Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Εἰκοσιτέσσερις ὧρες γιά τήν Ἀκρόπολη ( Χρῆστος Βακαλόπουλος)

Ὅλη τὴ νύχτα δὲν κοιμήθηκε, καὶ πέντε λεπτὰ πρὶν φτάσει τὸ λεωφορεῖο ἀπὸ τὴν Ξάνθη στὸ σταθμὸ Λαρίσης, ὁ ἐργάτης Λάζαρος Γεωργιάδης βυθίστηκε στὸ ἴδιο κακὸ ὄνειρο πού τάραζε τὸν ὕπνο του, κάθε βράδυ, τὶς τελευταῖες δεκαπέντε μέρες: ἡ Ἀκρόπολη σωριαζόταν ξαφνικὰ κι ἄφηνε τὴν τελευταία της πνοὴ σ’ ἕνα σύννεφο σκόνης. Μιὰ ὁμάδα τουριστῶν παρακολουθοῦσε αὐτὸ τὸ θέαμα ἀμήχανη κι ὕστερα σκόρπιζε μὲ ἀλαλαγμούς. Ὁ Λάζαρος ξύπναγε βήχοντας, λὲς καὶ ἡ ἱερὴ σκόνη τοῦ κατέστρεφε τὰ πνευμόνια. Τιναζόταν μὲ ἀγωνία, καὶ στὸν θολωμένο νοῦ του τριγύρναγε ἡ φράση «κατέβα γιὰ εἰκοσιτέσσερις ὧρες νὰ καθαρίσεις».
 

Τὴν πρώτη φορὰ πού εἶδε τὸ ὄνειρο, ὁ Λάζαρος γέλασε καὶ ξεκίνησε τὴ μέρα του πίνοντας ἕνα ποτήρι κόκκινο κρασί. Κάθε φορά πού ἔβλεπε τὸ ὄνειρο, ἡ διάθεση του κατρακυλοῦσε τὸν κατήφορο καὶ προσέθετε ποτήρια γιὰ νὰ συγκρατήσει τὸ βάρος της. Στὶς δεκαπέντε ἡμέρες ἤπιε ἕνα μπουκάλι καὶ τὸ βράδυ τὸν βρῆκε μέσα στὸ λεωφορεῖο γιὰ τὴν Ἀθήνα μισομεθυσμένο. Κρατήθηκε ξύπνιος μὲ μεγάλη προσπάθεια κι ὅταν χάραξε ἔκλεισε γιὰ μιὰ στιγμὴ τὰ μάτια μὲ ἀνακούφιση. Ὁ ἐφιάλτης ἐμφανίσθηκε καὶ πάλι, μόνο πού αὐτή τὴ φορά, ὅταν τὸν ξύπνησε ὁ ὁδηγὸς κι ἐκεῖνος πετάχτηκε πάνω μὲ ἀγωνία, ἡ φράση πού τὸν ταλαιπωροῦσε ἐδῶ καὶ δυὸ βδομάδες δὲν ἀκούστηκε. Ὁ Λάζαρος κοίταξε τὸ ρολόι του. Ἦταν ἔξι καὶ τέταρτο κι εἶχε στὴ διάθεση του εἰκοσιτέσσερις ὧρες γιὰ νὰ καθαρίσει χωρὶς νὰ ξέρει τί ἔπρεπε νὰ κάνει. Κατέβηκε ἀπὸ τὸ λεωφορεῖο καὶ ρώτησε τὸν πρῶτο ἄνθρωπο πού βρέθηκε μπροστά του πρὸς τὰ ποῦ πέφτει ἡ Ὁμόνοια. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ ἐξήγησε κι ὁ Λάζαρος τὸν ἄκουσε προσεκτικά. Περπάτησε λίγο ἀνήσυχος πρὸς τὴν κατεύθυνση πού τοῦ εἶχαν ὑποδείξει καὶ σταμάτησε σὲ μιὰ διασταύρωση. Στὰ φανάρια δυὸ γυφτάκια καθάριζαν τὰ τζάμια τῶν αὐτοκινήτων.


— Εἶναι θέμα τακτικῆς, εἶπε ὁ μουσάτος μὲ τὰ στρογγυλὰ γυαλιά, σοῦ ἀφήνουν λίγες ἐλευθερίες καὶ μετὰ στὶς παίρνουν πίσω χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνεις.
— Εἶσαι πολὺ μικρὸς ἀκόμα, ἰσχυρίσθηκε ὁ ἡλικιωμένος μὲ τὴν ἀθλητικὴ ἐφημερίδα, ἄσε νὰ φᾶς τὰ ψωμάκια σου καὶ μετὰ σὲ βλέπουμε.
 

Ὁ Λάζαρος πλησίασε πρὸς τὸ πηγαδάκι. Εἶχε δεῖ τὴν Ἀκρόπολη ἀπὸ τὴν Ἀθηνᾶς, ἦταν στὴ θέση της• μόνο πού κάτι εἶχε πάθει ἡ Ὁμόνοια. Ἐκεῖ πού ἦταν τὸ συντριβάνι εἶχε σκάσει ἡ γῆ, δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ἐξήγηση, ἀπὸ τὰ ἔγκατα εἶχε ξεπηδήσει ἕνας γυάλινος ὄγκος.
— Ἐλευθερία μὲ τὸ σταγονόμετρο! εἶπε περιφρονητικὰ ὁ μουσάτος.
— Ἔγιναν τίποτα καταστροφὲς ἐδῶ; ρώτησε ὁ Λάζαρος τὸν διπλανό του.
Ἦταν ἕνας ξερακιανὸς μὲ πολύχρωμο πουκάμισο πού τουρτούριζε. Κάθε φορά πού ἄνοιγε τὸ στόμα του ὁ μουσάτος, κούναγε πάνω κάτω τὸ κεφάλι του, κόντευε νὰ σκάσει ἐπειδὴ συμφωνοῦσε μαζί του κι ὁ μουσάτος τὸν προλάβαινε κι ἔλεγε ἐκεῖνος τὸ σωστό. Ἡ ἐρώτηση τοῦ Λάζαρου οὔτε πού ἔφτασε στ' αὐτιά του.
— Δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτη ἐλευθερία, εἶπε ὁ ἡλικιωμένος. Ἡ ἀθλητικὴ ἐφημερίδα τοῦ ἔπεσε ἀπὸ τὰ χέρια καὶ καθὼς ἔσκυψε νὰ τὴν μαζέψει ὁ Λάζαρος πρόλαβε κι ἐπανέλαβε δυνατὰ τὴν ἐρώτησή του.
— Ἔγιναν τίποτα καταστροφὲς ἐδῶ;
Τὸν κοίταξαν ὅλοι μὲ μεγάλη ἀπορία. Ὁ ξερακιανὸς θυμήθηκε ὅτι κρύωνε κι ἄρχισε νὰ χοροπηδάει ἐλαφρά, ἰσορροπώντας πότε στὸ ἕνα πόδι καὶ πότε στὸ ἄλλο.
— Τί ἐννοεῖς; ρώτησε ὁ μουσάτος.
Ὁ Λάζαρος ἔδειξε τὸν γυάλινο ὄγκο στὴ μέση τῆς πλατείας.
— Τοῦτο δῶ βγῆκε μέσα ἀπ’ τὴ γῆ; ρώτησε.
— Εἶναι ἄγαλμα, εἰκαστικὴ παρέμβαση, εἶπε ὁ ξερακιανὸς χοροπηδώντας.
— Ἔχω δεῖ ἄγαλμα, δὲν εἶναι ἔτσι, εἶπε ὁ Λάζαρος.
— Μὴν τὸν μπερδεύετε, εἶπε ὁ μουσάτος, εἶναι μεταμοντέρνο ἄγαλμα καὶ τὸ ἔβαλε ὁ δῆμος πού δὲν ρωτάει κανένα ποῦ νὰ βάλει αὐτὰ πού βάζει.
— Θὰ μείνει γιὰ πάντα ἔκεϊ; ρώτησε ὁ Λάζαρος. Κανεὶς δὲν τὸν ἄκουσε, ἡ συζήτηση ἄναψε καὶ πάλι καθὼς ὁ ἡλικιωμένος βρέθηκε ξανὰ σὲ θέση μάχης. Ὁ Λάζαρος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ πηγαδάκι.


Στὶς δέκα ἡ Ἀκρόπολη ἦταν ἀκόμα στὴ θέση της κι ὁ Λάζαρος ἀνηφόρισε τὴ Σταδίου. Εἶχε σκεφτεῖ νὰ ἐπισκεφτεῖ τὸν ἱερὸ βράχο ἀλλά ντρεπόταν, ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ πᾶς μὲ ξεναγό, χρειαζόντουσαν ἐξηγήσεις, δὲν μποροῦσες νὰ στέκεσαι καὶ νὰ κοιτᾶς σὰν χαζός. Ἀνέβαιναν ξένοι, σοβαροὶ ἄνθρωποι, ὀργανωμένοι σὲ ὁμάδες. Οἱ πιὸ πολλοί, λέει, ἤξεραν ἤδη αὐτὰ πού τοὺς ἔλεγε ὁ ξεναγός. Τί νὰ πᾶς νὰ κάνεις ἐκεῖ πάνω;
«Μόνο μὴν πέσει», σκέφτηκε ὁ Λάζαρος.
Καθὼς ἔφτανε στὴν Κοραῆ στάθηκε γιὰ λίγο, ἔκπληκτος. Θυμόταν ὅτι σ’ αὐτὸ τὸ δρόμο εἶχε λεωφορεῖα καὶ τώρα ἔβλεπε καμμένα δέντρα, στοιβαγμένα πάνω σ ἕνα τεράστιο πεζοδρόμιο. Δὲν ὑπῆρχε καθόλου δρόμος. Ὁ Λάζαρος πλησίασε τὸ πιὸ κοντινὸ περίπτερο, ἔφερε μιὰ βόλτα γύρω του κι ὕστερα ρώτησε τὸν περιπτερὰ ἂν ἐκεῖ εἶχε παλιὰ λεωφορεῖα.
— Τῷ καιρῶ ἐκείνῳ, εἶπε ὁ περιπτεράς.
— Γίνονται τίποτα καταστροφές, μαζεύετε τὰ καμμένα ἐδῶ; ρώτησε ὁ Λάζαρος.
— Ὄχι, αὐτὰ τὰ ἔβαλε ὁ δῆμος, εἶπε ὁ περιπτεράς.
— Εἶναι ἀγάλματα; ρώτησε ὁ Λάζαρος.
— Μόλις πού τὰ πρόλαβες, ἀπάντησε ἀτάραχος ὁ περιπτεράς, αὔριο τὰ βγάζουν καὶ θὰ βάλουν κάτι σίδερα.
— Σιδερὰς εἶμαι, ἀπὸ Ξάνθη, εἶπε ὁ Λάζαρος. Θὰ φέρουν παλιὰ σίδερα;
Μιὰ χοντρὴ κυρία μὲ βαμμένο ξανθὸ μαλλὶ τὸν ἐκτόπισε ζητώντας ξένα τσιγάρα. Ὁ Λάζαρος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ περίπτερο καὶ χωρὶς νὰ κοιτάζει τὰ καμμένα προχώρησε πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἔξω ἀπὸ τὸν κινηματογράφο Ἄστορ σταμάτησε ξαφνικὰ γιατί τοῦ φάνηκε ὅτι εἶδε τὸν ξερακιανό τῆς Ὁμόνοιας. Εἶχε τώρα ἕνα σακάκι πού τοῦ ἐρχόταν στενὸ πάνω ἀπὸ τὸ πολύχρωμο πουκάμισο ἀλλά χοροπηδοῦσε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Ὁ Λάζαρος τὸν ἀκολούθησε.


Ὁ ξερακιανὸς διέσχισε χοροπηδηχτὸς τὴν πλατεία Συντάγματος, ἔστριψε ἀπὸ τὴ Μητροπόλεως, πῆρε τὴ Νίκης καὶ μπῆκε σ’ ἕνα ΠΡΟ-ΠΟ στὴν Ἀπόλλωνος. Ὁ Λάζαρος δίστασε λίγο κι ὕστερα μπῆκε κι αὐτός. Πῆρε ἕνα δελτίο καὶ κάθησε σ’ ἕνα τραπεζάκι. Ὁ πράκτορας ἄλλαζε σταθμοὺς σ’ ἕνα κόκκινο στερεοφωνικὸ ραδιοκασετόφωνο, πίσω ἀπ’ τὸν πάγκο. Τὸ ἠχητικὸ χάος ζάλισε τὸν Λάζαρο πού ἄρχισε νὰ συμπληρώνει μηχανικὰ τὸ δελτίο. Ὁ ξερακιανὸς ἦρθε καὶ κάθησε δίπλα του.
— Ἤσουνα Ὁμόνοια νωρὶς τὸ πρωί; ρώτησε.
— Ναί, ἀπάντησε ὁ Λάζαρος.
— Ἡ Καβάλα εἶναι διπλὸ στὴν Ξάνθη, εἶπε ὁ ξερακιανός.
— Ἀποκλείεται, εἶπε ὁ Λάζαρος, ἀπὸ Ξάνθη ἔρχομαι. Ὁ ξερακιανὸς τινάχτηκε πάνω σὰ νὰ τὸν χτύπησε ἠλεκτρικὸ ρεΰμα. Στάθηκε γιὰ ἕνα δευτερόλεπτο στὸ δεξί του πόδι κι ὕστερα πλησίασε μὲ κουτσὸ τὸν πράκτορα, ἔσκυψε και τοῦ εἶπε κάτι στὸ αὐτί. Ὁ πράκτορας ἔκλεισε τὸ ραδιόφωνο.
— Ἔχει βγεῖ μιὰ βρώμα ὅτι ἡ Καβάλα ἔχει τὸν ἀγώνα στὸ τσεπάκι, εἶπε ὁ πράκτορας. Ξέρετε ἐσεῖς τίποτα;
— Ξέρω ὅτι ἡ Ξάνθη πετάει, εἶπε ὁ Λάζαρος.
— Μοῦ λὲς κάτι πολὺ σπουδαῖο, εἶπε ὁ πράκτορας. Νὰ παραγγείλω οὖζα;
— Καὶ δὲν παραγγέλνεις; ἔκανε ὁ Λάζαρος.
Ὁ ξερακιανὸς ἔφερε μιὰ βόλτα γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του κι ὕστερα βγῆκε στὸ δρόμο κάνοντας ὅτι παραπατάει. Βλέποντας τον νὰ μπαίνει ἔτσι σ’ ἕνα καφενεῖο ἀπέναντι, ὁ Λάζαρος σκέφτηκε ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἰσορροποῦσε χωρὶς ποτὲ νὰ στέκεται ὄρθιος.


— Θὰ πάρω ἕνα μηχάνημα πού καταστρέφει τὰ ἀρνητικὰ ἰόντα στὴν ἀτμόσφαιρα, εἶπε ὁ πράκτορας.
— Ἕνα τί; εἶπε ὁ Λάζαρος.
Δὲν καταλάβαινε καὶ πολλὰ πράγματα, ἦταν ζαλισμένος ἀπὸ τὰ οὖζα. Ὁ ξερακιανὸς εἶχε ἐπιστρέψει μὲ διάφορους ποὺ παρέλαυναν μπροστά του καὶ τὸν ρωτοῦσαν ὅλοι τὸ ἴδιο πράγμα, σὲ ποιὰ κατάσταση βρισκόταν ἡ ποδοσφαιρικὴ ὁμάδα τῆς Ξάνθης. Τοὺς ἀπασχολοῦσε φοβερὰ αὐτὸς ὁ ἀγώνας καὶ τὸν πίεζαν νὰ δηλώσει ὅτι τὸ διπλὸ ἀποκλείεται. Μίλαγαν ἀπίστευτα γρήγορα καὶ ὁ ἕνας ἔκοβε τὸν ἄλλον, τὰ πρόσωπα τους ἔλαμπαν. Ξαφνικά, ὁ Λάζαρος θυμήθηκε τὴν Ἀκρόπολη.
— Εἶναι ἀκόμα ἐκεῖ, τί λές; ρώτησε τὸν πράκτορα.
— Ποιά;
Ὁ Λάζαρος δὲν ἀπάντησε, σηκώθηκε καὶ βγῆκε στὴν Ἀπόλλωνος. Τὸ κεφάλι του γύριζε. Ἔξω ἀπὸ ἕνα ψιλικατζίδικο ὁ ξερακιανὸς παρίστανε τὸ ἀεροπλάνο κι αὐτὸ τὸν ζάλισε ἀκόμα περισσότερο. Ἔστριψε ἀπὸ τὴ Βουλῆς καὶ βγῆκε στὴ Μητροπόλεως. Φωνὲς καὶ σειρῆνες ἀκούγονταν κάπου κοντά. Ὁ Λάζαρος ἀκολούθησε τὸν ἠχητικὸ διάδρομο κι ἀφοῦ χάθηκε μέσα στὰ στενά, πρὸς τὸ Μοναστηράκι, ἀνακάλυψε τὴν πηγή του, μιὰ φωτιὰ πού ὁρμοῦσε ἀπειλητικὴ μέσα σ’ ἕνα ἐμπορικὸ κατάστημα.
— Τὸ μωρό! οὔρλιαξε μιὰ γυναίκα.
Χωρὶς νὰ καταλάβει πῶς, ὁ Λάζαρος βρέθηκε μέσα στὸ κατάστημα παλεύοντας μὲ τὶς φλόγες. Λίγο ἀργότερα ἔβγαινε πάλι στὸ δρόμο μ’ ἕνα μωρὸ στὴν ἀγκαλιά. Ἡ γυναίκα ἔτρεξε καὶ τὸ ἅρπαξε κι ὕστερα ἐξαφανίσθηκε. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν μέσα σὲ δύο λεπτὰ κι ὅλοι αὐτοὶ πού φώναζαν ἔξω ἀπὸ τὸ μαγαζὶ δὲν φάνηκαν νὰ δίνουν καμιὰ σημασία στὸ ἐπεισόδιο.
Ὁ Λάζαρος ἀπομακρύνθηκε καὶ σὲ λίγο βρέθηκε πάλι στὴ Μητροπόλεως. Ἔστριψε δεξιὰ στὴ Βουλῆς καὶ βγῆκε στὴν Ἀπόλλωνος. Ἔξω ἀπὸ τὸ ΠΡΟ-ΠΟ ὁ ξερακιανὸς στράγγιζε ἕνα μικρὸ μπουκάλι οὖζο.
— Θὰ σοῦ πῶ ἕνα πράγμα, εἶπε μὲ τρεμουλιαστὴ φωνὴ ὁ ξερακιανός, ἄκου νὰ δεῖς περίπτωση...
Ὁ Λάζαρος κοίταξε τὸ ρολόι του. Αἰσθανόταν πολὺ ἄσχημα, ἡ μισή μέρα εἶχε πάει στράφι. Ἔπρεπε κάτι νὰ κάνει, εἶχε ἔρθει γιὰ νὰ καθαρίσει καὶ τὸ μόνο πού κατάφερε ἦταν νὰ γίνει στουπί. Ἀπέναντί του, ὁ πράκτορας μέτραγε χαρτονομίσματα.
— Καλὴ εἴσπραξη λόγω πληροφοριῶν ἀπὸ Ξάνθη, μονολόγησε.
— Πετάει, πετάει ἡ Ξάνθη, φώναξε ὁ ξερακιανός. Θέλετε νὰ σᾶς πῶ κάτι;
Ἡ ἐρώτηση του ἔμεινε ξεκρέμαστη. Ὁ Λάζαρος σηκώθηκε κι ἀφοῦ μουρμούρισε ἕνα ἀχνὸ «γειά» βγῆκε ἀπὸ τὸ ΠΡΟ-ΠΟ, τὸ μετάνοιωσε καὶ ξαναμπῆκε μέσα. Ὁ πράκτορας συνέχισε νὰ μετράει χαρτονομίσματα. Ὅταν τελείωσε τὰ ἔβαλε στὸ χρηματοκιβώτιο κι ὕστερα κλείδωσε.
— Πρέπει νὰ τὴν κάνω, εἶπε.
— Κάτσε λίγο, ἔκανε ὁ ξερακιανός.
— Αὔριο πάλι, ἔλα τὸ μεσημέρι νὰ βγάλουμε βρῶμα γιὰ τὴ Λιβαδειά, εἶπε ὁ πράκτορας.
— Μέχρι αὔριο μπορεῖ νὰ γίνουν πολλά, δήλωσε ὁ Λάζαρος.
Ὁ πράκτορας τὸν κοίταξε μὲ σκοτεινὸ βλέμμα, συνοφρυωμένος. Ὕστερα ἄνοιξε πάλι τὸ χρηματοκιβώτιο, πῆρε ἀπὸ μέσα εἴκοσι χιλιάρικα καὶ τὰ ἔδωσε στὸν Λάζαρο.
— Αὐτὰ γιὰ νὰ μὴν ἀλλάξεις τὴν Ξάνθη, εἶπε.
Ὁ Λάζαρος ἄφησε τὰ χαρτονομίσματα νὰ πέσουν κάτω καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ ΠΡΟ-ΠΟ.


Στὶς τρεῖς τὸ πρωὶ ὁ μουσάτος μὲ τὰ γυαλιὰ βρισκόταν πάντα στὴ θέση του, ἀγόρευε σ’ ἕνα πηγαδάκι καὶ φαινόταν νὰ ἔχει δώσει τὰ ρέστα του. Ὅλοι τὸν ἄκουγαν μὲ μεγάλη προσοχή. Ὁ Λάζαρος πλησίασε καὶ στάθηκε δίπλα του.
— Τὸ μόνο λοιπὸν πού μᾶς μένει εἶναι νὰ τοὺς γράψουμε ὅλους, εἶπε ὁ μουσάτος, νὰ πάρουμε τὰ πράγματα στὰ χέρια μας. Πρέπει ὅμως πρῶτα...
— Δὲν ἔχει κανένα πρέπει, οὔρλιαξε κάποιος μέσα ἀπὸ τὸ πηγαδάκι.
Ἡ συζήτηση κόπηκε στὴ μέση γιατί ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἔκανε τὴν ἐμφάνιση του ἕνας κοντὸς πού κούνησε κάτω ἀπὸ τὴ μύτη τῆς ὁμήγυρης καμιὰ δεκαριὰ εἰσιτήρια κάποιου ἀγώνα τοῦ Κυπέλλου. Μέσα σὲ μισὸ λεπτὸ βρέθηκε περικυκλωμένος. Ὁ μουσάτος ἔμεινε χωρὶς κοινό.
— Κι ἂν γίνει κάποια καταστροφή; ρώτησε ὁ Λάζαρος.
— Δὲν συζητάω μὲ Ἰεχωβάδες, εἶπε ἐνοχλημένος ὁ μουσάτος. Καὶ σὲ παρακαλῶ νὰ ἀνοίξεις δικό σου πηγάδι παρακάτω, ἀπὸ τὸ πρωὶ μὲ τριγυρνᾶς. Ἔτσι σᾶς εἴπανε τώρα, νά χώνεστε στὰ πηγάδια τῶν ἄλλων;
Γύρισε τὴν πλάτη στὸν Λάζαρο κι ὕστερα χώθηκε στὸν κύκλο μὲ τὰ εἰσιτήρια.
Ἡ Ἀκρόπολη ἦταν ἀκόμα στὴ θέση της.


Ἄφησαν πίσω τους τὴν Ἀθήνα κι ἀνοίχτηκαν μέσα στὴν ὁμίχλη. Ὁ Λάζαρος προσπάθησε νὰ κλείσει τὰ μάτια κι ἀμέσως τὰ ἄνοιξε, ἡ ὑπερένταση τοῦ κράταγε τὰ νεῦρα τεντωμένα, ἀλύγιστα, ὅλα γύρω του ἦταν ἐντελῶς θολά, ἀκόμα κι αὐτὴ ἡ φοιτήτρια δίπλα του ἔμοιαζε μὲ ἐφιαλτικὴ φιγούρα.
—Ἤσαστε ἐδῶ γιὰ δουλειές; ρώτησε ἡ ἐφιαλτικὴ φιγούρα.
—Ἦρθα γιὰ μιὰ δουλειὰ καὶ δὲν ἔγινε, εἶπε ὁ Λάζαρος. Ἔκανε πολὺ μεγάλη προσπάθεια γιὰ νὰ μιλήσει. Ἡ φιγούρα ἄναψε τσιγάρο, τράβηξε δύο ρουφηξιὲς καὶ τὸ ἔσβησε.
— Ὅλο σᾶς κατεβάζουν γιὰ δουλειὲς κι ὅλο γυρνᾶτε ἄπρακτοι, εἶπε.
— Κι ὅμως ἔγινε παρόλο πού δὲν ἔκανα τίποτα, εἶπε ὁ Λάζαρος.
Ἡ φιγούρα τὸν κοίταξε κατάπληκτη κι’ ὕστερα γύρισε ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἡ ὁμίχλη τοὺς ἔζωνε ἀπὸ παντοῦ, δὲν ἔβλεπες οὔτε τὴ μύτη σου. Κάθε τόσο ἐμφανιζόταν ἕνα αὐτοκίνητο, ἕνα σπίτι, ἕνα ἐρείπιο, ἕνα κομμάτι μισοκαλλιεργημένης ἔκτασης, ἄναβαν καὶ ἔσβηναν σὰν μαγικὲς εἰκόνες.
— Λές νὰ ἦταν αὐτὸ μὲ τὸ μωρό; μονολόγησε ὁ Λάζαρος.



( ἀπό τήν συλλογή διηγημάτων "Νέες Ἀθηναϊκές ἱστορίες" -ἐκδόσεις ΕΣΤΙΑ 1988 )

2 σχόλια:

  1. «...ἡ Ἀκρόπολη σωριαζόταν ξαφνικὰ κι ἄφηνε τὴν τελευταία της πνοὴ σ’ ἕνα σύννεφο σκόνης.»

    Ὁ Νάνος Βαλαωρίτης εἶπε σὲ πρόσφατη συνέντευξί του (ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς στὸ δωρεὰν ἔντυπο τῆς Ἐλευθεροτυπίας· δὲν τὴν βρίσκω στὸ Διαδίκτυο· βλ. σχετική, μᾶλλον ἄστοχη, ἀναφορά) ὅτι οἱ Νεοέλληνες μισοῦν τὸν Παρθενῶνα ἐπειδὴ τοὺς καταπιέζει· ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἕλληνας Ρενάν, νὰ προσεύχεται στὴν Ἀκρόπολι (ἐξαιροῦνται προφανῶς παλαιοὶ ρομαντικοὶ τύπου Γιαννόπουλου ἢ νεώτεροι ἀρχαιολάτρες τύπου Λιαντίνη)· ὅτι στὴν νεοελληνικὴ λογοτεχνία ὁ Παρθενώνας ὑπάρχει μόνον ὣς ἐνοχλητικὸ στοιχεῖο ἀμηχανίας, συμπλεγμάτος, ψυχολογικοῦ βάρους· ὁ Χρῆστος Χρυσόπουλος θέλει νὰ τὸν ἀνατινάξῃ: «Ὁ βομβιστὴς τοῦ Παρθενῶνα», ἐκδ. Καστανιώτης, 2010· βλ. ἐνδιαφέρουσα κριτική.

    Προφανῶς πρόκειται γιὰ τὸ ψυχολογικὸ φαινόμενο τῆς ἑαυτοφοβίας, τελικῶς μισαυτίας, λόγω συμπλέγματος κατωτερότητος. Ὅπως ἀκριβῶς εἶπε ὁ Σεφέρης: «Ξύπνησα μὲ τὸ μαρμάρινο τοῦτο κεφάλι στὰ χέρια ποὺ μοῦ ἐξαντλεῖ τοὺς ἀγκῶνες καὶ δὲν ξέρω ποὺ νὰ τ᾿ ἀκουμπήσω.» Καὶ ὁ Γιαννόπουλος: «Οἱ Φράγκοι δὲν πρέπει νὰ νομίζουν, ὅτι δὲν βαραίνει καὶ γονατίζει κι᾿ ἐμᾶς ὅλη αὐτὴ ἡ Ἀσήκωτη ΔΟΞΑ, καὶ δὲν μᾶς καίει τὸ κεφάλι τὸ Πύρινο Στέμμα ποὺ λέγεται: ΕΛΛΗΝ. [...] Καὶ ἐπειδὴ τὸ ΓΕΓΟΝΟΣ εἶνε αὐτό, ἔχετε βαρύτατα, ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ νὰ ἐκτελέσετε. Χωρὶς νὰ τὰ ἐκτελεῖτε δὲν ἔχετε κανένα δικαίωμα νὰ φέρετε τὸ ὄνομα ΕΛΛΗΝ.» Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος· τὸ μαρμάρινο κεφάλι δὲν μποροῦμε πουθενὰ νὰ τὸ ἀκουμπήσουμε: «Καὶ αὐτὸ τὸ τρομερὰ λάμπον καὶ τρομερὰ καῖον βαρύτατον στέμμα ποὺ θέλοντας καὶ μὴ θέλοντας ἐκάθησεν ἡ Τύχη τῶν ἀνθρωπείων στὸ κεφάλι τῶν Ἑλλήνων, εἶνε ἡ θεϊκὴ καὶ τρομερὰ Μοῖρα, ἕνεκα τῆς ὁποίας, ὦ κάθε Τωρινοὶ Μουντζούριδες, δὲν εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ κάνετε ὅ,τι θέλετε ἀλλ᾿ ἢ πρέπει νὰ περπατᾶτε ἡρωϊκὰ στὸν κόσμο πρὸς κάθε μέρα Νέα Ὕψη, ἄφθαστα ἀπὸ κάθε ἄλλους ἢ νὰ ξεπατωθεῖτε.»

    (Προφανῶς στὶς ἐν λόγῳ ἀναφορὲς ὁ Παρθενὼν εἶναι καὶ σύμβολο, κυρίως μάλιστα σύμβολο, τοῦ καταπιεστικοῦ, στείρου, δυτικοστραφοῦς μάλιστα, κλασσικισμοῦ-σχολαστικισμοῦ (ἐδῶ, πρῶτος ὁ Γιαννόπουλος θὰ προέτρεπε σὲ ἀνατίναξι)· ἀλλὰ αὐτὸ δὲν μειώνει τὴν εὐθύνη μας.)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα σας καί εὐχαριστῶ γιά τό σχόλιο...

    Κατὰ τὴν γνώμη μου ἔχει τὴν σημασία του, ὅτι τὸ κεντρικὸ πρόσωπο τοῦ διηγήματος ὁ Λάζαρος ὁ ἐργάτης, ποὺ ἀνησυχεῖ γιὰ τὴν τύχη τῆς Ἀκρόπολης, προέρχεται ἀπὸ τὴν Ξάνθη, τὴν μακρινὴ περιφέρεια καὶ ὄχι ἀπὸ ἕνα παρασιτικὸ ἢ ἐν συγχύσει κέντρο, δείγματα τοῦ ὁποίου μᾶς δίνει ὁ Βακαλόπουλος πολὺ παραστατικὰ μὲ τὴν κινηματογραφική του γραφή. Γιὰ ὅλες αὐτὲς τὶς φιγοῦρες τῆς πρωτεύουσας ἡ Ἀκρόπολη οὐσιαστικὰ δὲν ὑπάρχει. Ὅλα οἱ καταστάσεις πού περιγράφονται στο διήγημα, ὅλα τα πρόσωπα –πλήν τοῦ Λάζαρου – αὐτό δείχνουν. Τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ νὰ τὴν γκρεμίσεις εἶναι νὰ μὴν προσπαθεῖς νὰ καταλάβεις τὸν ρόλο αὐτῶν τῶν δημιουργημάτων στὴν ἐποχή τους. Τὸ δεύτερο νὰ δέχεσαι ἄκριτα ὅτι ὁ Παρθενώνας εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σύμβολα τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ ( ὅση σχέση ἔχει ὁ φάντης μὲ τὸ ρετσινόλαδο). Ἀκολουθεῖ ὁ ἐγκλεισμὸς μαρμάρων, ἀγαλμάτων καὶ λοιπῶν σὲ μουσεῖα, πού εἶναι τὸ ἑπόμενο στάδιο ἀποξένωσης.
    Ἔτσι το ξεθεμέλιωμα γίνεται ἀργά καί μεθοδικά, καί σχεδόν κανείς δεν παίρνει χαμπάρι.


    Ἂν μὲ κάποιο μεταφυσικὸ τρόπο γκρεμίζοντας τὴν Ἀκρόπολη ἐξαφανιζόταν τὸ χάλι τοῦ τσιμέντου ποὺ πνίγει τὴν Ἀθήνα, μαζὶ ὅμως καὶ ἡ νοοτροπία ποὺ τὸ ἐξέθρεψε, θὰ συμμετεῖχα ἀπὸ τοὺς πρώτους –μαζί μέ τόν Γιαννόπουλο - στὸ γκρέμισμά της.

    ΑπάντησηΔιαγραφή