Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

28η Ὀκτωβρίου 1940

Χρόνια μας Πολλά. Ἐπέτειος τοῦ ΟΧΙ σήμερα. Οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς τό ἔχουμε συνδέσει μέ τόν Ἰωάννη Μεταξά. Δέν θά ἀσχοληθῶ σήμερα μέ τό ΟΧΙ τοῦ Μεταξᾶ, καί φυσικά δέν θά τό ἀμφισβητήσω ὅπως εἶναι τό πρῶτο πού κάνουν ὁρισμένοι κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, τήν προσοχή μου τραβᾶνε κάποια ἄλλα ΟΧΙ, πιό οὐσιαστικά, ἀνώνυμα καί ἐπώνυμα, ἀνθρώπων λαϊκῶν.

α) Μητροπολίτης Αθηνῶν Χρύσανθος Φιλιππίδης -ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ 40.Δέν ξέρω γιατί αὐτός ὁ ἄνθρωπός μοῦ βγάζει ἕναν θαυμασμό, ἕναν ἰδιαίτερο σεβασμό. Δέν εἶπε ἕνα ἀλλά περισσότερα, πραγματικά βροντερά και δύσκολα ΟΧΙ.Διαβάζοντας τό ἔργο τῆς Διδούς Σωτηρίου εἶχα γράψει πρίν λίγο καιρό μία ἀνάρτηση, http://katotokerdos.blogspot.com/2009/09/1881-1949.htmlκυρίως γιά τήν θαυμαστή δραστηριότητά του στόν Πόντο . Ὁ Χρύσανθος Φιλιππίδης δέν σταμάτησε ἐκεῖ. Ἦρθε στήν Ἑλλάδα καί ἔγινε Ἀρχιεπίσκοπος. Μία λιτή περιγραφή τῆς παρουσίας του στήν Ἀθήνα ὅταν μπῆκαν οἱ Γερμανοί, ἡ ἄρνησή του νά ὁρκίσει τήν προδοτική κυβέρνηση, ὅπως καί ἡ ἀντιστασιακή του δραστηριότητα –γιατί ὁ Χρύσανθος δεν λάκισε - βρίσκονται στήν ἀνάρτηση τῆς ἱστοσελίδας http://www.asxetos.gr/article.aspx?i=1302  


. Ἡ περιγραφή τῶν 4 ΟΧΙ τοῦ Χρύσανθου, μέ ἀποσπάσματα ἀπό τό ἡμερολογιό του εἶναι συγκλονιστική, ὅπως καί ἡ συνάντηση μέ τόν Γερμανό στρατηγό Στοῦμε ποῦ τοῦ ζήτησε νά ὁρκίσει τήν κυβέρνηση Τσολάκογλου.Μόλις ξέσπασε ὁ πόλεμος ὁ Χρύσανθος δέν μένει μέ σταυρωμένα τά χέρια. Συμπαρίσταται ὑλικά καί ἠθικά στούς στρατευμένους καί τίς οἰκογένειές τους. Ἀργότερα ἡ Ἱερά Σύνοδος βγάζει διάγγελμα κατά τῆς ἀνίερης γερμανικῆς ἐπίθεσης, ὁ ἴδιος ἀρνεῖται νά συμμετάσχει στήν ἐπιτροπή ὑποδοχῆς τῶν Γερμανῶν. Καταδικάζει τήν συμφωνία παράδοσης τοῦ Τσολάκογλου, ὅπως ἀργότερα καί τήν κυβέρνησή του. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή στάθηκε στό πλευρό τοῦ λαοῦ, ὅπως ἔκανε καί στήν Τραπεζούντα, στόν Πόντο.

Στην πολλή καλή βιογραφία τοῦ Χρύσανθου πού βρίσκεται http://www.egolpio.com/HISTORY/xrusanthos.htm μαθαίνουμε πώς ὁ Χρύσανθος δέν ἔμεινε οὔτε στην Κατοχή ἄπραγος.«… Ὅμως, καί μετά τήν ἀντικανονική καθαίρεσή του (6 Ἰουλ. 1941) ἀπό ἐγκάθετους ἀρχιερεῖς, μέ τή στήριξη τῶν γερμανικῶν Ἀρχῶν, συνέχισε τήν ἐθνική του δράση, παρά τήν ταλανιζόμενη ὑγεία του, ἀπό τό σπίτι τοῦ (Σουμελᾶ 4). Σ’ ὅλο τό διάστημα τῆς Κατοχῆς κρατοῦσε τακτική ἐπαφή μέ τήν Κυβέρνηση τῆς Μ. Ἀνατολῆς, μέσω μυστικοῦ ἀσυρμάτου, μέ τήν ἰδιότητα τοῦ προεδρεύοντος τῆς «Ἐθνικῆς Ἐπιτροπῆς» γιά τήν ὀργάνωση καί προώθηση Ὁμάδων Ἐθνικῆς Ἀντίστασης.»

β) Γιά τόν θάνατο τοῦ Ἕλληνα ἀξιωματικοῦ Ἀλέξανδρου Διάκου διάβασα τήν τόσο ζωντανή ἀνταπόκριση τοῦ πολεμικού ἀνταποκριτῆ Κώστα Τριαναταφυλλίδη.http://infognomonpolitics.blogspot.com/2009/10/blog-post_9656.html

γ) Γιά τήν Ἑλληνίδα Μάννα καί τίς γυναῖκες τῆς Πίνδου ὁ Νικηφόρος Βρεττάκος , πολεμιστής κι’ αὐτός στό Μέτωπο, ἔγραψε

« Κι οἱ μάνες τά κοφτά γκρεμνά σάν Παναγιές τ' ἀνέβαιναν.
Μέ τήν εὐκή στόν ὦμο τους κατά τό γιό πηγαῖναν
καί τίς ἀεροτραμπάλιζε ὁ ἄνεμος φορτωμένες
κι ἔλυνε τά τσεμπέρια τους κι ἔπαιρνε τά μαλλιά τους
κι ἔδερνε τά φουστάνια τους καί τίς σπαθοκοποῦσε,
μ' αὐτές ἀντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα τήν πέτρα
κι ἀνηφορίζαν στή γραμμή, ὅσο πού μές στά σύννεφα
χάνονταν ὀρθομέτωπες ἡ μιά πίσω ἀπ' τήν ἄλλη ».

δ) Μέ τίς γυναῖκες τῆς Πίνδου ἔχει ἀσχοληθεῖ και ὁ Παῦλος Βρέλλης ( http://stavento8.blogspot.com/2009/09/vs-madame-tussauds.html γειά σου Πρωτεσίλαε) κάνοντας μιά πολύ ὡραῖα δημιουργία-ἀναπαράσταση, πού ὑπάρχει στό μουσεῖο του http://vrellis.org/lib/jpeg-l/pindos.jpg

ε) ὅσο για τόν ανώνυμο Ἕλληνα στρατιώτη, τί πιο ὡραῖο ἀπό το ποίημα του Ὀδυσσέα Ἐλύτη « Ἆσμα ἡρωϊκό και πένθιμο γιά τόν χαμένο ἀνθυπολοχαγό τῆς Ἀλβανίας». Βρίσκεται ὁλόκληρο ἐδῶ http://durabond.ca/gdouridas/elytis.html#penthimo Θά βάλω μόνο ἕνα μικρό άπόσπασμα, ὅποιος δέν πάει στόν παραπάνω σύνδεσμο νά κάτσει νά τό διαβάσει ὁλόκληρο, κακό δικό του…

«…Κεῖνοι πού πράξαν τό κακό - γιατί τούς εἶχε πάρει τά μάτια ἡ θλίψη -
πήγαιναν τρικλίζοντας,γιατί τούς εἶχε πάρει,τή θλίψη ὁ τρόμος,
χάνονταν μέσα στό μαῦρο σύγνεφο...
Πίσω! καί πιά χωρίς φτερά στό μέτωπο. Πίσω! καί πιά χωρίς καρφιά στά πόδια,
χωρίς τέρατα σίδερα καί κουτουλιές φωτιᾶς!
Ἐκεῖ πού γδύν' ἡ θάλασσα τ΄ἀμπέλια καί τά ἡφαίστεια στούς κάμπους τῆς πατρίδας πάλι καί μέ τό φεγγάρι ἀλέτρι,
στά βράχια της πατρίδας πάλι καί μέ τό μαντολίνο Ζάλογγο!
Πίσω! Στά μέρη ὅπου λαγωνικά τά δάχτυλα μυρίζοντας τή σάρκα κι ὅπου ἡ τρικυμία βαστᾶ ὅσο ἕνα γιασεμί λευκό στό θέρος τῆς γυναίκας!
Κεῖνοι πού ἐπράξαν τό κακό - τούς πῆρε μαῦρο σύγνεφο.
Ζωή δέν εἶχαν πίσω τους, μ' ἔλατα καί μέ κρύα νερά,μ' ἀρνί, κρασί καί ντουφεκιά, βέργα καί κληματόσταυρο,
παπού δέν εἶχαν ἀπό δρῦ κι ἀπό ὀργισμένο ἄνεμο, στό καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα μέ πικραμένα μάτια.
Τούς πῆρε μαῦρο σύγνεφο - δέν εἶχαν πίσω τους αὐτοί θεῖο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή,
μάνα πού νάχει σφάξει μέ τά χέρια της, ἤ μάνα μάνας πού μέ βυζί γυμνό χορεύοντας νάχει δοθεῖ στή λευτεριά τοῦ Χάρου!
Κεῖνοι πού ἐπράξαν τό κακό - τους πῆρε μαῦρο σύγνεφο,
μά κεῖνος πού τ' ἀντίκρυσε στούς δρόμους τ' οὐρανοῦ ἀνεβαίνει τώρα μοναχός καί ὁλόλαμπρος..»

στ) Ὁ ποιητής Νῖκος Καββαδίας ἄνθρωπος τῆς θάλασσας, πολέμησε στά Αλβανικά βουνά.

Στ’ἄλογό μου

Τό νά γράψει κανείς σ’ ἕναν ἄνθρωπο, εἶναι ἴσως εὔκολο στούς πολλούς. Τό νά γράψει σ’ ἕνα ζῶο, εἶναι ἀφάνταστα δύσκολο. Γιά τοῦτο φοβᾶμαι. Δέ θά τά καταφέρω.Τά χέρια μου ἔχουνε σκληρύνει ἀπό τά λουριά σου, κι ἡ ψυχή μου ἀπό ἄλλη αἰτία. Ὅμως πρέπει. Αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη. Γι’ αὐτό θά σοῦ γράψω.

Στήν ἀρχή δέν μέ ἤθελες. Καταλάβαινες σέ μένα τόν ἄπραγο μέ τό ἀδύνατο χέρι. Εἶχες δίκιο. Ἴσως γιά πρώτη φορά ἔβλεπα ἄλογο ἀπό τόσο κοντά. Τ’ἄλογα πού εἶχα δεῖ στή ζωή μου ἤτανε στά τσίρκα, πού τά δουλεύανε κοζάκοι, καί στίς κοῦρσες, πού τά παῖζαν οἱ ἄνθρωποι. Αὐτό μέ εἶχε πειράξει. Δέν εἶστε προορισμένα γιά τόσο χαμηλές πράξεις. Ἄς εἶναι…Αὐτό εἶναι μία ἄλλη ἱστορία, καθώς λέει ὁ Κίπλιγκ, αὐτός πού τόσο σᾶς εἶχε ἀγαπήσει καί ἱστορήσει.

Τό ξέρω πόσο σέ κούρασα. Στραβά φορτωμένο ἀκολούθησες ὑποταχτικά στίς πορεῖες τῆς νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι. Μέ συνήθισες. Ἔπαψα πιά νά σέ χάνω μέσα στ’ ἄλλα ζῶα τῆς Μονάδας μας. Ἔπαψα νά μή σέ γνωρίζω.Ἄν ἀρχίσω τά «θυμᾶσαι» δέν θά τελειώσω ποτέ. Λατρεύω τή συντομία! Θά σού θυμίσω μονάχα τρεῖς νύχτες μας. ( Ἀπορῶ μέ τόν ἑαυτό μου ἀπόψε. Τόσο στοργικά δέ μίλησα ποτέ σέ κανένα).

Θυμᾶσαι τή νύχτα μέ τή βροχή; Ἀνελέητα κι οἱ δυό μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στή νύχτα. Μόνοι. Σέ ὁδηγοῦσα ἤ μέ ὁδηγοῦσες; Κάρφωνα τά νυσταγμένα μου μάτια στό νυχτερινό παραπέτασμα, ὅπως δέν τά κάρφωσα τότε πού ἀναζητοῦσα φανάρια στή Βόρειο Θάλασσα. Ἡ ὄσφρησή σου μᾶς ἔσωσε. Ἕνας στάβλος μᾶς ἔινε ἄσυλο. Παραμερίσαμε τό σανό καί ἀνάψαμε μεγάλη φωτιά. Λέω, ἀνάψαμε. Ἐσύ μου ἔδινες θάρρος. Ξαπλωμένος σ’ ἄκουα νά μαςᾶς. Κατόπι σου μίλησα. Ποτέ δέ συμφώνησα μέ τούς ἀνθρώπους ὅπως τότε μέ σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Ἔγω ξαπλωμένος στό χόρτο. Ἐσύ ὄρθιο. Πόσοι ἄνθρωποι δέν κοιμοῦνται ὄρθιοι περπατώντας δίχως νά’ χοῦν τή δική σου νόηση; Ἄς εἶναι…

Ἡ δεύτερη νύχτα: Τότε ποῦ μπήκαμε μ’ ἄλλους πολλούς μές στή μάχη. Μποροῦσε κοντά ἀπό κεῖ νά κουβαλήσουμε τραυματίες. Ἀκούσαμε μαζί τόν θόρυβο τοῦ πολέμου καί τόν συνηθίσαμε. Πήραμε τό παληκάρι μέ τό πληγωμένο πόδι καί φύγαμε. Ποτέ μου δέ σέ εἶδα πιό προσεχτικό καί τόσο ἀλαφροπάτητο. Εἶχες ξεχάσει κεῖνο τό νευρικό σου συνήθειο νά πηδᾶς σηκώνοντας τό σαμάρι. Τά’ χές ὅλα νιώσει ἴσως πρίν ἀπό μένα.

Καί τώρα ἡ νύχτα στό βουνό μέ τή λάσπη: βαρυφορτωμένοι, κατάκοποι προχωρούσαμε. Εἴν’ ἀφάνταστη ἡ λύπη κι ἡ κακομοιριά πού δοκιμάζεις σάν αἰσθάνεσαι νά’ σαί καί νά βλέπεις ἀνθρώπους καί ζῶα καί τά πάντα μές στή λάσπη.Ἄλογα καί μουλάρια πεσμένα μᾶς κόψανε τό δρόμο. Ἐμεῖς προχωρούσαμε. Ἄξαφνα ἔπεσες. Πέσαμε θέλω νά πῶ. Μέ τά δύο σου πόδια σπασμένα, μέ τό κεφάλι χωμένο στίς λάσπε. Θυμᾶσαι πόσο προσπάθησα. Δέν τό κατόρθωσα. Πρέπει νά νιώσεις καλά πώς δέν φταίω. Ποτέ δέν προσπάθησα τόσο. Ἔμεινα δίπλα σου ὁλόκληρη νύχτα. Πιό πέρα ἀπό μᾶς ἕνας Ἰταλός σκοτωμένος. Πάνω μας ἡ Μεγάλη Ἄρκτος, τό Βόρειο Στέμμα, ὁ Ἀστερισμός τοῦ Ὠρίωνα ψιχάλιζαν φῶς.

Δέν εἶδα ποτέ πώς πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι. Γύρισα πάντα τά μάτια μου ἀπό τό θάνατο. Μά φαντάζομαι…Παύω. Φοβᾶμαι μήπως πῶ λόγο μεγάλο.Φυλάω ἀκόμα τό ξυστρί καί τή βούρτσα σου. Κι ὅταν κάποτε κι αὐτά θά τά παραδώσω, θά σέ φυλάξω στή μνήμη μου. Οἱ κάλοι τῶν χεριῶν μου ἀπό τά λουριά σου μοῦ εἶναι τόσο ἀγαπητοί, ὅσο ἐκεῖνοι πού κάποτε ἀπόχτησα στίς θαλασσινές μου πορεῖες.

Θά σοῦ ξαναγράψω!...

Κούδεσι, Μάρτης 1941


Ὅλα τά παραπάνω ΟΧΙ φαίνονται ξεχωριστά, βγῆκαν ἀπό ανθρώπους διαφορετικούς. Καί ὅμως κάπου συναντιῶνται, παρά τήν ἀπόσταση καί τόν χρόνο πού τούς χωρίζουν. Κάποιος πού δέν τούς γνώρισε ἀπό κοντά θά νοιώσει ὅτι μπορεῖ νά βγῆκαν ἀπό τό ἴδιο ἀνθρώπινο στόμα. Τοῦ ὅποιου ἄμυαλου, ἀπρόβλεπτου, τοῦ συναισθηματικοῦ συνανθρώπου καί συμπατριώτη μας, πού μέχρι σήμερα λέει ὅταν βρεθεῖ σέ συνθῆκες δύσκολες τό δικό του ΟΧΙ.

Θυμάμαι ἕνα ποίημα πού μᾶς μαθαίναν στό Δημοτικό. «… Ὅλα ἡ πατρίδα μας. Κι αὐτά κι ἐκεῖνα…» Συμφωνῶ. Αὐτοί πού πολέμησαν καί σκοτώθηκαν στά βουνά τῆς Πίνδου, αὐτοί πού ἀλληλοσκοτώθηκαν ἀργότερα παίζοντας ἐν ἀγνοίᾳ τους ἄλλων τά παιχνίδια. Τόχουμε φαίνεται μέσα μας καί τό μικρό καί τό μεγάλο, ἀνάλογα πού καί πότε θά βρεθοῦμε. Ἴσως καί πάλι νά ξαναφαγωθοῦμε, κάποια στιγμή ὅμως θά μάθουμε. Αὐτό πού χρειάζεται εἶναι νά μήν ξεχνᾶμε τό παρελθόν, νά μή τό σβήσουμε οὔτε ἀπό τήν μνήμη οὔτε ἀπό τήν καθημερινότητά μας. Ἄν κοιτάξουμε λίγο πρός τά πίσω θά βροῦμε μόνοι τόν δρόμο μας, χωρίς τήν «βοήθεια» καί τήν ὁρμήνια ἄλλων.

Δέν ἀσχολοῦμαι τήν στιγμή αὐτή μέ τίς προθέσεις τοῦ Μεταξᾶ, στόν βαθμό πού δέν ἀσχολοῦμαι καί μέ τίς προθέσεις αὐτῶν πού προσπαθοῦν νά τόν ἀποσυνδέσουν ἀπό τήν ἐπέτειο τῆς 28ης Ὀκτωβρίου. Μέ ἐκνευρίζουν αὐτοί πού ἐξαργυρώνουν τόν πατριωτισμό τους αρνούμενοι σέ ἕναν ἀλλοεθνῆ να κρατήσει την ἑλληνική σημαία, ὅπως με ἐκνευρίζουν και οἱ ἐπικριτές τῶν μαθητικῶν καί τῶν στρατιωτικῶν παρελάσεων, προβάλλοντας ἰσχυρισμούς ἁπλοϊκούς και γελοίους πώς παραπέμπουν στόν φασισμό. Με ἐκνευρίζουν ἀλλά ξέρω πώς εἴμαστε μαζί, εἶναι κομμάτι τοῦ λαού καί αὐτοί καί ἐκεῖνοι, πρέπει νά εἴμαστε μαζί. « Καί αὐτά, καί ἐκεῖνα» λοιπόν λέω καί εγώ. Μέ μιά προσθήκη. Χωρίς τούς προδότες, τούς καταδότες μέ τήν κουκούλα καί τό τεντωμένο χέρι πού ἔδειχναν τόν δρόμο γιά τό ἀπόσπασμα, χωρίς τούς ρουφιάνους καί τούς ἰδεολογικούς ἀπογόνους τους. Χωρίς τούς κεφαλαιοκράτες, δηλαδή τούς κάλπικους πατριῶτες, αὐτούς πού σπεκουλάρουν στό ΟΧΙ τοῦ Μεταξᾶ καί ποδοπατοῦν τήν Ἐθνική Αντίσταση. Ὁ πατριωτισμός δέν εἶναι ἰδεολογία, οἱ καπιταλιστές τόν κάναν ἔτσι γιατί τους βόλευε, ὅταν εἶναι δεμένος μέ τόν λαό εἶναι κοινωνική κατάκτηση, εἶναι ὁ αὐθεντικός πατριωτισμός ὁ ποτισμένος μέ αἷμα. Ὅποιος ξεχωρίζει τό ἔθνος άπό την κοινωνία, δεξιός ἤ ἀριστερός, δέν μᾶς κάνει.

Τό πόσο ἀξεδιάλυτα εἶναι αὐτά τά δυό στοιχεῖα ἐδῶ καί πάρα πολλά χρόνια, ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ὁμήρου μέχρι σήμερα, τό λέει πολύ ὄμορφα καί ἕνας σύγχρονός μας, ὁ Διονύσης Χαριτόπουλος, σέ ἕνα παλιότερο ἄρθρο του μέ τίτλο «Ἱστορία ντεμοντέ» http://www.antibaro.gr/society/xaritopoulos_istoria.php

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου