Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος

Ἀπὸ τό βιβλίο Ἀρχιπέλαγος τοῦ Massimo Cacciari (Μετάφραση Νάσος Κυριαζόπουλος, Ἐκδόσεις Π. Τραυλός, 1999)

Ὁ τύραννος ποὺ ἐκτρέφει μέσα του ὁ homo democraticus δὲν ἐξαντλεῖ τὸ ἔργο του στὴν ἄσκηση ἐξουσίας μὲ ὁποιαδήποτε μορφή. Ἡ ἀποστολὴ του εἶναι πνευματική: νὰ κάνει ὅλο τὸν κόσμο μία πόλη, ὅλους τούς τόπους ἕνα χῶρο, νὰ μετατρέψει ὅλες τὶς πεποιθήσεις σὲ μία καὶ μοναδικὴ πίστη πὼς ἡ Τεχνικὴ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει ὁποιοδήποτε σκοπό, νὰ μετατρέψει ὅλα τὰ πιστεύω σὲ μία μόνο ἠθική. Τὸ μοτίβο τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Σολόβιεφ ἐπανέρχεται στὸν Σμίτ (1). Ὁ Ἀντίχριστος δὲν εἶναι τὸ ἀντίθετο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μίμησή του. Ἐπιθυμεῖ νὰ φέρει στὸν ἄνθρωπο τὴ δική του εἰρήνη, νὰ τὸν πείσει γι' αὐτήν, σ' αὐτὴν νὰ τὸν ἁλυσοδέσει. Εἶναι τὸ εἴδωλο τῆς Θείας Πρόνοιας. Ἀλλὰ στὴ λατρεία του ρέπει ἀσυγκράτητος ὁ homo democraticus: οὔτε μπορεῖ, οὔτε θέλει νὰ περίμενει τὴν Εἰρήνη• δὲν διαθέτει τὴ δύναμη αὐτῆς τῆς πίστης. Θὰ ὑπηρετήσει ἐκείνους ποὺ θὰ τὸν διαβεβαιώσουν ὅτι μποροῦν νὰ τὴν παράξουν, αὐτοὺς ποὺ θὰ ξέρουν "μὲ τρόπο μαγικὸ" νὰ τοῦ δείξουν πὼς ἡ εἰρήνη (ἀσφάλεια, προστασία, κηδεμονία) εἶναι μέσα στὶς δυνατότητές τους.

Αὐτοὶ ποὺ πρῶτοι θὰ τὸν κηρύξουν φύσει ἀθῶο (καὶ τὶς ὀρέξεις του κατὰ βάθος καλὲς) κι ὕστερα θὰ διαβεβαιώσουν ὅτι ὁ Σκοπός του γιὰ παγκόσμια εὐημερία εἶναι καρπὸς τῆς δράσης, τῶν ἔργων -τῶν μεγάλων ἔργων ποὺ τὸ μυστικό τους αὐτοὶ κατέχουν- λοιπόν, αὐτοὶ θὰ εἶναι οἱ νέοι τύραννοι. Ἡ ὄψη τους θὰ εἶναι εὐγενική, ἡ βία τους δὲν θὰ ἐκφραστεῖ μὲ πολέμους, οὔτε κάν "δίκαιους", ἀλλὰ μὲ τὴ θεοποίηση τῶν ἔργων. Τὰ ἔργα φαίνονται θεϊκὰ ὅταν εἶναι σὲ θέση νὰ παραγάγουν τὸ Ἔσχατο. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ψυχὴ τοῦ homo democraticus θὰ φθάσει νὰ τὸ σκεφτεῖ, θὰ ἔχει ἤδη αἰχμαλωτιστεῖ.
Ἀλλὰ γιατί νὰ τὴν "ἐμποδίσουμε" νὰ ἐκπληρώσει τὸ πεπρωμένο της: δηλαδὴ νὰ ὑποταχτεῖ σ' αὐτὸν πού, ἀπαλλαγμένος ἐπιτέλους ἀπὸ κάθε κληρονομιὰ τόπων, παράδοσης καὶ ἐθίμων, ριζικὰ ἀσεβής, κατέχοντας ὅλα τὰ μέσα τῆς Τεχνικῆς, διαμόρφωνει μία νέα «κοσμοπολίτικη ἀριστοκρατία;» (2) Τὸ πνεῦμα μίας τέτοιου εἴδους ἀριστοκρατίας εἶναι ὁ ἐγγενὴς σκοπὸς τῆς "προόδου" ποὺ ὁδήγησε στὴν "ἐπινόηση" αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ ἀτόμου. Ἀπὸ τὴ σκοπιὰ αὐτή, Τύραννος καὶ ἐκδημοκρατισμὸς ἀποτελοῦν γιὰ τὸν Νίτσε δύο ὄψεις τῆς ἴδιας μοίρας, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸν ἐκδημοκρατισμὸ καὶ τὴν Τεχνική. Ὁ «ἀρσενικὸς τοκετὸς» τους πρέπει μὲ κάθε μέσο νὰ ἐπισπευστεῖ. Γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ ἀνάδραση, ἡ διαδικασία αὐτὴ πρέπει νὰ φθάσει στὸ τέρμα της. Ὅποιος "καθυστερεῖ" τὴν ἀποκάλυψή της, θέλει ἁπλῶς νὰ συντηρήσει τὴν τυραννία καὶ τὴ σκλαβιά, τὸν homo democraticus καὶ τὴ νέα ἀριστοκρατία, ποὺ μοιραῖα θὰ τὸν ὑποτάξει ἀφοῦ ὁ ἴδιος τὸ ἀπαιτεῖ. "Πέρα" ἀπὸ τὴν ὁλοκλήρωση αὐτῆς τῆς διαδικασίας, πέρα ἀπὸ τὸν "τοκετό" της, κανένα σχέδιο δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ. Κανένα μόρφωμα καὶ καμιὰ δύναμη ποὺ ἐμπεριέχονται στὴν ἱστορία της δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τὴν ὑπερβοῦν. Καμιὰ διαλεκτικὴ συνέχεια ἀνάμεσα στὸν homo democraticus καὶ τὴ σκέψη τοῦ "ἐπέκεινά" του δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει, ἐνῶ ὑπάρχει τέλειος "διάλογος" ἀνάμεσα στὸν homo democraticus καὶ τὸν νέο Τύραννο. Ὁ διάλογος αὐτὸς πρέπει νὰ ὁλοκληρωθεῖ ὥσπου νὰ σιγήσει, γιὰ ν' ἀνοίξει ξανὰ ὁ δρόμος γιὰ τὸ ἀδύνατον τοῦ Ἀρχιπελάγους. Κανένας ἀπὸ τοὺς νιτσεϊκοὺς "τύπους" δὲν ἐκπροσωπεῖ αὐτὸ τὸ ἀδύνατον: τόσο ὁ Τύραννος ὅσο καὶ ὁ πιὸ Εἰδεχθὴς Ἄνθρωπος, ἀκόμη καὶ ὁ Ἀνώτερος Ἄνθρωπος, δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ παράγοντες "καθυστέρησης" ἤ, στὴν καλύτερη περίπτωση, ὑποσχέσεις ἀφοῦ καὶ οἱ ἴδιοι συνεχίζουν νὰ ἐξαρτῶνται: ἡ ὕπαρξὴ τους εἶναι νοητὴ μονάχα μαζὶ μ' αὐτὴν τοῦ δούλου, τοῦ ἀνθρώπου τῆς μνησικακίας καὶ τοῦ φόβου, μ' αὐτὴν τοῦ τελευταίου ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖο ἐπικαλεῖται ὁ Ζαρατούστρα, σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὸν Ὑπεράνθρωπο, κάνοντας τὴν ἐμφάνισή του.
Ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος εἶναι «μορφωμένος» (3) (διαθέτει «κάτι ποὺ τὸν κάνει περήφανο... τὸ ὀνομάζει Μόρφωση»). Ἡ "ἐπιστήμη" του συνίσταται στὴν ἀναζήτηση τῆς προσωπικῆς του εὐδαιμονίας («ἐπινοήσαμε τὴν εὐτυχία», λένε οἱ τελευταῖοι ἄνθρωποι). Ἀπὸ τὴν κορυφὴ αὐτῆς τῆς "ἐπιστήμης" κλείνουν τὸ μάτι στὶς παλιὲς "ἀξίες" (ἀγάπη, δημιουργία, νοσταλγία). Τρελὸς εἶναι γι' αὐτοὺς ὅποιος καταγίνεται ἀκόμη μὲ προβλήματα, ὅποιος ἐξακολουθεῖ νὰ διακρίνει αἰνίγματα στὰ πράγματα καὶ στὸν ἄνθρωπο. Τὰ σφάλματα καὶ οἱ μύθοι τῶν ἀρχαίων ἀποτελοῦν γι' αὐτοὺς ὑλικὸ γιὰ ἀτέλειωτους χλευασμούς. Σήμερα, λένε, εἴμαστε «εὐφυεῖς», κι ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ ψευδαισθήσεις, γνωρίζουμε πὼς ἔγιναν τὰ πράγματα. Ἔχοντας θεραπευθεῖ ἀπὸ τὰ εἴδωλα τῆς ἱστορίας, θεωροῦν τὴν ἀρρώστια ἐνοχή. Μία στάλα δηλητήριο χρησιμεύει μόνο γιὰ νὰ κάνει «εὐχάριστα τὰ ὄνειρα», καὶ τὸ πολὺ δηλητήριο νὰ κάνει τὸ θάνατο πιὸ εὔκολο.
Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ στ' ἀλήθεια χαρακτηρίζει τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἀπροθυμία του τόσο νὰ κυβερνήσει ὅσο καὶ νὰ ὑπακούσει. Δὲν θέλει ἁπλῶς νὰ ἀποφύγει περιττοὺς κόπους. Ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἀντιπροσωπεύει μέχρι τέλους τὴν κρίση κάθε ἰδέας ἐκπροσώπησης καὶ ὑπευθυνότητας. "Ὑπεύθυνος" μονάχα γιὰ τὴν ἀτομική του εὐημερία, δὲν μπορεῖ νὰ λογοδοτήσει σὲ κανέναν ἄλλο, οὔτε κυβερνώντας οὔτε ὑπακούοντας. Μία μόνο ἀγέλη σχηματίζουν τοῦτα τὰ ἄτομα, -ὅλα ἐπιθυμοῦν τὸ ἴδιο πράγμα, ὅλα εἶναι ἴσα- κοπάδι δίχως βοσκό: «Kein Hirt und Eine Heerde!». Φρενοβλαβὴς εἶναι γι' αὐτοὺς ὅποιος ἀρνεῖται νὰ προσαρμοστεῖ στὴν ἀγέλη, ἀλλὰ καὶ ὅποιος ὑπακούει σὲ βοσκό. Ἡ ἀκλόνητη ὅμως αὐτὴ ἐπιθυμία νὰ ἀποτελοῦν κοπάδι ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα, ὄχι σὲ μίαν ὑπεύθυνη ὑπακοή, ἀλλὰ στὴν ὑποδούλωση στὸν Τύραννο. Ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος τῆς νιτσεϊκῆς ἱστορίας δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν homo democraticus τοῦ Τοκβίλ, ποὺ ἔχει πιὰ "ἀπελευθερωθεῖ" ἀπὸ ὅ,τι συγκρατοῦσε τὸ «ἠλίθιο πάθος» του καὶ περιγράφεται μὲ τήν πιὸ ριζική συνειδητοποίηση.
Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν "τύπο" αὐτὸν ἰσχύει ὁ νόμος τῆς ἑτερογένειας τῶν σκοπῶν. Κι αὐτὸς-ὅταν σταματήσει νὰ γελᾶ μὲ τὰ λόγια του Ζαρατούστρα («Δώσ' μας τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο, Ζαρατούστρα... Κι ἐμεῖς θὰ σοῦ ἀφήσουμε τὸν Ὑπεράνθρωπό σου!»)- θ' ἀνακαλύψει πὼς καμία ἰδιωτεία (τὸ ἀντίθετο τῆς οἰκειότητος) δὲν θὰ μπορέσει νὰ τὸν γλιτώσει ἀπὸ τὸν "πανικὸ" τῆς μάζας, καμία μάζα ἀπὸ τὴ μοναξιά. Ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος θὰ χάσει τότε κάθε πίστη στὸν ἑαυτό του, στὴν τέχνη του νὰ τὰ κάνει ὅλα μικρὰ ("μικρὴ" ἔχει κάνει ὁλάκερη τὴ Γῆ), μέσα στὴν ἀφθαρσία του, ὅμοια μ' αὐτὴν τῶν ψύλλων, θὰ δοκιμάσει ν' "ἀποτραβηχτεῖ" ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του γιὰ δύναμη, συνειδητοποιώντας τὸν αὐτοκαταστροφικό της χαρακτήρα. Θὰ πάψει τότε νὰ γελᾶ, θὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος τῆς βαθιᾶς μνησικακίας, ὁ ἄνθρωπος τοῦ ὑπογείου.
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ ὑπογείου ξεμασκαρεύει τὸ εἴδωλο, πού ἐνυπάρχει στὸ δόγμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τὴν πίστη πώς ὁ ἰδιώτης μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ καλύτερος κριτὴς τοῦ ἀτομικοῦ του συμφέροντος («Τὸ συμφέρον! Μὰ τί εἶναι τὸ συμφέρον; Θὰ ἀναλαμβάνατε ἐσεῖς νὰ καθορίσετε μὲ ἀκρίβεια σὲ τί, τέλος πάντων, συνίσταται τὸ συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου;») (4) κομματιάζει τὴν αἰσιόδοξη ἀνθρωπολογία ποὺ θεμελίωνε τὴ διεκδίκηση τῆς φυσικῆς καλοσύνης τῶν ὀρέξεών του. Τώρα πιὰ ξέρει πὼς ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ προσβλέπει σὲ καμιὰν ἐλευθερία, παρὰ μονάχα στὴν ἐλευθερία τοῦ νὰ ἀπαιτεῖ καὶ νὰ ἐξαρτᾶται. «Ἂς μᾶς δώσουν, γιὰ παράδειγμα, λίγη ἀνεξαρτησία, ἂς μᾶς λύσουν τὰ χέρια... σᾶς διαβεβαιώνω πὼς θὰ γυρέψουμε ἀμέσως κηδεμονία». Ὁ ἄνθρωπος τοῦ ὑπογείου εἶναι ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος ποὺ ἔχει φθάσει στὴν αὐτογνωσία καὶ νιώθει γιὰ τὸν ἑαυτὸ του ἀηδία, ἀνήμπορη ἀηδία. Τὸ μίσος του πρὸς ὅ,τι ξένο παραμένει τώρα ὅμως γίνεται ἕνα μὲ τὸ μῖσος γιὰ τὸν ἑαυτό του. Δὲν μπορεῖ νὰ φανταστεῖ τὴν ἀγάπη μὲ καμία ἄλλη μορφή, παρὰ ὡς τυραννία ἀπέναντι στὸν ἄλλο, ἀγώνα γιὰ τὴν κατάκτηση καὶ τὴν ὑποδούλωσή του. Ἀλλὰ οὔτε καὶ μπορεῖ πλέον ν' ἀνεχτεῖ τὸν ἑαυτό του: θὰ ἤθελε νὰ εἶναι πειθήνιο ὄργανο, γιὰ νὰ ἑδραιώσει ἔτσι τὴν ἐπιθυμία του γιὰ ἰσχύ, ἡ συνειδητοποίηση ὅμως τῆς ἴδιας του τῆς φύσης τοῦ ἀπαγορεύει πιὰ ἀκόμη καὶ νὰ αὐτοεκπροσωπεῖται. Ἔτσι, κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, δὲν ζεῖ, ἢ ζεῖ δίχως νὰ ξέρει πού ἡ ζωὴ κατοικεῖ, περιμένοντας νὰ γίνει κάτι ἀφηρημένο, τέλειος ἀνώνυμος. «Γεννηθήκαμε νεκροί, ἄλλωστε πάει καιρὸς ποὺ δὲν γεννιόμαστε ἀπὸ ζωντανοὺς πατεράδες, κι αὐτὸ μᾶς βολεύει ὅλο καὶ πιὸ πολύ. Ἀρχίζει νὰ μᾶς ἀρέσει. Σύντομα θὰ ἐπινοήσουμε ἕναν τρόπο νὰ γεννιόμαστε ἀπ' τὴν ἰδέα».
Ἂν ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος ἦταν ἀγέλη (τὸ ἄπληστο βουητὸ τῆς μάζας ποὺ ὑποδέχεται τὸν πρῶτο λόγο τοῦ Ζαρατούστρα), ὁ ἄνθρωπος τοῦ ὑπογείου εἶναι ἀνίκανος νὰ σωθεῖ ἀπὸ αὐτήν. Ἀφηρημένο, γεννημένο ἀπὸ τὴν ἰδέα εἶναι τὸ ἄτομο. Ἀλλὰ καὶ ἡ Μόρφωση, γιὰ τὴν ὁποία τόσο περήφανος ἔνοιωθε ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος, ἐπανεμφανίζεται νοσηρὰ ἀναπτυγμένη στὸν Ἀνώνυμο ποὺ φαντάστηκε ὁ Ντοστογιέφσκι. Ἡ ἀμφιβολία, ἡ ἀντίφαση, ξυπνοῦν διαρκῶς μέσα του τὴ συνείδηση. Ἡ ἴδια ἡ μνησικακία του τὸν ταράζει, τὸν ἀναγκάζει νὰ σκεφτεῖ. Ὑποφέρει ἀπὸ τὰ παράδοξα ποὺ βιώνει. Ἡ νευρικότητα τῆς ζωῆς (Nervenleben) τῆς μεγαλούπολης εἶναι κιόλας ἡ ἀτμόσφαιρά του δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σταθεῖ μὲς στὴν εὐμάρεια ποὺ ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος διαλαλεῖ πὼς "ἐπινόησε". Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἀμφισβήτησε τὸν ὀρθολογισμὸ τῆς διακήρυξης ὅτι τάχα μποροῦσε νὰ ὑπoλογίσει λογικὰ τὸ συμφέρον του, τὸ ὠφέλιμο, ἀναρωτιέται τώρα μήπως στὸν ἄνθρωπο ἀρέσει νὰ πάσχει, μήπως νοιώθει "δικαιωμένος", ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑποφέρει. Τί εἶναι ἐκεῖνο πού στὰ μάτια τοῦ ἀτόμου τῆς μάζας μπορεῖ νὰ δημιουργήσει κάποιο νόημα, μία "διάκριση", ἂν ὄχι τὸ γεγονὸς πώς ὑποφέρει; Ἀπ' αὐτὸ καὶ μόνο παραμένει γαντζωμένος ὁ ἄνθρωπος τοῦ ὑπογείου, σὰν νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ μοναδικὴ ταυτότητα ποὺ τοῦ ἔχει ἀπομείνει.
Πάνω στὸν τελευταῖο ἄνθρωπο, ἡ ἠθικοθρησκευτικὴ ἐνέργεια ποὺ ἐπικαλεῖται ὁ Τοκβὶλ θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ ἀσκήσει τὴ λειτουργία (πάντα ὅμως στὸ πλαίσιο τοῦ ἀποκαλυπτικοῦ σχήματος) τοῦ κατέχοντος. Πράγματι, αὐτὸς εἶναι ἀνοιχτὸς στὴ διαμεσολάβηση, ἀποφεύεγει ἀκόμη νὰ ἐναγκαλιστεῖ τὸ σκοτεινὸ Ἐγώ του... Ἀλλὰ πάνω στὸν ἄνθρωπο τοῦ ὑπογείου καμιὰ "ἀνασχετικὴ" ἀξία δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἀποτέλεσμα. Αὐτὸς δὲν ἀνήνκει στὴ ράτσα τῶν «κτηνῶν» αὐτῶν ποὺ ἐμπιστεύονται τὴν «καλὴ καρδιὰ καὶ τὸν κοινό τους νοῦ». Δὲν διαθέτει πλέον "προστασίες", κι ἀκόμη κι ἂν ἀναζητήσει κηδεμονίες, θὰ 'ναι γιὰ τὴν ἀπόλαυση νὰ τὶς καταραστεῖ. Στὸ λημέρι του, καμιὰ φωνὴ δὲν φθάνει, δὲν γεννιέται καμιὰ εὐθύνη. Κι οὔτε γυρεύουν ἐκεῖ καταφύγιο παρηγοριά, νοσταλγία, ἐλπίδες τυφλές. Γιατί, λοιπόν, νὰ μὴ θέλουμε νὰ ἐπιταχύνουμε τὴν ἐξέλιξή του, ἀντὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ ἐμποδίσουμε τὸν ἐρχομό του; Τὸ ἐντελῶς καινούργιο αὐτὸ εἶδος ποὺ ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὸν homo democraticus, τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο καὶ τὸν ἄνθρωπο τοῦ ὑπογείου, ἀντιπροσωπεύει μίαν ὁλοκλήρωση τὴν ἔσχατη ὄχθη μίας μεγαλειώδους ἱστορίας. Ὅποιος ἀποκρύπτει τὴ σημασία του, ὅποιος θέλει νὰ "ξαναχαράξει" τὸ δρόμο πού ὁδήγησε σ' αὐτό, δὲν ἐνεργεῖ, στὴν πραγματικότητα, παρὰ γιὰ νὰ διαιωνίσει αὐτὰ τὰ μορφώματα, γιὰ νὰ σταματήσει στὸ μεσημβρινό τους;
Γίνεται ὅμως νὰ ξαναπάρουμε τὸ δρόμο ὓστερ' ἂπ' αὐτά; Εἶναι δυνατὸν νὰ φανταστοῦμε ἄλλα μορφώματα ἱκανὰ νὰ ἐπιζήσουν τῆς ἐποχῆς τους, ἱκανὰ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴν ὄχθη τους; Θὰ καταφέρουμε, ἄραγε, νὰ πλεύσουμε πρὸς ἕνα νέο Ἀρχιπέλαγος ὓστερ' ἀπὸ τὰ "παγωμένα τέρατα" πού αὐτὰ γέννησαν κι ἀνέχτηκαν; Ἴσως εἶναι ἀπὸ "δίκαιο" φόβο ποὺ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον, ποὺ τὸ κατέχον θέλει νὰ μᾶς συγκρατήσει τουλάχιστον ἐδῶ. Σισύφειος μόχθος, πράγματι, ἴσως ὅμως μόχθος "δίκαιος". Εἶναι ἀπαραίτητο νὰ εἴμαστε "ἱκανοποιημένοι" γι' αὐτόν; Ή, μήπως, μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε πώς μποροῦμε νὰ "διαπεράσουμε" τὴν δίχως αὐταπάτες ἀπελπισία του; Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι νὰ σχεδιάσουμε ὑπερβάσεις, οὔτε νὰ ἀντλήσουμε ἀπὸ τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο ἄρρητες κι ἀνήκουστες δυνατότητες. Τὸ θέμα εἶναι νὰ ἐπωμιστοῦμε ριζικὰ τὴν ἐσχατότητά του, νὰ ἔλθουμε τελικὰ ἀντιμέτωποι μὲ τὴ Θάλασσα ποὺ ἀκόμη τὸν ἀγκαλιάζει, νὰ πηδήσουμε μέσα της. Ν' ἀφεθοῦμε στὸ ρεῦμα της.


1. Κ. Σμὶτ Aurora boreale, σ. 88.
2. Π. Π. Πορτινάρο, Interesse nazionale e intewsse globale, Μιλάνο, 1996, σ. 34. Γιὰ τὶς μορφὲς ἐξέλιξης τῆς τεχνολογικοεπιστημονικῆς "civitas maxima", πρβλ. προπάντων Ντ. Τσόλο, Cosmopolis, Μιλάνο, 1995.
3. Φ. Νίτσε, «Prologo di Zarathustra», στὸ Cod parlo Zarathustra, Opere complete, τόμ. Ι, μέρος Ι, Μιλάνο, 1968. (Ἡ μετάφραση τοῦ Ζαρατούστρα ἀναθεωρήθηκε ἀπὸ τόν Massimo Cacciari). Οἱ παραθέσεις έχουν ληφθεῖ ἀπὸ τὸ ἴδιο κεφάλαιο.
4. Παράθεση ἀπὸ τὸ Ricordi dal sottosuolo (Μνήμες ἀπὸ τό ὑπόγειο), μετάφραση τοῦ Τομάζο Λαντόλφι (Μιλάνο, 1995).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου