Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Ὁ Νίτσε ὡς κριτικός τῆς κοινωνίας τοῦ χρήματος καί τοῦ κράτους

Τό παρακάτω ἄρθρο προέρχεται ἀπό τό ἱστολόγιο τοῦ Σπύρου Κουτρούλη(http://www.koutroulis-spyros.blogspot.com/)Μέ ἔντονα πλάγια γράμματα εἶναι τά ἀποσπάσματα ἀπό τό ἔργο τοῦ Νίτσε ἤ ἀπόψεις ἄλλων γιά τόν ἴδιο καί τό ἔργο του, γιά τά ὁποῖα ὑπάρχει ἐκτενής κατάλογος παραπομπῶν στό προαναφερθέν ἱστολόγιο.



Ὁ Νίτσε ὡς κριτικός τῆς κοινωνίας τοῦ χρήματος καὶ τοῦ κράτους

«Ὁ ἐκδικητικὸς τὸν λέει Νόμο,
κι ὁ τρελὸς Παιχνίδι,
Ἐπιτακτικὸ, τὸ Παιχνίδι τοῦ κόσμου,
Ἀναδύει τὸ ὂν καὶ τὴν ἐπίφαση»
Φ.ΝΙΤΣΕ

Ὁ τρόπος ποὺ ἀντιμετωπίζει ὁ Φ.Νίτσε τὴν ἀστικὴ κοινωνία, τὴν κοινωνία ποὺ θέτει ὡς ἀξιακὴ προτεραιότητα τὸ χρῆμα, καθορίζεται ἀπὸ τὴν ποιητικότητα τῆς γραφῆς του καὶ τὴν ἀπουσία συστηματικότητας στὴν σκέψη του.

Ἂν ἀναμένουμε ἀπ’ αὐτὸν τὶς ἐκτενεῖς ἀναλύσεις τῆς ἀστικῆς κοινωνίας, ποὺ συνδυάζουν διαφορετικοὺς ἐπιστημονικοὺς χώρους (ὅπως οἰκονομία, δίκαιο, ἱστορία,φιλοσοφία καὶ συχνὰ θεολογία ), σὰν αὐτὲς ποὺ συναντοῦμε στὰ ἔργα τοῦ Μὰρξ ἢ τοῦ Μ.Βέμπερ, θὰ ἀπογοητευτοῦμε. Ὁ λόγος τοῦ Νίτσε, ὑπαινικτικὸς ἢ ἀποφθεγματικὸς, περισσότερο χρησιμεύει ὡς ἔναρξη παρὰ ὡς κλείσιμο συζητήσεων. Ἡ κριτικὴ του κατευθύνεται πρὸς τὶς ἀξίες, ἀποθεμελιώνοντας τὶς ἀξιακὲς προυποθέσεις τοῦ πρώϊμου καπιταλισμοῦ, ἰδιαίτερα δὲ τὴν ἐγκόσμια ἀσκητική του δυτικοῦ χριστιανισμοῦ.



Ὅσο ἐπικριτικὸς εἶναι ὁ Νίτσε πρὸς τὴν κοινωνία τοῦ χρήματος, τόσο ἐπιθετικὸς εἶναι πρὸς τὸν ἰσχυρότερο ἀντίπαλό της, τὸν σοσιαλισμὸ, δίνοντας ἔτσι τὴν βάση στὸν Λούκατς καὶ σὲ ἄλλους νὰ τὸν θεωρήσουν ὡς «ξεμοναχιασμένο πρόδρομο τοῦ Χίτλερ », «θεμελιωτῆ τοῦ ἰρασιοναλισμοῦ τῆς ἰμπεριαλιστικῆς περιόδου » καὶ ὡς «ἐχθρό του σοσιαλιστικοῦ ἀνθρωπισμοῦ». Βεβαίως, σήμερα, οἱ περισσότεροι συμφωνοῦν ὅτι οἱ κατηγορίες αὐτὲς εἶναι ἀβάσιμες ἢ ἀποτελοῦν προϊὸν διαστρέβλωσης τῶν σκέψεων τοῦ Νίτσε, ἀπὸ τὴν ἀντισημίτρια ἀδελφή του Ἐ.Φόρστερ- Νίτσε. Ἤδη,ἀπὸ τὸ 1941, ὁ Δ.Γληνὸς ἀποφαινόταν ὅτι στὸν λόγο τοῦ γερμανοῦ φιλοσόφου καθρεφτίζονταν καὶ προβάλλονταν δυναμικὰ «οἱ πόθοι καὶ τὰ ἰδανικὰ ἑνὸς νέου κόσμου ποὺ ἐξορμοῦσε γιὰ τὴν κατάχτηση τῆς ζωῆς ».

Οἱ ἀντιρρήσεις τοῦ Νίτσε πρὸς τὸν καπιταλισμὸ εἶναι οὐσιαστικὰ ἴδιας ποιότητας μὲ τὶς ἀντιρρήσεις του πρὸς τὸν σοσιαλισμό. Ὁ δεύτερος ἀποτελεῖ τὴν λογικὴ προέκταση καὶ ὄχι τὴν ἀντίθεση στὸν πρῶτο. Τὰ δύο κοινωνικὰ ρεύματα εὐνοοῦν τὴν ἰσοπέδωση τοῦ ἀνθρώπου, τὴν λεηλασία τῆς φύσης στὸ ὄνομα τῆς προόδου καὶ τὴν ἀποθέωση τοῦ κράτους. Κατὰ τὰ ἄλλα, ἡ νιτσεϊκὴ κριτικὴ πρὸς τὴν παιδεία τῶν κερδοσκόπων,πρὸς τὴν μηχανικὴ ἐργασία, πρὸς τὸν ἀσφυκτικὸ ἔλεγχο τοῦ πολιτικοῦ ἀπὸ τὸ οἰκονομικὸ, πρὸς τὸ πολυεθνικὸ κεφάλαιο ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν ἐθνικισμὸ καὶ τὸν γερμανικὸ σωβινισμὸ εἶναι ἀνάλογη πρὸς τὴν μαρξιστική. Συμμετέχουν συνεπῶς καὶ οἱ δύο σκέψεις στὸ μεγάλο ρεῦμα κριτικῆς τοῦ καπιταλισμοῦ καὶ τῆς ἀστικῆς κοινωνίας, τὸ ὁποῖο χρωματίζεται ἀπὸ τὴν ποικιλία ὅσο καὶ τὴν ἔλλειψη ὁμοφωνίας καὶ σύμπνοιας γιὰ τὸ τί πρόκειται ἢ πρέπει νὰ διαδεχθεῖ τὸν καπιταλισμό.

Ὁ Νίτσε στοὺς «Ἀνεπίκαιρους Στοχασμούς», καὶ κυρίως στὸ κεφάλαιο ποὺ ἀναφέρεται στὸν «Σοπενάουερ ὡς παιδαγωγὸ », ἐπιτίθεται στὸν «ἐγωϊσμὸ τῶν κερδοσκόπων», ποὺ στοχεύουν σ’ ἕναν «καταχρασμένο καὶ ἐκμισθωμένο πολιτισμό». Οἱ κερδοσκόποι καὶ ὁ χρηματοκρατούμενος πολιτισμὸς ὑπάγουν τὴν παιδεία, ἀποκλειστικὰ στὴν ὑπηρεσία τοῦ κέρδους : «Γιατί ὑπάρχει ἕνα εἶδος καταχρασμένου καὶ ἐκμισθωμένου πολιτισμοῦ – ἂς κοιτάξουμε γύρω μας !Καὶ ἀκριβῶς οἱ ἐξουσίες, οἱ ὁποῖες τώρα ὑποστηρίζουν, ὅσο πιὸ δραστήρια γίνεται τὸν πολιτισμὸ, ἔχουν ὑστερόβουλες σκέψεις, καὶ δὲν ἐπικοινωνοῦν μαζί του μὲ καθαρὴ ἀφιλοκερδῆ διάθεση .Ἐδῶ βρίσκεται κατ’ ἀρχὴν, ὁ ἐγωϊσμὸς τῶν κερδοσκόπων, ὁ ὁποῖος χρειάζεται τὴ συνδρομὴ τοῦ πολιτισμοῦ, καὶ, γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσει γι’ αὐτὸ, ἀνταποδίδει τὴ βοήθεια. Ὅμως, στὸ σημεῖο αὐτὸ, θέλει βέβαια νὰ δώσει δείγματα γραφῆς, συνάμα γιὰ τὸ σκοπὸ καὶ τὸ μέτρο .Ἀπ’ αὐτὴν τὴν πλευρὰ προέρχεται ἐκείνη ἡ δημοφιλὴς πρόταση καὶ τὸ ἁλυσιδωτὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖο ἔχει περίπου ὡς ἑξῆς : ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερο γνώση καὶ ἐκπαίδευση, συνεπῶς ὅσο τὸ δυνατὸ μεγαλύτερη ἀνάγκη, γι’ αὐτὸ ὅσο τὸ δυνατὸ μεγαλύτερο κέρδος καὶ εὐτυχία – ἔτσι ἠχεῖ ὁ ἀπατηλὸς τύπος .Ἡ μόρφωση θὰ προσδιοριζόταν ἀπ’ τοὺς ὀπαδούς της ὡς φρόνηση μὲ τὴν ὁποία, κάποιος, στὶς ἀνάγκες καὶ τὴν ἱκανοποίησή τους, θὰ γίνεται ὅλο καὶ πιὸ ἐπίκαιρος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ὁποία, συγχρόνως, θὰ διαθέτει κάλλιστα ὅλα τὰ μέσα καὶ τοὺς δρόμους, γιὰ νὰ κερδίσει, ὅσο τὸ δυνατὸ πιὸ εὔκολα, χρήματα. Τὸ νὰ ἐκπαιδεύουμε ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερους τρέχοντες (courante) ἀνθρώπους, μὲ τὴν ἔννοια ἐκείνου, τὸ ὁποῖο ὀνομάζουν τρέχον σ΄ ἕνα νόμισμα .Αὐτὸ ἑπομένως θὰ ἦταν ὁ σκοπὸς καὶ σύμφωνα μ’ αὐτὴν τὴν ἄποψη, τόσο πιὸ εὐτυχισμένος θὰ εἶναι ἕνας λαὸς, ὅσο περισσότερο διαθέτει τέτοιους τρέχοντες ἀνθρώπους ».
Ἡ Παιδεία στὴν ὑπηρεσία τῆς παραγωγῆς καὶ ἡ παραγωγὴ στὴν ὑπηρεσία τῶν κερδοσκόπων ( ἢ τοῦ κεφαλαίου κατὰ τὴν μαρξιστικὴ ὁρολογία ), αὐτὴ εἶναι ἡ κρυφὴ ὄψη τῆς ἐπέκτασης τῆς παιδείας. Ὁ ἀστικὸς πολιτισμὸς ἀπαιτεῖ νὰ ταυτίσουμε τὴν εὐφυΐα μὲ τὴν ἰδιοκτησία καὶ τὸν πλοῦτο μὲ τὸν πολιτισμὸ, ὥστε : «κάθε μόρφωση, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴ μοναχικότητα, ἡ ὁποία θέτει σκοποὺς πέρα ἀπὸ τὰ χρήματα καὶ τὸ κέρδος, ἡ ὁποία καταναλώνει πολὺ χρόνο, γίνεται ἐδῶ ἀντικείμενο μίσους .Φροντίζουν ἐπιμελῶς νὰ κατηγορήσουν τὰ σοβαρότερα εἴδη τῆς μόρφωσης ὡς «λεπτότερο ἐγωισμό», ὡς «ἀνήθικο ἐπικουρισμὸ τῆς μόρφωσης». Βέβαια, σύμφωνα μὲ τὴν ἐδῶ ἰσχύουσα ἠθικότητα, ἐκτιμᾶται ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο, δηλαδὴ μία ταχεία μόρφωση, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ γίνει μία ὕπαρξη ποὺ νὰ κερδίζει πάρα πολλὰ χρήματα. Τόσο μόνο θὰ ἐπιτραπεῖ στὸν ἄνθρωπο πολιτισμὸς, ὅσο ἐμπίπτει στὸ ἐνδιαφέρον τῆς γενικῆς κερδοσκοπίας καὶ τῆς παγκόσμιας ἐπικοινωνίας, τόσα ὅμως θὰ ἀπαιτήσει κι αὐτὸς » .


Ὁ ἐγωϊσμὸς τῶν κερδοσκόπων ἐναρμονίζεται μὲ τὸν ἐγωϊσμὸ τοῦ κράτους, «ποὺ ἐπιθυμεῖ παρομοίως τὴν ὅσο τὸ δυνατὸ μεγαλύτερη ἐξάπλωση καὶ γενίκευση τοῦ πολιτισμοῦ, καὶ ἔχει στὰ χέρια τοῦ τὸ πιὸ ἀποτελεσματικὸ ἐργαλεῖο γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὶς ἐπιθυμίες του». Χρῆμα καὶ κράτος ἀποτελοῦν δύο στοιχεῖα ποὺ ἀλληλοτροφοδοτοῦνται .Τὸ κράτος δημιουργεῖ τὸ εἶδος τῆς παιδείας «ἔτσι ὥστε οἱ πνευματικὲς δυνάμεις νὰ μπορέσουν νὰ ὑπηρετήσουν τοὺς ὑφιστάμενους θεσμούς» .

Κατὰ τὸν Νίτσε ὁ ἔλεγχος τοῦ πνεύματος ἀπὸ τὸ κράτος, ἀποτελεῖ αἰτία διαφθορᾶς του. Τὸ πιὸ κραυγαλέο παράδειγμα εἶναι ἡ διαφθορὰ τοῦ χριστιανισμοῦ: «Ἂς φέρουμε μόνο στὴ μνήμη μᾶς, τί προέκυψε βαθμιαία ἀπὸ τὸν Χριστιανισμὸ ὑπὸ τὸν ἐγωισμὸ τοῦ κράτους. Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἀσφαλῶς ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ καθαρὰ φανερώματα ἐκείνης τῆς τάσης πρὸς τὸν πολιτισμὸ καὶ, ἀκριβῶς πρὸς τὴν πάντα ἀνανεούμενη γέννηση τοῦ ἁγίου. Ἐπειδὴ, αὐτό, ὅμως, χρησιμοποιούταν ἑκατονταπλάσια, γιὰ νὰ κινήσει τοὺς μύλους τῶν κρατικῶν ἐξουσιῶν, ἀρρώστησε βαθμιαία ὡς μέσα στὴν καρδιὰ, ἔγινε ὑποκριτικὸ καὶ ψεύτικο καὶ ἐκφυλίστηκε ὡς τὴν ἀντίφαση μαζὶ μὲ τοὺς ἀρχικοὺς σκοπούς του ».
Ὁ Νίτσε ἔχει κατονομάσει στοὺς «Ἀνεπίκαιρους Στοχασμούς», τρεῖς ἀρνητικοὺς ἐγωϊσμοὺς : τόν ἐγωϊσμὸ τῶν κερδοσκόπων, τὸν ἐγωϊσμὸ τοῦ κράτους καθὼς καὶ τὸν ἐγωϊσμὸ «ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν λόγο νὰ προσποιοῦνται καὶ νὰ κρύβονται πίσω ἀπὸ τὴ μορφή». Κοντὰ σὲ αὐτοὺς θὰ προσθέσει καὶ τὸν ἐγωϊσμὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ λογίου .Ἡ ἐπιστήμη κατηγορεῖται διότι «σχετίζεται μὲ τὴ σοφία, ὅπως ἡ ἀρετὴ μὲ τὸν ἁγιασμὸ : εἶναι ψυχρὴ καὶ πληκτικὴ, δὲν τρέφει καμιὰ ἀγάπη, καὶ δὲν ξέρει τίποτε ἀπ’ τὸ βαθὺ συναίσθημα τῆς ἀνεπάρκειας καὶ τῆς λαχτάρας .Εἶναι τόσο ὠφέλιμη γιὰ τὸν ἑαυτὸ της, ὅσο εἶναι ἐπιζήμια γιὰ τοὺς ὑπηρέτες της στὸ βαθμὸ ποὺ μεταδίδει σ’ αὐτοὺς τὸ χαρακτήρα της καὶ, ἔτσι, κοκαλιάζει τρόπο τινὰ τὴν ἀνθρωπιά της». Ὁ Νίτσε εἶναι ἀναγκασμένος νὰ χαράξει μία γραμμὴ ἀνάμεσα στὶς ἀποδοτικὲς ἀλήθειες, ποὺ ἀφοσιώνονται οἱ πιὸ πολλοὶ καὶ στὶς μὴ ἀποδοτικὲς ἀλήθειες,ποὺ ἐπιλέγουν οἱ λίγοι. Ἀλλὰ μία δεύτερη διάκριση εἶναι πιὸ σημαντικὴ,ἐκείνη ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο τῆς ἐπιστήμης, τὸν λόγιο καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸν ἰδιοφυῆ .Οἱ δύο διαφορετικοὶ ἰδεότυποι εἶναι σὲ διαρκῆ σύγκρουση, διότι οἱ λόγιοι «θέλουν νὰ σκοτώσουν, νὰ διαλύσουν καὶ κατανοήσουν τὴ Φύση», ἐνῷ οἱ ἰδιοφυεῖς «θέλουν νὰ ἐνισχύσουν τὴ Φύση μὲ νέα ζωντανὴ Φύση». Σὲ κάθε ἐποχὴ ἀντιστοιχεῖ ὁ διαφορετικὸς ἰδεότυπος : «Ἐποχὲς ποὺ ἦταν ἀπόλυτα εὐτυχισμένες, δὲ χρειάζονταν καὶ δὲν ἤξεραν τὸ λόγιο .Ἐποχὲς ὁλοκληρωτικὰ ἄρρωστες καὶ δύσθυμες, τὸν ἐκτιμοῦσαν ὡς τὸν ἀνώτερο καὶ πιὸ ἀξιοσέβαστο ἄνθρωπο, καὶ τοῦ ἔδιναν τὴν πρώτη θέση ».

Τελικὰ ὁ Νίτσε συμπεραίνει : «Τὸ κράτος προσφέρει τόσο μεγαλόφωνα τὴν ὑπηρεσία του, ὥστε νὰ καθιερώσει τὸν πολιτισμὸ .Τὸν ὑποστηρίζει, γιὰ νὰ στηρίξει τὸν ἑαυτό του, καὶ δὲ συλλαμβάνει ἕνα σκοπὸ, ποὺ νὰ βρίσκεται ψηλότερα ἀπὸ τὴν εὐημερία του καὶ τὴν ὕπαρξή του. Αὐτὸ ποὺ οἱ κερδοσκόποι θέλουν, ὅταν ἀδιάκοπα ἐπιθυμοῦν τὴν διδαχὴ καὶ τὴν ἐκπαίδευση, εἶναι τελικὰ πάλι τὸ κέρδος». Τὸ πλαίσιο αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπει νὰ ὑπάρξουν,τουλάχιστον γιὰ πολύ, ἰδιοφυεῖς καὶ αὐθεντικὲς ὑπάρξεις .Ἔτσι γράφει, ἂν εἶχε γεννηθεῖ ὁ Σωκράτης στὴν ἐποχή μας «σὲ κάθε περίπτωση, δὲ θὰ εἶχε φτάσει τὰ ἑβδομήντα χρόνια». Εἶναι τόσο ἀπαισιόδοξη ἡ προοπτική του πολιτισμοῦ ὥστε : «Ἡ πίστη σὲ μία μεταφυσικὴ σημασία τοῦ πολιτισμοῦ στὸ τέλος δὲ θὰ ’ταν καθόλου τόσο τρομακτικὴ : ἴσως ὅμως νὰ ἦταν κάποια συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα θὰ μπορούσαμε νὰ ἀντλήσουμε ἀπ’ αὐτὴ γιὰ τὴν ἀγωγὴ καὶ τὴν δημόσια ἐκπαίδευση».
Ἐνάντια στὸν «κοντόφθαλμο ἐγωϊσμὸ τοῦ κράτους, τὴν ἐπίπεδη σκέψη τῶν κερδοσκόπων, τὴν πληκτικὴ ὀλιγάρκεια τῶν λογίων», θὰ προτείνει ὡς λύση τὸν «Σοπενάουερ ὡς παιδαγωγό». Βεβαίως αὐτὸς ὁ μεγάλος ἀντίπαλός τοῦ Χέγκελ, δὲν θὰ εἶναι παρὰ μία προσωρινὴ διέξοδος γιὰ τὸν Νίτσε .Στὰ ἑπόμενα κείμενα ὁ Σοπενάουερ, ὅπως καὶ ὁ Βάγκνερ θὰ καταδικαστοῦν ὡς μέρος μίας ἀρνητικῆς φιλοσοφίας .

Ρεαλιστικὴ εἶναι ἡ διάγνωση ποὺ κάνει γιὰ τὸ εἶδος τῆς φιλοσοφίας, ποὺ εὐνοεῖ τὸ κράτος. «Ἐπειδὴ κάθε κράτος τοὺς φοβᾶται καὶ, πάντα, θὰ εὐνοεῖ μόνο τοὺς φιλοσόφους τούς ὁποίους δὲ φοβᾶται». Ἡ φιλοσοφία τίθεται στὴν ὑπηρεσία τοῦ κράτους καθὼς «τὸ κράτος ἐπιλέγει γιὰ λογαριασμὸ του τοὺς φιλόσοφους ὑπηρέτες του, καὶ μάλιστα τόσους, ὅσους χρειάζεται γιὰ τὰ ἱδρύματά του». Ἡ ἀναγκαία προυπόθεση γιὰ νὰ ἔχει ἡ φιλοσοφία σοβαρότητα εἶναι νὰ ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπὸ τὸ κράτος καὶ τὸν ἀκαδημαϊσμὸ «Ὅσο συνεχίζει νὰ ὑφίσταται τὸ κρατικὰ ἀναγνωρισμένο σινάφι τῶν ψευτοστοχαστῶν, θὰ ματαιώνεται ἢ, τουλάχιστον, θὰ ἐμποδίζεται κάθε σημαντικὴ ἐπίδραση μίας ἀληθινῆς φιλοσοφίας, καὶ μάλιστα, ὄχι ἀπὸ τίποτε ἄλλο, ὅσο ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ γελοίου, τὴν ὁποία ἔχουν προκαλέσει οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκείνου τοῦ μεγάλου πράγματος καὶ ἡ ὁποία, ὅμως, ἔχει κτυπήσει τὸ ἴδιο τὸ πράγμα .Γι’ αὐτὸ, τὸ θεωρῶ μία ἀπαίτηση τοῦ πολιτισμοῦ, νὰ ἀπαλλάξουμε τὴ Φιλοσοφία ἀπὸ κάθε κρατικὴ καὶ ἀκαδημαϊκὴ ἀναγνώριση, καὶ, γενικὰ τὸ κράτος καὶ ἡ Ἀκαδημία, νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ ἄλυτο γι’ αὐτὰ ζήτημα τῆς διάκρισης ἀνάμεσα σὲ ἀληθινὴ καὶ ψευδῆ φιλοσοφία ». Τελικὰ τὸ πρόβλημα τῆς σχέσης τοῦ κράτους μὲ τὴν φιλοσοφία ἀποσαφηνίζεται «τὸ κράτος δὲν ἐνδιαφέρεται ποτὲ γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ πάντα, μόνο γιὰ τὴ χρήσιμη σ’ αὐτὸ ἀλήθεια».
Σὲ ἕνα κόσμο ὅπου ἡ «πορεία τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων καθορίζεται ἀπὸ βία, ἀπάτη καὶ ἀδικία» ὁ Νίτσε βλέπει τὴν ἐλπίδα στὸ γεγονὸς ὅτι δὲν πεθαίνει ὁ τραγικὸς λόγος. Ἀντίθετα «δὲν ὑπάρχει καμιὰ πιὸ εὐφραντικὴ χαρὰ ἀπ’ τὸ νὰ ξέρει κανεὶς αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς ξέρουμε, πώς ἡ τραγικὴ σκέψη γεννήθηκε καὶ πάλι μέσα στὸν κόσμο». Τὸ τραγικὸ στοιχεῖο δὲν ἐπιτρέπει στὴν σκέψη νὰ ἐκτραπεῖ στὴν ἐσχατολογία δηλαδὴ στὴν «πίστη ὅτι, κάποτε, ἡ ἀνθρωπότητα θὰ βρεῖ ὁριστικὲς ἰδεώδεις διευθετήσεις». Συγχρόνως θὰ ἀπορρίψει τὸν ἑγελιανισμὸ, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῆς ἀρνητικῆς σχέσης τῆς φιλοσοφίας καὶ τοῦ κράτους. Ἐπισημαίνει εἰρωνικὰ, ὅτι αὐτὸ ποὺ τελικὰ κατάφερε ὁ Χέγκελ εἶναι νὰ κατανοήσει τὴν ἐξέλιξη τοῦ παγκόσμιου γίγνεσθαι ὡς ταύτιση μὲ «τὴν δική του βερολινέζικη ὕπαρξη». Ἐνῷ στρέφεται κατὰ τοῦ εὐρωκεντρισμοῦ τῆς ἐποχῆς του:«Ἄμετρα περήφανε Εὐρωπαῖε τοῦ δέκατου ἐνάτου αἰώνα, παραληρεῖς !Ἡ γνώση σου δὲν ὁλοκληρώνει τὴ Φύση, ἀλλὰ σκοτώνει μόνο τὴ δική σου».
Ἡ ἄμετρη ἐμπιστοσύνη στὶς δυνατότητες τοῦ ἐπιστημονικοῦ λόγου θὰ εἶναι τελικὰ γιὰ τὴν σκέψη τόσο ἐπιζήμια «ὅσο εἶναι ἡ οἰκονομικὴ θεωρία τοῦ laisser faire γιὰ τὰ ἤθη ὁλόκληρων λαῶν».
Ὁ Νίτσε θεωρεῖ ὅτι ὁ μοναχικὸς φιλόσοφος εἶναι ὁ κύριος ἐχθρός τῆς κοινωνίας τοῦ χρήματος καὶ τοῦ ἰσχυροῦ κράτους. Εἶναι ἡ ὕπαρξη ποὺ ἔχοντας γαλβανίσει ἕνα ἐσωτερικὸ ἐγώ, μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπίσει κάθε ἐπιθετικὴ πραγματικότητα: «Ὅπου ὑπῆρξαν ἰσχυρὲς κοινωνίες, κυβερνήσεις, θρησκεῖες, κοινὲς γνῶμες, ἐν ὀλίγοις ὅπου ὑπῆρχε μία τυραννία, ἐκεῖ αὐτὴ μίσησε τὸ μονήρη φιλόσοφο. Γιατί ἡ φιλοσοφία ἐγκαινιάζει γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἕνα ἄσυλο, ὅπου δὲν μπορεῖ νὰ εἰσβάλλει καμιὰ τυραννία, τὴ σπηλιὰ τοῦ ἐσώτερου, τὸ λαβύρινθο τοῦ στήθους καὶ αὐτὸ δυσαρεστεῖ τοὺς τυράννους : ὅμως ἐκεῖ,ἐπίσης, παραμονεύει ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος τῶν μοναχικῶν. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν φυγαδεύσει τὴν ἐλευθερία τους στὸ ἐσώτερο, πρέπει ἐπίσης νὰ ζήσουν ἐξωτερικὰ, νὰ γίνουν ὁρατοὶ, νὰ ἐκτεθοῦν στὴ θέα τῶν ἄλλων .Ἔχουν ἀναρίθμητες ἐπαφὲς μέσω καταγωγῆς, κατοικίας,ἐκπαίδευσης, πατρίδας, σύμπτωσης, φορτικότητας τῶν ἄλλων».


Διαρκῶς ἐπανέρχεται σὲ ἕναν σφοδρὸ ἀντικρατισμό, ποὺ εἶναι συγχρόνως καὶ ἀντιεγελιανισμὸς, ὡς φιλοσοφίας ποὺ ἐκπροσωπεῖ καὶ δικαιώνει τὸ πρωσικὸ, κατ’ ἀρχάς, κράτος : «Ἐδῶ ὅμως, ζοῦμε τὶς συνέπειες ἐκείνης τῆς διδασκαλίας, ποὺ πρόσφατα διακηρύχθηκε ἀπ’ ὅλες τὶς στέγες, ὅτι, δηλαδὴ, τὸ κράτος εἶναι ὁ ὑψηλότερος σκοπὸς τῆς ἀνθρωπότητας, καὶ ὅτι, γιὰ ἕναν ἄνθρωπο, δὲν ὑπάρχει κανένα ὑψηλότερο καθῆκον, ἀπ’ τὸ νὰ ὑπηρετεῖ τὸ κράτος : στὸ ὁποῖο, ἐγὼ, δὲν ἀναγνωρίζω μία ὑποτροπὴ στὴν εἰδωλολατρία, ἀλλὰ στὴ βλακεία. Μπορεῖ νὰ ἰσχύει, ὅτι ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, ποὺ βλέπει τὸ ὕψιστο καθῆκον του στὴν ὑπηρεσία στὸ κράτος, δὲ γνωρίζει, ἐπίσης, πραγματικὰ κανένα ὑψηλότερο καθῆκον .Ὅμως, ἐξ αἰτίας του, ὑπάρχουν ἄνθρωποι καὶ καθήκοντα καὶ πέρα ἀπ’ αὐτό. Καὶ ἕνα ἀπ’ αὐτὰ τὰ καθήκοντα, τὸ ὁποῖο, γιὰ μένα τουλάχιστον, βρίσκεται ψηλότερα ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία στὸ κράτος, ἀπαιτεῖ τὴν καταστροφὴ τῆς βλακείας σὲ κάθε μορφὴ, ἑπομένως καὶ τῆς βλακείας αὐτῆς »

Ἡ κοινωνία τοῦ χρήματος ταυτίζεται μὲ τὴν βαρβαρότητα. Ἡ ἐπιστήμη ἔχοντας γίνει ἐνεργὸ στοιχεῖο τῆς χρηματοκρατίας πολλαπλασιάζει τὸ πρόβλημα. Ἡ κριτικὴ τοῦ Νίτσε δὲν περιορίζεται στὸν χῶρο τῆς οἰκονομίας ἢ τῶν παραγωγικῶν σχέσεων – κατὰ τὸ μαρξιστικὸ παράδειγμα, ἀλλὰ διευρύνεται στὸ χῶρο τῶν ἀξιῶν καὶ συνολικὰ στὸ χῶρο ποὺ δημιουργοῦνται οἱ ἀξίες»: «Οἱ ἐπιστῆμες, λειτουργώντας δίχως τὸ ὁποιοδήποτε μέτρο καὶ μὲ τὸ πιὸ τυφλὸ laisser faire, κατακομματιάζουν καὶ διαλύουν κάθε στερεὴ πεποίθηση.\Οἱ διαμορφωμένες θέσεις καὶ τάξεις, θὰ παρασυρθοῦν ἀπὸ μία μεγαλόπρεπα περιφρονητικὴ οἰκονομία τοῦ χρήματος. Οὐδέποτε ὁ κόσμος ἦταν περισσότερο κόσμος, ποτὲ φτωχότερος σὲ ἀγάπη καὶ καλοσύνη…ὅλα ὑπηρετοῦν τὴν ἐπερχόμενη βαρβαρότητα, συμπεριλαμβανομένης τῆς σύγχρονης τέχνης καὶ ἐπιστήμης »
Ἐπίσης θὰ ἀναρωτηθεῖ : «πῶς δίνουμε τὴν καρδιὰ μας, βιαστικὰ, χάρισμα στὸ κράτος, στὴν κερδοσκοπία, στὴν κοινωνικότητα ἢ στὴν ἐπιστήμη, μόνο γιὰ νὰ μὴν τὴν κατέχουμε πιὰ, πὼς ἀφοσιωνόμαστε στὴν ἴδια τὴ βαριὰ ἡμερήσια ἐργασία μὲ περισσότερο πάθος καὶ ἀναισθησία, σὰ νὰ ἦταν ἀπαραίτητο γιὰ νὰ ζήσουμε». Ἡ ἀπάντησή του εἶναι «Ἡ βιασύνη εἶναι καθολικὴ, γιατί καθένας φεύγει μπρὸς στὸν ἑαυτό του. Καθολικὴ, ἐπίσης, ἡ ἔντρομη ἀπόκρυψη αὐτῆς τῆς βιασύνης, γιατί θέλουμε νὰ δείχνουμε ἱκανοποιημένοι, καὶ νὰ ξεγελοῦμε τοὺς ὀξυδερκέστερους παρατηρητὲς σχετικὰ μὲ τὴν ἀθλιότητά μας ».
Στὴν ἐποχὴ ποὺ ἔγραψε ὁ Νίτσε τὸ «Ἀνεπίκαιρους Στοχασμοὺς» τὴν ἀπάντηση στὴν κοινωνία τοῦ χρήματος τὴν βλέπει σὲ μία ἰσχυρὴ κοινότητα, ποὺ δὲν θὰ συγκροτηθεῖ μέσω ἐξωτερικῶν τύπων ἀλλὰ «κυρίως μὲ μία ἱδρυτικὴ ἰδέα».Ἔτσι γράφει « ἡ ἰδέα αὐτὴ, εἶναι ἡ ἰδρυτικὴ ἰδέα τοῦ πολιτισμοῦ, στὸ βαθμὸ ποὺ αὐτὸς ἕνα μόνο καθῆκον ξέρει νὰ ἀναθέτει στὸ καθένα ἀπὸ μᾶς : νὰ ὑποστηρίξουμε, μέσα μας καὶ ἔξω ἀπὸ μᾶς, τὴ γέννηση τοῦ φιλοσόφου, του καλλιτέχνη καὶ τοῦ ἁγίου, καὶ, μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ, νὰ ἐργαστοῦμε γιὰ τὴν τελείωση τῆς Φύσης .Γιατί, ὅσο τὸ’ χει ἀνάγκη ἡ φύση τοῦ φιλοσόφου, τόσο τὸ χρειάζεται κι αὐτὴ τοῦ καλλιτέχνη, νὰ τείνει σ ’ἕνα μεταφυσικὸ σκοπὸ, δηλαδὴ στὴν ἴδια της τὴ διαφώτιση σχετικὰ μὲ τὸν ἑαυτὸ της, προκειμένου τελικὰ, κάποτε, νὰ ἔχει ἀπέναντί της ὡς καθαρὸ καὶ τέλειο σχῆμα αὐτὸ ποὺ, στὴν ταραχὴ τοῦ γίγνεσθαί της, δὲν καταφέρνει νὰ δεῖ μὲ σαφήνεια – τείνει, ἑπομένως, στὴν αὐτογνωσία της ».

Τελικὰ ὁ Νίτσε θὰ βρεῖ στὴν ἀγάπη,τὴν πιὸ σημαντικὴ καὶ πιὸ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν αὐτογνωσία καὶ γιὰ τὸν προσδιορισμὸ μίας ἀνώτερης ἀξίας, στὴν ὁποία νὰ τείνουμε. Χάρι σ’ αὐτὴ θὰ καταφέρουμε νὰ ἀφοσιωθοῦμε μὲ ὅλο μας τὸ εἶναι στὴν Φύση: «ἐπειδὴ μόνο μὲ τὴν ἀγάπη ἀποκτᾶ ἡ ψυχὴ ὄχι μόνο τὸ καθαρὸ, διαλυτικὸ καὶ περιφρονητικὸ γιὰ τὸν ἑαυτὸ τγς βλέμμα, ἀλλὰ καὶ ἐκείνη τὴν ἐπιθυμία νὰ δεῖ πέρα ἀπὸ τὴν ἴδια καὶ νὰ ψάξει μ’ ὅλες της τὶς δυνάμεις γιὰ ἕναν κρυμμένο ἀκόμα κάπου, ἀνώτερο ἑαυτὸ .Ἑπομένως μόνο αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἀφιέρωσε τὴν καρδιά του σὲ κάποιο μεγάλο ἄνθρωπο, δέχεται τὸ πρῶτο βάπτισμα τοῦ πολιτισμοῦ ».
Παρόμοιες σκέψεις γιὰ τὴν σκοπιμότητα καὶ τὴ σύσταση τῆς παιδείας, καθὼς ἐπεκτείνεται σὲ μεγαλύτερα πλήθη, περιέχονται στὰ «Μαθήματα γιὰ τὴν Παιδεία», ἕνα ἔργο ποὺ χρονολογικὰ προηγεῖται τῶν «Ἀνεπίκαιρων Στοχασμῶν». Βασικὴ θέση του εἶναι ὅτι ἡ Παιδεία καθὼς ἐπεκτείνεται γίνεται συγχρόνως θεραπαινίδα τοῦ χρήματος καὶ τῶν κερδοσκόπων καὶ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν οὐσιαστικὴ πνευματικὴ καλλιέργεια. Ἐξαντλεῖ τὸ μορφωτικό της ἰδεῶδες σὲ μία ταχύρυθμη, χρησιμοθηρικὴ ἐκπαίδευση, στὴν ὑπηρεσία τοῦ χρήματος καὶ τοῦ κράτους. Ὅπως γράφει : «Δύο φαινομενικὰ ἀντίθετα ρεύματα μὲ ἐξ’ ἴσου ὀλέθριες συνέπειες, δύο ρεύματα ποὺ τὰ ἀποτελέσματά τους τελικὰ συγχωνεύονται, κυριαρχοῦν σήμερα στὰ ἐκπαιδευτικά μας ἱδρύματα : Ἀπὸ τὴ μία ἡ τάση γιὰ ὅσο τὸ δυνατὸ μεγαλύτερη ἐπέκταση καὶ διάδοση τῆς παιδείας κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ τάση γιὰ τὸν περιορισμὸ καὶ τὴν ἀποδυνάμωσή της. Ἡ παιδεία, γιὰ διαφορετικοὺς λόγους, πρέπει νὰ φτάσει σὲ ὅσο τὸ δυνατὸν εὐρύτερους κύκλους – αὐτὸ ἐπιδιώκει ἡ μία τάση .Ἡ ἄλλη προβάλλει τὴν ἀξίωση νὰ ἐγκαταλείψει ἡ παιδεία τὶς πιὸ ψηλὲς, τὶς πιὸ εὐγενικὲς καὶ ἀνώτερες ἀπαιτήσεις καὶ νὰ ἀρκεστεῖ νὰ ὑπηρετήσει κάποιο ἄλλο σχῆμα, ἂς ποῦμε τὸ κράτος .Πιστεύω ὅτι ἔχετε προσέξει ἀπὸ ποιὰ πλευρὰ ἀκούγεται πιὸ ἀπροσχημάτιστα ἡ κραυγὴ γιὰ ὅσο τὸ δυνατὸ μεγαλύτερη ἐπέκταση καὶ διάδοση τῆς παιδείας .Ἡ ἐπέκταση αὐτὴ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ προσφιλῆ ἐθνικοοικονομικὰ δόγματα τῆς ἐποχῆς .Ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερη γνώση καὶ μόρφωση .Ἄρα ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερη παραγωγὴ καὶ ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερο ἀνάγκες .Ἄρα ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερη εὐτυχία – κάπως ἔτσι εἶναι ἡ συνταγή. Ὡς στόχο καὶ σκοπὸ τῆς παιδείας ἔχουμε ἐδῶ τὴ χρησιμότητα ἢ, ἀκόμη πιὸ συγκεκριμένα, τὴν ὑλικὴ ἀπολαβὴ, τὸ ὅσο τὸ δυνατὸ μεγαλύτερο χρηματικὸ κέρδος. Μὲ αὐτὸ τὸ πρίσμα ἡ παιδεία θὰ μποροῦσε περίπου νὰ ὁριστεῖ ὡς ἡ γνώση γιὰ τὸ πῶς θὰ κρατηθεῖ κανεὶς στὸ «ὕψος τῆς ἐποχῆς του», ἡ γνώση τῶν μεθόδων, μὲ τὶς ὁποῖες ἀποκτᾶ κανεὶς ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ ἄκοπα τὸ χρῆμα, ἡ κατοχὴ ὅλων τῶν τρόπων, μὲ τοὺς ὁποίους συντελεῖται ἡ ἐπικοινωνία ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς λαούς. Ἡ κατεξοχὴν ἑπομένως ἀποστολὴ τῆς παιδείας θὰ ἦταν νὰ φτιάξει ἀνθρώπους μὲ ὅσο τὸ δυνατὸ μεγαλύτερη «πέραση» - ἀκριβῶς ὅπως λέμε γιὰ ἕνα νόμισμα ὅτι «ἔχει πέραση ».


Ὁ Νίτσε ἰσχυρίζεται λοιπὸν ὅτι ἡ γενίκευση τῆς Παιδείας ἀποτυγχάνει νὰ βελτιώσει τὸν πολιτισμὸ, ἀκριβῶς διότι στὴν διαδικασία τῆς ἐπέκτασης της ἀποβάλλει τὰ οὐσιώδη θετικὰ χαρακτηριστικὰ, γιὰ νὰ ὑπηρετήσει τὴν τρισυπόστατη θεότητα : τὸ χρῆμα, τὴν χρησιμότητα, τὸ κράτος. Τὸ παιδευτικὸ ἰδανικὸ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελεῖ αὐτοσκοπὸ. Ὁ μοναχικὸς φιλόσοφος, αὐτὸς ποὺ δὲν ταυτίζει τὴν εὐφυΐα μὲ τὴν περιουσία θὰ ‘πρεπε νὰ μπορεῖ νὰ γονιμοποιήσει τὸν πολιτισμό : «Ὁ «συνδυασμὸς εὐφυΐας καὶ περιουσίας», ποὺ προβάλλεται ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν κοσμοθεωριῶν αὐτῶν, θεωρεῖται πιὰ κυριολεκτικὰ ἠθικὴ ἐπιταγὴ .Κάθε παιδεία ποὺ ὁδηγεῖ στὴ μοναξιὰ, ποὺ βάζει στόχους πέρα ἀπὸ τὸ χρῆμα καὶ τὴν ἀπολαβὴ, ποὺ ἀπαιτεῖ πολὺ χρόνο, προκαλεῖ τώρα τὴν ἀπέχθεια .Ἔχει γίνει πιὰ συνήθεια κάθε τάση γιὰ μία τέτοια παιδεία νὰ τὴν ἀπορρίπτουν ὡς «ἐγωϊσμὸ ἀνώτερου βαθμοῦ» ὡς « ἀνήθικο μορφωτικὸ ἐπικουρισμό». Γιατί βέβαια, σύμφωνα μὲ τὶς ἠθικὲς ἀρχὲς ποὺ ἰσχύουν ἐδῶ, αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖται εἶναι κάτι ἐντελῶς ἀντίθετο : μία ταχύρυθμη μόρφωση, ὥστε νὰ μπορεῖ κανεὶς γρήγορα νὰ κερδίσει πάρα πολλὰ χρήματα, κι ἀκόμη, μία γερὴ μόρφωση. Στὸν ἄνθρωπο γενικὰ ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα γιὰ τόση μόνο μόρφωση, ὅση εἶναι ἀπαραίτητη προκειμένου νὰ ἐξυπηρετηθοῦν τὰ ὑλικὰ συμφέροντά του. Δὲν τοῦ ζητοῦν τίποτα περισσότερο. »
Ὁ Νίτσε καταλήγει πώς ἡ ἐπέκταση τῆς Παιδείας – ἴσως μὲ τὸν τρόπο πού γίνεται;- συνιστᾶ «ἀποβαρβάρωση». Δὲν θεραπεύει οὔτε τὴν θρησκευτικὴ δεισιδαιμονία, οὔτε ἀπελευθερώνει τὸν ἄνθρωπο. Τὸ κράτος ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ τιθασεύσει τὸ μορφωτικὸ ἰδεῶδες, ὥστε νὰ ὑπηρετεῖ τοὺς δικούς του στόχους. Ὅμως ὅσο ἀναγκαία εἶναι ἡ παιδεία – τόσο αὐτὴ ποὺ συνηθίζεται νὰ ὀνομάζεται «κλασσικὴ» ἢ «ἀνθρωπιστικὴ» ὅσο καὶ αὐτὴ πού χαρακτηρίζεται περισσότερο «πρακτικὴ »- εἶναι βέβαιο ὅτι αὐτὴ τελικὰ θὰ ὑπηρετεῖ τοὺς στόχους ποὺ ἐπιλέγει μία κοινωνία καὶ ἕνα κράτος. Δὲν μποροῦμε συνεπῶς νὰ φανταστοῦμε ὅτι ἡ «σύγχρονη μαζικὴ δημοκρατία», θὰ εὐνοοῦσε μία ἄλλη παιδεία ἀπὸ αὐτὴ ποὺ τῆς εἶναι χρήσιμη δηλαδὴ αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖ εὐέλικτους ἐργάτες καὶ εὐπροσάρμοστους καταναλωτὲς. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Νίτσε γράφει : «Ὅπου λοιπὸν ἀκούω τὶς πολεμικὲς ἰαχὲς τῆς μάζας γιὰ πλατύτερη μόρφωση τοῦ λαοῦ, συνήθως προσπαθῶ νὰ διακρίνω ἂν ἡ ἰαχὴ αὐτὴ ξεκινᾶ ἀπὸ μία πληθωρικὴ τάση γιὰ ἀπόκτηση καὶ κατοχὴ ὑλικῶν ἀγαθῶν ἢ ἂν ὀφείλεται σὲ κάποια παλαιότερη θρησκευτικὴ καταπίεση ἢ, τέλος, στὴν ἔξυπνη αὐτοπεποίθηση ἑνὸς κράτους»


Ὅπως καὶ ὁ Μὰρξ, ὁ Νίτσε θὰ δεῖ στὴν ἐξειδίκευση ἕναν θανάσιμο ἀντίπαλό τῆς Παιδείας ὅσο καὶ τοῦ Πολιτισμοῦ. «Ἔτσι ἕνας ἐξειδικευμένος ἐπιστήμονας ποὺ ἀσχολεῖται ἀποκλειστικὰ μὲ ἕναν τομέα δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸν ἐργάτη τῆς βιομηχανίας ποὺ σ’ ὅλη τὴ ζωή του δὲν κάνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ στρίβει μία ὁρισμένη βίδα ἢ νὰ κάνει κάποιο χειρισμὸ σὲ κάποιο ἐργαλεῖο ἢ σὲ κάποια μηχανὴ, ὅπου ἀσφαλῶς ἀποκτᾶ τελικὰ μία ἀπίστευτη ἐπιδεξιότητα…. Ἐπὶ αἰῶνες ὁλόκληρους θεωροῦσαν αὐτονόητο ὅτι μορφωμένος εἶναι ὁ σοφὸς ἐπιστήμονας καὶ μόνον αὐτός. Οἱ ἐμπειρίες τῆς ἐποχῆς μας δύσκολα θὰ μᾶς ὁδηγοῦσαν σὲ μία τόσο ἁπλοϊκὴ ἐξομοίωση. Γιατί τώρα ἡ ἐκμετάλλευση ἑνὸς ἀνθρώπου γιὰ χάρη τῆς ἐπιστήμης ἀποτελεῖ προϋπόθεση ποὺ γίνεται παντοῦ ἀποδεκτὴ χωρὶς ἐνδοιασμοὺς. Ποιὸς ἀναρωτιέται πιὰ τί ἀξία μπορεῖ νὰ ἔχει μία ἐπιστήμη πού καταβροχθίζει σὰν λάμια τὰ δημιουργήματά της; Σήμερα ὁ καταμερισμὸς τῆς ἐργασίας στὴν ἐπιστήμη τείνει οὐσιαστικὰ στὸν ἴδιο στόχο ποὺ συνειδητὰ κατὰ καιροὺς ἐπιδιώκουν οἱ θρησκεῖες: στὴν ἀποδυνάμωση τῆς παιδείας, στὸν ἀφανισμό της».
Ὁ Νίτσε θὰ ἔβλεπε ὡς φάρμακο σὲ αὐτὴ τὴν θλιβερὴ κατάσταση, τὴν μαθητεία στὸν τραγικὸ κόσμο τοῦ ἀρχαίου στοχασμοῦ, «στὸν ἀτέλειωτο μακρινὸ καὶ δυσπρόσιτο κόσμο τῆς Ἑλλάδας, στὴν αὐθεντικὴ πατρίδα τῆς παιδείας». Ὅμως τὰ πράγματα δὲν εἶναι τόσο ἁπλὰ καὶ οὔτε ἡ μελέτη γιὰ παράδειγμα τοῦ Σοφοκλῆ ἢ τοῦ Ἡράκλειτου μποροῦν νὰ δώσουν αὐτόματα ἕνα διέξοδο ἀπὸ τὴν κυριαρχοῦσα εὐτέλεια .Αὐτὸ συμβαίνει, διότι ἡ ἀνοησία παραμονεύει καθὼς «ἀφοῦ ὁ μαθητὴς αὐτὸς τὴν ἄλλη ὥρα θὰ πιάσει στὰ χέρια του μία ἐφημερίδα ἢ ἕνα σύγχρονο ρομάντζο ἢ ἔστω κάποιο ἀπὸ τὰ « μορφωτικὰ » βιβλία ποὺ ἤδη στὸ ὕφος τους ἔχει ἀποτυπωθεῖ τὸ ἀηδιαστικὸ ἔμβλημα τῆς σύγχρονης παιδευτικῆς βαρβαρότητας».

Ὁ Νίτσε καταλήγει σὲ ὁρισμένα πρῶτα συμπεράσματα :
- ὅπως ἀκριβῶς στὴν ἀσκητικὴ ἡ ὑπακοὴ εἶναι τὸ πρῶτο στάδιο γιὰ τὴν θέαση τῆς ἀλήθειας, παρόμοια καὶ ἡ παιδεία προϋποθέτει τὴν αὐτοπειθαρχία, τὴν μαθητεία, τὴν ὑπακοὴ δίπλα στὸν στοχαστὴ. Ἀντίθετα θεωρεῖ τὴν κολακεία τοῦ νέου ὡς «ἕνα δεῖγμα ἐκβαρβάρωσης».- ἡ διεύρυνση τῆς παιδείας, ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ἐξειδίκευση ἢ τὴν φλύαρη πολυμάθεια,τὴν ἐκτρέπει ἀπὸ τὸν προορισμό της καὶ τὴν μεταβάλει σὲ ἕνα μέσο βιοπορισμοῦ ἢ ἀποκόμισης κέρδους. Βεβαίως σήμερα μποροῦμε νὰ ἰσχυριστοῦμε, ὅτι ὅσο κι ἂν ὁ Νίτσε τὸν περιφρονεῖ, ἕνας τέτοιος στόχος δὲν εἶναι διόλου ἀσήμαντος. Ὅμως ἡ παιδεία δὲν μπορεῖ νὰ χάνει τὴν σημασία της, οὔτε τὴν αὐταξία της. Μόνο ἔτσι θὰ μπορεῖ νὰ διαμορφώνει ἐλεύθερα πρόσωπα.

Ὁ Νίτσε ἀντιπαραθέτει τὴν Παιδεία, στὴν πολυμάθεια : «τὸ γυμνάσιο – λίγο μετὰ τὸ ἱστορικὸ ξεκίνημά του – ἔπαψε νὰ προσφέρει παιδεία καὶ προσφέρει μόνο πολυμάθεια, καὶ ἀκόμη ὅτι τώρα τελευταία παίρνει μία κατεύθυνση ὄχι καν πιὰ πρὸς τὴν πολυμάθεια ἀλλὰ πρὸς τὸν δημοσιογραφισμὸ». Ὡς ἔργο τοῦ δασκάλου καθορίζεται «τὸ νὰ καταλαβαίνει κανεὶς νὰ μεταχειρίζεται τὸ ζωντανὸ ὡς κάτι ζωντανό». Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη καὶ γλώσσα ὑμνεῖται πολλαπλὰ καὶ θεωρεῖται ὡς ἀναγκαῖο στάδιο γιὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴν βαρβαρότητα, καὶ «ὡς ἐπιθετικότητα ἡ ὁποία ἐκφράζεται μὲ ἀκατάπαυτη πάλη κατὰ τοῦ σύγχρονου κίβδηλου πολιτισμοῦ». Ἡ βαθιὰ γνώση της ὁρίζεται ὡς στόχος τοῦ γερμανικοῦ πνεύματος.


Ἡ σκέψη τοῦ Νίτσε θὰ λάβει στοιχεῖα ἐλιτισμοῦ – ἀριστοκρατικότητας, καθὼς ὁρίζεται ὡς στόχος τῆς Παιδείας, ὄχι «ἡ μόρφωση τῆς μάζας », ἀλλὰ «ἡ μόρφωση τῶν διαλεχτῶν ἀτόμων, αὐτῶν ποὺ ἔχουν τὴν ἁρματωσιὰ γιὰ ἔργα μεγάλα, προορισμένα νὰ διαρκέσουν. Τώρα πιὰ ξέρουμε ὅτι οἱ κατοπινὲς γενιὲς κρίνουν ἀκριβοδίκαια τὸ μορφωτικὸ ἐπίπεδο ἑνὸς λαοῦ μὲ ἀποκλειστικὸ κριτήριο τοὺς Μεγάλους, ἐκεῖνες τὶς ἡρωϊκὲς μορφὲς ποὺ προχωροῦν μοναχικὰ». Παρ’ ὅλα αὐτὰ θεωρεῖ εὔλογο καὶ ἀναγκαῖο ὁ λαὸς νὰ λαμβάνει τὴν καθολικὴ καὶ ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευση. Ὅμως ὡς Παιδεία, ποὺ ἔχει μεταφυσικὴ προέλευση καὶ πατρίδα, στὴν πιὸ στοχαστικὴ καὶ πιὸ βαθιὰ μορφὴ μπορεῖ νὰ κατακτήσουν αὐτοὶ ποὺ ὀνομάζει «Διαλεχτούς ». «Ἀλλὰ ἤδη τὸ γεγονὸς ὅτι προβάλλει, ὅτι βγαίνει ἀπὸ τὰ σπλάχνα ἑνὸς λαοῦ, ὅτι συνάμα εἶναι ἡ ἀντανάκλαση, ἡ ὁλοκληρωμένη πολύχρωμη εἰκόνα τῶν ἰδιαίτερων δυνάμεων τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, τὸ γεγονὸς ὅτι μὲ τὴν οὐσία τῆς ὕπαρξής του καὶ τὸ αἰώνιο ἔργο του μᾶς δίνει τὴ δυνατότητα νὰ δοῦμε ἕνα ὁμοίωμα τοῦ λαϊκοῦ πεπρωμένου στὴν πιὸ ὑψηλὴ ἔκφρασή του, ὅτι ἑνώνει ἔτσι τὸ λαό του μὲ τὸ Αἰώνιο καὶ τὸν λυτρώνει ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς χρονικότητας – ὅλα αὐτὰ τὰ κατορθώνει τὸ διαλεχτὸ ἄτομο μόνο ἐφόσον ὡριμάσει καὶ μεστώσει στὴ μητρικὴ ἀγκαλιὰ τῆς λαϊκῆς παιδείας». Κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ ἐλιτισμὸς ἀποθεώνεται, ἀλλὰ συγχρόνως ὑπερβαίνεται.

Ὁ Νίτσε ἐπανέρχεται στὶς ἐπιθέσεις στὸ Κράτος, ποὺ ὅμως τὶς συνδυάζει μὲ τὴν ἐπίθεση στὴν σκέψη ποὺ κατεξοχὴν τὸ δικαιώνει, στὴν φιλοσοφία ποὺ χαρακτηρίζει τὸ κράτος, ὡς τὸν «ἀπόλυτα ὁλοκληρωμένον ἠθικὸ ὀργανισμὸ », δηλαδὴ τὴν «ἐγελιανὴ φιλοσοφία»: «Πρόκειται γιὰ ἕνα καινούργιο καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρωτογενὲς φαινόμενο: Τὸ κράτος νὰ ἐμφανίζεται ὡς μυσταγωγὸς τοῦ πολιτισμοῦ. Καὶ ἐνῷ οὐσιαστικὰ ἐξυπηρετεῖ τοὺς δικούς του σκοποὺς, πειθαναγκάζει τοὺς ὑπηρέτες του νὰ παρουσιάζονται μπροστά του κρατώντας μόνο τὸ δαυλὸ τῆς γενικῆς κρατικῆς παιδείας, ποὺ στὸ ἄστατο φεγγοβόλημά του οἱ ὑπηρέτες αὐτοὶ θὰ ἀνακαλύψουν τὸ ἴδιο τὸ κράτος σὰν τὸν ὕψιστο στόχο, σὰν τὸ ἔπαθλο κάθε προσπάθειάς τους γιὰ παιδεία .Εἰδικὰ αὐτὸ τὸ φαινόμενο, θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς κάνει νὰ μείνουν ἄναυδοι, θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς θυμίσει λ.χ. τὴν ἀνάλογη τάση ποὺ ἐκδηλώθηκε στὸ χῶρο τῆς φιλοσοφίας καὶ, ὅπως σιγὰ σιγὰ ἔγινε ἀντιληπτὸ, ἀποσκοποῦσε στὴν ἐξυπηρέτηση τοῦ ἴδιου τοῦ κράτους. Ἐννοοῦμε τὴν ἐγελιανὴ φιλοσοφία. Καὶ δὲν εἶναι ἴσως ὑπερβολὴ, ἂν ὑποστηρίξουμε ὑποτάσσοντας ἡ Πρωσσία ὅλες τὶς μορφωτικὲς προσπάθειες στοὺς δικούς της στόχους πέτυχε νὰ προσοικειωθεῖ ἐκεῖνο τὸ κομμάτι τῆς ἐγελιανῆς φιλοσοφίας ποὺ ἐπιδέχεται πρακτικὴ ἀξιοποίηση .Ἔτσι λοιπὸν ἡ ἀποθέωση τοῦ κράτους, ἡ ἐγελιανὴ φιλοσοφία κορυφώνεται σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν καθυπόταξη »
Ἀντίθετα μὲ τὸ νεωτερικὸ κράτος, τὸ ἀρχαιοελληνικὸ «δὲν ἦταν φρουρὸς, ρυθμιστὴς, ἐπιτηρητὴς τοῦ πολιτισμοῦ του, ἀλλὰ ὁ ψυχωμένος, ὁ μπρατσωμένος σύντροφος καὶ συναγωνιστὴς ποὺ βγαίνει μὲ τὰ ἅρματα στὴ μάχη γιὰ νὰ ἀνοίξει μέσα ἀπὸ τὴν κακοτράχαλη πραγματικότητα τὸ δρόμο στὸν Διαλεχτὸ, τὸν εὐγενικὸ, τὸν οὐράνιο φίλο του, καὶ ποὺ γιὰ τοῦτο δρέπει ὕστερα τὸ θαυμασμὸ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του».

Ὁ Νίτσε τελικά μᾶς δίνει μία εἰκόνα τῆς παιδευτικῆς διαδικασίας στὴν ἰδανική της μορφή : «Ἂν θέλετε νὰ βάλετε κάποιον νέο στὸ σωστὸ μονοπάτι τῆς παιδείας, προσέξτε νὰ μὴ τοῦ ταράξετε τὴν ἁπλοϊκὴ, τὴ γεμάτη ἐμπιστοσύνη καὶ ταυτόχρονα προσωπικὴ, ἄμεση σχέση του μὲ τὴ φύση. Σ’ αὐτὸν τὸ νέο πρέπει τὸ δάσος καὶ ὁ βράχος, ἡ θύελλα, τὸ ἁρπαχτικὸ πουλὶ, τὸ κάθε λουλούδι, ἡ πεταλούδα, τὸ λιβάδι, ἡ βουνοπλαγιὰ νὰ τοῦ μιλᾶνε στὴ γλώσσα τους .Πρέπει νὰ ξαναβλέπει σ’ αὐτὰ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του σὰν σὲ ἀναρίθμητους κατοπτρισμοὺς καὶ ἀντιφεγγίσματα, σὲ μία δίνη ἀπὸ ρευστὲς ἐκφάνσεις. Ἔτσι, στὴ μεγάλη ἀλληγορία τῆς φύσης θὰ διαισθανθεῖ, ἀσύνειδα, τὴ μεταφυσικὴ ἑνότητα ὅλων τῶν ὄντων καὶ ταυτόχρονα θὰ «ἀκουμπήσει» κι ὁ ἴδιος στὴν ἀκατάλυτη συνέχεια καὶ στὴν ἀναγκαιότητά τους. Πόσοι ὅμως νέοι ἄνθρωποι μπόρεσαν κι ἀνδρώθηκαν ἔχοντας τόσο ἄμεση, σχεδὸν προσωπικὴ σχέση μὲ τὴ φύση; Οἱ ὑπόλοιποι ὑποχρεώνονται πολὺ νωρὶς νὰ μάθουν μία ἄλλη ἀλήθεια : πώς νὰ ὑποδουλώνουν τὴ φύση. Ἐδῶ εἶναι ποὺ ἐκείνη ἡ ἁπλοϊκὴ μεταφυσικὴ χάνεται ἐντελῶς ».
Ἡ ἀνάδυση καὶ ἡ κυριαρχία τῆς ἀστικῆς κοινωνίας ἀναγκαῖα συμπορεύτηκε μὲ ἕνα κράτος, ποὺ τὴν προστάτευε καὶ τὴν ἀναπαρήγαγε καὶ ποὺ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις βρῆκε στὴν ἐγελιανὴ φιλοσοφία ἕνα σπουδαῖο ἀπολογητὴ, ἐνῷ ἀντιμετώπισε τὴν φύση ὡς ἀντικείμενο ἔρευνας καὶ στὴν συνέχεια ἐκμετάλλευσης καὶ ἀποκόμισης κερδῶν. Σ’ αὐτὴν τῆς, τὴν δραστηριότητα, δικαιώθηκε ἀπὸ τὶς διάφορες ἰδεολογίες τῆς «προόδου». Ἀνάμεσα σὲ αὐτὲς ὑπῆρξε ὁ μαρξισμὸς, ποὺ σὲ αὐτὸ, ὅπως καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα ἀκολούθησε κατὰ πόδας τὴν ἀστικὴ ἰδεολογία.

Στὸ «Ἀνθρώπινο πολὺ Ἀνθρώπινο», ὁ Νίτσε, ὑποστηρίζει ὅτι ὁ πλοῦτος δίχως πνεῦμα εἶναι δημόσιος κίνδυνος .Ἡ ἀνόητη χρήση του προκαλεῖ τὴν μῆνιν καὶ τὴν ὀργὴ τῶν μὴ ἐχόντων : «Μόνο ἐκεῖνος ποὺ ἔχει πνεῦμα, θὰ ἔπρεπε νὰ κατέχει ἀγαθὰ. Διαφορετικὰ ἡ περιουσία εἶναι ἕνας δημόσιος κίνδυνος .Γιατί, αὐτὸς ποὺ τὴν κατέχει, ὅταν δὲν ξέρει πῶς νὰ χρησιμοποιήσει τὶς εὐκαιρίες ποὺ τοῦ δίνει ἡ τύχη, θὰ συνεχίζει πάντα, νὰ θέλει νὰ ἀποκτᾶ ἀγαθὰ : αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία θὰ εἶναι ἡ ψυχαγωγία του, τὸ πολεμικό του τέχνασμα ἐνάντια στὸν ἐχθρό. Εἶναι ἔτσι ποὺ ἡ μετριοπαθὴς ἄνεση ἡ ὁποία θὰ ἦταν ἀρκετὴ γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ πνεύματος, μεταμορφώνεται σὲ ἀληθινὸ πλοῦτο, ἀπατηλὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς πνευματικῆς φτώχιας .Ὡστόσο, ὁ πλοῦτος ἐμφανίζεται τελείως διαφορετικὰ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ περιμένει ἡ ἄθλια προέλευσή του, ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ πάρει τὴ μάσκα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς τέχνης :μπορεῖ νὰ ἀγοράσει αὐτὴ τὴ μάσκα .Μὲ αὐτὸ, προκαλεῖ τὴ ζήλια τῶν πιὸ φτωχῶν καὶ τῶν ἀγράμματων ποὺ ζηλεύουν, γενικὰ, πάντα, τὴ μόρφωση καὶ ποὺ δὲν βλέπουν παρὰ αὐτὸ ποὺ δὲν εἶναι παρὰ μία μάσκα – καὶ ἑτοιμάζεται, ἔτσι, λίγο – λίγο,μία κοινωνικὴ ἀναταραχὴ: γιατί ἡ κτηνωδία κάτω ἀπὸ ἕνα λοῦστρο πολυτέλειας, ἡ καυχησιολογία τοῦ ὑποκριτῆ μὲ τὴν ὁποία ὁ πλούσιος ἐπιδεικνύει τὶς «ἀπολαύσεις τοῦ πολιτισμένου», προκαλοῦν στὸν φτωχὸ τὴν ἰδέα ὅτι «μόνο τὸ χρῆμα ἀξίζει», - ἐνῷ στὴν πραγματικότητα, ἂν τὸ χρῆμα ἀξίζει κάτι, τὸ πνεῦμα ἀξίζει πολὺ περισσότερα ».
Ὁ Νίτσε νιώθει τὸ ἴδια ἐχθρικὰ τόσο πρὸς τοὺς ἀστοὺς, ὅσο καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπάλους τους, καθότι ἀποτελοῦν κοινωνικὲς καταστάσεις, μὲ τὰ ἴδια τελικῶς χαρακτηριστικὰ καὶ τὴν ἴδια «ποιότητα ». Ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο ξεκινοῦν οἱ ἀδυναμίες τῶν ἀστῶν νὰ ἀντιπαρατεθοῦν στοὺς ὑποτιθέμενους ἀντιπάλους τους: «Ἐμπρὸς, πλούσιοι ἀστοὶ ποὺ ἀποκαλεῖσθε «φιλελεύθεροι », ὁμολογῆστε το στοὺς ἑαυτούς σας, εἶναι τὸ ἴδιο σας τὸ αἴσθημα ποὺ βρίσκετε τόσο τρομερὸ καὶ τόσο ἀπειλητικὸ στοὺς σοσιαλιστὲς ἀλλὰ στὴν ἴδια σας τὴν καρδιὰ ποὺ παρέχετε μία ἀναγκαία θέση, σὰ νὰ μὴν ἦταν τὸ ἴδιο πράγμα. Ἂν δὲν εἴχατε, ἔτσι ὅπως εἶστε, τὴν περιουσία σας καὶ τὴν ἔννοια τῆς διατήρησής της, αὐτὸ τὸ αἴσθημα θὰ σᾶς ἔκανε ὅμοιο μὲ τοὺς σοσιαλιστὲς; Μόνο ἡ περιουσία κάνει τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα σὲ σᾶς καὶ σ’ αὐτούς. Κατ’ ἀρχὴν, πρέπει νὰ νικήσετε τοὺς ἑαυτοὺς σας, ἂν θέλετε νὰ θριαμβεύσετε μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο, πάνω στοὺς ἐχθρούς της καλοπέρασής σας. Ἂν, τουλάχιστον, αὐτὴ ἡ καλοπέραση ἀνταποκρινόταν σὲ μία ἀληθινὴ εὐημερία !Θὰ ἦταν λιγότερο ἐξωτερικὴ καὶ θὰ προκαλοῦσε λιγότερο φθόνο, θὰ εἶχε περισσότερο εὐμένεια, περισσότερη φροντίδα γιὰ τὴν ἐντιμότητα καὶ θὰ ἦταν περισσότερο ὠφέλιμη. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ψεύτικο καὶ κωμικὸ στὴ χαρά σας, ποὺ προέρχεται κυρίως, ἀπὸ ἕνα αἴσθημα ἀντίθεσης ( μὲ ἄλλους ποὺ δὲν ἔχουν αὐτὴ τὴ χαρὰ νὰ ζοῦν καὶ ποὺ σᾶς φθονοῦν ) ποὺ μὲ μία ὁρισμένη πληρότητα δύναμης καὶ ἀνωτερότητας – οἱ ἀπαιτήσεις τοῦ διαμερίσματος σας, τὰ ροῦχα σας, τὰ ἐφόδια σας, τὰ μαγαζιὰ σας, οἱ ἀνάγκες τοῦ στόματος καὶ τοῦ τραπεζιοῦ, οἱ θορυβώδεις ἐνθουσιασμοί σας γιὰ τὴ συναυλία καὶ τὴν ὄπερα καὶ τέλος, οἱ καλοφτιαγμένες καὶ καλοντυμένες γυναῖκες σας ἀλλὰ ποὺ εἶναι ἀπὸ κακὸ μέταλλο, ἐπιχρυσωμένες ἀλλὰ χωρὶς τὸν ἦχο τοῦ χρυσοῦ, διαλεγμένες ἀπὸ ἐσᾶς, γιὰ νὰ παρελαύνετε μαζί τους, φερόμενες οἱ ἴδιες ὡς κομμάτια ἐπίδειξης .Ἐσεῖς εἶστε οἱ δηλητηριασμένοι προπαγανδιστὲς αὐτῆς τῆς ἀσθένειας τοῦ λαοῦ, ποὺ μὲ τὴ μορφὴ τῆς σοσιαλιστικῆς ψώρας, ἐξαπλώνεται τώρα, ἀνάμεσα στὶς μάζες, μὲ μία ὁλοένα καὶ μεγαλύτερη ταχύτητα ἀλλὰ ποὺ εἶχε σὲ σᾶς, τὴν πρώτη ἕδρα καὶ τὴν πρώτη ἑστία ἐκκόλαψης .Καὶ ποιὸς, λοιπὸν, θὰ ἦταν ἀκόμη, ἱκανὸς νὰ σταματήσει αὐτὴ τὴν πανούκλα; ».
Οἱ ἀστοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν δημιουργία καὶ τὴν διάδοση τῆς θρησκείας, ποὺ δοξάζει τὸ Χρῆμα ὡς τὸν ὑπέρτατο Θεό. Σὲ αὐτὴν τὴν θεότητα θὰ προσέλθουν, ὡς νέοι προσήλυτοι οἱ σοσιαλιστές. Οἱ στράτευση στὰ κόμματα τοὺς δημιουργεῖ νέες σκλαβιὲς, νέες ὑποδουλώσεις: «Οἱ τυμπανοκρουσίες μὲ τὶς ὁποῖες νέοι συγγραφεῖς μπαίνουν στὴν ὑπηρεσία ἑνὸς κόμματος, μοιάζουν γιὰ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἀνήκει στὸ κόμμα, μὲ μία κλαγγὴ ἀπὸ ἁλυσίδες καὶ προκαλοῦν περισσότερο τὴ συμπόνια παρὰ τὸν θαυμασμό».
Ὁ ἀστισμὸς παράγει τὸν σοσιαλισμὸ, γιὰ τὸν Νίτσε, ἰδίας φύσεως καὶ ποιότητας μεγέθη. Παρ’ ὅτι ἐκπροσώπησαν ἐνάντιες κοινωνικὲς δυνάμεις, ἱστορικὰ τελικῶς θὰ συναντηθοῦν στὸ πεδίο τῆς μαζικοδημοκρατίας. Ἡ σοσιαλδημοκρατία ἀποτελεῖ τὴν ἀνιαρὴ ὄψη ἑνὸς ἀνίερου κόσμου. Ὁ Λένιν, ἀπαιτώντας ἀπὸ τοὺς ἐργάτες νὰ γίνουν κυρίαρχοι, συνετέλεσε στὸ νὰ ἀποβάλουν τὸ αἴσθημα μνησικακίας, νὰ στήσουν νέες ἱεραρχίες καὶ νὰ μυηθοῦν στὴν «ἠθικὴ τῶν κυρίων», δηλαδὴ στὴν βούληση γιὰ ἰσχύ. Μὲ μία ὅμως σημαντικὴ διαφορὰ τὸ πρωτοπόρο κόμμα καὶ ἡ «δικτατορία τοῦ προλεταριάτου», παρεῖχε τὰ νέα ἀφεντικὰ, τοὺς νέους κύριους, ποὺ κυριάρχησαν πάνω στοὺς ἐργάτες.

Βεβαίως ὁ Νίτσε ξεκινώντας ἀπὸ μία ἄλλη ἀφετηρία, διατυπώνει μία ἐξ’ ἴσου μὲ τὸν μαρξισμὸ καὶ τὸν χριστιανισμὸ ἀποθεμελιωτικὴ κριτικὴ τῆς κοινωνίας τοῦ χρήματος : «Ἡ περιουσία σκλαβώνει. Δὲν εἶναι παρὰ ὡς ἕνα ὁρισμένο βαθμὸ ποὺ ἡ περιουσία κάνει τὸν ἄνθρωπο πιὸ ἀνεξάρτητο καὶ πιὸ ἐλεύθερο .Ἕνα σκαλοπάτι παραπάνω καὶ ἡ περιουσία γίνεται ὁ ἀφέντης, ὁ ἰδιοκτήτης ὁ σκλάβος: ἀπὸ τότε, θὰ πρέπει νὰ τῆς θυσιάσει τὸν χρόνο του, τὴ σκέψη του καὶ νὰ αἰσθάνεται ὑποχρεωμένος γιὰ ὁρισμένες συναναστροφὲς, συνδεδεμένες μὲ ἕνα τόπο, ἐνσωματωμένος μὲ ἕνα κράτος – ὅλα αὐτὰ μποροῦν νὰ εἶναι ἀντίθετα στὶς βαθιὲς καὶ οὐσιώδεις ἀνάγκες του»


Ἡ κριτικὴ ἐπεκτείνεται στὴν μηχανὴ καὶ στὸν «μηχανικὸ» τρόπο τῆς ἐργασίας: «Ἡ μηχανὴ ποὺ ἔχει παραχθεῖ, ἀκριβῶς, ἀπὸ τὴν ὑψηλότερη διανοητικὴ ἱκανότητα, δὲν θέτει σὲ κίνηση, στὰ ἄτομα ποὺ τὴ χειρίζονται, παρὰ τὶς κατώτερες καὶ ἀστόχαστες δυνάμεις. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ λειτουργία της ἀποδεσμεύει μία ποσότητα δυνάμεων ποὺ, διαφορετικὰ, θὰ παρέμεινε κοιμισμένη. Ἀλλὰ δὲν παρακινεῖ στὴν ἐξύψωση, στὸ νὰ γίνεις καλύτερος, νὰ γίνεις καλλιτέχνης. Καθιστᾶ δραστήριο καὶ ὁμοιόμορφο, ἀλλὰ αὐτὸ προξενεῖ ἕνα ἀντίθετο ἀποτέλεσμα: μία ἀπεγνωσμένη πλήξη κυριεύει τὴν ψυχὴ ποὺ μαθαίνει νὰ ἀναπνέει μὲ τὴ μηχανὴ, μὲ μία ἄπρακτη κίνηση.»
Ὁ Νίτσε θέλει νὰ διοχετεύσει ὁρισμένα συναισθήματα, ὅπως ἡ ματαιοδοξία καὶ ὁ ἐγωϊσμὸς σὲ ἕνα δρόμο ἀποκλειστικὰ πνευματικὸ καὶ αἰσθητικὸ. Γιὰ αὐτὸ εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀναγνωρίσει τὴν σημασία τῆς μικρῆς περιουσίας – ποὺ ἐξασφαλίζει στὸν κάτοχό της ἕναν ἀέρα ἀνεξαρτησίας -, ἀλλὰ ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποκλείσει κάθε δυνατότητα στὴν συγκέντρωση πλούτου καὶ περιουσίας : «Γιὰ νὰ ἔχουν, στὸ μέλλον, περισσότερη ἐμπιστοσύνη στὴν ἰδιοκτησία καὶ νὰ γίνει αὐτὴ πιὸ ἠθικὴ, πρέπει νὰ ἀνοίξεις ὅλους τούς τρόπους ἐργασίας ποὺ ὁδηγοῦν στὴ μικρὴ περιουσία ἀλλὰ νὰ ἐμποδίσεις τὸν εὔκολο καὶ ξαφνικὸ πλουτισμὸ. Θὰ ἔπρεπε νὰ βγάλεις τὰ χέρια ἀπ’ ὅλους τους κλάδους τῆς μεταφορᾶς καὶ τοῦ ἐμπορίου ποὺ εὐνοοῦν τὴ συγκέντρωση τῶν μεγάλων περιουσιῶν. Πρὶν ἀπ’ ὅλα, λοιπόν, τὸ ἐμπόριο τοῦ χρήματος – καὶ νὰ θεωρήσεις αὐτοὺς ποὺ κατέχουν πολλὰ. πλάσματα ἐπικίνδυνα γιὰ τὴ δημόσια ἀσφάλεια, ἀκριβῶς ὅπως ἐκείνους ποὺ δὲν διαθέτουν τίποτα ».

Ὁ Νίτσε ἐπαναλαμβάνει τὴν ἀρνητικὴ διάσταση τῆς ἐκμετάλλευσης τῆς ἐργασίας καὶ πῶς αὐτὴ πολλαπλασιάζεται μὲ τὴν χρήση τῶν μηχανῶν: «Ἡ ἐκμετάλλευση τῆς ἐργασίας ἦταν, ὅπως ἀντιλαμβανόμαστε σήμερα, μία ἀνοησία, ἕνα πέταγμα στὴ ζημιὰ τοῦ μέλλοντος, ἕνας κίνδυνος γιὰ τὴν κοινωνία .Τώρα ἔχουμε, ἤδη, φτάσει σχεδὸν στὸν πόλεμο : καὶ σὲ κάθε περίπτωση, τὰ ἀπαραίτητα ἔξοδα γιὰ νὰ διατηρηθεῖ ἡ εἰρήνη, γιὰ νὰ συνάψουμε συνθῆκες καὶ γιὰ νὰ ἐμπνεύσουμε ἐμπιστοσύνη, θὰ εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀνεβασμένα, ἐφόσον ἡ ἀνοησία τῶν ἐκμεταλλευτῶν θὰ εἶναι τόσο μεγάλη καὶ τόσο διαρκής ». Ὁ λόγος θυμίζει πάρα πολὺ τὶς σκέψεις τοῦ Μὰρξ στὰ «Χειρόγραφά τοῦ 44». Ἡ μηχανὴ ὅπως γράφει ταπεινώνει, ἰσοπεδώνει, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰ πράγματα της ἀξία τοῦ προσώπου, μεταβάλει τελικὰ τὰ πρόσωπα σὲ πράγματα, σὲ ἀντικείμενα. Ἡ τεχνικὴ διατηρεῖ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν τέχνη .Οἱ μηχανὲς εἶναι γιὰ τοὺς ἐργάτες ἕνας ἀργὸς καθημερινὸς θάνατος τῆς ὕπαρξής τους. Ἡ κριτικὴ στὴν μηχανοκρατία μπορεῖ νὰ λάβει τὴν μορφὴ ρομαντικῆς ἐξέγερσης κατὰ τοῦ νεωτερικοῦ πολιτισμοῦ, ἢ νὰ περιοριστεῖ στὴν διαπίστωση τῆς πραγματικῆς θέσης τοῦ ἐργάτη : «Ἡ μηχανὴ εἶναι ἀπρόσωπη, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν ἐργασία τὴν περηφάνια της, τὴν ποιότητα καὶ τὶς ἐλλείψεις της ποὺ εἶναι τὸ προσωπικὸ γνώρισμα κάθε ἐργασίας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει δημιουργηθεῖ γιὰ τὴ μηχανὴ – ἄρα, ἕνα τμῆμα τῆς ἀνθρωπότητας. Ἄλλοτε, κάθε ἀγορὰ ἀπὸ τοὺς τεχνίτες ἦταν μία διάκριση, ἀποδιδόμενη σ’ ἕνα πρόσωπο, ἡ σφραγίδα τοῦ ὁποίου θὰ περιέβαλε τὸν ἀγοραστὴ: ἔτσι ποὺ τὰ συνηθισμένα ἀντικείμενα καὶ ροῦχα γίνονταν ἕνα εἶδος συμβόλων ἀμοιβαίας ἐκτίμησης καὶ προσωπικῆς σχέσης, ἐνῷ σήμερα, μοιάζουμε νὰ ζοῦμε σὲ μία ἀνώνυμη καὶ ἀπρόσωπη σκλαβιὰ. Δὲν πρέπει νὰ ἀγοράζουμε πολὺ ἀκριβὰ τὴν ἐλάφρυνση τῆς ἐργασίας ».
Ὁ Νίτσε βλέπει στὴν σύγχρονη δημοκρατία ὡς «τὴν ἱστορικὴ μορφὴ τῆς παρακμῆς τοῦ κράτους». Ἂν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἦταν πρόωρο θὰ ἔβλεπε μία θετικὴ διάσταση. Ὅπως ἀρκετὰ μακρινὸ φαίνεται νὰ δημιουργηθεῖ ἕνα ἑνιαῖο ἔθνος στὴν θέση τῶν σημερινῶν.

Προφητικὲς εἶναι οἱ διαπιστώσεις του γιὰ τὴν ἐξέλιξη τοῦ σοσιαλισμοῦ. Τὸν θεωρεῖ ὡς τὸν «φανταστικὸ δευτερότοκο ἀδελφό του ψυχορραγοῦντος δεσποτισμοῦ, τὴν κληρονομιὰ τοῦ ὁποίου θέλει νὰ συλλέξει .Οἱ προσπάθειες του εἶναι λοιπὸν, μὲ τὴ βαθύτερη ἔννοια, ἀντιδραστικὲς. Γιατί ἐπιθυμεῖ μία πληρότητα δύναμης τοῦ κράτους, τέτοια ποὺ ποτὲ δὲν εἶχε ὁ δεσποτισμὸς, ἀκόμη καὶ ἂν ὑπερβαίνει ὅλα ὅσα δείχνει τὸ παρελθὸν, ἐπειδὴ ἐργάζεται γιὰ τὴν τυπικὴ ἐκμηδένιση τοῦ ἀτόμου». Σὰν νὰ βλέπει τὴν ἐφιαλτικὴ ἐξέλιξη τοῦ σταλινισμοῦ, προβλέπει τὴν «πλήρη καθυπόταξη ὅλων τῶν πολιτῶν τοῦ κράτους, τέτοια ποὺ δὲν ἔχει ὑπάρξει ποτὲ στὸ παρελθὸν». Καθ’ ὅτι πλέον ἡ θρησκεία δὲν θὰ χρησιμοποιεῖται πλέον γιὰ νὰ ὀργανώνεται ἡ κρατικὴ συναίνεση, χρειάζεται μία νέα κυριαρχία ποὺ θὰ στηρίζεται πάνω στὸν τρόμο καὶ στὴν ἐξάλειψη κάθε πνευματικότητας. Ἕνα θετικὸ βλέπει σὲ ὅλα αὐτά. Ὁ σοσιαλιστικὸς δεσποτισμὸς θὰ προκαλέσει μία γενικὴ ἄρνηση τοῦ κράτους : «Ὁ σοσιαλισμὸς μπορεῖ νὰ χρησιμεύσει γιὰ νὰ διδάξει μὲ τρόπο κτηνώδη καὶ χτυπητὸ, τὸν κίνδυνο ὅλων τῶν συσσωρεύσεων δύναμης μέσα στὸ κράτος καὶ μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, νὰ ὑπαινιχθεῖ μία δυσπιστία ἐναντίον τοῦ ἴδιου τοῦ κράτους. Ὅταν ἡ τραχιά του φωνὴ ἀναμιχθεῖ μὲ τὴν κραυγὴ τοῦ πολέμου : «Ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο κράτος», αὐτὴ ἡ κραυγὴ θὰ γίνει, ἀρχικὰ, πιὸ θορυβώδης παρὰ ποτὲ:ἀλλὰ σὲ λίγο, θὰ ξεσπάσει μὲ ὄχι λιγότερη δύναμη, ἡ ἀντίθετη κραυγή : «Ὅσο τὸ δυνατὸν λιγότερο κράτος».
Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖο του βιβλία τὸ «Ἴδε ὁ Ἄνθρωπος », ὁ Νίτσε, κάνει μία ἀναδρομὴ στὰ προηγούμενα ἔργα του, καὶ βρίσκει τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπανέλθει στὶς ἀπόψεις ποὺ εἶχε ὑποστηρίξει στοὺς «Ἀνεπίκαιρους Στοχασμοὺς» γιὰ τὴν ἀρνητικὲς ὄψεις τῆς ἐπιστήμης, τὴν ἀπρόσωπη ἐργασία τοῦ τεχνίτη. Ἐπισημαίνει ὅτι γιὰ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡ ἐποχὴ του εἶναι ἄρρωστη καὶ σὲ ἀποσύνθεση. Στὸ ἴδιο ἔργο θὰ βρεῖ τὴν εὐκαιρία νὰ καταδικάσει τὸν γερμανικὸ ἐθνικισμὸ καὶ νὰ σημειώσει τὴν συμπάθειά του γιὰ τοὺς Ἑβραίους: «Οἱ Γερμανοὶ δὲν ἔχουν καμιὰ ἰδέα τοῦ πόσο εἶναι χυδαῖοι, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ὑπερθετικό τῆς χυδαιότητας, δὲν ντρέπονται καν ποὺ δὲν εἶναι παρὰ Γερμανοί…Τοῦ κάκου ζήτησα μίαν ἀπόδειξη τάκτ, λεπτότητας ἀπέναντί μου.Τὴν βρῆκα σὲ Ἑβραίους, ποτὲ σὲ Γερμανούς». Τέτοιου εἴδους ἀπόψεις παρουσιάζουν μία ἀξιοσημείωτη ἀντοχὴ στὸ ἔργο τοῦ Νίτσε. Παρόμοια καὶ χωρὶς διακυμάνσεις, εἶναι ἡ ἀγωνία γιὰ τὴν φύση : «Ὕβρις εἶναι σήμερα ὁλόκληρη ἡ στάση μας ἀπέναντί τῆς φύσης, ἡ καταδυνάστευσή μας τῆς φύσης μὲ τὴ βοήθεια τῶν μηχανῶν καὶ μὲ τὴν τόσο ἀπερίσκεπτη ἐφευρετικότητα τῶν τεχνικῶν καὶ τῶν μηχανικῶν».
Ἡ ἐπίθεση στὴν κοινωνία τοῦ χρήματος καὶ στὸ κράτος ἁπλώνεται στὰ γραφτὰ κάθε περιόδου τοῦ Νίτσε. Στὴν ΑΥΓΗ θὰ γράψει : «Ἡ ἐποχὴ μας, ὅσο κι ἂν μιλάει γιὰ οἰκονομία, εἶναι σπάταλη:σπαταλάει τὸ πιὸ πολύτιμο πράγμα, τὸ πνεῦμα ». Στὸ τελευταῖο του βιβλίο στὴ «Θέληση γιὰ δύναμη» γράφει: «οἱ «πλούσιοί» μας εἶναι οἱ φτωχότεροι ὅλων! Ὁ ἀληθινὸς σκοπὸς κάθε πλούτου εἶναι ἡ λήθη».

Ὁ Νίτσε δὲν συμμερίζεται τὴν αἰσιόδοξη ἀνθρωπολογικὴ ἄποψη γιὰ τὴν «καλὴ ρίζα τοῦ ἀνθρώπου», ποὺ διαφθείρει ἡ κοινωνία. Γι’ αὐτὸ δὲν ἀποδέχεται τὴν δυνατότητα γιὰ τὴν ὁριστικὴ διευθέτηση τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων. Ἕνας ἐπίγειος παράδεισος δὲν εἶναι μόνο ἀνέφικτος, ἀλλὰ καὶ ἀντίθετος στὴν ἰδιοσυγκρασία του. Ἡ προσμονὴ μίας οὐτοπικὰ τέλειας κοινωνίας ἢ εἶναι ἐσχατολογικῆς προέλευσης ἢ ἀποτελεῖ ἕναν ἰδεαλισμὸ ποὺ, ἀντὶ νὰ περπατᾶ μὲ τὸ κεφάλι κάτω, περπατάει μὲ τὰ πόδια (καθὼς ἔλεγε ὁ Μὰρξ γιὰ τὸν Χέγκελ). Ὁ Πλάτων καὶ οἱ σοσιαλιστὲς (τῆς ἐποχῆς τοῦ Νίτσε βέβαια ) λανθασμένα ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ ἐξάλειψη τῆς ἰδιοκτησίας θὰ καταργήσει συγχρόνως τὴν ματαιοδοξία καὶ τὸν ἐγωϊσμὸ .Καθὼς γράφει, αὐτὴ ἡ «βασικὴ καὶ οὐτοπικὴ μελωδία τοῦ Πλάτωνα, ποὺ οἱ σοσιαλιστὲς ἐξακολουθοῦν πάντα νὰ τραγουδοῦν, βασίζεται σὲ μία ἀτελῆ γνώση τοῦ ἀνθρώπου: ἀγνοοῦσε τὴν ἱστορία τῶν ἠθικῶν αἰσθημάτων, τοῦ ἔλειπε ἡ διορατικότητα πάνω στὴν προέλευση τῶν παλιῶν ἰδιοτήτων τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς »

Ὁ Νίτσε ἀντιπροσωπεύει ἕνα φωτεινὸ πνεῦμα ἀντίστασης, ποὺ δὲν χάθηκε σὲ ὁποιοδήποτε μονοπάτι ἐσχατολογίας ἢ τέλους τῆς ἱστορίας. Ὁ σκεπτικισμὸς εἶναι ἡ μέθοδος ποὺ ταιριάζει στὸ ὕφος καὶ στὴν ἰδιοσυγκρασία του: «Ἕνα πνεῦμα ποὺ ζητάει μεγάλα πράγματα, ποὺ ζητάει ἐπίσης τὰ μέσα γιὰ νὰ φτάσει σ’ αὐτὰ, εἶναι κατ’ ἀνάγκη ἕνας σκεπτικιστὴς .Ἡ ἐλευθερία ἀπ’ ὅλα τὰ εἴδη πεποιθήσεων, ἡ ἱκανότητα νὰ βλέπεις ἐλεύθερα, ἀποτελεῖ μέρος τῆς δύναμης …Ἡ πεποίθηση ὡς μέσο: Τὸ μεγάλο πάθος χρειάζεται καὶ χρησιμοποιεῖ τὶς πεποιθήσεις, ἀλλὰ δὲν ὑποτάσσεται σ’ αὐτὲς – νιώθει ἀνώτερο ἀπ’ αὐτές. Ἀντίθετα, ἡ ἀνάγκη γιὰ πίστη, γιὰ κάποιο εἶδος ἀνεπιφύλακτου Ναὶ ἢ Ὄχι, αὐτὸς ὁ Καρλαϋσμὸς, ἄν μοῦ ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφραση, εἶναι μία ἀνάγκη ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὴν ἀδυναμία». Γι’ αὐτὸ εἶναι κατανοητὸ, ὁ Νίτσε, νὰ ἀντιτίθεται ὄχι μόνο σὲ κάθε θρησκεία καὶ πίστη, ἀλλὰ καὶ στὸν ἀστισμὸ, στὴν δημοκρατία, στὸν σοσιαλισμὸ, στὸ κράτος, στὴν ἐξουσία, στὸν γερμανισμό, στὸν ἐθνικισμὸ, στὸν ἀναρχισμὸ, στὸν ἀντισημιτισμὸ .

Παρόλα αὐτὰ στὸ τελευταῖο καὶ πιὸ ἀμφιλεγόμενο βιβλίο, τὴν «Θέληση γιὰ Δύναμη» προβλέπει πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκολούθησαν, ἐνῷ ἀναδύεται ἀρκετὰ θολὰ καὶ ἀσαφὲς ἕνα πολιτικὸ δέον. Διέβλεψε ὅτι «ἀνάλωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ἀνθρωπότητας γίνεται ὁλοένα καὶ πιὸ οἰκονομική». Ὁ ἄνθρωπος μικραίνει, μειώνει, ἐμφανίζεται «ἡ προσαρμογὴ, ἡ ἰσοπέδωση, ὁ ἀνώτερος κινεζισμὸς, ἡ μετριοπάθεια στὰ ἔνστικτα », ἐνῷ ἡ γῆ «ἀποκτᾶ κοινὴ οἰκονομικὴ διαχείριση» καὶ μεταβάλλεται σὲ «μηχανὴ στὴν ὑπηρεσία τῆς οἰκονομίας αὐτῆς». Συγχρόνως ὁ Εὐρωπαῖος γίνεται «τὸ πιὸ ἔξυπνο δουλικὸ ζῶο, πολὺ ἐργατικὸ, κατὰ βάθος πολὺ μετριοπαθὲς, περίεργο μέχρι ὑπερβολῆς, πολυειδὲς, ἀβροδίαιτο, μὲ ἀδύναμη θέληση – ἕνα κοσμοπολίτικο χάος αἰσθημάτων καὶ νοῦ».
Οἱ ἐργάτες μεταβάλλονται σὲ στρατιῶτες : «Οἱ ἐργάτες πρέπει νὰ μάθουν νὰ αἰσθάνονται σὰν στρατιῶτες. Μία ἀμοιβὴ, ἕνα εἰσόδημα, ἀλλὰ ὄχι πληρωμή! Καμιὰ σχέση μεταξὺ πληρωμῆς καὶ ἀπόδοσης! Ἀλλὰ τὸ ἄτομο, τὸ καθένα ἀνάλογα μὲ τὸ εἶδος του, πρέπει νὰ τοποθετεῖται ἔτσι ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ἀποδώσει τὸ ὕψιστο ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποδώσει. Οἱ ἐργάτες θὰ ζοῦν μία μέρα ὅπως οἱ ἀστοὶ σήμερα – ἀλλὰ πάνω ἀπ’ αὐτούς, διακρινόμενοι ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ἀναγκῶν τους, ἡ ἀνώτερη κάστα : δηλαδὴ πιὸ φτωχοὶ καὶ πιὸ ἁπλοὶ, ἀλλὰ κάτοχοί τῆς δύναμης ».

Ὁ Νίτσε ἀφοῦ προηγουμένως ἀποθεμελίωσε ὅλα τὰ ὑπάρχοντα πολιτικὰ συστήματα, διαλέγει ὡς τὴν δική του οὐτοπία μία πνευματικὴ ἀριστοκρατία, ποὺ θὰ ζεῖ ἀσκητικὰ καὶ μὲ ἐλάχιστα ἀγαθά. Ἀπέναντι στὴν τάση τοῦ ἐκδημοκρατισμοῦ καὶ τῶν ἴσων δικαιωμάτων, ποὺ κάνει «τὸ ἀγελαῖο ζῶο κύριο», αὐτὸς κατέχεται ἀπὸ τὸ πάθος τῆς ἀπόστασης. Στοχεύει σὲ νέες ἱεραρχίες ποὺ δὲν εἶναι ὅμως οὔτε οἱ ἱεραρχίες τοῦ χρήματος, οὔτε ἱεραρχίες ποὺ ἀποθεώνουν τὸ κράτος. Πρόκειται βέβαια γιὰ μία δική του ἐπιθυμία, ποὺ δὲν ἔχει ἐλπίδα νὰ γίνει μέρος τῆς πραγματικότητας διότι προϋποθέτει μία βαθύτατη ἀνατροπὴ, ποὺ θὰ ἔχει γίνει πρῶτα στὴν συνείδηση τῶν ἀνθρώπων καὶ θὰ ἔχει τέτοια ἰσχὺ ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ἐπιβληθεῖ στὴν πολιτικὴ ποὺ στηρίζεται ἀπὸ τὸ κράτος καὶ τὰ μέσα ἐνημέρωσης. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Δαρβίνο θεωρεῖ ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἐπικρατοῦν δὲν εἶναι οἱ ἰσχυροὶ, ἀλλὰ οἱ ἀδύναμοι .Οἱ ἰσχυροὶ εἶναι σπάταλοι, ἐνῷ ἀποδεκατίζονται σὲ μάχες μεταξύ τους, καὶ τὰ αἰσθήματα ποὺ ἔχουν τὰ ξοδεύουν : «ἡ ὕπαρξή τους εἶναι δαπανηρὴ ». Ἡ δημοκρατία ἰσοπεδώνει τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Εὐρώπης προετοιμάζοντας μία νέα κυρίαρχη τάξη «οἱ ἴδιες συνθῆκες ποὺ ἐπισπεύδουν τὴν ἐξέλιξη τοῦ ἀγελαίου ζώου, ἐπισπεύδουν καὶ τὴν ἐξέλιξη τοῦ ἡγετικοῦ ζώου». Συγχρόνως βλέπει ὅτι πλησιάζει ὁ καιρὸς ποὺ ἡ γῆ θὰ κυβερνηθεῖ σὰν σύνολο καὶ ἀναρωτιέται «Καὶ γιὰ ποιὸ σκοπὸ θὰ ἀναδυθεῖ καὶ θὰ ἐκτραφεῖ ὁ «ἄνθρωπος » ὡς σύνολο – καὶ ὄχι πιὰ ὡς λαὸς, φυλὴ;». Εἶναι ἐρωτήματα ποὺ μπορεῖ νὰ προοιωνίζουν τὴν παγκοσμιοποίηση, ἀλλὰ ὁ Νίτσε δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ἀπαντήσει. Κάποιες προϋποθέσεις ποὺ θέτει, ὅπως εἶναι ἡ ἀντιστροφὴ τῶν ἀξιῶν, ἡ ἀνάδυση ἑνὸς «εἶδος ἀνθρώπου ὕψιστης πνευματικότητας καὶ δύναμης τῆς θέλησης», μόνο ὡς παιχνίδια τοῦ νοῦ μποροῦν νὰ ἑρμηνευθοῦν. Πρὸς τὸ παρὸν ἂς συγκρατήσουμε ὅτι καμιὰ κοινωνία (καπιταλιστικὴ, σοσιαλιστικὴ ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλη) δὲν μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ἂν δὲν ὑπάρχουν κάποιοι, ποὺ μπορεῖ καὶ νὰ εἶναι μειοψηφία, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ὡς μοναδικὴ ἢ κύρια ἀξία τοὺς τὸ χρῆμα.

Ἡ κοινωνία τοῦ χρήματος καὶ αὐτὴ ποὺ ἤθελε νὰ φαίνεται ὡς ἀντίθετή της, ὁ σοσιαλισμὸς (ὁ ὑπαρκτὸς σοσιαλισμὸς, ἡ σοσιαλδημοκρατία ), συγχωνεύτηκαν καὶ δὲν ἀποτελοῦν πλέον δύο διαφορετικὲς ἐκδοχὲς τῆς νεωτερικότητας, ἀλλὰ μία. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο μπορεῖ νὰ θριαμβολογοῦν, νὰ θεωροῦν τὸν ἑαυτό τους ὡς τὸ τέλος τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ἀναλογιστοῦν οὔτε τὴν μικροπολιτική τους, οὔτε τὴν ἀντιαισθητική τους εὐτέλεια. Δὲν συνιστοῦν μέρος τῆς φυσικῆς τάξης ἢ ἔξοδο ἀπὸ τὸν μηδενισμὸ, ἀλλὰ μεταμφιέσεις τοῦ μηδενός.

Ὁ Νίτσε καὶ ὁ Μὰρξ ἂν δὲν χρησιμοποιηθοῦν ὡς ἱερὰ κείμενα, ἢ ὡς ἱερὰ τέρατα εἶναι τὸ ἴδιο ἀναγκαῖοι γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν νεωτερικότητα. Ξεκινώντας ἀπὸ δύο διαφορετικὲς ἀφετηρίες, ὁ ἕνας ἀπὸ τὸ πάθος τῆς ἰσότητας, ὁ ἄλλος ἀπὸ τὸ πάθος τῆς ἀπόστασης, γίνονται καὶ οἱ δύο κριτικοί της κοινωνίας ποὺ ἔχει ἀνάγει ὡς κύρια ἀξία καὶ θεμέλιό της, τὸ Χρῆμα. Βεβαίως εἶναι ἐνδιαφέρον ποὺ μποροῦμε νὰ φτάσουμε ἀκολουθώντας τὰ ἐρωτήματά τους καὶ τὶς σκέψεις. Ὁ Νίτσε δίχως νὰ τὸ περιμένει γράφοντας ὅτι, «δὲν ὑπάρχουν γεγονότα, ἀλλὰ μόνον ἑρμηνεῖες», προανήγγειλε τὸν μεταμοντερνισμό. Τὸ πιὸ παράδοξο εἶναι ὅτι ὁραματιζόμενος μία πνευματικὴ ἀριστοκρατία ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς πολιτικῆς καὶ εἰσέρχεται στὰ ὅρια τῆς ἠθικῆς .Ἡ σημαντικότερη συνεισφορά του, ποὺ τὸν φέρνει δίπλα στὸν Ντοστογιέφσκι, ποὺ θαύμαζε, εἶναι ἡ τοποθέτηση τοῦ τραγικοῦ στοιχείου καὶ τοῦ τραγικοῦ ἀνθρώπου – κι ὄχι μία τυφλὰ αἰσιόδοξης πίστης – στὸ κέντρο τῆς μεταξίωσης ὅλων τῶν ἀξιῶν, στὴν καρδιὰ τῆς πορείας ἐξόδου ἀπὸ τὸν μηδενισμό : «Εἶναι τὰ ἡρωικὰ πνεύματα ποὺ λένε Ναὶ στὸν ἑαυτό τους,στὴν τραγικὴ σκληρότητα :εἶναι ἀρκετὰ σκληρὰ γιὰ νὰ αἰσθάνονται τόν πόνο σάν ἡδονή»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου