸ κράτος». Ὑπὸ τὴν ταύτιση λοιπὸν «δημοσίων προσώπων» καὶ «λαοῦ» ὁ κ. Ἀνδριανόπουλος εὑρῆκε μίαν εὐκαιρία διακηρύξεως τῶν «φιλελευθέρων» ἀρχῶν του. Πρόκειται ὅμως πράγματι γιὰ τέτοιο πρᾶγμα, ἢ ἁπλῶς γιὰ ἕνα ἀπεγνωσμένο χαριτολόγημα σὰν τὰ τόσα πού χρησιμοποιεῖ ἡ Δεξιὰ προκειμένου νὰ περισώσῃ τὰ προσχήματα κάποιας ἰδεολογικῆς καὶ ἀντιπολιτευτικῆς ὕπαρξής της; Κατὰ τὴν ἀπάντηση τοῦ κ. Ἀνδριανόπουλου, θὰ μποροῦσε κανένας νὰ ἐννοήσει τὸ ἑξῆς: ἕνας πολιτικὸς διορίζει τὸν πρώην ὑπάλληλο κουμπάρο του διοικητή μίας Τράπεζας, αὐτὸς ἐξέρχεται ἑκατομμυριοῦχος, ἀλλὰ δὲν θάχει κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ρωτήσει πού βρῆκε τὰ λεφτά. Διότι ἔλεγχος στὰ λεφτὰ τοῦ κουμπάρου (πού περιλαμβάνεται στὸ λαὸ) θὰ ἐσήμαινε «μία χωρὶς προηγούμενο κηδεμονία τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸ κράτος». Εἶναι μία ἀπὸ τὶς δυνατὲς κατανοήσεις τῆς ἀπάντησης τοῦ κ. Ἀνδριανόπουλου, φυσικὰ ὑπάρχουν κι ἄλλες μέσα στὴν «πολυσημία» τῆς ἑλληνικῆς Δεξιᾶς.

Τὸ «συμφέρον» μόνο του δὲν ὑπάρχει, λέει ὁ Ντιντερὸ στὴν Ἐγκυκλοπαίδειά του. Εἶναι πάντα τὸ συμφέρον ΜΟΥ, τὸ συμφέρον ΣΟΥ, τὸ συμφέρον ΤΟΥ. Καὶ εἶναι ἔτσι, διότι τὸ συμφέρον ὑπάγεται στὸ λεγόμενο «δικαίωμα ἀμύνης» πού πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀναγκαστικὴ ὑποχρέωση πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος νὰ διατηρήσει τὴν ὕπαρξη του πρῶτα βιολογικά. Ἡ πρώτη λοιπὸν σημασία τοῦ συμφέροντος εἶναι ἐκείνη τοῦ «στρέφεσθαι ἐναντίον». Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι ὡς γνωστὸν ζοῦν ὅλοι μαζί. Ἡ ἔννοια λοιπὸν τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος ἐπεκτείνεται σ' ἐκεῖνο τοῦ οἰκογενειακοῦ, σ' ἐκεῖνο τῆς φάρας, τῆς φυλῆς κλπ. Μὲ τὸν κοινωνικὸ καταμερισμὸ ἐργασίας προκύπτουν συμφέροντα ὁμάδων κ.λπ. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις τὸ «συμφέρον» διατηρεῖ τὴν ἀμυντική του ἔννοια ἔναντι ἄλλων συμφερόντων, τὸ αὐτὸ δὲ συμβαίνει καὶ στὴν περίπτωση τοῦ «συμφέροντος», ἑνὸς ὁλοκλήρου λαοῦ, ὁ ὁποῖος ζεῖ σὲ ὀργανωμένη κοινωνία. Ὄχι μόνο ἔναντι ἄλλων λαῶν, ἀλλὰ καὶ κατ' ἄλλον τρόπο πού θὰ ἰδοῦμε.

Ὕπατη ἐφεύρεση

Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἄλλου εἴδους συμφέρον ὁλοκλήρου του λαοῦ, πού ἀποτελεῖ ἕνα «δημόσιο πρᾶγμα», εἶναι ἡ ὕπατη ἐφεύρεση τοῦ φιλελευθερισμοῦ.

Τί ὅμως καλεῖται «δημόσιο πρᾶγμα»; «Δημόσιο» εἶναι ἕνα πρᾶγμα, ὅταν ἀνήκει σὲ ὅλους καὶ σὲ κανέναν ταυτόχρονα. Τὸ διοικητικὸ δίκαιο μιλεῖ περὶ «δημοσίων πραγμάτων», τὰ ὁποία χαρακτηρίζει ἔτσι ἀκριβῶς γιατί ἐξυπηρετοῦν κάποιαν ἔννοια «κοινοῦ συμφέροντος» (βλ. πχ. π. Δαγτόγλου: «Γενικὸ Διοικ. Δίκαιο», τεύχ, β', 1978, σέλ. 149 κ.ε).

Ἕνας δρόμος, ἕνα δάσος, τὰ ὑπουργικὰ αὐτοκίνητα ἢ οἱ γραφομηχανὲς μίας ὑπηρεσίας ἀποτελοῦν δημόσια πράγματα, διότι ἡ λειτουργία τους ἐξυπηρετεῖ κάποιο μὴ ἀτομικὸ  ἀλλὰ «δημόσιο»  συμφέρον.  «Δημόσιο»  δηλαδὴ πρᾶγμα εἶναι ὅ,τι ἐξυπηρετεῖ μία δεδομένη τάξη ζωῆς γενικά. Μέσα σ' αὐτὴν τὴν ἔννοια τοῦ «δημοσίου πράγματος» χωροῦν ἀπὸ φυσικὰ καὶ οἰκολογικὰ ἀγαθὰ («κοινὰ ἀγαθά»), μέχρι τῆς ἐννοίας τοῦ πολιτικοῦ συστήματος καὶ ἑνὸς ὁλόκληρου πολιτισμοῦ. Γιὰ τὴ συντήρηση αὐτῶν τῶν πραγμάτων ὑπάρχει μία ἔννοια «δημοσίου συμφέροντος» πού ἀφορᾷ τὴν κοινωνία σὰν σύνολο. Βέβαια, στὶς γενικότατες αὐτὲς περιπτώσεις, μπορεῖ νὰ προκύψει πρόβλημα, ἐὰν ἕνα δεδομένο πολιτικὸ σύστημα συντελεῖ ὄντως στὴ διατήρηση τῶν «δημοσίων πραγμάτων» (π.χ. ἑνὸς πολιτισμοῦ) καὶ συνεπῶς ἂν ὑπηρετεῖ πράγματι μίαν ἀνάγκη «δημοσίου συμφέροντος». Δὲν ὑποθέτουμε ὅμως πὼς ἡ ἀπάντηση τοῦ κ. Ἀνδριανόπουλου ἀναφερόταν στὶς περιπτώσεις αὐτὲς πού ἀποτελοῦν μέριμνα τῶν φιλοσόφων, διότι τὸ ἐρώτημα τῆς ἐφημερίδος ἀφοροῦσε σὲ πιὸ συγκεκριμένες καὶ ἁπτὲς περιπτώσεις «δημοσίου συμφέροντος»...

Μέσα σὲ αὐτές τὶς ἁπλούστερες περιπτώσεις τοῦ «δημοσίου πράγματος» (καὶ τοῦ «δημοσίου συμφέροντος» πρὸς διατήρηση του) ὑπάγεται π.χ. ἡ «δημόσια ἀσφάλεια», ἡ «δημόσια τάξη» καὶ μία κολώνα τῆς ΔΕΗ. Ὑπάρχει φυσικὰ μία μικρὴ διαφορὰ μεταξὺ «δημόσιας ἀσφάλειας» καὶ «δημόσιας τάξης» καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς τὸ ἀντίστοιχό μας ὑπουργεῖο ὀνομάζεται τυχαῖα «δημοσίας τάξεως» καὶ ὄχι «δημοσίας ἀσφαλείας, ὅπως θὰ ἔπρεπε νὰ ὀνομάζεται. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ὁ ὅρος «δημόσια τάξη» δὲν ὑποδηλώνει κάτι τὸ συγκεκριμένο, ἀλλὰ μόνο ἐθιμικὸ καὶ ἄγραφο τρόπο ζωῆς, αὐτὸν δηλαδὴ τῆς καθημερινῆς ζωῆς πού ὅλοι ζοῦν, ἐνῷ ἡ δημόσια ἀσφάλεια περιλαμβάνει ἔννοιες νομικῶν (Δημοσίου Δικαίου) καὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων πού εἶναι χρέος τοῦ συγχρόνου κρότους νὰ προστατεύει, ὅπως τιμή, ὑγεία, ἰδιοκτησία καὶ ζωὴ τῶν πολιτῶν. Ἐρχόμενος λοιπὸν ὁ χωροφύλακας στὸ σπίτι ὡς ὄργανο τοῦ «ὑπουργείου δημοσίας ἀσφαλείας» πρέπει νὰ ἔχει ἐξουσιοδότηση ὡς πρὸς τὴν ἐνδεχόμενη βλάβη αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν. Ἂν ἔρχεται ὡς ὄργανο τοῦ ὑπουργείου «δημοσίας τάξεως», πιθανὸν αὐτὸ νὰ συμβαίνει ἐπειδὴ δὲν εἶσαι ὄμορφος!... Τὰ ξέρουμε καλὰ αὐτὰ στὸν τόπο μας... Ἂν ὅμως ὑποθέσουμε ὄντως, ὅπως μᾶς παρακινεῖ ὁ κ. Ἀνδριανόπουλος, ὅτι τὸ «δημόσιο συμφέρον» ὡς πρὸς τὴν διαφύλαξη τῶν παραπάνω «δημόσιων ἀγαθῶν» εἶναι θέμα «ἀπόψεως», τότε δὲν πρέπει νὰ τιμωροῦνται οἱ τρομοκράτες, γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο κι ἂν στρέφονται κατὰ τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν, διότι θὰ μποροῦσε νὰ ἐπικαλεσθοῦν κι αὐτοὶ τὴ δική τους «ἄποψη» περὶ «δημοσίου συμφέροντος».


( ἡ συνέχεια στήν ἀνάρτηση ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΑΣ (2) ἐδῶ ... )

1 σχόλιο:

  1. Συζητᾶμε γιὰ «βιομηχανία», γιατί ποτὲ δὲν ἔχουμε καταλάβει πὼς τὰ λεφτὰ πού δίνουμε γιὰ ν’ ἀγοράσουμε μία τηλεόραση εἶναι ἁπλῶς νοίκι πρὸς τὸν κατασκευαστὴ καὶ τίποτα πιὸ πολύ. Αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα...
    Aυτό τό καταλάβαμε ...καλά τώρα μέ τήν digea πού αλλάξαμε όλοι τηλεοράσεις .

    ΑπάντησηΔιαγραφή