Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Ἡσυχαστικόν


Ἂς μὴν ἀφήνουμε τὸ μέλλον ἀνυπεράσπιστο:
ἐκεῖ θ΄ἀρχίσει τῶν ἐργαλείων ἡ ἀνάρρωση.
Χρειάζεται ἡ πρόοδος: εἶναι κι αὐτὴ μιὰ νοσταλγία.
Τοῦτος ὁ Δρόμος ὁ Ἐντατικὸς
πότε ἁπλώνεται στὸ ἄπειρο
πότε γίνεται μικρὸς
σὰν κορδελίτσα...
Θυμᾶμαι τὴν ὅραση νὰ μὴ βλέπει καθόλου.
Χτὲς τὴ νύχτα πέντε κύκνοι μὲ τὰ νυχτικά τους
ἔτρεχαν ταραγμένοι
στὸν ὕπνο μου κ' ἕνας πράσινος
κόκορας δακρυσμένος
ἄρχισε ξαφνικὰ νὰ κουτσαίνει.
Τὸ σύμπαν ἔμοιαζε καμωμένο
γιὰ νὰ διασκεδάσω μαζὶ
μὲ τὴν αἰωνιότητα μόνος.
Ὁ ἄνθρωπος ἀναπνέει - σκέφτηκα
ὁ ἄνθρωπος ἐρωτεύεται!
Βρίζει τὴν καρδιά του, ξύνεται!
Μετέωρα μοναδικὰ γεγονότα.
Ἕνας γαΐδαρος ἔχωνε τὴ μουσούδα του
σὲ στυγνὴ λάμψη καὶ κατόπιν
ἅρπαξε μιὰ πέτρα στὸ στόμα
σφίγγοντας τὴν ὡσότου ἔσπασαν τὰ δόντια του.
Τριγύρω ἔπεφταν οἱ καρποὶ καὶ σωριάζονταν
ἀκέφαλα τὰ σώματα τεράστιων σκύλων.
Ὁ θάνατος ἔκοβε στὰ δύο τὸ νερὸ
καὶ τὸ ξανάκοβε
καθὼς ἔλαμπε τὸ σκαρφάλωμα στὰ ὅρη.
Ἄνθη ἀπὸ φλόγες
τὰ' βλεπα νὰ ποτίζονται.
Πόσους αἰῶνες θαυμαστοὺς
ἔχουμε σὲ ἕνα εἰκοσιτετράωρο;
Σταλαγματιὲς ἀκούγονταν στὰ δέντρα -
θὰ΄χε βρέξει.
Πῶς ἔγινε τῆς χελιδόνας
ἡ μεταλλικὴ στίλβη;
Κολαζόμουν ἀπὸ εὐτυχία
στὴν οἰκουμένη τοῦ ὕπνου.
Οἱ γάτες ἔστεκαν ὁρμητικές.
Ἔτρεχε ὁ ἱδρώτας.

Ἀπὸ τὴ συλλογὴ Πενθήματα (1969)
Νῖκος Καροῦζος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου