Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Ὁ αἰῶνας τοῦ ἀτομισμοῦ καί οἱ φίλοι οἱ παλιοί

Ὁ Κίμων προερχόταν ἀπὸ οἰκογένεια μὲ κομμουνιστικὸ παρελθόν, ἀλλὰ δὲν ἦταν καὶ ὁ μόνος σ΄αὐτὴ τὴ γειτονιά. Τὸν Κίμωνα στὸ σχολεῖο τὸν φωνάζαν αἱμοδότη. Δὲν ἤμουν πολὺ σίγουρος γιὰ τὸ λόγο, οὔτε ἤξερα ἂν ἦταν θετικὸ ἢ ἀρνητικὸ τὸ γνώρισμα τοῦ αἱμοδότη. Ἂν ἔκρινα ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα, ἡ λέξη αἱμοδότης χρησιμοποιόταν μᾶλλον μὲ ἀρνητικὸ περιεχόμενο. Θυμᾶμαι ὅταν τὸν ρωτούσαμε τί ἐπάγγελμα ἤθελε νὰ κάνει, ἀπαντοῦσε φαροφύλακας. Ἀσφαλῶς πολλοὶ τὸ παίρνανε στ΄ἀστεῖα. Ξέρεις πὼς εἶναι τώρα αὐτά, ἔλεγαν. Δὲν ξέρεις καὶ πολλὰ πράγματα γιὰ τοὺς φαροφύλακες, οὔτε γιὰ τοὺς φάρους, ἁπλὰ φαντάζεσαι, κι ὁ Κίμων τοὺς φαντάζεται σὰ φωτάκια πάνω στὴν ὑδρόγειο σχεδιασμένα γιὰ νὰ φτιάχνουν τὴ διάθεση ἐκείνων ποὺ κατοικοῦν στὰ ἀπομακρυσμένα σημεῖα τῆς ἀκτῆς. Ἀλλὰ δὲν μποροῦσες ποτὲ νὰ πάρεις στ΄ ἀστεῖα αὐτὰ ποὺ ἔλεγε ὁ Κίμων. Ἦταν πάντοτε προσεκτικὸς κι οἱ ἀπόψεις του εἶχαν μιὰ σκληρὴ ἐπένδυση ἀπὸ ἐπιχειρήματα. Μὲ συνεπαίρνει ἡ ἰδέα νὰ γίνω φαροφύλακας, μ΄ἔλεγε, γιατί στὴ φαντασία μου, τὸ ἐσωτερικὸ τῶν φάρων δημιουργεῖ ἕνα τοπίο οἰκεῖο. Μὲ συγκινοῦν οἱ μοναχικές, σκληρὲς ὧρες, σὰν αὐτὲς ποὺ μὲ διηγεῖται ὁ πατέρας μου ἀπὸ τὸν Ἁη Στράτη, τὰ μεγάλα γεύματα, ἡ θέα τῶν μεταναστευτικῶν πτηνῶν, οἱ μισοτελειωμένες ἀναγνώσεις, ἡ μυρωδιὰ τῆς φλόγας τοῦ πυρακτωμένου ἄνθρακα, ἡ ἐξωτερική τους ὄψη, ἄσπροι, ἀμετακίνητοι, πεπαλαιωμένοι, κι ὁ ἥλιος πίσω τους ποὺ ἀνατέλλει καὶ δύει ἀκατάπαυστα, σὰν τὴν εἰκόνα τοῦ πατέρα μου ὅταν ἔφευγε τὸ πρωΐ καὶ γυρνοῦσε τὸ βράδυ ἐξουθενωμένος ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖο. Τὰ μαλλιὰ τοῦ Κίμωνα κρέμονταν κάτω ἀπὸ τοὺς ὤμους, ὁ ἐφοδιασμὸς του πλήρης (ἐνημερωμένο ἀρχεῖο δίσκων, στριφτὰ τσιγάρα, ἀρκετὰ σακκιὰ μὲ βιβλία ποίησης), ἐν ὀλίγοις, ἦταν ὁ καταλληλότερος γιὰ ν’ ἀναλάβει τὴ δουλειά. Ἢ τουλάχιστον, ἤμουν πεπεισμένος πὼς ἔτσι εἶναι.


Ἡ μάννα του, ποὺ ἦταν παροιμιώδους ἠρεμίας, στὴν ἀπάντηση αὐτὴ τοῦ Κίμωνα ἀντιδροῦσε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μ΄ἐκεῖνον ὅταν τὴν ρωτοῦσες γιατί κρύβει τὴν ἐφημερίδα κάτω ἀπὸ τὴ μπλούζα της. Δηλαδὴ μιὰ χαϊδευτικὴ σφαλιάρα. Ἀλλὰ καὶ τὸ Χριστινάκι, ὅταν ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὴ Δόμνα (νομίζω ἔτσι τὴν ἔλεγαν αὐτὴ τὴν ταβέρνα στὰ κάστρα, ἢ μπορεῖ νὰ ἦταν τὸ ὑπόγειο μπαράκι τῆς Μελενίκου-αὐτὸ ποὺ μᾶς τροφοδοτοῦσε καύσιμα κάθε Σάββατο βράδυ- ἀλλὰ δὲν ἔχει καὶ πολὺ σημασία), μὲ ρώτησε ποιὰ δουλειὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ θὰ ἐπιθυμοῦσα περισσότερο νὰ κάνω, κι ἐπηρεασμένος ἀπ΄τὸν Κίμωνα, ἀλλὰ κι ἕνα αἴσθημα πὼς ἀναζητοῦσε μιὰ αὐθόρμητη ἀπάντηση, τὴν τσαμπούνησα φαροφύλακας, τούτους τοὺς καιρούς, κι ὅταν θέλω νὰ κρυφτῶ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου, λέω πὼς ἡ ἀπάντηση αὐτὴ ἦταν καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ τέλους τῆς ἱστορίας μας μὲ τὸ Χριστινάκι.

Ἔλεγα ὅμως γιὰ τὴ μάννα τοῦ Κίμωνα. Θυμᾶμαι πολὺ χαρακτηριστικὰ τὶς φουσκωμένες φλέβες στὸ λαιμό της, καμμιὰ Κυριακὴ πού μοῦ κάνανε τὸ τραπέζι στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ΄90, ὅταν ἔβγαζε τοὺς “προεκλογικούς” της λόγους ὅπως ἀποκαλοῦσα τοὺς Κυριακάτικους μονολόγους της μετὰ τὸ μεσημεριανὸ φαΐ:

-Τὸ κυρίαρχο πολιτιστικὸ χαρακτηριστικό της σύγχρονης κοινωνίας εἶναι ὁ ὑπερβολικὸς ἀτομισμὸς ποὺ παρακινεῖ στὸ ἄπληστο, μεμονωμένο συμφέρον, τοῦ φάε πρὶν σὲ φᾶνε. Ἡ ἁρπακτικὴ συμπεριφορὰ ἐξ ὀνόματος τοῦ κεφαλαιοκρατικοῦ τρόπου παραγωγῆς αἰτιολογεῖται μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴ φύση τους εἶναι ὄντα ἀνταγωνιστικὰ καὶ μὴ συνεργάσιμα, ἕνα ἐπιχείρημα ποὺ υἱοθετεῖται προκειμένου νὰ ἐκφοβίσει καὶ νὰ πείσει τοὺς ἀνθρώπους πὼς εἶναι ἀνώφελο νὰ ἐπιδιωχθεῖ μία καλύτερη κοινωνία γιὰ τὸν καθένα μας. Ἡ κεφαλαιοκρατικὴ μηχανὴ προσπαθεῖ νὰ κρατήσει τοὺς ἀνθρώπους εὐθυγραμμισμένους στὸ ἰδεολογικὸ φάντασμα τοῦ ἐπιτυχημένου ἀτόμου ποὺ ἔχει κατασκευαστεῖ μὲ βάση τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς προδιαγραφὲς τῆς ἐλεύθερης ἀγορᾶς. Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς θὰ πρέπει νὰ βλέπει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐπιθυμεῖ ἡ κεφαλαιοκρατία, διότι διαφορετικὰ ὁ αὐτοσεβασμὸς θὰ ἀποτελοῦσε φραγμὸ γιὰ τὴν ἐκμετάλλευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Τὸ συναίσθημα, τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς ἄλλους –οἱ ἰσχυρότερες ἀποδείξεις τῆς ἔμφυτης ἠθικῆς μας φύσης- εἶναι ὁ κυρίαρχος στόχος τῆς διεστραμένης “ἀνάπτυξης” καὶ τῆς προπαγάνδας της καὶ αὐτὸ διότι τὸ ἦθος μας, τὰ συναισθήματά μας, ἀποτελοῦν ἄμεση ἀπειλὴ γιὰ τὰ ἐνδιαφέροντα τῆς ἐλεύθερης ἀγορᾶς. Κατὰ συνέπεια, γιὰ τὴν ἐπιτυχία τῶν ἀντικειμενικῶν της στόχων, δηλαδὴ τῆς συσσώρευσης τοῦ χρήματος, τῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ κέρδους, ἡ ὑποτίμηση τῆς βιολογικῆς προδιάθεσης τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ συναίσθημα καὶ ἡ καλλιέργεια τῆς ἀναισθησίας, εἶναι προϋποθέσεις ἀπαραίτητες. Ὁ,τιδήποτε ἐξυπηρετεῖ τὸ οἰκονομικὸ σύστημα, ἀκόμα κι ἂν αὐτὸ εἶναι εἰς βάρος τοῦ ἀνθρώπου, μόνο καὶ μόνον αὐτὸ εἶναι δυνατό. Οἱ ἀρχὲς τῆς κεφαλαιοκρατικῆς κοινωνίας καὶ οἱ ἀρχὲς τoυ συναισθηματικοῦ ἀνθρώπου, ἀριστεροῦ ἢ δεξιοῦ, εἶναι ἀσυμβίβαστες. Αὐτὰ κι ἄλλα ἀκατανόητα συνήθιζε νὰ λέει ἡ κυρὰ- Σεβαστή.

Χαθήκαμε πολλὰ χρόνια μὲ τὸν Κίμωνα, ἀφοῦ γύριζε τὸν κόσμο γιὰ νὰ σπουδάσει τὶς νευροεπιστῆμες, ὅταν τὶς προάλλες ἄκουσα στὸ καφενεῖο ποὺ λέγανε πὼς γύρισε γιὰ λίγες μέρες. Μιὰ καὶ ἀδημονοῦσα νὰ τὸν δῶ καὶ νὰ μάθω νέα του πῆρα τὸ παλιό του τηλέφωνο στῆς κυρὰ-Σεβαστῆς. Βρεθήκαμε στὸ Tusitala. Τὸν θύμησα τοὺς “προεκλογικούς” λόγους τῆς μάννας του. Εἶχε δίκιο ἡ κυρὰ-Σεβαστή, μὲ λέει. Τὴν ἐπιστημονικὴ ἀπόδειξη τῆς ὀρθότητας τῶν ἰσχυρισμῶν της, παρέχουν πρόσφατες νευροβιολογικὲς ἔρευνες ποὺ ἐξέτασαν ποιὰ ἐρεθίσματα τυγχάνουν προνομιακῆς μεταχείρισης ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλό μας κι ἂν εἶναι ἐκεῖνα ποὺ προέρχονται ἀπὸ γνωστούς μας ἢ ἀπὸ ἀγνώστους μὲ τοὺς ὁποίους μοιραζόμαστε παρόμοια ἐνδιαφέροντα. Τὸ συμπέρασμα εἶναι πὼς ὁ προμετωπιαῖος φλοιὸς τοῦ ἐγκεφάλου εἶναι πιὸ εὐαίσθητος στὰ ἐρεθίσματα τὰ προερχόμενα ἀπὸ τοὺς στενούς μας φίλους, παρὰ σὲ ἐκεῖνα ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχουν περισσότερα κοινὰ ἐνδιαφέροντα μαζί μας ἀλλὰ μᾶς εἶναι ἄγνωστοι. Ἴσως λοιπὸν ἡ ἐπιμονὴ τῶν ἐκπαιδευτικῶν μας συστημάτων νὰ παράγουν ἀκρωτηριασμένες προσωπικότητες ποὺ ἀξιολογοῦν τὰ πάντα, ἀκόμα καὶ τὰ πρόσωπα, ὡς προϊόντα, καὶ ἐπιβραβεύουν τὴν ἱκανότητα τῶν μαθητῶν νὰ ἐκμεταλεύονται τοὺς φίλους τους σ΄ἕνα παιχνίδι ἀτέλειωτου καὶ ἄπληστου ἀνταγωνισμοῦ, νὰ μὴν εἶναι ἐντελῶς τυχαία. Τὰ κυρίαρχα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς κεφαλαιοκρατικῆς κοινωνίας, τὰ ἀποξενωμένα ἀπὸ τὰ κοντινά τους πρόσωπα ἄτομα, οἱ ἀκρωτηριασμένες ἀπάνθρωπες προσωπικότητες καὶ ἡ ἀντίληψη πὼς τὸ συναίσθημα δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο παρὰ ἕνα σπάνιο, μεμονωμένο καὶ κοινωνικὰ ὁριακὸ φαινόμενο, ποὺ χαρακτηρίζει τοὺς ἠλίθιους, δικαιώνουν τὴ μάννα μου μὲ τὸν καλύτερο τρόπο. Μὴν ἀφήνετε τὸ συναίσθημα νὰ κινεῖται σὲ ἀνεξέλεγκτες κατευθύνσεις, διότι μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖτε ἠλίθιοι, μᾶς διδάσκει ἡ εὐγονική τῆς σκέψης.

Ξέροντας καλὰ τὸν Κίμωνα, καὶ τὴν ἐπιμονή του στὴν ἐπίτευξη τῶν στόχων του, τὸν ρώτησα γιατί δὲν ἔγινε φαροφύλακας. Ἄρχισα τὴν ἐπαγγελματική μου ἱστορία, μ΄ἀποκρίνεται, στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ '80 γύρω στὸν καιρὸ ποὺ καὶ οἱ τελευταῖοι ἐναπομείναντες ἐπανδρωμένοι φάροι εἶχαν αὐτοματοποιηθεῖ κι ἔτσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ φαροφύλακα ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα ποὺ ἔγινε περιττό. Μπορεῖς ἀκόμα νὰ βρεῖς σιδεράδες, τυπογράφους, τεχνίτες οἰκοδομικῆς πέτρας, καθαριστὲς καπνοδόχων, κατασκευαστὲς βαρελιῶν, ἀλλὰ οἱ φαροφύλακες, αὐτὸ ἦταν. Πᾶνε γιὰ πάντα. Οἱ φάροι ἀναβοσβήνουν αὐτόματα καὶ συντηροῦνται ἀπὸ μηχανικοὺς ποὺ πετᾶνε ἀπὸ πάνω τους μ΄ἑλικόπτερα.

Στὴν Apia, τὴν πρωτεύουσα μιάς ἐκ τῶν νήσων Σαμόα, ΄Tusitala΄ (ἐξιστορητής-παραμυθὰς) ἀποκαλεῖται ὁ λόφος στὸν ὁποῖο βρίσκεται ὁ τάφος τοῦ Robert Louis Stevenson, ὁ ὁποῖος ἔζησε τὰ τελευταία χρόνια τῆς ζωῆς του ἐκεῖ. Πίσω ἀπὸ τὸν λόφο αὐτὸ ὑπάρχει ἕνας μεγάλος παλιὸς φάρος. Εἶμαι σίγουρος πὼς ὁ Κίμωνας τὸ ἤξερε ὅταν μὲ ζήτησε νὰ βρεθοῦμε στὸ Tusitala, ἀλλὰ -ὅπως πάντα- οἱ ταλαίπωρες ἀναζητήσεις μου ἔχουν ἀκόμα μείνει στὸ γένος τῶν ἀραχνῶν τῆς οἰκογενείας Salticidae.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου