Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Ἡ κάλπη (ἀδικοκούτι)





Τό νησί μικρό, οἱ δρόμοι στενοί, τό καφενεῖο ὑγρό, οἱ διαδρομές λιγοστές.
Προχωρῶντας ἀπό τή μιά μεριά στήν ἄλλη.
Ὁ νοῦς σάν μιά κεφαλή καρφίτσας ριγμένη στό ἄπειρο.
Προχωρᾶς καί προχωρᾶς ἐπίμονα, ὥσπου νά σ’ ἀφήσουν οἱ δυνάμεις σου καί πέφτεις, πέφτεις κι ἄλλο. Ποῦ νά πᾶς ὅμως πιό βαθιά.
Κάθομαι στό κοιλωτό δωμάτιο μπροστά σ’ ἕνα μηχάνημα ποῦ δέν ένδίδει σέ καμιά θλίψη, σέ καμιά χαρά.

Ἐκείνη δίνει στό σπίτι ζωντάνια. Μέ φῶτα καί μέ κατσαρόλες ποῦ κλαγγίζουν κι εἶναι μόνη.
Ἀγκαλιάζει, φιλᾶ, σφίγγει, κι εἶναι μόνη.
Κι ἄς εἴμαστε δέκα μαζί, εἶναι μόνη.
Γιατί κι οἱ ἄλλοι μόνοι μας εἴμαστε.
Ἐμεῖς εἴμαστε ἡ ἴδια ἡ μοναξιά της.
Ὕστερα σέ ἕνα βράχο. Ἕνα μαζί του. Ἡ θάλασσα πιτσιλᾶ. Εἶσαι ἀκόμα μόνη;
Ὕστερα μέ κάτι μαῦρο στό μέτωπο. Μιά ἀγανάκτηση, μιά διαφωνία, ἕνας διαπληκτισμός πού κατεγράφεται στό κούτελο. Εἶσαι ἀκόμα μόνη;
Μετά μέ μιά μπύρα στήν πλατεῖα μοιράζει χαμόγελα. Εἶσαι ἀκόμα μόνη;
Ὕστερα πάνω σέ κάτι χαρτόκουτα, σέ μιά γωνιά τραγουδᾶ. Εἶναι κι ἄλλοι μαζί καί τραγουδοῦν κι αὐτοί. Εἶσαι ἀκόμα μόνη;


Ὕστερα στό δρόμο, στό καφενεῖο, ἀνάμεσα στίς φωνές κρατᾶ τ’ αὐτιά της κλειστά. Εἶσαι ἀκόμα μόνη;   
Τήν πεισματώνει κι ἄλλο ἡ θάλασσα κι ἀρχίζει νά τρέχει. Νά τρέχει, νά τρέχει, νά τρέχει κι ὕστερα ὁ νοῦς ξανά στό δρόμο, στήν πλατεῖα, στόν βράχο, ἀνάμεσα στίς τσιριχτές φωνές, στό καφενεῖο, στή θάλασσα, κι ἐκείνη πού τρέχει. Εἶσαι ἀκόμα μόνη;
Ὕστερα σ’ ἕνα στρῶμα μέ ὑγρασία στό πάτωμα γεμᾶτο σκόνη. Ὅσο καί νά τινάζεις τή μνήμη δέν φεύγει ἡ σκόνη. Ὅσο καἰ νά παγώνεις τή μνήμη δέ γίνεται νά ἀκινητοποιήσεις τίς ὅμορφες στιγμές, δέν καταφέρνεις τίποτα. Κι ἡ σκόνη γίνεται χῶμα καί μετά τό χῶμα σέ σκεπάζει ὁλόκληρο. Κι οὔτε ἕνα σπίρτο, μιά σπίθα γιά νά ἀντικρύσεις τό πρόσωπό της.
Τό πρωῒ ξυπνᾶς κι ἡ ἀνάσα της δέν συναντᾶ τά χνῶτα σου. Εἶσαι ἀκόμα μόνη;

Ἡ ὁμορφιά εἶναι κάτι δύσκολο πού δέ σέ ἀφήνει νά τό φτάσεις μέ τήν πρώτη. Τήν κατασκοπεύεις, τήν κυνηγᾶς, τήν πιέζεις, τήν ἀναγκάζεις νά σέ παραδοθεῖ. Δέν ἔχει σημασία τ’ ὄνομά της. Μπορεῖ να τήν ὀνομάζουν Χριστίνα, Grace, ἤ Σκωτία. Τήν ἀγαπᾶς γι’ αὐτό ποὐ εἶναι, ἐπειδή σέ εἶναι πολύτιμη, ἀγαπᾶς τήν ἐγγενῆ ἀξία της.

Δέ μπορεῖς ὅμως νά μιλήσεις γι’ αὐτή. Δέ γίνεται νά μιλᾶς συνεχῶς γι’ αὐτή. Μπορεῖ νά μήν ἔχεις ἀνακαλύψει τίς κατάλληλες λέξεις γιά νά ξαναμιλήσεις γι’ αὐτή. Μπορεῖ νά μήν ὑπάρχουν λέξεις, βατές ἔννοιες, ἀποφρακτικές ἐκφράσεις. Ἔτσι ἐπαναλαμβάνεις τίς ἴδιες λέξεις κι ἐκεῖνες προελαύνουν ὅλο καί πιό βαθιά μέσα σου καί σέ ἀλλάζουν.         

Διαβάσαμε τίς ἐφημερίδες

Οἱ φάκες εἶναι ἡ μιά μέσα στήν ἄλλη καί λειτουργοῦν ὅλες μαζί καί ταυτοχρόνως. Οἱ νικητές εἶναι οἱ ἀδιάφοροι, ἀπειλητικοί, κουστουμαρισμένοι λογισταί, καί ἡ ἰδιοτέλεια πού κατέλαβε καί πάλι τήν πρώτη θέση. Τά ἄλλα ἡ Χριστίνα, ἡ Grace, ἡ Σκωτία, ὁ ἔρωτας εἶναι μιά ὑπόθεση μοναχική. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου