Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

Μέντης Μποσταντζόγλου ( Μπόστ )

Μέντης Μποσταντζόγλου ( τοῦ Ἠλία Πετρόπουλου - 1959 )
Μέ τίς γελοιογραφίες του πρῶτος ὁ Μέντης Μποσταντζόγλου ἔδιωξε τά γέλια ἀπό τήν παραμόρφωση. Ὁ ἐξοβελισμός τοῦ γέλιου ἀπό τήν καρικατούρα, τό ἄσχημο ἔπαψε νά εἶναι γελοῖο, ἐξαφάνιση τῆς ταυτότητος: ἀντιαισθητικό ἴσον γελοῖο. Πραγματικά αὐτόχθων γελοιογράφος, διόλου μνησίκακος, περιορίζει τήν εἰσφορά τοῦ τυχαίου, νομιμοποιεῖ ἀναμφισβήτητες προσωπικές ἀρετές. Τρεφόμενος μέ πολιτική, ζεῖ τούς τωρινούς χρόνους πλάϊ στό κρυφό μουρμουρητό τοῦ ἀποκεφαλισμένου λαοῦ, δίπλα στό ρεμπέτικο, χωρατατζής, ἡ φωνή του φωνή τῶν ἄλλων, τά γεγονότα ἐπιδροῦν σέ μία παρακαταθήκη ἰδεῶν, στόχοι του – οἱ ἐργολάβοι, τό προπό, ὁ Νομάρχης Ἡ(μί)μαθείας, ὁ Καντιώτης (πού ἀδιαφορεῖ γιά ὅλα πλήν τῶν καλλιστείων), οἱ ἀποτυχημένοι πύραυλοι, ὁ Σάχης, οἱ γριές κοσμικές, τό μεγαλεῖον τῆς Ἑλλάς, ἡ πεῖνα καί ἡ γυφτιά της, ἡ Ἀνεργί(τσ)α, ἡ διγλωσσία. Ὁ Μποσταντζόγλου εἰσάγει καυτερά θέματα. Τό ἀστεῖο συμβαδίζει μέ ὑπαινιγμούς ἐπί γεγονότων. Πουθενά ὁ μεθύστακας, ἡ πεθερά, ἡ γεροντοκόρη. Πολλαπλότητα ἐννοιῶν, οἱ γελοιογραφίες του μορφή πολιτικῆς ( καί μέ τήν εἰσβολή του στή διαφήμιση σέρνει πολιτική), ὄχι στήν ὑπηρεσία ὁρισμένης πολιτικῆς, δί’ αὐτοῦ «μετεποιήθη ἄθροον εἰς εὐφροσύνην ἡ λύπη» πίσω ἀπό τήν πρόσοψη σαλεύουν οἱ ντουφεκισμένοι, τό ἀστικό λαϊκό χρῶμα ἔντονο, ἡ καρέκλα τοῦ καφενείου, τά κοριτσόπουλα πού βολτάρουν, τιμοκατάλογοι τοῦ τοίχου. Φαινομενικά ταξιδεύει, πάει ἀλλοῦ τάχα. Ἐν τούτοις ἐδῶ παραμένει. Γεωγραφικός του χῶρος ἡ Ἑλλάδα, κι ἄς δείχνει χῶρες τῆς Ἀνατολῆς στή σειρά τῶν Σταυροφοριῶν. Σχέδια πού εἶναι περιγραφές ἐπαρχιακῶν πόλεων ὅπου ὅλοι φοροῦν τήν ἐπιφύλαξη. Τό ἐλεύθερο σκίτσο μέ θέμα ἐκτός πολιτικῆς τοῦ εἶναι ξένο, σπάνια τό χειρίζεται. 


Ὀξεία ἀντίληψη, βάθος, εὐρύτητα ὁράσεως, ἐνημέρωση. Ἡ μόρφωση ἐξάγεται καί ἀπό τά ὑπονοούμενά του. Ἆσμα ἠρωϊκόν καί πένθιμον γιά τόν χαμένο ἀνθυπολοχαγό τῆς Καισαρείας. Ὄνειρον παγερᾶς νυκτός. Ἐγώ Ἄγγλος ἐγεννήθην καί ὡς τοιοῦτος θά ἀποθάνω. Πόθοι κάτω ἀπό τίς τζιτζιφιές. Ἄκουσον μέν, πάταξον δέ. Σύν Ἀθηνᾷ καί κτίρια μετακίνει, Ἰφιγένεια ἐν Παυλίδι, Ἡ φλογερά του Βασιλιᾶ. «Ἡ κοινωνική σάτιρα ἔχει τήν πιό βαθειά μελαγχολιά μέσα της.» Κάμποσες γελοιογραφίες δυνατές σάν μπουνιές καί ἄλλες σάν γαργαλητό μέ φτερό. 


Θυσία στό ἐπίκαιρο, ἐπιφώνημα θαυμασμοῦ γιά τόν Μποσταντζόγλου (βρέ! δέν ἔχει τό θεό του), ἕνας συγχρονισμένος καί χωρίς αὐταπάτες Σουρῆς, ὅταν ἐλευθερώνεται ἀπό τήν πολιτική ἤ ὅταν ὁ ἀναγνώστης ἀγνοεῖ τά συμβάντα χάνει μέρος τῆς ἀξίας του, «ρίπτει παλτόν πῦρ» μέ γενναιότητα ἐναντίον κάθε μορφῆς παραλογισμοῦ μέ γελοιογραφίες ἔμμετρες, πού τσιμποῦν σά φίδια, σέ γελοῖες ὁμοιοκαταληξίες ( πλησίον – Θησεῖον, Παυσανία – Ἀνανία, γαλῆς – Γαλλίς, ὡραία – παρέα). Ὅπου νἆναι ἔρχεται τό γέλιο στίς γελοιογραφίες τοῦ Μποσταντζόγλου. Σέ ὅποιο σημεῖο τῆς γελοιογραφίας. Κυρίως στά λόγια βρίσκεται τό ἀστεῖο καί τό δάγκωμα. Τό ἀστεῖο δέν χτυπᾶ συγκεντρωτικά. Εἶναι σκόρπιο, κλιμακωτό. Δέν συμπαθεῖ τήν γελοιογραφία – πυροτέχνημα. Διαβάζοντας καί γελώντας. Καί γελώντας σκέφτεσαι. Εἶναι καί τά σκέτα λόγια του. Τραγούδια μέ νότες, ποιήματα ρωμαντικά σάν τῶν λαϊκῶν ἡμερολογίων, ἐρωτικές ἐπιστολές, τραγικέ ἱστορίε ὅπως ἐκείνου πού ἦτον ἀρίστης οἰκογενείας ἀλλά τό ἐσυνήθισεν ὡς νεανίας ἕλκων πρός τόν ναρκοτισμόν ἀπό ἀνατολῆς μέχρι δυσμόν. Ἡ χαρά του νά βλέπει τίς γυναῖκες τῆς γενιᾶς γύρω ἀπό τό τριάντα, μέ ἐκεῖνα τά βαθιά καπέλα, τίς σειρές τά περιδέραια, τά μάτια, τά κοντά μαλλιά μέ τούς κουλέδες, τίς δετές γόβες, ἐκεῖνες τίς Γενοβέφες μέ τούς ἀγελαδίσιους λαιμούς καί τά παχουλά γόνατα, σέ σπίτια παλιοκαιρινά μέ ὀβάλ κάδρα, σέ ἐπαύλεις μέ παγώνια καί περικοκλάδες. Τό κείμενο ἀπαραίτητη ἀφορμή γιά νά ξεπηδήσουν σέ παρέλαση ὑπαρκτά πρόσωπα καί χῶροι – δήμαρχοι, Διγενῆδες, δράκοι, ἡ μονή Ἁγίου Παταπίου. Οἱ φιγοῦρες του ὁλόσωμες, σπάνια κόβονται. Στήν ἀπεικόνιση τοῦ προσώπου αἰσθητά ὑπερβαίνει ἡ κατά μέτωπον στάση. Ὅταν εἶναι δύο πρόσωπα συχνά τό ἕνα προφίλ καί τό ἄλλο ἀνφάς. Τά κυρίως πρόσωπα, αὐτοί πού μιλοῦν, κοιτάζουν κατάματα τόν θεατή καί σ’αὐτόν ἀπευθύνονται. Ἔτσι κερδίζεται μία ἀμεσότητα. Αὐτός πού πλησιάζει τόν Μποσταντζόγλου γίνεται καί θεατής καί ἀναγνώστης τῶν γελοιογραφιῶν του πού συμπληρώνονται ἀπό γράμματα τοῦ χεριοῦ, γραμμένα ἀπό τόν ἴδιο, ἔτσι πού νά εἶναι κοσμήματα καί κέφι, γράμματα σέ πολλά στύλ, φορτωμένα λάθη καί ἀσυνταξίες, ἄρες – μάρες ( ἀποθνήσκει ἐκ θανάτου, Γάλλοι τρώγοντες γάλον, ἡ φωτογραφεῖα εἶναι πλανοδία, ἀκούω ὅλο ὡραῖοι στίχοι, εἰς πελάγη εὐτυχίας ἀρμενίζει ἡ ἀρμενίς κερατεῖ τόν σύζηγόν της γίνεται μοιχαηλίς).
«Αὐθαίρετος συνειρμός εἰκόνων καί ἐννοιῶν στήν πιό τραβηγμένη του ἐκδήλωση βρίσκεται στήν βάση τοῦ προσωπικοῦ στύλ πού ἐπέτυχε». Στίς μισές γελοιογραφίες του τά πρόσωπα εἶναι δύο ( τό πολύ τρία) καί ὅταν εἶναι δύο παρουσιάζεται συνήθως μία γυναίκα καί ἕνας ἄνδρας, ὅποιοι. Ὅταν εἶναι τρία πρόσωπα ὁ τρίτος εἶναι βοηθητικό πρόσωπο, μιλάει λίγο, ὁ διάλογος γίνεται μεταξύ τῶν δύο. Τό τρίτο πρόσωπο εἶναι παιδάκι ἡ γάτος, ἐρωμένη στό παράθυρο, στρατιώτης ἔχων τό πάθος τῆς ἡδονοβλεψίας. Οἱ μεσαιωνικές κυρίες κρατοῦν στό δάχτυλό τους παραδείσια πουλιά καί ἡ Ὑβέτ φουρφούρι. Ὅλα θυμίζουν τραπουλόχαρτα παλιά. Τό κυριαρχοῦν πρόσωπο, ὁ πρωταγωνιστής τῆς γελοιογραφίας, αὐτός λέει τά πιό πολλά καί ἡ λεζάντα δικές του ἀπόψεις ἐκφράζει καί τοῦ Μποσταντζόγλου. Τά λόγια τῶν δρώντων προσώπων εἶναι σέ μία περιχαραγμένη φούσκα. Οἱ φοῦσκες μέ τά λόγια ἀνέρχονται καί δίνουν ἐλαφράδα, ποτέ δέν καλύπτουν οὐσιώδη ἀντικείμενα, εἶναι πάνω ἤ μπρός (καί σπανίως πίσω) ἀπό τό πρόσωπο πού μιλάει, στό φόντο, στόν οὐρανό, ψηλότερα ἀπό τόν ὁρίζοντα, τά τείχη, τίς κορυφογραμμές. Οἱ ἄνθρωποι δέν ἔχουν τό ἴδιο μέγεθος. Μεγάλες διαφορές τούς χωρίζουν. Ὁ πρωταγωνιστής, ὁ ἀρχηγός εἶναι μεγαλύτερος. Οἱ ἄνθρωποι, ἐν σχέσει μέ ἄψυχα πράγματα σέ ἀφύσικες ἀναλογίες. Τά ἀντικείμενα ζυγισμένα σέ ἰσόβαρες τοποθετήσεις, ἄνθρωπος – ἄνθρωπος, γλάστρα ἐδῶ – γλάστρα ἐκεῖ καί μέσα σέ κυκεώνα ἀφελείας, λόγων, ἀνθρώπων, ζώων, βρίσκει μία θέση καί ἡ προοπτική. Ὁλοκληρωμένος ρυθμός νοσταλγίας συνέχει τίς γελοιογραφίες τοῦ Μποσταντζόγλου, τά ζῶα του (πουλάκια, περιστέρια μέ οὐρές φασιανῶν, πεταλοῦδες, ἄλογα), τά φυτά του ( λουλούδια σέ βάζα, κισσός καί ράμνοι), τά ἔπιπλα ( κρεβάτια μέ οὐρανούς, γιρλάντες καί φράντζες, ντουλάπες μέ ἐξωτερικούς καθρέφτες), συνδεδεμένος μέ τήν ἐπικαιρότητα ( εἴμαστε οἱ Ριχάρδοι καί δέρνουμε), πρωθύστερος, σέ ἀσυνέπεια χρόνου συμφύρει σταυροφόρους μέ τόν πύργο Ἄϊφελ καί τήν τρίχρωμη γαλλική σημαία, καταλήγει σέ κωμικά ἐπιμύθια ἤ καλαμπουρίζει στό χεῖλος τῆς χυδαιότητος (Σταυροφόρος παίζων μέ πάθος τό ὄργανόν του. Καί τότε ὁ Πασάς τό κύπελλον ἐγείρας ἐπρότεινεν νά τοῦ κάμω ἀναπαράστασιν τῆς γεφύρας. Κέ εἰς τό βάθος κίππος ἔος ἀργά ἑσπέρας ὅπου ἔγυνε τό μηραῖον κέ εἶχον ὀλίγον αἷμα τοῦ Ἐβανγκέλου σπασθένος ὁ προφιλακτήρ κέ κατελθόν ὁ Ἐβάνκελος ἐσιμίωσε τόν ἀριθμόν τοῦ διά νά λάβη ἀποζιμίοσις ἀπό ἀσφαλιστικήν ἐτερίαν τοῦ Ἐβανγκέλου ἐκνεβριστίς λέγον πού πᾶς στραβέ μέ τά φότα σου κέ ἄλλα λόγια πικρά ἐφόσον βλέπης εἶμε ἐξελθόν καί κορνάρον ἐφτιχός τίποτε σοβαρῶν κέ ἡ Ντωφίν ὑγιεῖς), θαυμάσιος ὀρθογράφος γιά νά κάνει ἔντεχνα λάθη μέ διπλές ἔννοιες πού ἀπορρέουν ἀπό τήν ὄψη τῶν λέξεων καί τήν ἀκουστική τους. Μυία (μιά+μύγα), τυχερᾶνε (τυχερέ+Τεχεράνη), βραβεῖο Παστουρμάκ (Πάστερνακ+παστουρμᾶς), τά Ἰλυσσακά του (Ἰλισσός+λυσσακά), ἡ δύσις (=εἰδήσεις), ἰάπωνος (= ἡ ἄπονος). Γραφή μιμούμενη, τυπωμένα γράμματα, ταινίες ἐγγεγραμμένες, γράμματα κεφαλαία στίς ἐπιγραφές, μικρά στούς διαλόγους, ἀρχικά μέ μπιχλιμπίδια. Ἔστω κι ἄν ὑπάρχουνε λογογραφίες τοῦ Μποσταντζόγλου διόλου δέν ξεχωρίζει σέ πηγαιότητα, προέλευση, αἰχμές, ποιότητα, ὕφος, ἡ λογογραφία ἀπό τό καθαρό σχέδιο. Στά σκέτα λόγια κατορθώνει νά μήν εἶναι λογᾶς καί τελάλης. Ὁ Μποσταντζόγλου ἀμφιρρέπει καί δέν ρίχνει τό βάρος του στό σκίτσο ἤ στά λόγια. Οἱ λειψοπήγουνοι ἥρωές του δέν εἶναι βουβοί οὔτε βλάκες. Τό λένε τό λογάκι τους καί αὐτό εἶναι πού ἔχει τήν περισσότερη ἀξία. Στούς πολλούς δέν εἶναι δυσνόητος, σέ ἀρκετά σκίτσα, παρά ἐπειδή δέν ἀκολουθοῦν μέ τήν δικιά του ἔνταση τά γεγονότα, τά πάντα. Ἴσως αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού τά σκίτσα πού ἐρείδονται ἐπί συγκεκριμένων γεγονότων καί προσώπων, τά σκίτσα μάχης, χάνουν ἀρκετή ἀπό τή χάρη τους μέ τήν πάροδο τοῦ καιροῦ, μέ τήν λησμονιά παλιῶν συμβάντων. Κάποιος παίζει μέ τήν Ἑλλάδα, κηρία ἀπασχόλησίς μας εἶναι ἡ συμπλήροσις τοῦ προπό τοῦ βιοτικοῦ μας ἐπηπαίδου ἀνοτέρου κέ ἀφτῆς τάφτης τῆς Νορβιγίας, ὁ Πειναλέων μανθάνη φητολογείαν ( φυτῶν δορεᾶν) καί συλλαβίζει στό ἀλφαβητάριο ( ἔ-λά νί-νί πά-ρέ πρό-πό), οἱ ἐφημερίδες παρεμπιπτόντως ἀναφέρουν τούς τριγμούς, τομές σιωπῆς ἀνάμεσά μας, «τά νιάτα μας τά κάναμε ρημάδια», οἱ κατσαρές φωνοῦλες τῶν ἡρώων του Μποσταντζόγλου μέ διπλά λογοπαίγνια ( ὁ χιτών – παραπομπή στόν ἰαπωνικό τίτλο the Micado = ὁ Χιροχιτών) προσφέρουν στήν διακωμώδηση τά ἀσήμαντα πού ἀπασχολοῦν τούς οἰκονομικά ἰσχυρούς, τό γέλιο ἐπέρχεται ἀκάλεστο, τό γέλιο προέρχεται ἀπό τήν σοβαρότητα, ὁ Ντέ Γκώλ μέ μουστάκι ἀλά Χίτλερ, τό Βατικανό πού ἐξάγει μέ καπνό τόν Πάπα, « ἡ καρδιά μας ἀνασαίνει τήν ἀνασύνταξη». Ὁ Μποσταντζόγλου δέν παραμορφώνει τούς ἀνθρώπους καί τά ἀντικείμενα. Ὁρισμένα χαρακτηριστικά τά ὑπογραμμίζει γιά νά δώσει κάποια ἔμφαση ἀποφεύγοντας τούς τύπους ( μεθύστακας, πεθερά), ἔτσι ἔχουμε τό νεοελληνικό μουστάκι, τό κουρεμένο γυμνασιόπαιδο τῆς ἐπαρχίας, ἀξύριστα μάγουλα, χειρονομίες, ποδοσφαιριστές μέ φάτσες χασικλίδικες ( βγάλσιμο χεριοῦ δῆθεν ἐκ τύχης 300 δραχμέ ὁ πῆχυς). Οἱ φαντάροι φοροῦν ἀκόμη δίκωχα, φαίνονται τά ρογοβύζια τῶν γυναικών, « μεταθέτει τή γραμμή του ἀπό τήν περιγραφή στήν ἔκφραση, ἀπό τό ἀντικείμενο στόν στόχο του κατ’ εὐθείαν, ἐκπλήσσει μέ τήν ἐφευρετικότητά του – ὡς καί ἡ ὑπογραφή του ἔγινε χόρτο, καπνός, νότες, ταμπέλλα περιπτέρου. Μέσα σ’ ἕναν χρόνο λανσάρει διαδοχικά τόν Γάτο τῆς Ὁμονοίας, τόν Ἀλφόνσο, τή Μαμά Ἑλλάς, τόν Πειναλέων καί τήν Ἀνεργίτσα. Ἡ Μαμά Ἑλλάς εἶναι μία παλιατσαρία μέ δόρυ καί περικεφαλαία, τακούνια, δίσκο ζητιανιᾶς, δαφνοστεφανωμένη ( ἡ μαμά ποτέ δέν πεθένη), πολυεύσπλαχνος (καί ἐπί πλέον ἔγκυος) – ὁ πιτσιρίκος, τό κολλητήρι, ὁ Ἀτσιδάκης, ὁ Πειναλέων, γεννήθηκε μέ κόπο ὅπως καί τά ἐντός κειμένου σχέδια δείχνουν. Αὐτά εἶναι μόνο οἱ ἀπαρχές, οἱ πρό-πειναλέων. Ὁ Πειναλέων μᾶς ἀνάγει στόν Καραγκιόζη καί τό ξέρει ὁ Μποσταντζόγλου αὐτό ( νύχτες τοῦ Καμπούρια). Εὐφυής, σέ ἀγώνα ἀνορθογραφίας κατά τῆς ἀπόγνωσης, μέ παροιμίες καί τραγούδια ἀλληλογραφεῖ μέ τή Μαμά Ἑλλάς ( ἀσπάζομε τήν δεξιάν σας Κλέων ὁ ἰός σας ἀρχιδούκσ Πειναλέον) χωρίς νά μπερδεύει τά βήματά του μέσα στά λαχεῖα, τίς μαντεῖες, τίς φωτεινές ρεκλάμες, μέ τά τσουχτερά λόγια του περιθωρίου ( πού διαβαζονται

λιγότερο) δέν σ’ ἀφήνει νά τόν ἀντικειμενικοποιήσεις. Ἡ Ἀνεργίτσα μέ βιβλιάριο προικοδοτήσεως, γλωσσικό ἀνακάτωμα ( μακράν της πατρίδος χρονιάρα μέρα), τό παιδί διά νά κοιμίζει θούρια τό σινηθίζει, στάχτη σκεπάζει τήν Ἑλλάδα, ἐδῶ τό ἠρωϊκό ταυτίζεται μέ τήν αὐτοκτονία, ἀλλεπάλληλα ἐπερχόμενος ὁ Μποσταντζόγλου μέ χαρτογραφίες τρέχει σάν ἀλογάκι σέ λειβάδια γεμάτα παγίδες, γελοιογράφος διαμαρτυριῶν, μέ μειδίαμα δακτυλοδεικτεῖ τήν λέπρα ὅπως ταιριάζει σέ ἐποχή ἀντεπανάστασης καί στό τέρμα ξεφεύγει πάντα. Μή κάνοντας στάσεις δισταγμοῦ, ὀφθαλμός ὅς τά πάνθ’ ὁρᾶ, μέ κονδυλογραμμένα ὅλο τσαλίμια σχέδια, μοναδικός, ἀμετάφραστος, συσχετισμός μέ κάθε ἄλλον θἆταν ἄτυχος, προπάντων ἑλληνικός, κουτοπόνηρος, σαρκαστής, κυνικός, αὐθεντικός, βέβαιος ὅτι στό τέλος « αὐτό τό ἀπόστημα θά σπάσει σάν τόν ἥλιο…»

4 σχόλια:

  1. Να σου πω τη μαύρη μου αλήθεια, δεν τρελλαινόμουν να τον διαβάζω.
    Πάρε κι αυτό:
    http://www.youtube.com/watch?v=zFH45ANePkA

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ καλή ἡ παρουσίαση πού κάνει ὁ Πετρόπουλος.Εἷναι ἀπό τόν ἐπίλογο στό πρῶτο λεύκωμα τοῦ Μπόστ.

    Αὐτό τό σκίτσο κάτω δεξιά δέν εἷναι φανταστικό;
    ( Οἱ φωτογραφίες μέ κλικάρισμα μεγαλώνουν καί διαβάζεται τό κείμενο εὔκολα)

    Ἐδῶ ἔχει κάτι φοβερά σκίτσα καί κάνα δυό κείμενα

    Σκίτσα Μπόστ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Θα συμφωνησω με τον Κοσμητορα Usound.Eνω αναγνωριζω την αξια του Μποστ,δεν μου εκανε ποτε κλικ.Και παντως ο Πετροπουλος υπερβαλλει λεγοντας "ἕνας συγχρονισμένος καί χωρίς αὐταπάτες Σουρῆς"...Αλλο το Oυεφα, αλλο το Champions League.
    Τα σκιτσα οντως ειναι εκπληκτικα.Ο γιος του δε,ειναι εκπληκτικος ηθοποιος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Το σημαντικότερο είναι πως υπάρχουν έργα ανθρώπων τα οποία εξακολουθούν να συζητούνται και μετά το θάνατό τους. Ο Μπόστ ανήκει σε μιά από αυτές τις περιπτώσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία για την αυθεντικότητα, την προτοτυπία και την ιδιάζουσα μορφή του Μπόστ.
    Ο Καρούζος λέει: Να γυρίζεις, αυτό είναι το θαύμα!!!
    Σε όσα νόμιζες πως είχες ξεχάσει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή