Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Ψυχολογία Συριανοῦ συζύγου ( Ἐμμανουήλ Ροῒδη)

Ἐντρέπομαι νὰ τὸ ὁμολογήσω. Ἐπέρασαν ὀκτὼ μῆνες ἀφ' ὅτου ὑπανδρεύθην καὶ εἶμαι ἀκόμη ἐρωτευμένος μὲ τὴν γυναῖκα μου, ἐνῷ ὁ κυριώτερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὴν ἐπῆρα ἦτο, ὅτι δὲν μοῦ ἤρεσκε διόλου ἡ κατάστασις ἐρωτευμένου. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχη ἄλλη ἀρρώστια τόσον βασανιστική. Οὔτε ὄρεξιν εἶχα, οὔτε ὕπνον, οὔτε διάθεσιν νὰ ἐργασθῶ ἢ νὰ διασκεδάσω. Ἐκτός τῆς Χριστίνας, ὅλα τὰ ἄλλα τὰ εὕρισκα ἄνοστα, ἀνάλατα, ἀνούσια καὶ πληκτικά. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μίαν ἡμέραν εἰς τὸ ξενοδοχεῖον ἔκαμα ὅλον τὸν κόσμον νὰ γελάση παραπονεθείς ὅτι ἦτο ἀνάλατη καὶ ἡ λακέρδα. Οἱ συγγενεῖς μου δὲν ἤθελαν αὐτὸν τὸν γάμον, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐκείνη δὲν εἶχε τίποτε καὶ οὒτ' ἐγὼ πολλά: τὴν πατρικήν μου οἰκίαν, τρεῖς χιλιάδας δραχμάς εἰσόδημα ἀπὸ δύο ἀποθήκας καὶ μίαν θέσιν ἑκατὸν ἑξήντα δραχμῶν. Πῶς λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ ζήσωμεν μὲ αὐτὰ ἀφοῦ ἡ νέα, ἂν καὶ χωρὶς προίκα, ἦτο μοναχοκόρη καλομαθημένη καὶ ἀγαποῦσε τὸν καλὸν κόσμον, τὰς διασκεδάσεις, τὰ στολίδια καὶ τοὺς χορούς;



Ὅσα μοῦ ἔλεγαν τὰ εὕρισκα ὅλα σωστά! Δὲν ἠμπορῶ κάν νὰ εἴπω πρὸς δικαιολογίαν μου ὅτι μ' ἐτύφλωσε τὸ πάθος, οὔτε πιστεύω νὰ ὑπάρχη ἄνθρωπος θετικώτερος ἀπὸ ἐμέ. Οἱ ἄλλοι ἐρωτευμένοι φαντάζονται τὴν ἀπόλαυσιν τῆς φιλτάτης των εὐτυχίαν τόσῳ μεγάλην, ὥστε δὲν φοβοῦνται νὰ γελασθοῦν ἀγοράζοντες αὐτὴν εἰς ὁποιανδήποτε τιμήν. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἤμουν ρωμαντικός. Τίποτε ἔκτακτον δὲν ὠνειρευόμην, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐπανέλθουν τὰ πράγματα εἰς τὴν τακτικὴν αὐτῶν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὐρίσκοντο πρὶν ἐρωτευθῶ. Τὴν μακαρίαν ἐκείνην κατάστασιν τὴν ἐνθυμούμην μὲ τὸν φλογερὸν πόθον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνθυμεῖται ὁ ἄρρωστος τὸν καιρὸν ὅπου ἦτο ὑγιής. Τὴν Χριστίναν τὴν ἤθελα μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τὴν ἀπολαύσω, νὰ τὴν χορτάσω, νὰ τὴν βαρεθῶ καὶ ν' ἀρχίσω ἔπειτα, καθὼς πρίν, νὰ τρώγω, νὰ κοιμοῦμαι, νὰ πηγαίνω εἰς τὸν περίπατον καὶ νὰ παίζω πρέφαν καὶ κοντσίναν εἰς τὴν λέσχην. Καὶ πάλιν ὅμως δὲν θ' ἀπεφάσιζα νὰ τὴν νυμφευθῶ, ἂν δὲν συνέβαινε ν' ἀποθάνη κατ' ἐκείνας τὰς ἡμέρας ἀπὸ τὴν στέρησιν καὶ τὴν κακοπάθειαν γέρων θεῖος μου, τὸν ὁποῖον ἐπιστεύαμεν ὅλοι ἀπένταρον, βλέποντες αὐτὸν νὰ ἐνδύεται ὡς Διογένης καὶ νὰ τρέφεται ὡς ἀσκητής. Πάσχων πρὸ καιροῦ ἀπὸ τὸ στῆθος, μοῦ εἶχε ζητήσει ἑκατὸν δραχμᾶς διὰ τὸν ἰατρὸν καὶ ἰατρικά. Ἀντὶ ὅμως νὰ τὰς μεταχειρισθῆ πρὸς τοιοῦτον σκοπόν, εἶχε προτιμήσει νὰ προσθέση καὶ αὐτᾶς εἰς ἄλλας πέντε χιλιάδας, ὅπου εἶχε κρυμμένας εἰς τὸ ἀχυρόστρωμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρέθη ἕνα πρωὶ νεκρός. Τὸ πάθημά του μ' ἔκανε νὰ σκεφθῶ, ὅτι θὰ ἦτο ἀνοησία νὰ ἐξακολουθῶ νὰ βασανίζωμαι ἀπὸ τὴν ἀϋπνίαν καὶ τὴν ἀνορεξίαν, ἀφοῦ εἶχα τὰ μέσα νὰ ἰατρευθῶ. Τὴν Χριστίναν τὴν ἐπῆρα καθὼς παίρνει κανεὶς κινίνον διὰ ν' ἀπαλλαχθῆ ἀπὸ τὸν πυρετόν.

Ἄν καὶ ἤμην ἀνυπόμονος, ἠναγκάσθην ἀπὸ τὴν κοινὴν πρόληψιν καὶ τὸν δεσπότην μας Λυκοῦργον νὰ περιμένω τὸ τέλος τοῦ Μαΐου διὰ νὰ στεφανωθῶ. Εὐθὺς μετὰ τὸν γάμον ἐπήγαμεν νὰ περάσωμεν τὸ μελοφέγγαρον εἰς τὴν Ζιάν. Ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι εἶδα ἐκεῖ καλάς ἡμέρας. Τὸ νησὶ ἦτο καταπράσινον, τὸ ἐξοχικόν μας σπίτι ἀναπαυτικόν, τὰ τρόφιμα ἐξαίρετα, ὁ καιρὸς ὡραῖος καὶ ἀκόμα ὡραιοτέρα ἡ Χριστίνα. Ἐκεῖνο ὅπου μ' ἔκανε νὰ τὴν προτιμήσω ἀπὸ ὄλας, εἶναι ὅτι μόνη αὐτὴ δὲν εἶχε κανὲν ἀπὸ τὰ συνηθισμένα παρθενικὰ ἐλαττώματτα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀηδίαζα ἐν γένει τὰς κορασίδας. Οὔτε λιγνή, οὔτε ἀναιμική, οὔτε ἐντροπαλή, οὔτε πολὺ νέα. Πιστεύω μάλιστα ὅτι ἦτο κατὰ τι μεγαλειτέρα ἀπὸ ἐμέ. Εἰκοσιὲξ ἕως εἰκοσιοκτώ ἐτῶν, μελαχροινή, μὲ ἀνάστημα, μὲ ὤμους, μὲ στῆθος, μὲ φλόγα εἰς τὸ βλέμμα καὶ κομψότατα ὑποδηματάκια. Διά νὰ μὴ φανῆ ἀπίστευτον τὸ ἄθροισμα τόσων χαρισμάτων ἀρκεῖ νὰ προσθέσω ὅτι ἦτο Σμυρναία.

Εἰς τὴν Κέαν ἐμείναμεν ὅλον τὸ θέρος καὶ ἡ θεραπεία μου ἐπροόδευε θαυμασίως. Νομίζω ὅτι πολὺ προτύτερα ἀπὸ τὸν Βίσμαρκ ἐφευρήκα ἐγὼ τὸ «Μακάριοι οἱ κατέχοντες». Οἱ αἰσθηματικοὶ θεωρούσιν ὡς ἐλάττωμα τῆς τοιαύτης κατοχῆς καὶ ἐν γένει τοῦ γάμου, ὅτι εἶναι ὁ τάφος τοῦ ἔρωτος. Τοιοῦτον ὅμως παραπόνον δὲν ἠδυνάμην νὰ ἔχω ἐγώ, ἀφοῦ ὑπανδρεύθην ἐπίτηδες διὰ νὰ τὸν θάψω, ἀπὸ πόθον ὄχι ἐκτάκτων ἀπολαύσεων, ἀλλ' ἡσυχίας, καὶ κατόρθωνα νὰ εἶμαι καθ' ἡμέραν ἠσυχώτερος. Τὸ πρωὶ ἐκάμναμεν θαλάσσιον λουτρόν, τὸ ἀπόγευμα μακρυνὸν περίπατον ἢ ἐκδρομὴν μὲ τὴν βάρκαν. Ἐπέστρεφα κατάκοπος, ἔτρωγα ὡς λύκος καὶ ἀφοῦ ἔλεγα εἰς τὴν Χριστίναν ὅ,τι εἶχα νὰ τῆς εἰπῶ, ἐκοιμώμην μονοκόματα ἕως τὸ πρωί. Ὀνείρατα δὲν ἔβλεπα πλέον, πλὴν ἑνὸς μόνου, τὸ ὁποῖον ἠδυνάμην καὶ ἐκεῖνο νὰ θεωρήσω ὡς σύμπτωμα τελείας ἀναρρώσεως. Ἡ ἑσπέρα ἦτο θερμὴ καὶ εἴχαμεν ἐξέλθει ν' ἀναπνεύσωμεν εἰς τὸν ἐξώστην μετὰ τὸ δεῖπνον. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἄλλην φωτεινοτέραν λάμψιν πανσελήνου, οὔτε τοιοῦτον τῆς θαλάσσης σπινθηρισμόν, οὔτε εὐωδεστέρας τοῦ δάσους καὶ τῶν κήπων ἀναθυμιάσεις. Χαριεστάτη ἦτο καὶ ἡ Χριστίνα μὲ τὸ ἄσπρον της φόρεμα χωρὶς μέσην ἤ, ὡς τὸ ἔλεγε, peignoir, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐχύνετο ἕως τὸ γόνατον ἡ λυτὴ κόμη της ὡς πλημμύρα μαύρου ποταμοῦ.

Ἐκοίταξε τὴν θάλασσαν ψιθυρίζουσα τὴν τότε τοῦ συρμοῦ καβατίναν «Ἐρνάνη, Ἐρνάνη, κλέψε με», ὅταν αἴφνης ἐσιώπησε μετριοφρόνως τείνουσα τὰ ὦτα εἰς τὸ ἄσμα ἀηδόνος ἀντηχῆσαν ἀπὸ τὸν γειτονικὸν κῆπον. Πάντα ταῦτα ἤσαν βεβαίως ποιητικώτατα, ἀλλ' εἰς τὸ δεῖπνον εἶχα φάγει πολλὴν παλαμίδα, τὴν ὁποίαν ἐπότισα, ὡς βαρυοστόμαχον, μὲ δύο ἢ τρία ποτήρια γλυκοῦ οἴνου τῆς Κέας. Μὲ κατέλαβε λοιπὸν ὁ ὕπνος καὶ ὠνειρεύθην... οὔτε ἄσματα ἀηδόνος, οὔτε μαύρας πλεξίδας, οὔτε σελήνης μαρμαρυγᾶς, ἀλλ' ὅτι εὐρισκόμην εἰς τὴν Σύραν, εἰς τὴν Λέσχην, καὶ ἐκέρδιζα τοῦ πρωτομάστορη τοῦ πικέτου Ἀλοϊσίου Κατζαΐτη τρία καπότα κατὰ σειράν. Ἄδικον θὰ ἦτο μετὰ τοιοῦτον ὄνειρον ν' ἀμφιβάλλω ὅτι ἤμην ἐντελῶς ἰατρευμένος. Τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα ἐπεστρέψαμεν εἰς τὴν Σύραν, μετὰ τετράμηνον διαμονὴν εἰς τὴν Ζιᾶν, ἀφοῦ ἀνέκτησα τὴν πρὶν ἡσυχίαν μου, ὅλην μου τὴν πεζότητα καὶ δύο ὀκάδες περισσότερον βάρος, ὡς ἐπείσθην ζυγισθεῖς κατὰ τὴν ἀπόβασιν εἰς τὸν στατήρα τοῦ τελωνείου.

Πολύ βεβαίως θὰ ἐγελοῦσα τότε, ἂν εὐρίσκετο κανεὶς νὰ μοῦ προείπη, ὅτι μετ' ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἤμην πάλιν πολὺ περισσότερον παρὰ πρὸ τοῦ γάμου μου ἐρωτευμένος καὶ δυστυχής. Ἡ πρώτη ἀφορμὴ τοῦ ξανακυλίσματος ὑπῆρξε χορός, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ κ. δήμαρχος εἰς τιμὴν τοῦ παρεπιδημοῦντος καὶ ὑπ' αὐτοῦ φιλοξενουμένου ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ὁ χορὸς ἐκεῖνος ἐπέσκηπτε πρόωρος καὶ ἀπροσδόκητος καὶ ὀλίγος ἀπέμενε καιρὸς εἰς τὰς Συριανάς διὰ νὰ ἐτοιμασθῶσιν. Ὄλαι ἦσαν ἄνω κάτω. Ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἔτρεχεν ἡ Χριστίνα εἰς τὰ ἐμπορικά, τὴν δὲ τετάρτην μετεβλήθη ὁλόκληρος ἡ οἰκία μας εἰς ἐργαστήριον ραπτικῆς. Πανταχοῦ κομμάτια ὑφασμάτων, φόδραι, ὀρνέκια, στηθόδεσμοι καὶ ὑποδήματα πρὸς δοκιμήν. Δὲν εὕρισκα πλέον ποῦ νὰ καθίσω• τὸ δὲ ἑσπέρας ἔπρεπε νὰ περιμένω ἕως τὰς ἐννέα ἢ καὶ ἀργότερα, ν' ἀδειάση ἡ ράπτρια τὴν τράπεζαν τοῦ γεύματος, διὰ νὰ δειπνήσωμεν μὲ μίαν σαλάταν ἢ σμαρίδας τηγανητάς. Ἡ μόνη μας τῷ ὄντι ἐγκυκλοπαιδικὴ ὑπηρέτρια εἶχε χειροτονηθῆ κ' ἐκείνη μοδίστρα καὶ δὲν ἐπρόφθανε νὰ μαγειρεύση. Ἄδικον ὅμως θὰ ἦτο νὰ παραπονεθῶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ τὸ κακὸν ἦτο γενικόν. Πλὴν τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Πάσχα καὶ τῶν ἄλλων μεγάλων ἑορτῶν, ἐπικρατεῖ ἡ συνήθεια εἰς τὴν Σύραν νὰ νηστεύουν καὶ τὰς παραμονὰς τῶν μεγάλων χορῶν. Τὸ ὀχληρότερον ἀπὸ ὅλα ἦτο ἡ διηνεκὴς ἀπασχόλησις τῆς Χριστίνας καὶ τὰ παντὸς εἴδους χαρτιά, τὰ ὁποῖα ἐτύλιγε τὴν νύκτα εἰς τὰ μαλλιά της. Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ὅπου ἐλάβαμεν τὸ κατηραμένον ἐκεῖνο προσκλητήριον, ἦτο ὡς νὰ μὴν εἶχα γυναίκα.

Ὅση ὅμως καὶ ἂν ἦτο ἡ ἀπέχθειά μου κατὰ τῶν τοιούτων προπαρασκευῶν, πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐπέτυχε πληρέστατα τῆς Χριστίνας ὁ στολισμός• φόρεμα μὲ μακρὰν οὐρὰν ἀπὸ βαρὺ βυσσινόχρουν μεταξωτὸν καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τὸ τελευταῖον λείψανον τῆς κειμηλιοθήκης τῆς μητρός της, εἶδος τι ἀρχαϊκοῦ διαδήματος ἀπὸ ρουβίνια, τῶν ὁποίων αἳ πορφυραὶ φλόγες συνηρμόζοντο θαυμασίως μὲ τὸ κοράκινον χρῶμα τῶν τριχῶν της. Οὕτω στολισμένη μοῦ ἐθύμιζε τὴν Σεμίραμιν, τὴν Φαίδραν, τὴν Κλεοπάτραν, τὴν Θεοδώραν καὶ τὰς ἄλλας ἡρωῒδας, αἱ ὁποῖαι ἐτάραττον τὸν ὕπνον μου ὅταν ἤμην εἰς τὸ σχολεῖον.

Ὁ οἶκος τοῦ κ. δημάρχου ἦτο μεγάλος, ἀλλ' ἀκόμη μεγαλείτερος ὁ φόβος του νὰ μὴ λησμονήση οὐδὲ τὸν ἐλάχιστον κομματαρχίσκον του, ἔστω καὶ λουκουμοποιόν, καραβοκύρην, βυρσοδέψην ἢ ἄλλον καταστηματάρχην. Ὁ κόσμος ἦτο λοιπὸν πολὺς καὶ ὡς πάντοτε συμβαίνει εἰς τὴν Σύρον τριπλάσιοι τῶν κυριῶν οἱ χορευταί. Ταύτας ἐπερίμεναν εἰς τὴν ἐξώθυραν μὲ σημειωματάριον εἰς τὴν χεῖρα καὶ ἀνέβαιναν κατόπιν αὐτῶν τὴν κλίμακα ἐπαιτοῦντες χορόν. Ὅταν εἰσήλθομεν ἐξώρμησαν τουλάχιστον δεκαπέντε κατὰ τῆς Χριστίνας, τῆς ὁποίας ἐθαύμασα κατὰ τὴν ἕφοδον ταύτην τὸ θάρρος καὶ τὴν ἑτοιμότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ἐμοίραζεν ὡς ἀντίδωρον ἀνὰ ἓν βλέμμα καὶ ἓν μειδίαμα εἰς ἕκαστον ἀπαιτητήν. Ἡ τοιαύτη διανομὴ ἐξηκολούθησε χωρὶς διαλείμματα καθ' ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἑσπερίδος. Μόνον δι' ἐμὲ δὲν ἐπερίσσευε τίποτε, ἂν καὶ τὴν ἔφεραν δύο ἢ τρεῖς φορᾶς πλησίον μου αἱ περιπέτειαι τοῦ χοροῦ. Μὴ ἔχων διάθεσιν νὰ χορεύω καὶ βαρυνόμενος τὰς ὀχληράς μου σκέψεις ἀνεζήτουν κανὲν γνώριμον πρόσωπον μεταξύ τοῦ πλήθους, ὅταν διέκρινα κολλημένην εἰς τὸν τοῖχον ὡς ταπεσσαρίαν τὴν κυρίαν Κλεαρέτην Γαλαξίδη, σαραντάραν παρθένον, τῆς ὁποίας μὲ ἤρεσκε πολύ, ὄχι βεβαίως τὸ ὑπερώριμον κάλλος, ἀλλ' ἡ καλωσύνη της, ἡ εὐπροσηγορία, ἡ ἁπλότης τῶν τρόπων καὶ τῆς ἐνδυμασίας της καὶ ἡ φαινομένη ἔλλειψις πάσης κατακτητικῆς ἀξιώσεως καὶ φιλαρεσκείας. Ἐχόρευε δὲ καὶ ἀρκετὰ καλά, ὁσάκις συνέβαινε νὰ εὕρη χορευτήν. Μὲ τὴν γεροντοκόρην ταύτην ἐφερόμην μετὰ πολλῆς οἰκειότητος, ὡς πρὸς καλὸν φίλον μᾶλλον ἢ φιληνάδα, καὶ ἐκείνη δὲ ἐφαίνετο εὐχαριστουμένη νὰ συνομιλῆ μαζί μου, νὰ μὲ δίδη συμβουλάς ὑγιεινῆς ἢ οἰκιακῆς οἰκονομίας καὶ νὰ μὲ στέλλη ἐνίοτε παξιμάδια μὲ γλυκάνισον, πρὸς ἐκτίμησιν τῆς ἐξόχου αὐτῆς ζυμωτικῆς τέχνης. Εὔλογος μετὰ ταῦτα ἦτο ἡ ἀπορία μου ὅταν, ἀντὶ νὰ μὲ τείνη κατὰ τὸ σύνηθες τὴν χεῖρα, ἀπήντησεν εἰς τὸ καλησπέρα μου διὰ βλέμματος παγεροῦ καὶ σχεδὸν ἐχθρικοῦ.

― Δὲν χορεύετε ἀπόψε; ἠρώτησα αὐτὴν ἀπερισκέπτως, λησμονῶν ὅτι τοῦτο δὲν ἐξηρτάτο ἀπὸ μόνην τὴν θέλησίν της.
― Ὄχι, κύριε.
― Διατί, ἐνῷ εἶσθε ἡ καλυτέρα μας χορεύτρια; Τοῦτο εἶναι παραξενάδα.
― Ὑπάρχουν ἄλλα πράγματα πολὺ πλέον παράξενα.
― Δὲν μὲ τὰ λέγετε;
― Ὑπάρχουν μερικοὶ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ ὁλόκληρα ἔτη βεβαιώνουν μίαν 'vέαv' ὅτι δὲν δύνανται ν' ἀγαπήσουν παρὰ γυναίκα φρόνιμον, ἥσυχον, σεμνήν, νοικοκυράν, πηγαίνουν ἔπειτα καὶ νυμφεύονται μίαν ἄσωτην, μίαν κοκέταν, μίαν ξεμυαλισμένην, ὅπου ἔκαμεν ἐργολαβίαν μὲ ὅλον τὸν κόσμον καὶ ἐξακολουθεῖ καὶ μετὰ τὸν γάμον της τὰ ἴδια.

Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἠναγκάσθην νὰ συμπεράνω ὅτι ἡ κυρία Κλεαρέτη δὲν ἦτο ὅσον ἐφαίνετο καλή, οὐδ' ὅσον ἐνόμιζα ἀφιλοκερδεῖς αἱ περιποιήσεις της, αἱ συμβουλαί της καὶ αἱ ἀποστολαὶ παξιμαδίων. Ἡ ἀπροσδόκητος αὔτη ἀποκάλυψις τῶν νυμφικῶν ἀξιώσεων γεροντοκόρης, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἦναι μήτηρ μου ἂν ὑπανδρεύετο ἐγκαίρως, ἦτο βεβαίως ἀστειοτάτη. Τὴν ἑσπέραν ὅμως ἐκείνην εἶχα τὰ νεῦρα μου καὶ ἀντὶ νὰ γελάσω δὲν ἀπηξίωσα νὰ ἐκδικηθῶ ἀποκρινόμενος: «Δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἔκαμα ποτὲ τοιαύτας ὁμιλίας εἰς καμίαν 'νέαν'».

Ἡ κ. Κλεαρέτη ἐδάγκασε τὸ χεῖλος της καὶ μοῦ ἐγύρισε τὴν ράχιν• ἡ φράσις της ὅμως «ἔκαμεν ἐργολαβίαν μὲ ὅλον τὸν κόσμον καὶ ἐξακολουθεῖ μετὰ τὸν γάμον της τὰ ἴδια» δὲν ἔπαυε ν' ἀντηχῆ εἰς τὴν ἀκοήν μου ὡς συριγμὸς ἐχίδνης. Ἡ ἀλήθεια ἦτο ὅτι τὸ ἐπαράκαμνε καὶ ἡ Χριστίνα. Ἐξακολουθῶν νὰ τὴν κατασκοπεύω παρετήρησα ὅτι ἡ διανομὴ τῶν βλεμμάτων καὶ τῶν μειδιαμάτων της δὲν ἐγίνετο μὲ ὅσην κατ' ἀρχὰς ὑπέθεσα ἰσότητα καὶ ἀμεροληψίαν. Πολὺ μεγαλειτέρα τῆς τῶν ἄλλων ἦτο μερὶς κομψοτάτου τινὸς ξανθοῦ νεανίσκου, ὅστις, ἀφοῦ ἔλαβε δύο χορούς, ἔμενεν ὄπισθέν της ἐνῷ ἐχόρευε μὲ ἄλλον, συνεχίζων κατὰ τὰ διαλείμματα τῆς καδρίλιας ἀτελεύτητον μετ' αὐτῆς συνομιλίαν. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι μοῦ ἦτο τελείως ἄγνωστος ὁ κύριος οὗτος, ἐνῷ οἱ κάτοικοι τῆς μικροσκοπικῆς Ἐρμουπόλεως γνωρίζονται ὅλοι ὡς καλόγηροι τοῦ αὐτοῦ μοναστηρίου.

Ἡ ἀμηχανία μου ἦτο μεγάλη, ὅταν ἦλθε νὰ καθίση πλησίον μου ὁ παλαιός μου φίλος Εὐάγγελος Χαλδούπης, ὁ ἐξυπνότερος ἀλλὰ καὶ ὁ πλέον διεστραμμένος τῶν Συριανῶν, ἀδιάντροπος ὡς πίθηκος καὶ κυνικώτερος τοῦ Διογένους. Διά ν' ἀποφύγη τὰ σκώμματα τοῦ κόσμου εἶχεν ἐφεύρει νὰ γελᾶ ὁ ἴδιος δυνατώτερα παντὸς ἄλλου διὰ τὰς πολλάς καὶ ἐπιφανεῖς τῆς μακαρίτιδος συζύγου του ἀπιστίας. Εἰς τὸν τοῖχον τοῦ γραφείου του εἶχε κρεμάσει τὰς εἰκόνας τοῦ Ἡφαίστου, τοῦ Ἀγαμέμνονος, τοῦ Μενελάου, τοῦ Βελισαρίου, τοῦ Ἑρρίκου Δ΄ καὶ τὴν ἰδικὴν του φωτογραφίαν πλησίον τῶν «ἐνδόξων αὐτοῦ συναδέλφων». Καθ' ὅλην τὴν πενταετῆ διάρκειαν τοῦ συζυγικοῦ αὐτοῦ βίου οὐδέποτε ἐξέφυγεν ἀπὸ τὰ χείλη του, οὔτε παραπόνον οὔτε ἐπίπληξις, οὔτε μομφή, οὔτε παρατήρησις καμμία, ἀλλὰ μόνον εἰρωνεῖαι, σκώμματα καὶ μειδιάματα τόσον φαρμακερά, ὥστε ζήτημα ἀπέμενε διὰ πολλοὺς ἂν πράγματι ἀπέθανεν ἀπὸ καρκίνον, ἢ μᾶλλον ἐκ τῆς δριμύτητος αὐτῶν ἡ μακαρίτις. Ὁπωσδήποτε εὐθὺς μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πένθους ἐκηρύχθη καὶ πάλιν ὑποψήφιος γαμβρός. Ἐκ φόβου ὅμως, ὡς ἔλεγε, μὴ ἐξαντληθῆ τὸ πνεῦμα του, ἂν ἠναγκάζετο νὰ κάμη ὅσην πρὶν κατάχρησιν αὐτοῦ πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς τιμῆς του, ἀπήτει ἤδη παρὰ τῆς μελλούσης κυρίας Χαλδούπη τρία τινά• νὰ ἦναι ἄσχημη, κουτὴ καὶ πλουσία. Τὴν περιζήτητον ταύτην τριάδα προσόντων εἶχεν εὕρει συνηνωμένην εἰς τὸ πρόσωπον τῆς δεσποινίδος Παναγιώτας Τουρλωτῆς, εἶδος τί νεαροῦ ἱπποποτάμου, τοῦ ὁποίου ὁ ὄγκος ἐφόβιζε πάντας τοὺς ἄλλους προικοδιώκτας.

Ὁ ἀλλόκοτος οὗτος ἄνθρωπος, ἀφοῦ μὲ παρετήρησεν ἐπὶ τίνας στιγμάς μὲ ὀχληρὰν ἐπιμονήν,

― Τί ἔχεις; μὲ ἠρώτησε• τὰ μάτια σου εἶναι βουρκωμένα σὰν τὰ βουνὰ τῆς Γούρας.
― Τίποτε, ἀπεκρίθην, μὲ πονεῖ ὀλίγον τὸ κεφάλι.
― Καὶ πολὺ περισσότερον σὲ πονεῖ ὅτι δὲν μὲ ἤκουσες ὅταν σοῦ ἔλεγα ὅτι δὲν εἶναι διὰ σένα ἡ Χριστίνα• ὅτι ἔχει εἰς τὰς φλέβας της πολὺ αἷμα καὶ κάποιαν ὁμοιότητα μὲ τὴν μακαρίτισσάν μου εἰς τὴν φυσιογνωμίαν. Βλέπω κοντὰ της τὸν παλαιόν της φίλον Κάρολον Βιτούρην, ἐπρόσθεσε δεικνύων τὸν ἐξακολουθοῦντα νὰ συνομιλῆ μετ' αὐτῆς ξανθὸν νεανίσκον. Φαίνεται ὅτι ἔχουν πολλὰ νὰ εἴπουν.
― Τὸν παλαιόν της φίλον; ἠρώτησα ἐγώ. Πῶς γίνεται νὰ μὴν τὸν γνωρίζω; Πρώτην φορὰν τὸν βλέπω.
― Διά τὸν λόγον ὅτι μόνον προχθὲς ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην. Πρὸ πέντε ἐτῶν, πρὶν ἀποκατασταθῆς σὺ εἰς τὴν Σύραν, ἦτο ἐρωτευμένος, τρελλὸς μὲ τὴν Χριστίναν, τὴν ὁποίαν δὲν τοῦ ἔδωκαν, διότι δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ τὴν συντηρήση. Ἡ ἀπελπισία του ἦτο τόση, ὥστε ἤθελε ν' αὐτοχειριασθῆ, καὶ θὰ τὸ ἔκαμνεν ἴσως, ἂν δὲν ἀνελάμβανεν ἡ γυναίκα μου νὰ τὸν παρηγορήση. Ἦτο, νομίζω, ὁ πρῶτος της ἐραστής. Τοὺς συνέλαβα ἐπ' αὐτοφώρῳ, εἰς τὸν κῆπον τοῦ Κωυμοῦ, μίαν ἡμέραν, ὅπου εἶχα ὑπάγει νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν Ἀνίκαν. Ἡ γυναίκα μου τὸν ἐβαρέθη ὀγλήγορα, διότι ἦτο πάρα πολὺ αἰσθηματικός. Ἔπειτα φαίνεται, ὅτι ἐξηκολούθει νὰ ἐνθυμεῖται τὴν ἰδικήν σου. Τὸν ἔστειλαν τότε εἰς τὴν Γαλλίαν νὰ τὰς λησμονήση καὶ τὰς δύο καὶ νὰ σπουδάση φαρμακευτικὴν διὰ νὰ διαδεχθῆ τὸν πατέρα του. Φαίνεται ὅμως ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ εὔρη λησμοβότανον. Παρατήρησε πῶς τρώγει τὴν Χριστίναν μὲ τὰ μάτια. Σὲ συμβουλεύω νὰ τὸν προσέχης καὶ νὰ μὴ συχνοφέρνης τὴν γυναίκα σου εἰς τοὺς χορούς.

― Θ' ἀκολουθήσω τὴν συμβουλήν σου.
― Μὴ λησμονήσης ὅτι, ἂν φανῆς ζηλιάρης, ἂν τὴν στενοχωρήσης καὶ ζητήσης νὰ τὴν περιορίσης, εἶναι ἀκόμη βεβαιότερον ὅτι θὰ τὴν πάθης.
― Τί θέλεις τότε νὰ κάμω;
― Οὒτ' ἐγὼ δὲν ἠξεύρω. Ἀφοῦ δὲν ἤκουσες τὴν συμβουλήν μου, τὸ καλλίτερον ὅπου ἔχω τώρα νὰ σοὺ συστήσω, εἶναι νὰ μιμηθῆς τὸ παράδειγμά μου, καί, ὅ,τι καὶ ἄν σου συμβῆ νὰ μὴν τὸ πάρης κατάκαρδα. Νὰ σκεφθῆς ὅτι τὸ πράγμα καθ' ἑαυτὸ δὲν εἶναι τίποτε καὶ νὰ κρεμάσης καὶ σὺ εἰς τὸν τοῖχον σου τὰς εἰκόνας τοῦ Ἀγαμέμνονος, τοῦ Ἡφαίστου, τοῦ Μενελάου...

Ἠγέρθην ἀποτόμως φοβούμενος μήπως δὲν δυνηθῶ ν' ἀντισταθῶ εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ πτύσω εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ παλιανθρώπου ἐκείνου, κατ' ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἤρχιζε τὸ cotillon, τὸ ὁποῖον μ' ἐφάνη ἀτελεύτητον. Δόξα τῷ Θεῶ ἐτελείωσε κι ἐκεῖνο καὶ ἤρχισεν ὁ κόσμος νὰ φεύγη. Ἐπῆγα νὰ φέρω τὴν γούνα τῆς γυναικός μου, τὴν ἐκουκούλωσα καὶ ἐβαδίζαμεν πρὸς τὴν θύραν, ὅταν μᾶς ἔφραξαν τὸν δρόμον τρεῖς χορευταί, ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἀπέμενε νὰ χορευθῆ τὸ galopo finale καὶ ὅτι ἡ κυρία μου τὸ εἶχεν ὑποσχεθῆ καὶ εἰς τοὺς τρεῖς. Ἐκείνη δὲν ἐνθυμεῖτο καλά. Ὁ ἁπλούστατος καὶ συνηθισμένος τρόπος συμβιβασμοῦ τῶν ἀπαιτήσεων ἦτο νὰ εἴπη ὅτι εἶναι κουρασμένη καὶ νὰ μὴ χορεύση μὲ κανένα. Ἀντὶ τούτου ἐπρότεινε νὰ τραβήξουν κόμπο. Ἡ τύχη, ἴσως δὲ καὶ κάποια λαθροχειρία, ηὐνόησε τὸν Βιτούρην καὶ τὸ μαρτύριόν μου παρετάθη ἄλλην μίαν ὥραν. Πρέπει ἐν τούτοις νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ μουσικὴ τοῦ γαλόπου ἐκείνου, ἔργου τοῦ διευθυντοῦ τῆς ὀρχήστρας βιολιστοῦ Πατσίφικου, ἦτο ὡραιοτάτη καὶ ὁ ρυθμὸς τόσον ζωηρός, ὥστε ἐπτέρωσε τοὺς πόδας καὶ αὐτοῦ του κ. δημάρχου καὶ ἄλλων ἐξ ἴσου σεβασμίων Συριανῶν. Ἡ περιφορὰ δίσκου θερμοῦ οἴνου ἐκορύφωσε τὴν γενικὴν ζωηρότητα καὶ μόνος ἐγὼ ἐχολόσκανα εἰς μίαν γωνίαν βλέπων τὴν Χριστίναν νὰ στροβιλίζη εἰς τοῦ Καρόλου τὰς ἀγκάλας. Ὁ Χαλδούπης ἠθέλησε καὶ πάλιν νὰ μὲ πλησιάση διὰ νὰ χύση τὸ φαρμάκι του εἰς τὴν πληγήν μου, ἀλλὰ τὸ βλέμμα τὸ ὁποῖον ἔρριψα ἐπ' αὐτοῦ, ἦτο, ὡς φαίνεται, τόσον ἄγριον, ὥστε ἐθεώρησε φρόνιμον νὰ μοῦ δείξη τὴν ράχιν. Ἀνεχωρήσαμεν σχεδὸν τελευταῖοι, καί, ὅταν εἰσήλθομεν εἰς τὸν κοιτώνα μας, ἐσήμαιναν αἱ πέντε.

Τό παράδοξον, ἢ μᾶλλον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μ' ἐφάνη παράδοξον, ἂν καὶ ἦτο φυσικώτατον, εἶναι ὅτι ὅσα ὑπέφερα εἰς τὸν κατηραμένον ἐκεῖνον χορὸν ἀπὸ τὴν κακολογίαν τοῦ Χαλδούπη καὶ τὴν διαγωγὴν τῆς Χριστίνας, ἀντὶ νὰ μὲ ψυχράνουν μὲ ἔκαναν νὰ τὴν ἐρωτευθῶ ἢ τουλάχιστον νὰ τὴν ἐπιθυμήσω σφοδρότερα καὶ ἀπὸ τὴν ἡμέραν ὅπου ἀπεφάσισα νὰ τὴν πάρω διὰ νὰ παύσω νὰ τὴν ἐπιθυμῶ. Πλὴν τῆς ζηλείας καὶ τῆς δεκαημέρου στερήσεως συνετέλει εἰς ἔξαψιν τοῦ πόθου μου καὶ ἡ ἔκτακτος πολυτέλεια τοῦ ἐσωτερικοῦ αὐτῆς στολισμοῦ, ὁ μεταξωτὸς στηθόδεσμος, τὰ κεντητὰ μεσοφόρια, τὰ ἀτλάζινα ὑποδήματα καὶ τὸ μεθυστικὸν ἄρωμα τῆς ἴριδος καὶ τῆς ὑλαγγυλάγκης. Πάντα ταῦτα ἠμποροῦν οἱ εὐτυχεῖς κάτοικοι τῶν μεγάλων πόλεων νὰ τὰ εὕρουν ὅταν θέλουν μὲ μίαν ἢ δύο εἰκοσιπεντάρας, ἀλλὰ διὰ τοὺς δυστυχεῖς Συριανοὺς εἶναι πράγματα ἔκτακτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπολαμβάνουν παρ' ὅταν τύχη μεγάλος χορός, καθὼς μόνον τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα γεύονται ψαθούρια, σαμπάνια καὶ γάλον παραγεμιστόν. Ὅταν λοιπὸν ἐπλησίασα τὴν Χριστίναν, πρέπει νὰ ὑποθέσω ὅτι οἱ ὀφθαλμοί μου ἤσαν 'εὔγλωττοι', ὡς κατορθώνουν νὰ γράφουν οἱ ἐλαφροί μας φιλόλογοι, τοὺς ὁποίους εἶχα, ὡς φαίνεται, ἄδικον νὰ περιπαίζω διὰ τοῦτο. Πρὶν τῷ ὄντι ἀνοίξω τὸ στόμα ἔσπευσεν ἡ Χριστίνα ν' ἀποκριθῆ εἰς τὸ βλέμμα μου: «Εἶμαι, καημένε, κατάκοπη, ἀφανισμένη, ἄφησε μέ, σὲ παρακαλῶ, ἀπόψε».

Τήν ἐκαληνύχτισα μὲ βαρυθυμίαν καὶ ἀπεσύρθην εἰς τὸ ἰδικόν μου δωμάτιον. Πρέπει ὅμως νὰ εἴπω ὅτι διὰ τὸ χωριστὸν ἐκεῖνο δωμάτιον δὲν ἔπταιεν ἐκείνη. Τὸ εἶχα προτείνει ἐγὼ μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μας ὡς ἀριστοκρατικώτερον, καὶ κατὰ τι διὰ τὸν λόγον ὅτι εἶχα παραχορτάσει εἰς τὴν Ζιάν. Πλὴν τῶν ἄλλων ἔχουν καὶ τοῦτο τὸ ἀλλόκοτον οἱ ἐρωτευμένοι, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσωσιν οὔτε ὅτι ἐνδέχεται νὰ πεινάσουν, ὅταν ἦναι χορτάτοι, οὔτε ὅτι ἠμποροῦν νὰ χορτάσουν, ὅταν ἦναι πεινασμένοι.

Τήν ἐπιούσαν ἐκοιμᾶτο ἀκόμη ὅταν ἐπῆγα περὶ τὰς ἕνδεκα εἰς τὸ γραφεῖον μου. Κατὰ τὴν ἐπιστροφήν μου τὴν εὕρηκα εἰς τὸ πιάνο εὐδιάθετον καὶ ζωηράν.

― Ἄκουσε, μὲ εἶπε, τί ὡραῖον εἶναι αὐτὸ τὸ γαλόπ. Ἐγὼ ὅπου δὲν ἠμπορῶ νὰ παίξω τίποτε χωρὶς τετράδιον, μίαν φορὰν τὸ ἤκουσα καὶ τὸ ἐνθυμοῦμαι ὁλόκληρον.

Ταῦτα λέγουσα ἤρχισε νὰ κυμβαλίζη τὸ τρισκατάρατον γαλὸπ τοῦ χθεσινοῦ χοροῦ, τοῦ ὁποίου οἱ ἦχοι μοῦ ἐνθύμιζαν τὰ βάσανά μου.

― Εἶμαι, ἀπήντησα ἀποτόμως, ὀλίγον ζαλισμένος καὶ ἡ μουσικὴ μὲ πειράζει. Ἄφησε το, σὲ παρακαλῶ, δὶ' ἄλλην φοράν.

Μ' ἐκοίταξε μὲ κάποιαν ἀπορίαν, ἔκλεισε τὸ πιάνο καὶ ἐπῆγε νὰ στηριχθῆ εἰς τὸ παραθυρον. Μετ' ὀλίγον τὴν εἶδα νὰ χαιρετᾶ μὲ πολλὴν χάριν καὶ φιλοφροσύνην.

― Ποῖον ἐχαιρέτησες; ἠρώτησα μὲ ὅσην ἠδυνήθην νὰ ὑποκριθῶ ἀδιαφορίαν.
― Τὸν δάσκαλον τοῦ χοροῦ, τὸν γέρο Κουέρτζην.

Ἔτρεξα εἰς τὸ παραθυρον τοῦ γειτονικοῦ δωματίου καὶ εἶδα τῷ ὄντι νὰ διαβαίνη τὸν γέροντα Κουέρτζην, ἀλλὰ στηριζόμενον εἰς τὸν βραχίονα τοῦ νέου Καρόλου Βιτούρη. Διατὶ λοιπὸν νὰ μοῦ ἀναφέρη μόνον τὸν Κουέρτζην, ἐνῷ πιθανώτατον ἦτο ὅτι ἔλαχεν εἰς τὸν σύντροφόν του ἡ λεόντειος μερὶς τοῦ χαιρετισμοῦ;

Τό ἔτος ἐκεῖνο ὑπῆρξεν ἐκτάκτως εὐτυχὲς διὰ τοὺς Συριανούς, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὸ κλείσιμον τῶν ἰσολογισμῶν των ἔπαθαν ἀπὸ τὴν χαρὰν των χορομανίαν. Εἰς διάστημα ἑνὸς μηνὸς ἐδόθησαν ἕνδεκα μεγάλαι καὶ μικραὶ χοροεσπερίδες. Ἡ Χριστίνα δὲν ἔκαμεν ἄλλο παρὰ νὰ ἑτοιμάζεται ὅλην τὴν ἡμέραν, νὰ κουράζεται ὅλην τὴν νύκτα καὶ νὰ ξεκουράζεται τὴν ἑπομένην• οὒτ' ἐγὼ ἄλλο τίποτε παρὰ νὰ τὴν συνοδεύω, ν' ἀγρυπνῶ, ν' ἀνησυχῶ, νὰ ζηλεύω, νὰ κατασκοπεύω καὶ νὰ βλέπω εἰς τὸν ὕπνον μου τὸν Ἥφαιστον, τὸν Μενέλαον καὶ τὸν Βιτούρην. Οὗτος ἐξηκολούθει νὰ συχνοδιαβαίνη ἀπὸ τὰ παράθυρά μας. Εὐτυχῶς τὰ ἔθιμα τῆς νήσου δὲν συγχωροῦν ἐπισκέψεις παρὰ μόνον κατὰ τὴν πρώτην τοῦ ἔτους καὶ τὴν ἑορτὴν τοῦ οἰκοδεσπότου. Ἐπίσκεψις ἀνδρὸς εἰς κυρίαν καθ' ἡμέραν καὶ ὥραν ἐργάσιμον θὰ ἦτο εἰς τὴν Σύραν σκάνδαλον οὐχὶ μικρότερον τῆς παραβιάσεως χαρεμίου. Ἀπέμεναν ὅμως οἱ χοροὶ καὶ αἱ εἰς τὰ βαπόρια καὶ τὴν πλατεῖαν καθημεριναὶ συναντήσεις. Πλὴν αὐτῶν ἔτυχε νὰ ἴδω δύο ἢ τρεῖς φοράς τὴν γυναίκα μου ἐξερχομένην ἀπὸ τὸ φαρμακεῖον τοῦ Βιτούρη. Τοῦτο ὅμως δὲν ἠδυνάμην νὰ θεωρήσω ὡς ἐπιλήψιμον οὐδὲ καν ὡς ὕποπτον, ἀφοῦ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπρομηθεύοντο αἱ Συριαναὶ τῆς ὑψηλῆς περιωπῆς τὰ πασαλείμματα καὶ τὰ μυρωδικὰ των. Ἡ σκέψις ὅμως αὔτη δὲν μ' ἐμπόδιζε νὰ τρώγωμαι καὶ ν' ἀνησυχῶ.

Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον περισσότερον ἀπ' ὅλα μ' ἐβασάνιζε καὶ μ' ἐστενοχωροῦσε ἦτο, ὅτι σπανίως κατώρθωνα νὰ ἴδω μόνην καὶ ἥσυχην τὴν Χριστίναν. Οὔτε στρατάρχης κατὰ τὴν παραμονὴν κρισίμου μάχης ἠδύνατο νὰ ἦναι ὅσον ἐκείνη ἀπησχολημένος. Τὰ τρεξίματα εἰς τὰ ἐμπορικὰ διεδέχοντο τὰ συμβούλια μὲ τὰς φιληνάδας της. Πότε τὰ εἶχε μὲ τὴν ράπτριαν, ἡ ὁποία δὲν ἐφύλαξεν τὴν ὑπόσχεσίν της, καὶ πότε μὲ τὸν μονάκριβόν τῆς Σύρου κτενιστὴν Ἀναστάσην, διότι ἐβράδυνεν νὰ ἔλθη, ἢ ἐτόλμησεν ὁ ἀχρεῖος νὰ τῆς προτείνη νὰ τὴν κτενίζη ἀπὸ τὸ μεσημέρι, διότι δὲν τοῦ ἐπερίσσευε καιρὸς τὸ ἑσπέρας. Κατόπιν τούτων ἤρχετο ἡ κούρασις τοῦ χοροῦ, τὸ νύσταγμα εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπιστροφήν, ὁ βαθὺς ὕπνος της ἕως τὸ μεσημέρι καὶ ἡ ἰδική μου βασανιστικὴ ἀγρυπνία. Δὲν κατώρθωνα, ὄχι νὰ κοιμηθῶ, ἀλλ' οὐδὲ καν νὰ μένω ἥσυχος ἐπὶ τῆς κλίνης μου. Ὡς βασανίζει τὸν διαβάτην τῆς ἐρήμου ἡ ὀπτασία βρύσεων, ποταμῶν καὶ χλοερῶν λειμώνων, οὕτω καὶ ἐμὲ ἡ ἀνάμνησις τῶν καλῶν ἡμερῶν τῆς Κέας, τῆς μοναξίας, τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς Χριστίνας ἐξηπλωμένης ὁλοκλήρους ὥρας ἐπάνω εἰς τὸ τουρκικὸ διβάνι μὲ ἄσπρον οἰκιακὸν φόρεμα καὶ βιβλίον εἰς τὴν χεῖρα. Καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ φλογερώτερον πόθον ἐνθυμούμην δὲν ἤσαν τοῦ μέλιτος οἱ ἀπολαύσεις, ὅσον ἡ διαδεχομένη ταύτας γαλήνη καὶ ἰσορροπία τοῦ πνεύματος καὶ τῶν αἰσθήσεων, ἡ ὁποία μοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἐντρυφήσω καὶ εἰς τὰς ἄλλας τοῦ βίου ἀπολαύσεις. Ἐνῷ τώρα ἡ ἐκ τῆς ζηλείας καὶ τῆς στερήσεως συγκέντρωσις τῶν πόθων μου εἰς ἓν μόνον πράγμα μὲ εἶχε μεταβάλει, ἐμὲ τὸν φρόνιμον Συριανόν, εἰς εἶδος τί Ὁδοιπόρου ἢ Ἐρωτοκρίτου ἀπαγγέλλοντος θρηνώδεις μονολόγους.

Νύκτα τινά, μὴ ἀντέχων πλέον, ἤνοιξα ἀθορύβως τὴν χωρίζουσαν ἡμᾶς θύραν καὶ ἐπροχώρησα βήματα τινὰ πρὸς τὴν κλίνην της. Τὸν θάλαμον ἐφώτιζε κατὰ τὸ σύνηθες κυανὴ κανδήλα καίουσα πρὸ τοῦ εἰκονοστασίου. Τὸ γαλάζιον ἐκεῖνο φῶς, τὸ μεταδίδον χροιὰν ὀνείρου εἰς τὴν πραγματικότητα, ἦτο κ' ἐκεῖνο ἰδική μου ἐφεύρεσις τῶν καλῶν ἡμερῶν τῆς Κέας. Ὁ κάματος καὶ ὁ νυσταγμὸς της κατὰ τὴν ἐπιστροφὴν ἦτο τοσοῦτος, ὥστε εἶχεν ἀφήσει ὅλα τὰ πράγματα ἄνω κάτω. Τὸ φόρεμα εἰς μίαν ἄκραν τοῦ σοφά, τὰ φουσκώματα καταγῆς, τὸν στηθόδεσμον εἰς γωνίαν τῆς κλίνης, τὴν γιρλάνδαν ἐπὶ τῆς προτομῆς τοῦ Κοραῆ, καὶ σκορπισμένα εἰς ὅλα τὰ καθίσματα τὸ ριπίδιον, τὴν ἀνθοδέσμην, τὰ χειρόκτια καὶ τὰ παράσημα τοῦ cotillon. Ὁ εὐνοούμενος αὐτῆς γάτος ἐκοιμᾶτο ἐπάνω εἰς τὸ ἄσπρον της βουρνούζι καὶ ἐπὶ τῶν μαρμάρων τῆς ἑστίας ἐσπινθήριζον τὰ πετράδια τῶν βραχιολίων καὶ τοῦ περιδεραίου. Τὸ δωμάτιον ὡμοίαζε ναὸν τῆς θεᾶς Ἀκαταστασίας. Ἀδύνατον ὅμως ἦτο νὰ εἶναι ἄχαρι τὸ χάος ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἤσαν τόσον εὔμορφα ὅλα τὰ συστατικά. Εἰς τὰ λοιπὰ προσόντα τῆς Χριστίνας πρέπει νὰ προσθέσω καὶ ὅτι ἐσυνείθιζε νὰ κοιμᾶται μὲ ἓν γόνατον λυγισμένον καὶ τὴν χεῖρα ὄπισθεν ταῆς κεφαλῆς, ὡς τὸ ἀρχαῖον ἄγαλμα τοῦ Ἑρμαφροδίτου. Κατ' ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἔβλεπε πιθανῶς εἰς τὸν ὕπνον της τοὺς θριάμβους της εἰς τὴν Λέσχην, ὡς ὑπέθεσα ἐκ τῆς διαστολῆς τῶν χειλέων της εἰς μειδίαμα κατὰ πάντα ὅμοιον μ' ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐμοίραζεν εἰς τοὺς χορευτάς της. Ἐπροχώρησα ἓν ἄλλο βῆμα. Ἀλλ' αἴφνης ἐκάρφωσε τοὺς πόδας μου εἰς τὸ ἔδαφος ἡ σκέψις ὅτι, ἂν τὴν ἐξύπνιζα, θὰ διεδέχετο τὸ γλυκὺ ἐκεῖνο μειδίαμα μορφασμὸς δυσαρεσκείας, ἓν χάσμημα, ἓν οὔφ! καὶ ἓν γύρισμα τῆς πλάτης. Οὐδὲ θὰ ἦτο ὅλως ἀδικαιολόγητος ἡ τοιαύτη ὑποδοχή, ἀφοῦ μόλις πρὸ μίας ὥρας εἶχε κατακλιθῆ καὶ διεφαίνετο ἤδη διὰ τῶν χαραμίδων τοῦ παραθύρου τὸ θολὸν φῶς τῆς χειμερινῆς πρωίας. Ἀπεσύρθην ἀκροποδητί, ἔκλεισα τὴν θύραν καὶ ἤρχισα πάλιν τὸν περίπατον καὶ τὸν μονόλογόν μου. Ὅταν ἐσυλλογιζόμην πόσον εὔκολον θὰ ἦτο εἰς τὴν γυναίκα ἐκείνην νὰ μὲ καταστήση τὸν εὐτυχέστερον τῶν ἀνθρώπων, ἂν κατὰ τί ὀλιγώτερον ἠγάπα τὰς διασκεδάσεις καὶ τὴν ἐργολαβίαν, μὲ ἤρχετο ὄρεξις νὰ τὴν πνίξω. Ὁ κίνδυνος ὅμως αὐτῆς δὲν ἦτο μεγάλος. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχη εἰς τὸν κόσμον μαλακωτέρα τῆς ἰδικῆς μου καρδίας. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ σφάξω ὁ ἴδιος τὰ ὀρνίθια, τὰ ὁποῖα τρώγω, νομίζω ὅτι θὰ ἐπροτιμοῦσα νὰ τρέφωμαι μὲ πίτυρα καθὼς ἐκεῖνα.

Τούς κλίνοντας νὰ μὲ θεωρήσωσιν ἐκ τῶν ἀνωτέρω ὡς βλάκα, παρακαλῶ νὰ σκεφθῶσι πόσον δύσκολος εἶναι ἡ θέσις τοῦ μὴ δυναμένου οὔτε ὡς ἐραστὴς νὰ παρακαλέση, χωρὶς νὰ γίνη γελοῖος, οὔτε ὡς σύζυγος ν' ἀπαιτήση, χωρὶς νὰ γίνη μισητός. Ἀμφότερα ταῦτα τόσον πολὺ ἐφοβούμην, ὥστε ἂν συνέβαινε πότε νὰ μ' ἐρωτήση ἡ Χριστίνα διατὶ δὲν τρώγω ἢ διατὶ δὲν ἔχω διάθεσιν, ἀπεκρινόμην συκοφαντῶν πότε τὸ στομάχι, πότε τὴν κεφαλήν μου, πότε τὰ δόντια καὶ ἄλλοτε τὰ νεῦρα, τὸν δὲ πραγματικόν μου πόνον ἐπροσπάθουν ὡς ἔγκλημα νὰ κρύψω. Κάλλιστα τῷ ὄντι ἐγνώριζα ὅτι ὅλα δύναται γυνὴ νὰ συγχωρήση, καὶ ἀπιστίας, καὶ ὕβρεις, καὶ ξύλον καὶ πᾶν ἄλλο, πλὴν ἑνὸς μόνου, τὸ νὰ τὴν ἀγαπᾶ τὶς περισσότερον παρ' ὅσον τῆς ἀξίζει. Εἰς τὸν διαπράξαντα τὴν ἀνοησίαν νὰ ὁμολογήση εἰς γυναίκα πόσον ἐξ αἰτίας της ὑποφέρει δὲν ἀπομένει ἄλλο νὰ πράξη, παρὰ νὰ χωρισθῆ αὐτῆς αὐθημερὸν ἢ νὰ ὑπάγη νὰ πέση εἰς τὴν θάλασσαν μὲ πέτραν εἰς τὸν λαιμόν.

Δύο ἡμέρας μετὰ τὴν ὀδυνηρὰν ἐκείνην ἀγρυπνίαν ἐπιστρέψας ἐκ τοῦ γραφείου μου κατὰ τί ἐνωρίτερα τοῦ συνήθους εἶδα τὴν Χριστίναν ἀλλάσσουσαν ὄψιν καὶ σπεύδουσαν νὰ κρύψη χαρτίον τι, τὸ ὁποῖον ἐκράτει, ὄπισθεν τοῦ καθρέπτου. Ὁ νοῦς μου ὑπῆγεν ἀμέσως εἰς τὸν Βιτούρην, καὶ τὴν ὑποψίαν μου ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἦτο ἰδικὴ του μετέβαλεν εἰς βεβαιότητα ἡ αὐξάνουσα τῆς γυναικός μου σύγχυσις καὶ στενοχωρία. Οὐδ' ἦτο πλέον δυνατὴ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματός μου νὰ ἀνέχωμαι τὰ πάντα ἐν σιωπῇ ἐκ φόβου χειροτέρων, ἀφοῦ πιθανώτατον ἦτο ὅτι περιείχετο εἰς τὸν φάκελλον ἐκεῖνον ἡ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ἔμεναν ἄλλα χειρότερα νὰ φοβηθῶ.

Τήν ἐπικειμένην ἔκρηξιν ἐπρόλαβεν ἀπότομον ἄνοιγμα τῆς θύρας, διάχυσις εὐωδίας μόσχου καὶ ὁρμητικὴ εἰσπήδησις εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς ζωηρᾶς ἠμῶν δημαρχίνας, ἐρχομένης νὰ δείξη εἰς τὴν γυναίκα μου τὸ νέον αὐτῆς ἐπανωφόριον μὲ σειρήτια ἀπὸ πτερὰ λοφοφόρου. Ἡ Χριστίνα ἠναγκάσθη θέλουσα καὶ μὴ θέλουσα νὰ τὴν δεξιωθῆ, ἐνῷ ἐγώ, ὑποκρινόμενος ὅτι θέλω ν' ἀφήσω τὰς κυρίας νὰ εἴπωσι τὰ ἰδιαίτερα των, ἀπεσυρόμην εἰς τὸ γειτονικὸν δωμάτιον, ἀφοῦ ἔλαβα ἀναφανδὸν τὸν φάκελλον ἀπὸ τὸν καθρέπτην. Αἳ χεῖρες μου ἔτρεμαν ὅταν τὸν ἤνοιξα. Ἀντὶ ὅμως ἐπιστολῆς τοῦ ρωμαντικοῦ Καρόλου εὗρον ἐντὸς αὐτοῦ τρεῖς λογαριασμοὺς τῶν κυρίων Πούλου, Γιαννοπούλου καὶ Γεραλοπούλου διὰ μεταξωτά, καπέλλα, βλόνδας, κορδέλλας καὶ ἄλλα εἴδη, τῶν ὁποίων ἀνήρχετο τὸ ἄθροισμα εἰς δραχμάς δύο χιλιάδας ἑπτακοσίας. Τὸ ποσὸν ἦτο βεβαίως μεγάλον, ἀλλὰ πολὺ μεγαλυτέρα αὐτοῦ ἡ ἀνακούφισις τὴν ὁποίαν ἠσθάνθην ἐκ τῆς ἀποδείξεως, ὅτι ἄδικον εἶχα νὰ νομίζωμαι συνάδελφος τοῦ Χαλδούπη. Ἡ χαρά μου ἦτο ὡς καταδίκου, τοῦ ὁποίου θὰ μετεβάλλετο ἀνελπίστως εἰς ἁπλοῦν πρόστιμον ἡ θανατικὴ ποινή. Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ αἰσθήματος τούτου, ὅταν μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς ἐπισκέψεως προσῆλθεν ἡ Χριστίνα κάπως δειλή, μαγκωμένη καὶ πιστεύουσα ὅτι εἶχε μεγάλην ἀνάγκην ν' ἀπολογηθῆ καὶ νὰ μ' ἐξευμενίση, ἀντὶ πάσης ἄλλης παρατηρήσεως ἢ παραπόνου ἔτρεξα νὰ τὴν ἀσπασθῶ ὁλοψύχως, λέγων πρὸς αὐτήν: «Μὴ σὲ μέλει». Ἡ ἔκπληξίς της ὑπῆρξε μεγάλη. Δύσκολον τῷ ὄντι ἦτο νὰ μαντεύση πῶς συνέβη νὰ θεωρήσω ἄξιον φιλοφρονήσεων καὶ φιλημάτων τὸ κατόρθωμά της, νὰ σπαταλήση τὸ εἰσόδημά μας μίας ἐξαμηνίας εἰς διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν.

Μετ' ὀλίγον ὑπῆγε νὰ ἑτοιμασθῆ διὰ τὸν ἑσπερινὸν περίπατον. Ἀλλ' ὁ οὐρανὸς ἐθόλωσεν ἀπροσδοκήτως• ἔλαμψαν ἀστραπαὶ καὶ ἤρχισε νὰ βρέχη ποταμηδόν. Ἐκαθήμην εἰς τὸ παράθυρον τῆς μικρᾶς αἰθούσης μας, παρατηρῶν τὸν κατακυλιόμενον ἀπὸ τὰ ὕψη τῆς Ἄνω Σύρου κίτρινον καταρράκτην παρασύροντα εἰς τὸ βορβορῶδες ρεῦμα του φλοιοὺς πορτοκαλίων, συντρίμματα φιαλῶν, ἀπόμαχα ὑποδήματα καὶ πτώματα ὀρνίθων καὶ ποντικῶν, ὅταν αἴφνης ἀντικατέστησε τὸ πανόραμα ἐκεῖνο βαθὺ σκότος ἀπλωθὲν καὶ ἐπὶ τῶν δύο μου ὀφθαλμῶν. Αἰτία τῆς ἐκλείψεως ἦσαν αἱ χεῖρες τῆς Χριστίνας, ἤτις ἀπελπισθεῖσα νὰ ἐξέλθη εἶχεν ἐπιστρέψει ἀθορύβως καὶ βλέπουσα μὲ ἀφηρημένον διεσκέδασε νὰ μὲ τυφλώση. Τοῦτο μοῦ ἐνεθύμισε περασμένας καλάς ἡμέρας. Χάρις εἰς τὴν θεόσταλτον ἐκείνην καταιγίδα εὐρισκόμεθα τέλος πάντων ἥσυχοι καὶ μόνοι πρώτην φορὰν μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μας. Ὅταν ηὐδόκησε ν' ἀποσύρη τὰς χείρας της, ἡ ἔκφρασις τοῦ βλέμματός μου ἦτο, ὡς φαίνεται, καὶ πάλιν τόσο 'εὔγλωττος', ὥστε ἔβαψεν ἐλαφρὸν ἐρύθημα τὴν παρειάν της. Ἔπειτα ἐμειδίασεν, ἔστρεψε διαβαίνουσα πρὸ τῆς θύρας τὸ κλεῖθρον, ὑπῆγε νὰ καθήση εἰς τὸν σοφᾶν καὶ μ' ἔνευσε νὰ ὑπάγω κοντά της. Κατ' ἐκείνην ἀκριβῶς τὴν στιγμήν, ἐνῷ ἐβυθιζόμην εἰς πέλαγος ἡδυπαθείας, ἐκορυφώνετο τῆς καταιγίδος ἡ μανία. Ἡ βροχὴ εἶχε μεταβληθῆ εἰς κατακλυσμόν, ὁ ἄνεμος ἀνήρπαζε κεραμίδια καὶ ἀντήχουν ἀλλεπάλληλοι αἱ βρονταί. Ἤθελα δὲν ἤθελα μοῦ ἐπέκλωθεν ἡ μοίρα μου νὰ εἶμαι ρωμαντικός. Τοὺς φλογεροὺς πόθους καὶ τοὺς νυκτερινοὺς μονολόγους διεδέχοντο μανδαλώματα τῆς θύρας καὶ ἐκτάσεις ἐπὶ διβανίων ὑπὸ τοὺς συριγμοὺς τῆς ἀνεμοζάλης. Ματαῖα λοιπὸν ἐφαίνετο ἡ ἀντίστασίς μου κατὰ τοῦ πεπρωμένου καὶ πολὺ προτιμότερον νὰ στέρξω τὰ πράγματα ὅπως ἦσαν. Πρέπει δὲ καὶ νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἶχεν ὀλιγοστεύσει κατὰ πολὺ εἰς διάστημα μίας μόνης ὥρας ἡ ἀντιπάθειά μου κατὰ τοῦ ρωμαντισμοῦ.

Συγκρίνων τῷ ὄντι τὰς ἡσύχους καθημερινάς ἀπολαύσεις τῆς Κέας πρὸς τὸ ἡδυπαθὲς ρῖγος, τὸ ὁποῖον μὲ κατέλαβεν ὅταν μετὰ δεκαήμερον ἐξορίαν μοῦ ἔνευσε πρὸ ὀλίγου ἡ Χριστίνα νὰ ὑπάγω κοντά της, κατήντησα εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ ποσὸν μακαριότητος, τὸ ὁποῖον δύναται τὶς νὰ αἰσθανθῆ πλησίον γυναικός, εἶναι ἀκριβῶς ἀνάλογον τῆς ἀνησυχίας, τῆς ζήλειας, τῶν στερήσεων καὶ τῶν ἄλλων βασάνων ὅσα προηγήθησαν αὐτοῦ. Μόνος ὁ διελθών διὰ τοιούτου καθαρτηρίου λαμβάνει ἔπειτα τὸ χάρισμα νὰ εἰσδύση εἰς τὸ ἁγιαστήριον τῆς ὑπερτάτης ἡδυπαθείας. Τὰς πύλας αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ μᾶς ἀνοίξη οὔτε σεμνὴ παρθένος, οὔτε φιλόστοργος σύζυγος, οὔτε ὑπεραγαπώσα ἠμᾶς ἐρωμένη, ἀλλὰ μόνον γυνὴ φιλάρεσκος, ἰδιότροπος καὶ ὄχι καθ' ἡμέραν καλή.

Οἱ χοροὶ ἐξηκολούθησαν ὄχι ὅμως καὶ ἡ ταράττουσα τὸν ὕπνον μου ἰδιαιτέρα πρὸς τὸν Βιτούρην εὔνοια τῆς Χριστίνας, ἡ ὁποία ἐφαίνετο ἤδη προτιμώσα τῶν στεναγμῶν καὶ τῶν ξανθῶν πλοκάμων τοῦ αἰσθηματικοῦ νεανίσκου τοὺς μαύρους μύστακας καὶ τοὺς πλατεῖς ὤμους τοῦ ἀρειμανίου ἠμῶν φρουράρχου. Μετ' ὀλίγας ὅμως ἡμέρας εὖρεν αὐτὸν χονδράνθρωπον, συγκρίνουσα τοὺς ἑλληνοπρεπεῖς τρόπους του πρὸς τὴν ἔξοχον εὐγένειαν, τὴν χάριν καὶ τὴν εὐφυΐαν τοῦ νεωστὶ διορισθέντος προξένου τῆς Γαλλίας. Οὐδὲ τούτου ὅμως ὑπῆρξε μακρὰ ἡ βασιλεία. Τὴν κομψότητα τοῦ παρισινοῦ φράκου τοῦ ἐσκέπασε μετ' ὀλίγον ἡ λάμψις τῆς στολῆς καὶ τῶν παρασήμων τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀγγλικῆς μοίρας. Ἔπειτα ἦλθεν ἡ σειρὰ τοῦ Ἰταλοῦ αὐτοσχεδιαστοῦ Ρεγάλδη, περιηγουμένου τὴν Ἀνατολὴν πρὸς συλλογὴν δαφνῶν καὶ ταλλήρων, καὶ μὴ ἀπαξιώσαντος τὰ συριανά. Τὸν γέροντα τοῦτον κύκνον τῆς Νοβάρας διεσκέδασε νὰ κρατήση ἐπὶ ὅλον μήνα εἰς τὴν Σύρον, καὶ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ν' ἀπομωράνη, ὥστε μὴ ἀρκούμενος εἰς ὅσα ἔγραφεν εἰς τὸ λεύκωμά της ἀκροστίχια, ἀπήγγειλε καὶ ἀπὸ τῆς σκηνῆς ὕμνον 'Εἰς τὴν Σειρήνα τοῦ Αἰγαίου', ὑπερσκανδαλίσαντα τοὺς Συριανοὺς καὶ πρὸ πάντων τούς μὴ ἐννοοῦντας ἰταλικά. Ἀλλ' ἐγὼ ἤμην ἤδη πολὺ ἠσυχώτερος βλέπων τοὺς εὐνοουμένους νὰ διαδέχωνται ἀλλήλους ὡς φαντάσματα μυθικῆς λυχνίας.

Δύσκολον τῷ ὄντι ἦτο νὰ εὔρη καιρὸν ν' ἀγαπήση κανένα ἡ ἐπιχειροῦσα τὸν κόσμον ὅλον νὰ κατακτήση. Τὴν ἄμετρον φιλαρέσκειαν τῆς γυναικός μου ἐσυνείθισα βαθμηδὸν νὰ θεωρῶ ὡς ἀσφάλειαν κατὰ τῆς μεγάλης συμφορᾶς, ὡς εἶδος τί ἀλεξικεραύνου, ἤ, ὡς θὰ ἔλεγεν ὁ Χαλδούπης, 'ἀλεξικεράτου'. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἐξηκολούθει νὰ μὲ στενοχωρῆ ἦτο, ὅτι ὀλίγος της ἐπερίσσευε καὶ δι' ἐμὲ καιρός. Εἶχον ἀπελπισθῆ νὰ τὴν ἴδω ἥσυχον πρὸ τῆς μυριοποθήτου σαρακοστῆς, ὅταν διέκοψεν αἰφνιδίως τὰς διασκεδάσεις ὁ θάνατος τοῦ γέροντος Μισὲ Λιονῆ Λεγάμενου, συγγενεύοντος μὲ ὅλον τὸν χορευτικὸν κόσμον τῆς νήσου. Οὐδ' αὐτοί, πιστεύω, οἱ κληρονομοῦντες περὶ τὸ ἑκατομμύριον ἀνεψιοὶ του ἠκολούθησαν τὴν κηδείαν μὲ περισσοτέραν τῆς ἰδικῆς μου πρὸς τὸν εὐδοκήσαντα ν' ἀποθάνη εὐγνωμοσύνην.

Ὡς τὰ κακά, οὕτω καὶ τὰ εὐτυχήματα σπανίως ἔρχονται μόνα. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἀπαλλαγήν μου ἀπὸ τὸν ἐφιάλτην τῶν χορῶν, παραβάλλων πρὸς τὴν ‘Ἐφημερίδα τῶν Κληρώσεων' τὰς πέντε λαχειοφόρους του Ἀμβούργου, τὰς ὁποίας εἶχα κληρονομήσει ἀπὸ τὸν μακαρίτην θεῖον μου, ἐθαμβώθην ὑπὸ τοῦ ἀριθμοῦ 14.517. Ἦτο ὁ τρίτος κληρωθείς καὶ ἐκέρδιζε πεντήκοντα πέντε χιλιάδας φιορίνια, ὑπὲρ τὰς τριακοσίας χιλιάδας συριανάς δραχμάς! Ἔτρεξα ἀσθμαίνων ν' ἀναγγείλω τὴν καλὴν εἴδησιν εἰς τὴν Χριστίναν, ἡ ὁποία ἔλειπεν εὐτυχῶς εἰς ἐπισκέψεις. Λέγω εὐτυχῶς, διότι ἡ ἀπουσία της μ' ἔδωκε καιρὸν νὰ σκεφθῶ, ὅτι πολὺ περισσοτέραν θὰ ἠσθάνετο πρὸς ἐμὲ εὐγνωμοσύνην καὶ κάλλιον θὰ μὲ ἀντήμειβεν ἄν, ἀντὶ νὰ μὲ ἠξεύρη πλούσιον, μὲ ὑπέθετεν ὑπὲρ τὰς δυνάμεις μου πρόθυμον νὰ τὴν εὐχαριστήσω. Χωρὶς λοιπὸν νὰ εἴπω τίποτε εἰς κανένα ἀνεχώρησα μετὰ τρεῖς ἡμέρας εἰς Βιέννην ὑπὸ τὸ πρόσχημα νὰ συμβουλευθῶ εἰδικὸν ἰατρὸν διὰ τὰς ἀνυπάρκτους ἐνοχλήσεις τοῦ στομάχου, τὰς ὁποίας ἐπροφασιζόμην πρὸ δύο μηνῶν πρὸς ἀπόκρυψιν τῶν ψυχικῶν μου βασάνων. Ἐκ Βιέννης ἐξεπήδησα εἰς Ἀμβοῦργον καί, ἀφοῦ εἰσέπραξα καὶ ἐτοποθέτησα τὸ κέρδος μου εἰς ἀνώνυμα χρεώγραφα, ἐπανῆλθα μετὰ τρεῖς ἑβδομάδας, κομίζων εἰς τὴν Χριστίναν διπλάσια τῶν ὅσα μὲ εἶχε παραγγείλει στολίδια. Παρατηρῶν τὴν ἔκπληξιν καὶ τὴν χαρὰν της κατὰ τὸ ἄνοιγμα τοῦ κιβωτίου, ἀνελογιζόμην, συγχαίρων ἐμαυτὸν διὰ τὴν ὑποκρισίαν μου, πόσον εὐτελεστέρα θὰ τῆς ἐφαίνετο ἡ προσφορά μου, ἂν ἐγνώριζε τὴν ἀπροσδόκητον μεγαλοδωρίαν τῆς τύχης. Ἀπαραίτητος ὅρος ἁρμονικῆς συμβιώσεως μὲ γυναίκα φιλάρεσκον εἶναι ν' ἀποκρύπτη τὶς ἐπιμελῶς εἰς αὐτὴν δύο τινά: τὰ ἐννέα δέκατα της ἀγάπης του καὶ τὸ ἥμισυ τουλάχιστον τῆς περιουσίας του.

Οὐδεμίαν αἰσθανόμενος ὄρεξιν νὰ θαμβώσω τοὺς Συριανοὺς ἐπροτίμησα πάσης ἐπιδείξεως ἀθόρυβον καὶ σχεδὸν λαθραίαν αὔξησιν εὐζωίας. Παρήτησα τὴν θέσιν μου, προτείνων ὅτι θὰ ἐκέρδιζα περισσότερα ἐργαζόμενος διὰ λογαριασμόν μου, καὶ ὑπὸ τὴν πρόφασιν ὅτι ἔσταζαν, ὅταν ἔβρεχε, δύο ταβάνια, ἀνεκαίνισα ὁλόκληρον τὴν οἰκίαν μου. Τὰς τοιχογραφίας ἀνέθεσα εἰς Ἰταλὸν πρόσφυγα ὀνόματι Ὀρσάτην, πρώην σκηνογράφον τοῦ θεάτρου τῆς Σκάλας. Οὗτος ἐπέτυχε πρὸ πάντων εἰς τὴν διακόσμησιν τοῦ κοιτῶνος τῆς Χριστίνας, τὸν ὁποῖον μετέβαλεν εἰς τέλειον ἀνατολικὸν ὀδᾶν κατὰ μίμησιν τῆς Ζαΐρας εἰς τὸ ὁμώνυμον μελόδραμα τοῦ Βελλίνη. Τὴν ὁμοιότητα συνεπλήρωσαν βαρέα παραπετάσματα τῆς Προύσσας, διβάνιον ἐστρωμένον μὲ χρυσοκέντητον ὕφασμα, προερχόμενον ἐκ παλαιᾶς ἀρχιερατικῆς στολῆς, περσικὸν μαγκάλι, σκαμνία μ' ἐπικολλήματα μαργαριτομάννας, καὶ ἐπάργυρος βυζαντινὴ κολυμβήθρα, μεταβληθεῖσα εἰς μεγαλοπρεπὲς ἀνθοδοχεῖον. Πάντα ταῦτα εἶχε προμηθευθῆ εὐθηνὰ ὁ διακοσμητὴς κατὰ τινὰ ἐκδρομὴν του εἰς τὴν Νάξον, ὅπου ἐσώζοντο ἀκόμη ἱκανὰ λείψανα φραγκοτουρκικῆς πολυτελείας, καὶ κατώρθωσε νὰ συναρμόση πρὸς ἄλληλα μὲ τοσαύτην φιλοκαλίαν καὶ ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν κανόνων τῆς ἀντιθέσεως τῶν χρωμάτων καὶ τῆς διανομῆς τοῦ φωτός, ὥστε κατέθελγον ἀντὶ νὰ θαμβώνωσι τὸν ὀφθαλμόν. Ὁ αὐτὸς πολύτιμος ἄνθρωπος μ' ἐβοήθησε νὰ ὑφαρπάσω διὰ πλειοδοσίας ἤ, ὡς λέγουν οἱ Συριανοί, νὰ 'ζευγατίσω', τὴν Μιλανέζαν μαγείρισσαν τοῦ ἐπισκόπου τῆς Ἄνω Σύρου, τῆς ὁποίας ἤσαν ὀνομαστὰ καθ' ὄλας τὰς Κυκλάδας τὰ ραβιόλια, ἡ γαριδόσουπα καὶ τὸ νηστίσιμον καπόνι. Ἡ λύπη καὶ ἡ ἀγανάκτησις τοῦ ἀρχιφλάρου ὑπῆρξε τοσαύτη, ὥστε ἐθεώρησε πρέπον νὰ μὲ καταγγείλη εἰς τὸν πρέσβυν του ἐπὶ 'προσηλυτισμῶ'.

Ὁ καλλωπισμὸς τῆς φωλεᾶς της περιώρισε κατὰ τι τὸ ἀδιάλειπτον ἐκτὸς αὐτῆς πτερύγισμα τῆς Χριστίνας. Τὴν οἰκοκυρικὴν ταύτην διάθεσιν ἐπροσπάθουν νὰ ἐνθαρρύνω, προσφέρων εἰς αὐτὴν πᾶν ὅ,τι ἐνόμιζα ὅτι δύναται νὰ τὴν διασκεδάση: γάστρας καμελιῶν, συλλογὴν γραμματοσήμων, πιάνο χωρὶς οὐράν, στερεοσκόπιον, διδάσκαλον φωνητικῆς μουσικῆς καὶ γάτον τῆς Ἀγκύρας. Ταῦτα ἐδέχετο μὲ πολλὴν εὐγνωμοσύνην καὶ ἐφαίνετο ἐπὶ τινὰ καιρὸν ἐνθουσιασμένη. Ἡμέραν ὅμως τινά, ἀφοῦ ἠρώτησε τὴν τιμὴν τῶν ἀργυρῶν σκευῶν διὰ τὸ τζάι, τὰ ὁποία τῆς εἶχα προσφέρει διὰ τὴν ἑορτήν της, ἀνέκραξε μετὰ τινὸς μελαγχολίας:

― Κρίμα τὰ τόσα χρήματα. Μὲ αὐτᾶς τάς ἑξακοσίας δραχμάς θὰ ἔκαμνα ἕνα φόρεμα ἀπὸ βελοῦδον.
― Κάμε, ἀπεκρίθην, καὶ τὸ φόρεμα.

Ἐπήδησεν ἀπὸ τὴν χαράν της, μὲ ἠσπάσθη καὶ εἰς τὰς δύο παρειάς καὶ ἔτρεξε νὰ τὸ παραγγείλη. Ἡ μανία της διὰ τὰ στολίδια ἐφαίνετο ἀνεπίδεκτος θεραπείας, ἀλλ' εὐτυχῶς δὲν μ' ἔλειπαν τὰ μέσα νὰ τὴν εὐχαριστήσω. Δίκαιον ὅμως ἐνόμισα νὰ μεταχειρισθῶ αὐτὴν πρὸς αὔξησιν τῶν ἰδικῶν μου ἀπολαύσεων. Πρὸς τοῦτο τὴν ἐνέγραψα συνδρομήτριαν εἰς τὴν 'Chrοnique Elegante' καὶ τὴν 'Vie Ραrisienne', ἐκ τῶν ὁποίων δὲν ἐβράδυνε νὰ διδαχθῆ, ὅτι ἡ ἀληθὴς πολυτέλεια τῆς καθημερινῆς ἐνδυμασίας δὲν συνίσταται εἰς τὸ νὰ σκεπάζη, ὡς αἱ συριαναὶ ἀρχόντισσαι, μὲ ἀτλάζι καὶ μουαρὲν βαμβακεράς καμιζόλας καὶ τσίτινα μεσοφόρια, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον εἰς τὸ νὰ κρύπτη ὑπὸ ἁπλούστερον ὕφασμα ἑκατοντάφραγκα ὑποκάμισα, μεταξίνους περικνημίδας, κεντήματα καὶ δαντέλλας. Οὕτω στολισμένη, ἐντός του χρυσοποικίλτου αὐτῆς κοιτῶνος, τοῦ ὁποίου πᾶν κόσμημα καὶ πάσα ὑφάσματος πτυχὴ εἶχε διατεθῆ ὑπὸ ἐμπείρου τεχνίτου συμφώνως πρὸς τὸν προορισμόν της, ἐνῷ ἐκάπνιζεν ἡ ἀλόη ἐντὸς χρυσοῦ θυμιατηρίου καὶ ἔχυνε τὸ σαπφείριον αὐτῆς φῶς ἡ κυανὴ κανδήλα, ὡμοίαζεν ἡ Χριστίνα εἴδωλον ἐντὸς ναοῦ. Οὐδὲ περιωρίσθην ἐπὶ πολὺ εἰς μόνον τὸν γαλάζιον φωτισμόν, ἀλλ' ὡς ὁ Δαρβῖνος ἐπὶ τῆς βλαστήσεως τῶν φυτῶν, οὕτως ἠθέλησα καὶ ἐγὼ νὰ δοκιμάσω τὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς φαντασίας καὶ τῶν αἰσθήσεων παντὸς χρωματισμοῦ τοῦ φωτός. Γλυκὺ ἦτο τὸ ρόδινον καὶ ποιητικώτατον τὸ θαλασσοπράσινον, ἀλλ' ἀσυγκρίτως διεγερτικώτερον αὐτῶν τὸ λάμπον διὰ τοῦ ξανθοχρύσου ὑαλίου ἀρχαίας ἐκκλησιαστικῆς κανδήλας.

Κατάλληλος πρὸ τῆς εἰσόδου εἰς τὸ τέμενος τοῦτο μυσταγωγία ἦσαν βεβαίως τὰ ἀρχιερατικὰ δεῖπνα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέθετεν ἡ Μιλανέζα. Πρὸς ἐκτίμησιν τῆς εὐλαβοῦς αὐτῆς προσηλώσεως εἰς τοὺς κανόνας καὶ τὰς παραδόσεις τῆς ὀρθοδόξου μαγειρικῆς ἀρκεῖ νὰ εἴπω, ὅτι τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς βράσιμον τῶν αὐγῶν καιρὸν ὤριζεν ἀκριβέστατα διὰ τῆς ἀπαγγελίας δύο Ανe Μaria, καὶ πρώτη ἐδίδαξε τὸν εὐνοούμενον αὐτῆς ψαρᾶν νὰ σκοτώνη ἅμα ἐξήγοντο τοῦ δικτύου μὲ βελόνην τὰ μπαρμπούνια, πρὶν ἢ πικράνωσι τὴν σάρκαν των οἱ σπασμοὶ μακρᾶς ἀγωνίας. Τὰς συναγρίδας ἔβραζε μὲ παντὸς εἴδους ἀρωματικὰ βότανα ἐντὸς ζωμοῦ ἀώρων πορτοκαλίων, καὶ τοὺς γάλους, ἤ, ὡς τοὺς λέγουν οἱ Συριανοί, 'κούρκους', ἔτρεφε μὲ μοσχοκάρυδα τρεῖς ἡμέρας πρὶν τοὺς σφάξη. Τὸ ἀριστούργημα ὅμως αὐτῆς ἦτο τὸ ἐφευρεθὲν ὑπὸ τοῦ Πάπα Κλήμεντος Γαγκανέλλη capon magro ἢ νηστίσιμον καπόνι, ὀψάριον δηλ. καρυκευμένον μὲ χάβαρα, μύδια, γαρίδας καὶ παντοία ἄλλα θαλασσινά. Ἂν καὶ Συριανός, οὔτε λαίμαργος εἶμαι, οὔτε φαγᾶς, τὰ δὲ καλὰ γεύματα ἐξετίμον πρὸ πάντων διὰ τὴν ἔπειτα ἐπερχομένην ἱλαρὰν ἐκείνην τῆς ψυχῆς διάθεσιν, ἤτις μᾶς κάμνει νὰ λησμονῶμεν τὰ βάσανά μας καὶ νὰ βλέπωμεν ὡς διὰ μεγεθυντικοῦ φακοῦ πάσας τοῦ βίου τὰς ἀπολαύσεις. Τοιαύτην τινὰ εὐδιαθεσίαν φαίνονται ἐπιδιώκοντες οἱ ροφηταὶ ὀπίου καὶ χασίς. Ταῦτα ἔχουσι τὸ πλεονέκτημα νὰ ἦναι πρόχειρα καὶ εὐθηνά, πολὺ ὅμως ἀπέχει ἡ ἐξ αὐτῶν νοσηρὰ διέγερσις ἀπὸ τὴν μακαριότητα ἐκείνην, τὴν ὁποία γεννᾶ ἡ περὶ πολυτελῆ τράπεζαν σύγχρονος ἱκανοποίησις ὅλων ἠμῶν τῶν αἰσθήσεων, τὸ θάλπος τῆς ἑστίας, ἡ ἐπὶ τῶν ἀργυρῶν καὶ κρυσταλλίνων σκευῶν ἀντανάκλασις τοῦ φωτός, αἱ ἀναθυμιάσεις τῆς ἀνθοδόχης, τὸ θαλάσσιον ἄρωμα τῶν ὀστρειδίων, δύο ἢ τρία ποτήρια γέροντος οἴνου καὶ ἡ παρουσία νέας γυναικός, τῆς ὁποίας ἀνάπτει βαθμηδὸν ἡ ὄψις καὶ σπινθηρίζει τὸ βλέμμα.

Ὁ χειμὼν ἐπανέφερε τοὺς χοροὺς μὲ ὅλας αὐτῶν τὰς ἐνοχλήσεις καὶ ἀνησυχίας. Ταύτας ὅμως ἐμετρίαζε πολὺ ἡ καθ' ἡμέραν αὐξάνουσα πεποίθησίς μου οὐχὶ εἰς τὴν ἀγάπην ἢ τὴν ἀρετήν, ἀλλ' εἰς τὴν φιλαρέσκειαν καὶ τὸν ἐγωισμὸν τῆς γυναικός μου, τὸν ἱκανὸν νὰ τὴν ἀποτρέψη ἀπὸ πάσαν ἐπικίνδυνον τρέλλαν. Ἡ Χριστίνα δὲν ἀνῆκε βεβαίως εἰς τὸ γένος τῶν τρυγόνων καὶ τῶν περιστερῶν, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον, τῶν παγωνίων. Οἱ πόθοι της ἐφαίνοντο περιοριζόμενοι εἰς τὸ νὰ θαμβώνη τὰς Συριανάς διὰ τῆς πολυτελείας τῶν ἐσθήτων της, καὶ νὰ ράπτη εἰς τὴν ἄκραν αὐτῶν πολυπληθὲς ἐπιτελεῖον θαυμαστῶν. Ἐκ τούτων οἱ μὲν ἐπίσημοι ξένοι ἦσαν εὐτυχῶς διαβατικὰ καὶ κάπως μαδημένα ὑπὸ τῆς ἡλικίας πτηνά, τῆς δὲ αὐτόχθονος νεολαίας αἱ αἰσθηματικαὶ φράσεις εἶχαν μεγάλην ὁμοιότητα μὲ τὰ ἐρωτικὰ δίστιχα, εἰς τὰ ὁποῖα τυλίγουν οἱ ζαχαροπλάσται τὰς καραμέλας. Ἔπειτα, ὅση καὶ ἂν ἦτο ἡ μετριοφροσύνη μου, δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ ἔχω πεποίθησιν τινὰ εἰς τὰ ἰδικά μου ἔκτακτα συζυγικὰ προσόντα, τὴν συγκατάβασιν, τὴν ὑποκρισίαν, τὴν ὑπομονήν μου, τὴν ἀποχὴν ἀπὸ πάσαν ἀπαίτησιν καὶ τὴν πρόθυμον πληρωμὴν παντὸς λογαριασμοῦ.

Ἀληθές εἶναι, ὅτι ὑπέφερα πολὺ ὅταν τὴν ἔβλεπα νὰ τρίβη τοὺς γυμνοὺς ὤμους της εἰς τὰς χρυσᾶς ἐπωμίδας ναυτικοῦ, ἢ ν' ἀποσύρεται εἰς μίαν γωνίαν καὶ ἐπὶ πολλὴν ὥραν νὰ κρυφομιλῆ ὄπισθέν τοῦ ριπιδίου της, καὶ ἀκόμη περισσότερον ὅταν εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μας μοῦ ἔλεγε 'Καλήν νύκτα'. Ἂλλ' ἡ πεῖρα μὲ εἶχε διδάξει νὰ ἐξετάζω τὰ πράγματα καὶ ὑπὸ τὰς δύο ἐπόψεις. Ἡ δὲ ἄλλη ἔποψις ἦτο ὅτι, ἂν ἐφέρετο καλύτερα μαζί μου, θὰ τὴν ἠγάπων βεβαίως πολὺ ὀλιγώτερον, ἀφοῦ διὰ μόνης τῆς δυσπιστίας, τῆς ζηλείας καὶ τῆς ἀνησυχίας δύναται ὁ πόθος νὰ διατηρηθῆ ἀκμαῖος. Ἡ πρώην πεζὴ γνώμη μου, ἡ περιορίζουσα τὴν εὐτυχίαν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοιούτων βασάνων εἶχε μεταβληθῆ ἐξ ὁλοκλήρου ἅμα ἔφθασα νὰ ἐννοήσω πόσον συντελοῦσι ταῦτα πρὸς κορύφωσιν τῆς ἡδυπαθείας. Ἄδικον λοιπὸν καὶ κάπως ἀχάριστον θὰ ἦτο νὰ παραπονεθῶ κατὰ τῆς γυναικός μου, διότι ἐπραττεν ἀκριβῶς ὅσα ἔπρεπε νὰ πράττη διὰ νὰ καταστήση γλυκύτερα τὰ φιλήματά της. Ἂν εἶχα καθ' ἡμέραν σύζυγον δὲν θὰ εἶχα ἐκ διαλειμμάτων ἐκτάκτου ποιότητος ἐρωμένην.

Ταῦτα ἐσκεπτόμην χλιαρὰν τινὰ ἑσπέραν τῆς Τεσσαρακοστῆς, καπνίζων μετὰ τὸ γεῦμα ἐπὶ τοῦ ἐξώστου, καὶ δίδων ἄδικον εἰς τοὺς μεμψιμοίρους ἐκείνους, τοὺς κηρύττοντας τὸν κόσμον κακοκαμωμένον διὰ τὸν λόγον ὅτι τὰ ρόδα ἔχουσιν ἀκάνθας. Ἀντὶ νὰ δυσανασχετῶ διὰ ταύτας, ἐνόμιζα ὅτι θὰ ἦτο μαύρη ἀχαριστία νὰ μὴ δοξάσω τὸν Θεόν, ἀναλογιζόμενος ὅτι δὲν ἤμην ἀκόμη τριάντα ἐτῶν, ὅτι εἶχα τριάντα χιλιάδας δραχμάς εἰσόδημα, τριάντα εἰς τὸ στόμα μου στερεοὺς ὀδόντας, στόμαχον στρουθοκαμήλου, γυναίκα ἱκανὴν νὰ ἐνσαρκώση τὰ ὄνειρα Συβαρίτου καὶ μαγείρισσαν τὴν ὁποίαν θὰ μ' ἐζήλευεν ὁ Ταλλεϋράνδος. Τὸν βίον μου ἔβλεπα νὰ ἐκτείνεται ἔμπροσθέν μου ὡς μακρὰν παράταξιν ἀπὸ καλὰ δεῖπνα, διαφανῆ σύννεφα δαντέλλας, λαμποκοπήματα μαύρων ὀφθαλμῶν καὶ παντὸς χρώματος κανδήλας.

2 σχόλια:

  1. Ὁ συγγραφεύς δέν εἷπε καί τό μνημειῶδες:

    " ΟΥΔΕΝ ΑΠΑΤΗΛΟΤΕΡΟΝ ΑΠΟ ΤΑ ΕΠΙΤΑΦΙΑ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ" ;


    Χεχεχεχε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το χιούμορ, η ειρωνία και η πνευματώδης γραφή είναι τα χαρακτηριστικά του ύφους του Ροΐδη που προσελκύουν τον αναγνώστη. Ο ίδιος είχε παρομοιάσει το ύφος του με «κολοκυνθοπληγία», (χτύπημα στο κεφάλι του αναγνώστη με μια ξερή κολοκύθα).

    ΑπάντησηΔιαγραφή